Η Άγνωστη Τρομοκράτισσα του Richard Flanagan

«Ακούγοντας αυτό που ο Chopin δεν μπορούσε να εξηγήσει, άκουσε μια εξήγηση για τη ζωή της. Η αγάπη δεν είναι ποτέ αρκετή, αλλά είναι το μόνο που έχουμε.» From The Unknown Terrorist by Richard Flanagan

«Η εμπειρία είναι μόνο μια στιγμή. Η κατανόηση αυτής τη στιγμής απαιτεί μια ζωή». Από το βιβλίο Question 7 / Ερώτηση 7 του Richard Flanagan

«Ο Τσέχοφ πίστευε ότι ο ρόλος της λογοτεχνίας δεν ήταν να παρέχει απαντήσεις αλλά μόνο να θέτει τα απαραίτητα ερωτήματα………. Και γιατί κάνουμε αυτά που κάνουμε ο ένας στον άλλον; Αυτό είναι το ερώτημα 7». Από το βιβλίο Question 7 / Ερώτηση 7 του Richard Flanagan

Πρόσφατα ανακάλυψα το έργο του Αυστραλού συγγραφέα Richard Flanagan και μέχρι στιγμής έχω διαβάσει δύο αρκετά διαφορετικά βιβλία του, το Question 7, το οποίο εκτυλίσσεται σαν μια πυρηνική αλυσιδωτή αντίδραση και συνδυάζει την Iστορία, τη λογοτεχνία και την προσωπική ιστορία του συγγραφέα σε μια όμορφα αποδοσμένη πεζογραφία, και το The Unknown terrorist / Η Άγνωστη Τρομοκράτισσα [έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά όπως και αρκετά ακόμη βιβλία του]. Σε αυτό το κείμενο θα γράψω για αυτό το δεύτερο βιβλίο που μοιάζει με κινηματογραφικό πολιτικό θρίλερ με αρκετή αγωνία για να γυρίζει ο αναγνώστης συνεχώς τις σελίδες, αλλά που είναι και κάτι περισσότερο, και θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι μια κοινωνική κριτική και μια τραγωδία, με την έννοια ότι το ένα γεγονός οδηγεί ή γεννά το επόμενο μέχρι το σημείο θραύσης ή έκρηξης, σαν το ξήλωμα μιας ταπισερί. Από την αρχή νιώθουμε την αναπόφευκτη αλήθεια και παρόλο που ελπίζουμε στη λύτρωση της πρωταγωνίστριας, σχεδόν θέλοντας να μπούμε μέσα στην ιστορία και να τη σώσουμε, γνωρίζουμε ότι τα πράγματα πιθανότατα θα εξελιχθούν άσχημα. Δεν υπάρχει καθαρτικό τέλος, αλλά κάποιος θα μπορούσε ίσως να δει το τέλος ως ένα είδος μεταφοράς, που υποδηλώνει ότι μαζί με την καταστροφή των αποδιοπομπαίων τράγων και των θυμάτων έρχεται και η πτώση του δράστη, τουλάχιστον αυτού που έθεσε τα δρώμενα σε κίνηση. Κάποιος θα μπορούσε ίσως να το δει ως ένα είδος δικαιοσύνης, αλλά τελικά, αυτό που προκύπτει είναι σπατάλη ανθρώπινων ζωών και της ευκαιρίας να ζήσουν μια καλύτερη ζωή, και απώλεια της πιθανότητας δικαιοσύνης κι αλλαγής.

