2026

Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση….

Περί καλοσύνης

«Ξέρετε, όποιος λέει τις ιστορίες ενός πολιτισμού, πραγματικά καθορίζει την ανθρώπινη συμπεριφορά. Παλιά ήταν ο γονέας, το σχολείο, η εκκλησία, η κοινότητα. Τώρα είναι μια χούφτα παγκόσμιων ομίλων που δεν έχουν τίποτα να πουν, αλλά πολλά να πουλήσουν». George Gerbner

 «Αν μπορείς να γράψεις τις ιστορίες ενός έθνους, δεν χρειάζεται να ανησυχείς για το ποιος φτιάχνει τους νόμους του». George Gerbner

Το βιβλίο του Rutger Bregman, Humankind: A Hopeful History (Ανθρωπότητα: Μια Ελπιδοφόρα Ιστορία), προσφέρει ένα πιο αισιόδοξο και πιθανώς πιο ισορροπημένο αφήγημα της σύνθετης ανθρώπινης φύσης σε μια εποχή που ο κόσμος οδεύει προς πιο αυταρχικά καθεστώτα, ο διχασμός, η μισαλλοδοξία, ο λαϊκισμός και οι ψευδείς ειδήσεις βρίσκονται σε άνοδο, ενώ οι νέες προσφυγικές κρίσεις και τα κύματα μετανάστευσης αυξάνουν τους  φόβους και την εχθρότητα. Ο Bregman διερευνά την διτότητα της ανθρώπινης φύσης όπως την έχουν αναλύσει ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ και ο Τόμας Χομπς. Γράφει ότι «οι αντίθετες απόψεις αυτών των δύο «βαρέων βαρών» στοχαστών βρίσκονται στη ρίζα των βαθύτερων διαιρέσεων της κοινωνίας. Δεν γνωρίζω καμία άλλη διαμάχη με τόσο υψηλά διακυβεύματα ή τόσο εκτεταμένες επιπτώσεις. Σκληρότερες τιμωρίες έναντι καλύτερων κοινωνικών υπηρεσιών, αναμορφωτήρια έναντι καλλιτεχνικών σχολείων, διοίκηση από τα πάνω προς τα κάτω έναντι ενδυναμωμένων ομάδων, παλιομοδίτικοι βιοπαλαιστές πατεράδες έναντι τρυφερών μπαμπάδων που φροντίζουν μωρά – πάρτε σχεδόν οποιαδήποτε συζήτηση μπορείτε να σκεφτείτε και θα διαπιστώσετε ότι ανάγεται, κατά κάποιο τρόπο, στην αντίθεση μεταξύ Χομπς και Ρουσσώ. Σύμφωνα με τον Bregman, έχουμε, αφενός, την κυρίαρχη Xομπιανή προοπτική που υποδηλώνει ότι οι άνθρωποι που αφήνονται χωρίς έλεγχο και επιτήρηση θα είναι τελικά εξαιρετικά εγωιστές, ανταγωνιστικοί κι επιθετικοί, κι αφετέρου, τον Ρουσσώ, ο οποίος πίστευε ότι ήταν η δομή του πολιτισμού που τροφοδότησε την απληστία, την ανάγκη για έλεγχο, τις συγκρούσεις και τους πολέμους για εδάφη. Ο Bregman πιστεύει ότι ο Ρουσσώ είχε δίκιο στο ότι η ανθρώπινη φύση μας εξυπηρέτησε αρκετά καλά πριν από την εγκαθίδρυση ιεραρχικά δομημένων κοινωνιών. Ωστόσο, το βιβλίο του δεν είναι ένα κήρυγμα για την καλοσύνη της ανθρώπινης φύσης. Ξεκαθαρίζει ότι είμαστε πολύπλοκα πλάσματα. με μια καλή και μια όχι και τόσο καλή πλευρά, και το ερώτημα είναι ποια πλευρά επιλέγουμε να καλλιεργήσουμε και να βασίσουμε τις πράξεις μας, σε ποιες πτυχές των ανθρώπινων εμπειριών μας θέλουμε να δώσουμε προτεραιότητα, και ποιο είδους αφήγηση της ανθρώπινης φύσης υποστηρίζεται κοινωνικοπολιτισμικά.

Όπως ανέφερα στην προηγούμενη ανάρτηση, ο Bregman, μέσα από μια διεπιστημονική προσέγγιση και πολλά παραδείγματα από την πραγματική ζωή από διαφορετικά μέρη του κόσμου, διερευνά πώς μπορούμε να καλλιεργήσουμε την ικανότητά μας για καλοσύνη και φροντίδα για τους άλλους, ώστε να οικοδομήσουμε έναν καλύτερο και ασφαλέστερο κόσμο, και πώς να χρησιμοποιήσουμε την εγγενή κοινωνικότητα του είδους μας με θετικούς τρόπους. Ένας αυξανόμενος αριθμός στοχαστών κι ερευνητών διερευνά αυτήν την ένταση μεταξύ της ανθρώπινης έμφυτης κοινωνικότητας, αφενός, και της ανθρώπινης τάσης για σκληρότητα και βία, αφετέρου. Διάβασα κάπου ότι τόσο η εξελικτική μας κληρονομιά ως πολύ κοινωνικά ζώα, όσο και η ικανότητά μας να ξεπερνάμε τα όρια που μας επιβάλλει αυτή η κληρονομιά, είναι πτυχές του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Το είδος μας είναι ένα πολύ κοινωνικό ζώο και έχουμε αναστολές απέναντι στο φόνο και τη βία, όμως επειδή μπορούμε να κατανοήσουμε και τα οφέλη από τη δολοφονία και την εκμετάλλευση των άλλων, με την πάροδο του χρόνου έχουμε αναπτύξει πρακτικές για να παρακάμπτουμε τις ενστικτώδεις αναστολές μας, όπως η δημιουργία βομβών και άλλων όπλων καταστροφής για να σκοτώνουμε από απόσταση, η χρήση του φόβου, της προπαγάνδας, των τακτικών «διαίρει και βασίλευε» και την χρήση της κουλτούρας προκειμένου να διαμορφώσουμε την ανθρώπινη φύση ή να υποκινήσουμε ομάδες ανθρώπων ή στρατιώτες να ασκούν βία. Οπότε η ανθρώπινη κοινωνικότητα και ικανότητα για συνεργασία δεν οδηγεί απαραίτητα σε φιλο-κοινωνική ή ευγενική συμπεριφορά προς τους άλλους, ειδικά προς εκείνους που θεωρούνται μέλη των έξω-ομάδων.