Καταρχάς, ο ίδιος ο τίτλος είναι ενδιαφέρων και ίσως υπονοείται η ιδέα του Άγνωστου Στρατιώτη, ενός μνημείου για όλους τους αγνοούμενους και άγνωστους στρατιώτες που χάθηκαν σε πολέμους που δεν επέλεξαν και δεν ξεκίνησαν οι ίδιοι. Υπάρχει επίσης μια φιλοσοφική, πολιτική και ηθική βάση κάτω από το επιφανειακό στρώμα της αφήγησης και φαίνεται ωσάν ο Flanagan να μας ωθεί να επανεξετάσουμε το νόημα της ζωής, την αποσύνδεση από τον εαυτό μας, τους άλλους και τη φύση, τις τρέχουσες σκληρές κοινωνικοπολιτικές πραγματικότητες, την ανεξέλεγκτη εξουσία και την απληστία, τον ρατσισμό, την τρομοκρατία, τον αποκλεισμό από την υπόσχεση ενός μέλλοντος και τα μέσα με τα οποία ένα μέλλον είναι εφικτό, τη δημοκρατία και γιατί η ατομική ελευθερία, η αγάπη και η αλήθεια έχουν πραγματικά σημασία και μας προστατεύουν από την τυραννία. Αποκαλύπτει πώς οι Ειδήσεις, και τα μέσα ενημέρωσης γενικότερα, μπορούν να χειραγωγήσουν τον πληθυσμό, να κατασκευάσουν την αίσθηση της ταυτότητάς μας, να ορίσουν το ποιοι είμαστε και πώς σκεφτόμαστε, και πώς μπορούν να αποτελέσουν όχημα για να κρατήσουν τους ανθρώπους μουδιασμένους, φοβισμένους και υποτακτικούς, κι ακόμη πώς είναι δυνατόν ο καθένας από εμάς να κακοποιηθεί και η ζωή μας να καταστραφεί μέσω της ανάγκης να δημιουργηθούν αποδιοπομπαία πρόσωπα, αβατάρ κοινωνικού φόβου.

Το βιβλίο ασχολείται επίσης με την απώλεια, και ιδιαίτερα την απώλεια της αγάπης, στις πολλές μορφές της και με την ευρύτερη έννοια. Αφορά την απώλεια της φροντίδας, της ενσυναίσθησης και της σύνδεσης στην κοινωνία. Η φράση «η αγάπη δεν είναι αρκετή» επαναλαμβάνεται σε όλο το μυθιστόρημα, η οποία θα μπορούσε να γίνει κατανοητή με διαφορετικούς τρόπους και να εφαρμοστεί σε διαφορετικά πλαίσια. Επαναλαμβάνεται σαν ένα κόαν ή ερώτημα που ο αναγνώστης πρέπει να αντιμετωπίσει. Ο Flanagan, για παράδειγμα, γράφει καθώς μας διηγείται μια στιγμή που η Κούκλα παρατηρεί μια μητέρα με το μικρό παιδί της: «Και η Κούκλα είχε την κυρίαρχη αίσθηση ότι, αν και είχε πολλά ελαττώματα, αυτή ήταν, όπως και η Βιετναμέζα με τον γιο της, αγάπη. Αλλά για λόγους που δεν της ήταν σαφείς, δεν την άφηναν να αγαπήσει. Ό,τι κι αν ήταν – η ζωή, ο κόσμος, η μοίρα – δεν την άφησαν να αγαπήσει….. Μετά είπαν ψέματα στον κόσμο ότι ήταν μίσος και άξιζε μόνο μίσος. Το μίσος έπρεπε να κυνηγηθεί με μίσος και, όταν βρεθεί, να καταστραφεί». Καθώς η ιστορία ξεδιπλώνεται, σιγά σιγά ίσως διακρίνουμε γιατί δεν της είχε επιτραπεί να αγαπήσει όλα όσα ήθελε να αγαπήσει και γιατί η διαδικασία αυτή διαταρασσόταν πάντα.

Η πρωταγωνίστρια αυτής της ιστορίας είναι η Τζίνα Ντέιβις, μια 26χρονη χορεύτρια pole, γνωστή και αναφερόμενη σε όλο το βιβλίο ως η (Ρώσικη) Κούκλα. Το γεγονός ότι είναι χορεύτρια pole σε νυχτερινό κλαμπ είναι μια ενδιαφέρουσα επιλογή και καθιστά ορατή την ευκολία με την οποία οι άνθρωποι οδηγούνται σε αυτόματες αρνητικές κρίσεις, και μας δίνει επίσης την ευκαιρία να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτές οι στερεοτυπικές κρίσεις μπορεί να είναι λανθασμένες. Η Κούκλα είναι μια «δυτική», από τη λάθος πλευρά των γραμμών (του φράχτη), από μια μη εύπορη και μάλλον δυσλειτουργική οικογένεια. Εργάζεται συνεχώς και μαζεύει χρήματα για να σπουδάσει και ν’ αλλάξει τη ζωή της, και κυρίως για να συγκεντρώσει χρήματα για μια προκαταβολή για ένα διαμέρισμα σε μια πιο όμορφη κι ασφαλή γειτονιά. Στον ελεύθερο χρόνο της διαβάζει περιοδικά διακόσμησης ή κάνει παρέα με την φίλη Γουάιλντερ και τον μικρό της γιο. Όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, τα βγάζει πέρα ​​χρησιμοποιώντας χάπια και αγοράζοντας κομψά ρούχα, τα οποία, κατά κάποιο τρόπο, την μεταφέρουν στη μελλοντική ζωή που φαντάζεται.

Η ζωή της διαταράσσεται βίαια όταν κατηγορείται άδικα ότι είναι τρομοκράτισσα. Παρακολουθούμε το ξήλωμα της ζωής της στη διάρκεια τεσσάρων ημερών μέχρι το σημείο έκρηξης και κατάρρευσης. Ο Flanagan περιγράφει αυτή τη σειρά γεγονότων με ρεαλισμό και αποστασιοποίηση. Χωρίς να το συνειδητοποιεί, η Κούκλα παρασύρεται σε μια δίνη, όταν ξεκινά μια σχέση με έναν ελκυστικό νεαρό άνδρα με καταγωγή από τη Μέση Ανατολή, ο οποίος είναι προγραμματιστής υπολογιστών και μικροέμπορος ναρκωτικών. Αρχικά τον συναντά στην παραλία Μπόντι όταν σώζει τον μικρό γιο της φίλης της κι αργότερα την ίδια μέρα σε μια εορταστική παρέλαση που θυμίζει καρναβάλι. Ο νεαρός άντρας, κατηγορείται άδικα ως τρομοκράτης, ενώ το Σίδνεϋ βιώνει μια μικρή τρομοκρατική απειλή και λίγο αργότερα βρίσκεται δολοφονημένος στον δρόμο. Ένα βίντεο από κάμερα ασφαλείας των δύο να αγκαλιάζονται έξω από την πολυκατοικία του, την ενοχοποιεί και την καθιστά την Άγνωστη Τρομοκράτισσα. Γίνεται στόχος ενός ύπουλου και εκδικητικού τηλεοπτικού δημοσιογράφου-παρουσιαστή, ο οποίος είναι τακτικός πελάτης στο κλαμπ όπου εργάζεται, στην περιοχή με τα κόκκινα φανάρια του Σίδνεϋ, όπου συχνάζουν επιχειρηματίες, προσωπικότητες των μέσων ενημέρωσης, πολιτικοί και άλλοι. Αυτός κατασκευάζει την ιστορία βασισμένος σε αδύναμα στοιχεία, όπως αυτό το παραπλανητικό βίντεο, παρόλο που γνωρίζει ότι το αφήγημα του είναι προβληματικό και ότι δεν είναι η πρώτη φορά που καταστρέφει τη φήμη κάποιου.