Επιπλέον, οι άνθρωποι μπορούν να συνεργαστούν για να προκαλέσουν κακό και να διαπράξουν φρικαλεότητες, ακόμη και όταν έχουν καλές προθέσεις, όπως μας έχει δείξει επανειλημμένα η ιστορία. Ο Bregman αναφέρεται στον ψυχολόγο Don Mixon, ο οποίος όταν επανέλαβε το διαβόητο πείραμα του Μίλγκραμ τη δεκαετία του ’70 σημείωσε ότι «Στην πραγματικότητα, οι άνθρωποι καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια, κι υποφέρουν αρκετά, προκειμένου να είναι καλοί. Οι άνθρωποι παγιδεύονται στην προσπάθεια να είναι καλοί…». Με άλλα λόγια, εξηγεί, αν πιέσεις τους ανθρώπους αρκετά έντονα, αν τους τσιγκλήσεις και τους παρακινήσεις, τους δολώσεις και τους χειραγωγήσεις, πολλοί από εμάς είμαστε ικανοί να κάνουμε κακό. Ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις. Αλλά το κακό δεν ζει ακριβώς κάτω από την επιφάνεια. Χρειάζεται τεράστια προσπάθεια για να το βγάλεις έξω, και το πιο σημαντικό, πρέπει να μεταμφιεστεί σε κάτι που να μοιάζει με το καλό. Ο Bregman εξετάζει τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και το Ολοκαύτωμα και διερευνά τους λόγους και τις συνθήκες που οδήγησαν τους συμμετέχοντες να ενεργήσουν με τον τρόπο που ενήργησαν, και μας δείχνει ότι η σκληρότητα, η επιθυμία για βία και χάος για τους περισσότερους στρατιώτες και πολίτες έπαιξαν μικρό ρόλο, και αναλύει τον ρόλο που έπαιξαν η εξουσία και η προπαγάνδα, η αφοσίωση στην πατρίδα, και κυρίως η αφοσίωση σε φίλους και συντρόφους, στις αποφάσεις που πήραν οι «απλοί» άνθρωποι και στρατιώτες, συχνά με φρικτές συνέπειες. Ερευνά τη διαθέσιμη βιβλιογραφία για το Ολοκαύτωμα και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «δεν ήταν έργο ανθρώπων που ξαφνικά έγιναν ρομπότ, όπως ακριβώς οι εθελοντές του Μίλγκραμ δεν πάτησαν διακόπτες [χορήγησης ηλεκτροσόκ] χωρίς πρώτα να σκεφτούν. Οι δράστες πίστευαν ότι βρίσκονταν στη σωστή πλευρά της ιστορίας. Το Άουσβιτς ήταν το αποκορύφωμα μιας μακράς και περίπλοκης ιστορικής διαδικασίας κατά την οποία η ένταση ανέβαινε βήμα προς βήμα και το κακό παρουσιάζονταν πειστικά ως καλό. Ο μύλος της ναζιστικής προπαγάνδας – με τους συγγραφείς και τους ποιητές του, τους φιλοσόφους και τους πολιτικούς του – είχε χρόνια να κάνει τη δουλειά του, αμβλύνοντας και δηλητηριάζοντας τα μυαλά του γερμανικού λαού…».

Ωστόσο, ο Bregman καταδεικνύει ότι η αντίσταση είναι εφικτή και μπορεί να έχει θετικά αποτελέσματα. Οι συμμετέχοντες στα πειράματα του Μίλγκραμ που κατάφεραν να σταματήσουν το πείραμα, χρησιμοποίησαν «επικοινωνία και αντιπαράθεση, συμπόνια και αντίσταση» περισσότερο από τους άλλους. Αναφέρεται επίσης στην αντίσταση της Δανίας να συνεργαστεί με τους Ναζί κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και ως αποτέλεσμα αυτής της αντίστασης σχεδόν το 99% των Εβραίων της Δανίας επέζησαν από τον πόλεμο. Γράφει: «Είναι μια ιστορία απλών ανθρώπων που επέδειξαν εξαιρετικό θάρρος. Και δείχνει ότι η αντίσταση αξίζει πάντα τον κόπο, ακόμα και όταν όλα φαίνονται χαμένα». Ο ιστορικός Bo Lidegaard σχολιάζει ότι οι Δανοί Εβραίοι προστατεύονταν από τη συνεπή δέσμευση των συμπατριωτών τους. Η αντίσταση ξεπήδησε από παντού, κι ακόμη και η αστυνομία βοήθησε όπου μπορούσε και αρνήθηκε να συνεργαστεί με τους Ναζί. Ο Bregman σχολιάζει ότι ενώ η ισχυρή Γερμανία ήταν για χρόνια ποτισμένη με ρατσιστική προπαγάνδα, η μετριοπαθής Δανία ήταν ποτισμένη με ανθρωπιστικό πνεύμα, και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η δανική εξαίρεση δείχνει ότι η κινητοποίηση του ανθρωπισμού της κοινωνίας των πολιτών […] δεν είναι μόνο μια θεωρητική πιθανότητα».

Ο Bregman παρουσιάζει βιβλιογραφία που υποστηρίζει ότι, σε αντίθεση με ό,τι θα ήθελαν να πιστεύουμε οι ήρωες δράσης στις ταινίες, σε μεγάλο βαθμό έχουμε ισχυρές αναστολές απέναντι στη βία και το φόνο. Αναφέρεται στον συνταγματάρχη και ιστορικό Samuel Marshall / Σάμιουελ Μάρσαλ, ο οποίος διαπίστωσε ότι μόνο το 15 έως 25 τοις εκατό των στρατιωτών είχαν πραγματικά πυροβολήσει και ότι την κρίσιμη στιγμή, από τους περισσότερους από τριακόσιους στρατιώτες, μόνο τριάντα έξι είχαν πραγματικά πατήσει τη σκανδάλη. Οι στρατιώτες που δεν είχαν πυροβολήσει παρέμειναν στις θέσεις τους, ήταν θαρραλέοι, πιστοί πατριώτες, έτοιμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους για τους συντρόφους τους, αλλά παρόλα αυτά δεν πυροβόλησαν. Ο Bregman γράφει ότι τις τελευταίες δεκαετίες, έχουν συσσωρευτεί αποδείξεις ότι ο Συνταγματάρχης Μάρσαλ είχε δίκιο. Για παράδειγμα, ο Αντισυνταγματάρχης Lionel Wigram παραπονέθηκε ότι κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του 1943 στη Σικελία δεν μπορούσε να βασιστεί σε περισσότερο από το ένα τέταρτο των στρατευμάτων του, και ο Στρατηγός Μπέρναρντ Μοντγκόμερι, σε μια επιστολή προς την πατρίδα του, έγραψε: «Το πρόβλημα με τα Βρετανικά αγόρια μας είναι ότι δεν είναι φονιάδες εκ φύσεως», κι αργότερα, όταν οι ιστορικοί άρχισαν να παίρνουν συνεντεύξεις από βετεράνους του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, διαπίστωσαν ότι περισσότεροι από τους μισούς δεν είχαν σκοτώσει ποτέ κανέναν, και τα περισσότερα θύματα ήταν έργο μιας μικρής μειοψηφίας στρατιωτών.

Παρομοίως, λιγότερο από το 1% των πιλότων μαχητικών στην Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ ήταν υπεύθυνοι για σχεδόν το 40% των αεροσκαφών που καταρρίφθηκαν, και οι περισσότεροι πιλότοι, σημειώνει ένας ιστορικός, «δεν κατέρριψαν ποτέ κανένα». Τη δεκαετία του 1860, ο Γάλλος συνταγματάρχης Αρντάν ντι Πικ ανακάλυψε ότι όταν οι στρατιώτες όντως πυροβολούσαν, συχνά στόχευαν πολύ ψηλά, και αυτό μπορούσε να συνεχιστεί για ώρες: δύο στρατοί άδειαζαν τα τουφέκια τους ο ένας πάνω από τα κεφάλια του άλλου, ενώ όλοι έψαχναν μια δικαιολογία για να κάνουν κάτι άλλο, και στο κλασικό του έργο για τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο, Φόρος τιμής στην Καταλονία, ο Τζορτζ Όργουελ έγραψε: «Σε αυτόν τον πόλεμο όλοι πάντα δεν πετύχαιναν τους άλλους, όταν ήταν ανθρωπίνως δυνατό». Η τελευταία ιστορία που επέλεξε να διηγηθεί ο Bregman αφορά τη Χριστουγεννιάτικη εκεχειρία του 1914 μεταξύ στρατιωτών σε εχθρικές γραμμές κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν περισσότεροι από εκατό χιλιάδες στρατιώτες κατέθεσαν τα όπλα τους εκείνα τα Χριστούγεννα. Για πολύ καιρό, γράφει, αντιμετωπίστηκε ως μύθος, αλλά το 1981 ένα ντοκιμαντέρ του BBC, με τίτλο «Peace in No Man’s Land», κατέστησε σαφές ότι δεν ήταν μύθος και ότι τα δύο τρίτα της βρετανικής πρώτης γραμμής, για παράδειγμα, σταμάτησαν να πολεμούν εκείνα τα Χριστούγεννα. Παρόμοιες, λιγότερο γνωστές, εκεχειρίες έχουν επίσης πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια άλλων πολέμων, όπως ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος, οι Πόλεμοι των Μπόερ, ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος, ο Κριμαϊκός Πόλεμος και οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι.

Πιο πρόσφατα, γράφει ο Bregman, ο κοινωνιολόγος Randall Collins, ο οποίος ανέλυσε εκατοντάδες φωτογραφίες στρατιωτών σε μάχη, επαναλαμβάνοντας τις εκτιμήσεις του Marshall, υπολογίζει ότι μόνο περίπου το 13 έως 18 τοις εκατό πυροβόλησε με τα όπλα του και ισχυρίζεται ότι «Η εικόνα του Χομπς για τους ανθρώπους, κρίνοντας από τα πιο συνηθισμένα στοιχεία, είναι εμπειρικά λανθασμένη… Οι άνθρωποι είναι προγραμματισμένοι για […] αλληλεγγύη· και αυτό είναι που κάνει τη βία τόσο δύσκολη». Όσον αφορά τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την αύξηση των ποσοστών πυροβολισμού ενός στρατού, ο Bregman γράφει ότι ο αμερικανικός στρατός εργάστηκε για την αύξηση του αριθμού των στρατιωτών που πραγματικά πυροβολούν, αλλά αυτό είχε ένα τίμημα. Σχολιάζει ότι «Αν κάνεις πλύση εγκεφάλου σε εκατομμύρια νέους στρατιώτες που εκπαιδεύονται, δεν θα πρέπει να αποτελεί έκπληξη όταν μετά επιστρέψουν με διαταραχή μετα-τραυματικού στρες (PTSD), όπως έκαναν τόσοι πολλοί μετά το Βιετνάμ. Αμέτρητοι στρατιώτες όχι μόνο είχαν σκοτώσει άλλους ανθρώπους – αλλά και κάτι μέσα τους είχε πεθάνει».

Σε αυτό το βιβλίο, ο Bregman μας ταξιδεύει στην Ιστορία, από την προϊστορία μέχρι σήμερα, χρησιμοποιώντας ευρήματα μελετών, καθώς και πληθώρα παραδειγμάτων, για να υποστηρίξει τα επιχειρήματά του σχετικά με την ιστορία της ανθρώπινης φύσης. Μας μεταφέρει στα παρασκήνια σημαντικών ιστορικών γεγονότων για να μας δείξει μια ελαφρώς διαφορετική πραγματικότητα ή μια πιο ολιστική ιστορία από αυτήν που οι περισσότεροι από εμάς έχουμε διδαχθεί στο σχολείο. Ταξιδεύουμε πίσω στην προϊστορική εποχή, στους αρχαίους πολιτισμούς, στον Α’ και Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο Ολοκαύτωμα, στην περίοδο του Διαφωτισμού, στο Νησί του Πάσχα, στη Νότια Αφρική, στην Αλάσκα, στη Βενεζουέλα, στην Κολομβία, κι αλλού. Για παράδειγμα, ο Bregman μας λέει πώς οι απλοί πολίτες στο Τόρες της Βενεζουέλας βρήκαν απάντηση σε μερικά από τα πιο επείγοντα ζητήματα της εποχής μας. Όλοι οι κάτοικοι ήταν ευπρόσδεκτοι, όχι μόνο να συζητήσουν σημαντικά θέματα του δήμου τους, αλλά και να λάβουν πραγματικές αποφάσεις, κι ολόκληρος ο προϋπολογισμός των δημοτικών επενδύσεων ήταν δικός τους για να τον ξοδέψουν εκεί που έκριναν ότι υπήρχε μεγαλύτερη ανάγκη. Γράφει ότι μια μελέτη του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια έδειξε ότι μέσα σε δέκα χρόνια από την εκλογή του Χούλιο Τσάβες ως δημάρχου, το Τόρες είχε σημειώσει πρόοδο αρκετών δεκαετιών, οι πελατειακές σχέσεις είχαν μειωθεί σημαντικά, ο πληθυσμός συμμετείχε στην πολιτική όπως ποτέ άλλοτε, νέα σπίτια και σχολεία ανεγέρθηκαν, νέοι δρόμοι χτίστηκαν και παλιές συνοικίες ανακαινίστηκαν.