Κατά τη διάρκεια αυτών των τεσσάρων ημερών, η Κούκλα «κατασκευάζεται» ως κάτι διαφορετικό από αυτό που πραγματικά είναι. Χειραγωγείται από την εικόνα της πραγματικότητας που αντιπροσωπεύουν τα μέσα ενημέρωσης, τα οποία με δυστοπικό τρόπο έχουν εκτοπίσει τον πραγματικό της εαυτό. Συνειδητοποιεί με τρόμο ότι «την μετέτρεπαν από γυναίκα σε κινούμενα σχέδια, τίτλους, απόψεις, φόβους, μοίρα. Την μετέτρεπαν pixel με pixel… σε αυτό που δεν ήταν». Γίνεται ο τόπος όπου άλλοι προβάλλουν την περιφρόνηση, τον θυμό και τον φόβο τους, και πάνω απ’ όλα ένα αντικείμενο που πυροδοτεί μια αλυσιδωτή αντίδραση γεγονότων που εξυπηρετούν τις ατζέντες ανθρώπων με κοινά συμφέροντα, πολύ πιο ισχυρών από αυτή,  οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους επειδή «σε κάποιο βαθιά θαμμένο μέρος……. καταλάβαιναν ότι το να μοιράζονται την εξουσία σήμαινε να μοιράζονται την ενοχή». Έχει άθελά της γίνει το αθώο αρνί στο κοινωνικό σφαγείο, κι η μεγαλύτερη ειρωνεία στο μυθιστόρημα είναι ότι υπάρχουν στιγμές όπου και η Κούκλα πιστεύει στον φόβο, την ξενοφοβία και τον ρατσισμό, υιοθετώντας απόψεις που ακούει στις ειδήσεις χωρίς να τις επεξεργάζεται.

Το θέμα της δημιουργίας κοινωνικών αποδιοπομπαίων προσώπων είναι ένα από τα θέματα που διατρέχουν την αφήγηση, και το κυνήγι και η εξάλειψη της Κούκλας μας θυμίζουν τελετουργικές δολοφονίες, που θεωρούνταν αναγκαιότητα, σε παλαιότερες κοινωνίες. Από ένα σημείο και μετά, η εξάλειψή της είναι η πιο βολική λύση για όσους εμπλέκονται στην κατασκευή και τη διάδοση της ιστορίας. Γίνεται δημόσιος εχθρός και χρήσιμος αποδιοπομπαίος τράγος για τους πολιτικούς, και καταδιώκεται από τα μέσα ενημέρωσης, προδίδεται από την καλή της φίλη [της οποίας η πίστη δοκιμάζεται όταν απειλείται και αναγκάζεται να σκεφτεί τον γιο της και τη δική της ασφάλεια], από τον αστυνομικό που προσπαθεί να την προστατεύσει, και από άτομα με εξουσία, που συνειδητοποιούν ότι είναι αθώα, αλλά φοβούνται να πάνε κόντρα σε ένα δίκτυο και ένα σύστημα του οποίου αποτελούν μέρος.

Κατά τη διάρκεια αυτών των τεσσάρων εφιαλτικών ημερών, η Κούκλα ξαναζεί τα τραύματα και τις πληγές του παρελθόντος, επισκέπτεται το παιδικό νεκροταφείο στην πόλη της, όπου έχει ταφεί ο γιος της, καθαρίζει το μικρό κομμάτι γης και αφήνει μερικά λουλούδια, ξεμένει από χρήματα, ξυρίζει τα μακριά μαλλιά της, πάντα τρέχοντας μακριά από την αστυνομία, τα μέσα ενημέρωσης, τις εφημερίδες και οποιονδήποτε μπορεί να την αναγνωρίσει. Τα πάντα έχουν αφαιρεθεί ή κλαπεί από αυτήν, η ταυτότητά της, η ιδιωτικότητά της, η αξιοπρέπειά της, τα όνειρά της, το παρελθόν και οι εμπειρίες της έχουν διαστρεβλωθεί, οι οικονομίες της που μάζευε με κόπο, κρυμμένες στην οροφή του άθλιου διαμερίσματός της στο Ντάρλινγκχερστ επειδή δεν έχει τραπεζικό λογαριασμό. Ενώ βιώνει αυτό το είδος Kαφκικής εμπειρίας, αφυπνίζεται και αντιλαμβάνεται περισσότερη πραγματικότητα, καταλαβαίνει αυτό που της συμβαίνει και πώς λειτουργεί ο κόσμος πίσω από τα παρασκήνια:

«Ίσως», σκέφτηκε η Κούκλα, «υπήρχε κάποια ανάγκη που είχαν οι άνθρωποι να πληγώνουν τους άλλους, κάποια φρικτή ανάγκη, κι ότι το να πληγώσουν μια γυναίκα με κάποιο τρόπο μπορεί να έκανε τους άλλους να νιώθουν ασφαλείς, καλοί και ευτυχισμένοι… Κι ίσως έπρεπε να αποδεχτεί ότι έπρεπε να πληγωθεί, ότι ίσως αυτά τα πράγματα συμβαίνουν για το κοινό καλό;» Αλλά μετά σκέφτηκε: «Δεν μπορούσε να δεχτεί ότι έπρεπε να πληγωθεί, δεν μπορούσε απλώς να ενδώσει και να παραιτηθεί». Κι αργότερα η Κούκλα αναρωτήθηκε αν το «ζήτημα της τρομοκρατίας» είχε γίνει μια τάση, όπως η μόδα ή το Botox που κρύβει την αλήθεια, και ότι υπήρχε μια κατηγορία ανθρώπων που «έχτιζαν καριέρες, έβγαζαν χρήματα, αποκτούσαν εξουσία και στην πραγματικότητα δεν είχε να κάνει με το να κάνουν τον κόσμο ασφαλέστερο ή καλύτερο».

Αυτό το πολιτικό θρίλερ εγείρει ανησυχίες για τον κοινωνικό φόβο, τον ρατσισμό και την ξενοφοβία, τον αποκλεισμό και τη βία που μπορεί να γεννήσει, την εξουσία που παρέχεται σε κυβερνήσεις και άλλες αρχές, και τις δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα στο όνομα της προστασίας ή του ελέγχου των πληθυσμών. Η αφήγηση δεν είναι ισορροπημένη [η πραγματικότητα είναι ευρύτερη και πιο ποικίλη] επειδή είναι ένα μυθιστόρημα και ο Flanagan φέρνει με μεγάλη ένταση στο προσκήνιο ένα μέρος της ιστορίας, την κρυμμένη ή μισοκρυμμένη πραγματικότητα αυτού που συμβαίνει ή θα μπορούσε ενδεχομένως να συμβεί πίσω από την πλάτη μας. Προσπαθεί να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε τον κίνδυνο να γίνουμε πιο ευάλωτοι σε μορφές τυραννίας, αν είμαστε ασυνείδητα αδαείς, και το μόνο που είμαστε υπάρχει μόνο εντός των ορίων και των παραμέτρων ενός συστήματος επί του οποίου δεν έχουμε πολύ έλεγχο.

Απεικονίζει ένα δυστοπικό αστικό τοπίο της Αυστραλίας, όπου η ζωή καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την εμμονική χρήση της τεχνολογίας, την επιρροή των μέσων ενημέρωσης, την επιδίωξη της εξουσίας και του χρήματος, την απληστία, τον καταναλωτισμό και την αντίθεση μεταξύ πλούτου και φτώχειας. Το μυθιστόρημα απαρτίζεται από πολλούς θυμωμένους, απελπισμένους, αποκομμένους ανθρώπους, άστεγους που κοιμούνται σε σοκάκια, ζητιάνους, ναρκομανείς και εμπόρους, μαστροπούς και απατεώνες, και στριπτιζάδικα, όπου όσοι βρίσκονται στη βάση συναντώνται με εκείνους στην κορυφή, που έχουν δύναμη, διασυνδέσεις και χρήματα. Αυτό το Σίδνεϋ δεν είναι ο εμβληματικός, χαρούμενος, ηλιόλουστος τόπος, αλλά ένα μέρος που πλήττεται από καύσωνες, φρικτές καταιγίδες και τρομοκρατικές απειλές, όπου το κοινό είναι μουδιασμένο από τα ψώνια, το αλκοόλ, τα ναρκωτικά και τις τηλεοπτικές εκπομπές, και που επικρατεί ένας αδιάκοπος θόρυβος τρομοκρατικού συναγερμού, και που ο φόβος ωθεί τους πάντες πιο κοντά στα όριά τους.