Αφιερώνει σελίδες για να δείξει ότι οι πιο πρόσφατες ανακαλύψεις και έρευνες έρχονται σε αντίθεση με όλα όσα νομίζαμε ότι γνωρίζαμε για το Νησί του Πάσχα, και συγκρίνει την πιο αποτελεσματική και φθηνότερη προσέγγιση των φυλακών της Νορβηγίας, η οποία έχει το χαμηλότερο ποσοστό υποτροπής στον κόσμο και βασίζεται στην «αρχή της κανονικότητας», σε καλύτερες υλικές συνθήκες, στον σεβασμό, τη δημοκρατία και την αποκατάσταση, και όπου οι δεσμοφύλακες (40% είναι γυναίκες) ολοκληρώνουν ένα διετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα, με τις αμερικανικές φυλακές και σωφρονιστικό σύστημα. Επανεξετάζει κριτικά την κλασική έρευνα κοινωνικής ψυχολογίας για την ανθρώπινη φύση και ξετυλίγει τις ιστορίες πίσω από γνωστές μελέτες κοινωνικής ψυχολογίας που διεξήχθησαν από ανθρώπους όπως ο Stanley Milgram, ο Philip Zimbardo, ο Muzafer Sherif, και άλλοι, των οποίων οι μελέτες έχουν παράσχει τη βάση για το επιχείρημα ότι οι άνθρωποι είναι καθολικά και εγγενώς επιθετικοί, ανταγωνιστικοί, εγωιστές και αδιάφοροι [Αναφέρθηκα εν συντομία σε αυτές τις μελέτες σε πρόσφατες αναρτήσεις μου σχετικά με την διαδικασία δημιουργίας αποδιοπομπαίων θυμάτων, αλλά δεν εστίασα στην κριτική αξιολόγηση των θεωριών και των ευρημάτων, ούτε στα σοβαρά ηθικά ζητήματα].

Τα κεφάλαια σχετικά με τις μελέτες κοινωνικής ψυχολογίας είναι ενδιαφέροντα και αποκαλυπτικά, αλλά εδώ θα αναφερθώ μόνο στο γνωστό Robbers Cave Experiment / Πείραμα του Σπηλαίου των Ληστών που διεξήχθη από τον Muzafer Sherif. Η Gina Perry, Αυστραλέζα ψυχολόγος, η οποία έγραψε ένα βιβλίο για το έργο του Sherif, έψαξε στα αρχεία των πειραμάτων του Sherif κι αποκάλυψε μια ιστορία που έρχεται σε αντίθεση με όλα όσα αναφέρονται στα σχολικά βιβλία. Ανακάλυψε ότι ο Sherif. είχε προσπαθήσει να δοκιμάσει τη «ρεαλιστική θεωρία της σύγκρουσης» του σε μια άλλη θερινή κατασκήνωση το 1953, όπου είχε επίσης κάνει ό,τι μπορούσε για να σπείρει διχόνοια ανάμεσα στα αγόρια. Ο Sherif. είχε πει ότι το πείραμα αυτό έπρεπε να ανασταλεί «λόγω διαφόρων δυσκολιών και δυσμενών συνθηκών». Η Perry μας λέει ότι αυτό που είχε συμβεί στην πραγματικότητα σε αυτή την άλλη ξεχασμένη θερινή κατασκήνωση ήταν ότι λίγο μετά την άφιξή τους, τα αγόρια είχαν όλα γίνει φίλοι και όταν πέρασε η τρίτη μέρα, χωρίστηκαν σε δύο ομάδες – τους Πάνθηρες και τους Πάιθονς – και για το υπόλοιπο της εβδομάδας οι υπεύθυνοι του πειράματος χρησιμοποίησαν κάθε κόλπο που ήξεραν για να στρέψουν τις δύο ομάδες τη μία εναντίον της άλλης. Ωστόσο, τα αγόρια δεν μάλωναν όπως έλεγε η «ρεαλιστική θεωρία της σύγκρουσης» του Sherif, αλλά αντ’ αυτού παρέμειναν φίλοι και τελικά συνειδητοποίησαν ότι χειραγωγούνταν, ειδικά αφού ένα αγόρι ανακάλυψε ένα σημειωματάριο που περιείχε λεπτομερείς παρατηρήσεις. Έτσι, το πείραμα ακυρώθηκε.

Ο Bregman εξετάζει επίσης ένα σύστημα ειδήσεων που μας εξαπατά εστιάζοντας στο εξαιρετικό, δίνοντας προτεραιότητα στο χειρότερο στην ανθρωπότητα, και όπου μια μεροληπτική επιλογή ειδήσεων και μια προτίμηση στη βία και τον εντυπωσιασμό υπερισχύουν επειδή τα εξαιρετικά και τα κακά νέα προκαλούν το ενδιαφέρον και είναι πιο κερδοφόρα από τα καλά νέα, κι επειδή διαμορφώνουν την αντίληψη των μαζών για τον κόσμο και την πραγματικότητα με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Ο George Gerbner γνώριζε ότι όσοι αφηγούνται τις ιστορίες ενός πολιτισμού σε μεγάλο βαθμό κυβερνούν ή καθορίζουν και τις συμπεριφορές τους. Είχε γράψει ότι: «Οι φοβισμένοι άνθρωποι είναι πιο εξαρτημένοι, χειραγωγούνται και ελέγχονται πιο εύκολα, είναι πιο επιρρεπείς σε απατηλά απλά, ισχυρά, σκληρά μέτρα και σκληρές στάσεις. Μπορεί να αποδεχτούν ακόμη και να καλωσορίσουν την καταστολή εάν υπόσχεται να ανακουφίσει τις ανασφάλειές τους». Ο Bregman γράφει ότι ο Gerbner (1919–2005) ήταν ο πρώτος που άνοιξε το πεδίο της έρευνας σχετικά με τις ειδήσεις, κι επίσης επινόησε έναν όρο για να περιγράψει το φαινόμενο που διαπίστωσε: το σύνδρομο του κακού κόσμου / mean world syndrome, του οποίου τα συμπτώματα είναι ο κυνισμός, η μισανθρωπία και η απαισιοδοξία. Πολλές ιδέες του Gerbner εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα, ακόμη και αν οι δίαυλοι και οι τεχνολογίες μέσω των οποίων λαμβάνουμε ειδήσεις και ιστορίες έχουν αλλάξει.

Αναλύει την κληρονομιά του μυθιστορήματος του Γουίλιαμ Γκόλντινγκ, Ο Άρχοντας των Μυγών / The Lord of the Flies, και τη συγκρίνει με ένα πραγματικό παράδειγμα εφήβων αγοριών, που διασώθηκαν το 1966 από τον Αυστραλό Καπετάνιο Peter Warner, αφού είχαν παραμείνει στο μικρό έρημο νησί Άτα κοντά στην Τασμανία για 15 μήνες. Σε αντίθεση με τα φανταστικά αγόρια από το Λονδίνο τα αληθινά αγόρια της φυλής των Tongan συνεργάστηκαν και φρόντισαν ο ένας τον άλλον προκειμένου να εξασφαλίσουν τη συλλογική τους επιβίωση. Είναι ένα ενθαρρυντικό παράδειγμα, αλλά ίσως απαιτεί να διερευνήσουμε τους λόγους πίσω από τα δύο διαφορετικά αποτελέσματα, αφού λάβουμε υπ’ όψη βέβαια το γεγονός ότι η πρώτη ιστορία ήταν απλό προϊόν της φαντασίας ενός συγγραφέα. Μήπως οι διαφορετικές πολιτισμικές αξίες και οι τρόποι ανατροφής των αγοριών έπαιξαν σημαντικό ρόλο; Ο Bregman γράφει: «Ο Γκόλντινγκ είχε το πνεύμα της εποχής της δεκαετίας του 1960 με το μέρος του, όταν η νέα γενιά ρωτούσε τους γονείς της για τις φρικαλεότητες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ήταν το Άουσβιτς μια ανωμαλία, ήθελαν να μάθουν, ή μήπως υπάρχει ένας κρυμμένος Ναζί μέσα στον καθένα μας»; Στο βιβλίο του, ο Γκόλντινγκ υπαινίχθηκε το τελευταίο και δημιούργησε ένα best seller. Ο κριτικός, Lionel Trilling, ισχυρίστηκε ότι το μυθιστόρημα «έφερε μια μετάλλαξη στον πολιτισμό». Ο Bregman αναφέρει ότι ο Γκόλντμαν ήταν αλκοολικός, επιρρεπής στην κατάθλιψη, και ότι ως καθηγητής, κάποτε χώρισε τους μαθητές του σε συμμορίες και τους ενθάρρυνε να επιτίθενται ο ένας στον άλλον. Επίσης είχε πει: «Πάντα καταλάβαινα τους Ναζί, επειδή είμαι αυτού του είδους εκ φύσεως». Επιπλέον ο Bregman αναρωτιέται γιατί η πραγματική ιστορία δεν είναι γνωστή στον κόσμο, και σημειώνει: «Ενώ τα αγόρια του νησιού Άτα έχουν παραδοθεί στην αφάνεια, το βιβλίο του Γουίλιαμ Γκόλντινγκ εξακολουθεί να διαβάζεται ευρέως».

Ο Bregman αναλύει και το φαινόμενο του παρευρισκόμενου / the bystander effect και του τι πραγματικά συνέβη τη νύχτα που δολοφονήθηκε η Κίτι Τζενοβέζε. Γράφει ότι, παρόλο που το φαινόμενο του παρευρισκόμενου εξακολουθεί να διδάσκεται σε πολλά εκπαιδευτικά εγχειρίδια, μια μετα-ανάλυση που εξέτασε τις 105 πιο σημαντικές μελέτες σχετικά με αυτό το φαινόμενο των τελευταίων πενήντα χρόνων [συμπεριλαμβανομένου του πρώτου πειράματος των Latané and Darley με φοιτητές] έχει ρίξει νέο φως στο τι κάνουν οι παρευρισκόμενοι σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Πρώτον, το φαινόμενο του παρευρισκόμενου όντως συμβαίνει όταν οι παρευρισκόμενοι αισθάνονται ότι είναι πιο σωστό να αφήσουν κάποιον άλλο να αναλάβει την ευθύνη ή όταν φοβούνται ότι μπορεί να κάνουν κάποιο λάθος ή όταν πιστεύουν ότι δεν συμβαίνει τίποτα κακό. Ωστόσο, εάν η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι απειλητική για τη ζωή κάποιου και εάν οι παρευρισκόμενοι μπορούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους (δεν είναι απομονωμένοι σε ξεχωριστά δωμάτια όπως στο παραπάνω πείραμα), τότε συμβαίνει το αντίστροφο φαινόμενο του παρευρισκόμενου. Κι επίσης περισσότεροι παρευρισκόμενοι σημαίνει περισσότερη βοήθεια. Επιπλέον, ο Bregman αναφέρεται στη Δανή ψυχολόγο Marie R. Lindegaard, η οποία ήταν μια από τις πρώτες ερευνήτριες που αναρωτήθηκε γιατί οι ερευνητές επινοούν όλα αυτά τα περίπλοκα πειράματα, ερωτηματολόγια και συνεντεύξεις αντί να βλέπουν πραγματικά πλάνα πραγματικών ανθρώπων σε πραγματικές καταστάσεις. Απέδειξε με πραγματικό υλικό από κάμερες κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης (CCTV) ότι οι παρευρισκόμενοι στην πραγματικότητα συχνά προσφέρουν βοήθεια. Όταν το κάνουμε αυτό, διαπιστώνουμε ότι στο 90% των περιπτώσεων, οι άνθρωποι βοηθούν ο ένας τον άλλον. Ο Bregman μας ζητά επίσης να εξετάσουμε τον ρόλο του Τύπου και των μέσων ενημέρωσης στην ενίσχυση μιας συγκεκριμένης άποψης για την ανθρώπινη φύση, και ν’ αναρωτηθούμε γιατί στα ίδια χρόνια που ο ακτιβισμός άρχισε να ανθίζει στη Νέα Υόρκη, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ τιμήθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης, εκατομμύρια Αμερικανοί άρχισαν να διαδηλώνουν στους δρόμους, και στο Κουίνς μετρήθηκαν περισσότερες από διακόσιες κοινοτικές οργανώσεις, «ο Τύπος ανέπτυξε μια εμμονή με αυτό που διακήρυττε ως επιδημία αδιαφορίας».

Θα προσθέσω και μια προσωπική ιστορία ενός πρόσφατου περιστατικού που συνέβη στον δρόμο που ίσως υποστηρίζει το γεγονός ότι οι περαστικοί ή παρευρισκόμενοι είναι πιθανό να ενδιαφερθούν και να δράσουν. Πριν από λίγες μέρες περπατούσα σε ένα στενό πεζοδρόμιο, με αρκετούς άλλους ανθρώπους και μερικές καρέκλες έξω από καταστήματα. Ήμουν βιαστική, οπότε κατέβηκα στιγμιαία από το πεζοδρόμιο για να προσπεράσω όσους περπατούσαν με πιο αργό ρυθμό. Στο σημείο που κατέβηκα, υπήρχαν μηχανές σταθμευμένες πίσω μου. Και τότε το επόμενο πράγμα που είδα ήταν έναν άντρα πάνω σε μοτοσικλέτα να κάνει όπισθεν χωρίς να επιβραδύνει, συνειδητοποιώντας ότι ερχόταν κατά πάνω μου. Φώναξα για να τον ειδοποιήσω για την παρουσία μου, αλλά συνέχισε χωρίς να δώσει σημασία. Τότε μια γυναίκα στο πεζοδρόμιο, η οποία είδε τι συνέβαινε, πλησίασε και φώναξε πιο δυνατά, αλλά την αγνόησε κι αυτή. Εν τω μεταξύ, ήμουν παγιδευμένη ανάμεσα στη μηχανή πίσω μου και το όχημά του. Σταμάτησε την τελευταία στιγμή, κι όταν η γυναίκα τον αντιμετώπισε, λέγοντάς του ότι παραλίγο να με πατήσει, ανασήκωσε τους ώμους του και είπε ότι στεκόμουν στο δρόμο. Δεν έκανε καμία προσπάθεια να ζητήσει συγνώμη, ενώ παράλληλα φορούσε το κράνος του για να μην δω το πρόσωπό του.

Ο Bregman ερευνά και το πως αντιδρούν οι άνθρωποι στις κρίσεις. Για παράδειγμα, ο βομβαρδισμός πόλεων στο Λονδίνο και τη Γερμανία δεν αποθάρρυνε ούτε μετέτρεψε τους πολίτες σε ιδιοτελή θηρία. Αντίθετα, γενικά αύξησε το κοινοτικό πνεύμα και την αλληλεγγύη. Εξετάζει τη συμπεριφορά των πολιτών κατά τη διάρκεια των αεροπορικών επιδρομών στο Λονδίνο, όπου οι γερμανικές προσδοκίες για την αποθάρρυνση του τοπικού πληθυσμού [βασισμένες στο διάσημο βιβλίο του Γκυστάβ Λε Μπον όπου περιγράφει πώς αντιδρούν οι άνθρωποι στις κρίσεις, και στο οποίο ότι «ο άνθρωπος κατεβαίνει πολλά σκαλοπάτια στην κλίμακα του πολιτισμού». Ξεσπούν πανικός και βία, κι εμείς οι άνθρωποι αποκαλύπτουμε την αληθινή μας φύση…» (αναφέρεται στον Bregman)] διαψεύστηκαν εντελώς από τους Λονδρέζους, οι οποίοι επέδειξαν το «πνεύμα του blitz» και κινητοποιήθηκαν. Το ίδιο ίσχυε και για τους Γερμανούς πολίτες μετά τον βομβαρδισμό των πόλεών τους από τους Βρετανούς, όπου για παράδειγμα, στις βομβαρδισμένες πόλεις η παραγωγή αρμάτων μάχης εκτοξεύτηκε σε σχέση με τις πόλεις που δεν δέχτηκαν επίθεση.

Επίσης, ερευνά άλλου είδους κρίσεις όπως οι φυσικές καταστροφές, κι επισημαίνει [και παρέχει στοιχεία που υποστηρίζουν αυτόν τον ισχυρισμό] ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μεταμορφώνονται σε τέρατα. Ο τυφώνας Κατρίνα στις ΗΠΑ, γράφει ο Bregman, δεν είδε τη Νέα Ορλεάνη να κατακλύζεται από ιδιοτέλεια και αναρχία. Ο τυφώνας, γράφει, «επιβεβαίωσε την επιστήμη σχετικά με το πώς οι άνθρωποι αντιδρούν στις καταστροφές. Σε αντίθεση με ό,τι βλέπουμε συνήθως στις ταινίες, το Κέντρο Έρευνας Καταστροφών στο Πανεπιστήμιο του Ντέλαγουερ έχει διαπιστώσει ότι σε σχεδόν επτακόσιες επιτόπιες μελέτες από το 1963, δεν υπάρχει ποτέ ολοκληρωτικό χάος. Ποτέ δεν είναι ο καθένας για τον εαυτό του. Οι άνθρωποι δεν σοκάρονται. παραμένουν ήρεμοι και αναλαμβάνουν δράση». Παραθέτει επίσης τον Ενρίκο Λ. Κουαραντέλι, ερευνητή καταστροφών, ο οποίος επισημαίνει ότι «Όποια κι αν είναι η έκταση της λεηλασίας, πάντα ωχριά σε σημασία μπροστά στον εκτεταμένο αλτρουισμό που οδηγεί στην ελεύθερη και μαζική προσφορά και κατανομή αγαθών και υπηρεσιών». Στην περιγραφή της για τις συνέπειες του τυφώνα Κατρίνα, η Ρεμπέκα Σόλνιτ γράφει ότι η αλήθεια είναι ότι ο πανικός των ελίτ προέρχεται από ισχυρούς ανθρώπους που βλέπουν όλη την ανθρωπότητα κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους.

Μας υπενθυμίζει επίσης, ότι ιστορικά τα πιο τρομερά γεγονότα και οι χειρότερες φρικαλεότητες έχουν ενορχηστρωθεί και οργανωθεί από ελίτ ή από έναν μικρό αριθμό ανθρώπων με πολλή δύναμη και έλεγχο πόρων και πληροφοριών. Στο βιβλίο του, “On Inhumanity: Dehumanization and How to Resist It”[βλ. παλαιότερες αναρτήσεις: 8 και 24 Νοεμβρίου, 2023], ο David Livingstone Smith διερευνά τους μηχανισμούς της ανθρώπινης ψυχολογίας που μας καθιστούν ευάλωτους στο να μπορούμε να βλέπουμε ολόκληρες ομάδες ανθρώπων ως υπανθρώπινα πλάσματα, και πώς αυτή την έμφυτη ανθρώπινη τάση την έχουν εκμεταλλευτεί σε όλη την διάρκεια της ιστορίας ελίτ, κυβερνήσεις, πολιτικοί ηγέτες και γενικά όσοι βρίσκονται στην εξουσία, όταν υπάρχει όφελος και κέρδος. Ο Bregman σημειώνει ότι πρέπει να συγκρίνουμε αυτό το γεγονός με τα εκατομμύρια ανθρώπων καθ’ όλη την ιστορία που προσπαθούν να απέχουν από την πρόκληση βλάβης στους άλλους. Επισημαίνει επίσης ότι λίγες ιδέες έχουν τόση δύναμη να διαμορφώσουν τον κόσμο όσο η άποψή μας για τους άλλους ανθρώπους, και ότι αν είμαστε πεπεισμένοι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι άξιοι της εμπιστοσύνης μας, τότε έτσι θα φερθούμε ο ένας στον άλλον, κάτι που τελικά θα αποβεί κακό για όλους.

Αναλύει πολλά ακόμη θέματα όπως η εξελικτική μας ιστορία, η δύναμη της προσδοκίας και το φαινόμενο Πυγμαλίων έναντι του φαινομένου Γκόλεμ, το καρότο και το μαστίγιο και τα κίνητρα, η δημοκρατία και τα διάφορα οικονομικά συστήματα, οι αντιφάσεις στη σκέψη του Διαφωτισμού, οι ιδέες του Μπέρτραντ Ράσελ (1872–1970), η επιρροή του Μακιαβέλλι, η ηγεσία, τη διαχείριση της πρόσβασης και τον σχεδιασμό ευρηματικών ιδεολογιών για να δικαιολογήσουν γιατί ορισμένα άτομα «αξίζουν» περισσότερη εξουσία, κοινωνική θέση ή πλούτο από άλλα, και γιατί μερικοί άνθρωποι στερούνται πρόσβαση σε ικανοποιητική εκπαίδευση, παροχή υπηρεσιών υγείας  απασχόληση και άλλα κοινωνικά αγαθά, η διαφθορά της εξουσίας και τα ψυχολογικά προφίλ των ανθρώπων σε θέσεις εξουσίας, όπως τα βλέπουν οι ειδικοί και οι ιστορικοί. Όσον αφορά την εξουσία, αναφέρεται στην έρευνα του Dacher Keltner (και άλλων), ο οποίος έχει επίσης μελετήσει τις επιπτώσεις της εξουσίας από τη στιγμή που οι άνθρωποι την αποκτούν. Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η εξουσία διαφθείρει και οι άνθρωποι στην εξουσία εμφανίζουν παρόμοιες τάσεις [τείνουν να είναι πιο παρορμητικοί, εγωκεντρικοί, απερίσκεπτοι, αλαζονικοί, αναίσχυντοι κι αγενείς από τον μέσο όρο, δίνουν λιγότερη σημασία στους άλλους ανθρώπους κι ενδιαφέρονται λιγότερο για τις οπτικές γωνίες των άλλων, είναι λιγότερο ικανοί να καθρεφτίζουν τους άλλους, σαν να μην αισθάνονται πλέον συνδεδεμένοι με τους συνανθρώπους τους, και είναι πιο επιρρεπείς στο να βλέπουν τους άλλους με αρνητικό τρόπο, κ.λπ.].

Παρόλο που ο Bregman καλύπτει μεγάλο μέρος ιστορικού και πολιτιστικού πεδίου στο βιβλίο του, το οποίο αποτελείται από 496 σελίδες, μάλλον δεν είναι δυνατόν να καλύψει κάθε πλευρά αυτού του σύνθετου θέματος. Είναι βέβαιο ότι υπάρχουν παραλείψεις ή τομείς που έχει παραβλέψει ή στους οποίους έχει αναφερθεί πολύ σύντομα. Επίσης, ένα βιβλίο δεν μπορεί να περιέχει τα πάντα, και η εστίαση εδώ φαίνεται να είναι κυρίως στις δυτικές φιλοσοφικές και επιστημονικές απόψεις και αφηγήσεις της ανθρωπότητας. Αυτό πιθανώς να οφείλεται στον χώρο, την προσωπική εμπειρία και γνώση, καθώς και στην επιλογή εστίασης του συγγραφέα. Επίσης, ασχολείται κυρίως με την ανδρική αφήγηση, επομένως διαβάζεται μάλλον ως ανάλυση της ιστορίας των αντρών (mankind) και όχι ολόκληρης της ανθρωπότητας. Θα ήταν ενδιαφέρον αν είχε υφάνει περισσότερα νήματα από την εμπειρία των γυναικών διαχρονικά στην ανάλυσή του. Η εκτενέστερη τοποθέτηση των γυναικών στο βιβλίο θα παρείχε περισσότερα επιχειρήματα για την καλοσύνη και μια κουλτούρα φροντίδας, κι επίσης θα έριχνε περισσότερο φως σε άλλα ζητήματα όπως η βία κατά των γυναικών και των παιδιών. Ο Bregman ωστόσο, έχει επίγνωση της έμφυλης βίας, της εκμετάλλευσης και της ανισότητας και υπάρχουν σχετικά σχόλια, όπως όταν σημειώνει: «οι κόρες που μπορούσαν να παντρευτούν υποβιβάζονταν σε κάτι παραπάνω από εμπορεύματα (σελ. 103)… ενώ στην προϊστορία οι γυναίκες ήταν ελεύθερες να πηγαινοέρχονται και να κάνουν ότι θέλουν, τώρα τις κάλυπταν και τις έδεναν», ή στο κεφάλαιο όπου περιγράφει τη δολοφονία της Κίτι Τζενοβέζε το 1964 και το φαινόμενο των παρευρισκομένων ή το σύνδρομο Τζενοβέζε / the bystander effect. Ωστόσο, δεν εμβαθύνει αρκετά στο πως μπορεί να εμπλέκεται η ιστορική εμπειρία των γυναικών  στη θεωρία του για την εγγενή ανθρώπινη καλοσύνη.

Επίσης, ενώ αναφέρεται στη δυτική σκέψη και στις ιδέες στοχαστών όπως ο Θουκυδίδης, ο Αυγουστίνος, ο Μακιαβέλλι, ο Χομπς, ο Λούθηρος, ο Καλβίνος, ο Μπερκ, ο Μπένθαμ, ο Νίτσε, ο Φρόιντ, οι Ιδρυτές Πατέρες της Αμερικής, ο Χέρμπερτ Σπένσερ και άλλοι, οι οποίοι είχαν ο καθένας τη δική του εκδοχή της θεωρίας του επιχρίσματος, σύμφωνα με την οποία η ηθική δεν είναι παρά μια ισχνή επικάλυψη μιας κατά τα άλλα μοχθηρής φύσης, αναφέρει επίσης ότι για παράδειγμα, ότι ο φιλόσοφος Χέρμπερτ Σπένσερ πούλησε εκατοντάδες χιλιάδες βιβλία με βάση τον ισχυρισμό του ότι «όλη η προσπάθεια της Φύσης είναι να απαλλαγεί από [τους φτωχούς] – να καθαρίσει τον κόσμο από αυτούς και να δημιουργήσει χώρο για καλύτερους». Καταλήγει ότι το πιο παράξενο είναι ότι αυτοί οι στοχαστές χαιρετίστηκαν ως ρεαλιστές, ενώ οι διαφωνούντες στοχαστές χλευάστηκαν. Αναφέρεται και στη φεμινίστρια Έμμα Γκόλντμαν, της οποίας ο αγώνας για ελευθερία και ισότητα της χάρισε μια ζωή γεμάτη συκοφαντίες και περιφρόνηση, και η οποία είχε πει: «Καημένη ανθρώπινη φύση, τι φρικτά εγκλήματα έχουν διαπραχθεί στο όνομά σου!…. Όσο μεγαλύτερος είναι ο πνευματικός τσαρλατάνος, τόσο πιο σαφής είναι η επιμονή του στην κακία και τις αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης».

Σε μια κριτική του βιβλίου, ο David Livingstone Smith, που αναφέρω και παρακάτω, άσκησε κριτική στη χρήση της μεταφοράς του βάθους από τον Bregman, την κοινή ιδέα που δηλώνει ότι στο βάθος ο άνθρωπος είναι καλός, και που υπονοεί ότι όταν ένα χαρακτηριστικό είναι βαθύ τότε είναι κι έμφυτο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ψυχής και πιο πραγματικό από άλλες πιο επιφανειακές πτυχές. Με άλλα λόγια, η άποψη αυτή προτείνει ότι έχουμε μια βαθιά ουσία ή φύση, κάτω από τις μαθησιακές και πολιτισμικές μας επιρροές, η οποία είναι γνωστή ως ψυχολογική ουσιοκρατία [Η ουσιοκρατία ή εσενσιαλισμός / essentialism αναφέρεται στη φιλοσοφική πεποίθηση ότι τα πράγματα έχουν μια αμετάβλητη, εσωτερική «ουσία» που καθορίζει τη φύση τους]. Ο Smith ισχυρίζεται ότι οι ψυχολόγοι και οι γνωστικοί ανθρωπολόγοι υποστηρίζουν ότι γενικά οι άνθρωποι έχουμε την προδιάθεση να αντιλαμβανόμαστε τα ζωντανά όντα, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων, με ουσιοκρατικό τρόπο, και ότι πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, έτσι ώστε η ουσιοκρατική προκατάληψη να μην διαστρεβλώσει την κατανόησή μας. Επιπλέον, η ουσιοκρατία συχνά παραμελεί να λάβει υπόψη κοινωνικοοικονομικές, πολιτισμικές και ατομικές διαφορές.

Ωστόσο, τα παραπάνω επιχειρήματα δεν αλλάζουν το γεγονός ότι το βιβλίο αξίζει σίγουρα να διαβαστεί, ακόμα κι αν κάποιος δεν συμφωνεί με όλες τις ιδέες του συγγραφέα. Είναι γεμάτο πληροφορίες και στοιχεία μελετών. Επιπλέον, είναι πολύ ευανάγνωστο και διαποτισμένο με την αίσθηση του χιούμορ του συγγραφέα, προσφέρει μια διαφορετική και πιο αισιόδοξη αφήγηση και, πάνω απ’ όλα, εγείρει ερωτήματα και εξετάζει εναλλακτικούς τρόπους δόμησης της κοινωνίας, φέρνοντας στο φως πώς τα πράγματα θα μπορούσαν να γίνονται διαφορετικά, χρησιμοποιώντας παραδείγματα και ιστορίες από διαφορετικά μέρη του κόσμου. Ο Bregman καταδεικνύει ότι η θεώρηση του κόσμου και της ανθρωπότητας από μια διαφορετική και λιγότερο κυνική οπτική γωνία θα μπορούσε να επιτρέψει διαφορετικά είδη λύσεων στα πολλά σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα σχετικά με την κοινωνία, τη δημοκρατία, το φυσικό περιβάλλον, τη φτώχεια, τον πόλεμο και τις συγκρούσεις. Μπορεί να είναι γεγονός ότι υπάρχει άφθονο κακό, βία και αδικία στον κόσμο και οι άνθρωποι μπορούν να συμπεριφέρονται με αρρωστημένα άπληστους, ηλίθιους και σκληρούς τρόπους. Ωστόσο, θα ήταν κάπως παραπλανητικό να πιστεύουμε ότι αυτό είναι το μόνο που υπάρχει ή αυτό είναι το μόνο που είναι δυνατό. Αν αυτή ήταν η μόνη πραγματικότητα, ως είδος δεν θα είχαμε καταφέρει τόσα, ούτε θα είχαμε πετύχει μια τέτοια αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού, ούτε θα λειτουργούσαν οι κοινωνίες στο βαθμό που λειτουργούν, παρά τις πολλές δυσλειτουργίες, ανισότητες και αδικίες.

Ολοκληρώνοντας, πέρα ​​από τις θεωρητικές συζητήσεις, τα ευρήματα μελετών, τα ιστορικά συμπεράσματα και τις διαφορετικές απόψεις σχετικά με την ανθρώπινη φύση, δεν χρειάζεται να είμαστε πολύ μορφωμένοι ή έξυπνοι για να κατανοήσουμε ότι ένας κόσμος χωρίς καλοσύνη, φροντίδα για τους άλλους και συμπόνια, θα ήταν ένας φρικτός και μη ασφαλής κόσμος για όλους, ακόμα και για εκείνους που έχουν εξουσία, μεγάλη δύναμη και πόρους. Επίσης, δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στον πλανήτη που τους αρέσει να γίνονται δέκτες κακοποίησης, βίας, αποκλεισμού, αδικίας, ανέχειας, σκληρότητας ή απλής ασέβειας κι αγένειας, οπότε είναι ασφαλές να υποθέσουμε ότι σε κάποιο επίπεδο όλοι εκτιμούμε την καλοσύνη και το καλό, τουλάχιστον όσον αφορά αυτό που εισπράττουμε εμείς από τους άλλους. Ίσως τότε είναι καιρός να σκεφτούμε σοβαρά τις συνέπειες των βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων επιλογών μας, όχι μόνο στο μικρο-περιβάλλον μας, αλλά και σε πλανητικό επίπεδο, καθώς και τις αφηγήσεις που αφορούν την ανθρώπινη φύση που θέλουμε να υιοθετήσουμε και να διαδώσουμε.

Comments are closed.