Νιώθουμε τον θυμό του συγγραφέα καθώς μας παρουσιάζει την σκληρή όψη της πραγματικότητας των αδικιών και των καταχρήσεων σε μια κοινωνία όπου οι ισχυροί και οι καλά δικτυωμένοι ελέγχουν και χρησιμοποιούν, και οι υπόλοιποι πρέπει να τα βγάλουν πέρα ​​μόνοι τους όσο καλύτερα μπορούν. Ο Flanagan φαίνεται να θρηνεί την απώλεια ενός κόσμου που ο ίδιος γνώρισε με περισσότερη κοινωνική συνοχή, οικογενειακούς δεσμούς και αλληλεγγύη, ο οποίος έχει αντικατασταθεί από την αποξένωση και την κοινωνική αποδιάρθρωση, τον ιδεοληπτικό υλισμό και τον ατομικισμό. Μας δείχνει τα πιο ζοφερά κομμάτια της ζωής σε ένα δυστοπικό Σίδνεϋ, «ένα μέρος που κάποτε ήταν κοινότητα, σε μια χώρα που κάποτε ήταν κοινωνία».

Στο τέλος του βιβλίου, ο Flanagan αναγνωρίζει το χρέος του στο βιβλίο του Χάινριχ Μπελ, Η Χαμένη Τιμή της Καταρίνα Μπλουμ / The Lost Honour of Katharina Blum. Αν και αυτό το βιβλίο είναι διαφορετικό, απηχεί την ιστορία του Χάινριχ Μπελ, την οποία είχα διαβάσει στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Έριξα μια ματιά στο βιβλίο, μια παλιά έκδοση Penguin που έχω ακόμη, και ξαναείδα την ταινία που γύρισαν οι Φόλκερ Σλέντορφ και Μαργαρίτα φον Τρότα το 1975 για να φρεσκάρω τη μνήμη μου. Και οι δύο συγγραφείς διερευνούν τις ίδιες ανησυχίες τους για την ατομική ελευθερία, τον ρόλο του Τύπου, τη δημοκρατία και το πώς ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» μπορεί να ολισθήσει σε καταπίεση και υπονόμευση της ατομικής ελευθερίας και της ελευθερίας της έκφρασης. Η ταινία γυρίστηκε το 1975 και αντανακλά τον φόβο για τις πολιτικές ελευθερίες στη Δυτική Γερμανία κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Ο Flanagan μεταφέρει την ιστορία από τη Δυτική Γερμανία της δεκαετίας του 1970 σε έναν κόσμο μετά την 11η Σεπτεμβρίου, στο Σίδνεϋ.

Επίσης, και οι δύο συγγραφείς έχουν επιλέξει γυναίκες πρωταγωνίστριες που κερδίζουν τη συμπάθεια του αναγνώστη ή τουλάχιστον θα ήθελα να το πιστεύω. Η Κούκλα είναι καλός άνθρωπος, όπως και η Καταρίνα Μπλουμ, και παρόλο που κάνουν διαφορετικές δουλειές [η Καταρίνα είναι οικιακή οικονόμος], και οι δυο εργάζονται σκληρά, έχουν παρόμοιες φιλοδοξίες να βελτιώσουν τη ζωή τους και μοιράζονται παρόμοια καταγωγή. Η Τζίνα Ντέιβις είναι γνωστή ως η Κούκλα και η Καταρίνα μερικές φορές αποκαλείται η Μοναχή (η Θεούσα). Και οι δύο κατηγορούνται άδικα ότι είναι τρομοκράτισσες και πέφτουν θύματα αδίστακτων δημοσιογράφων / του Τύπου, υφίστανται εκστρατείες δυσφήμισης και παραβιάσεις της ιδιωτικής ζωής και τελικά ωθούνται στα άκρα. Επίσης, απογοητεύονται και προδίδονται και οι δύο, τόσο από τους ανθρώπους γύρω τους όσο και από τους θεσμούς. Η Καταρίνα, για παράδειγμα, ανακαλύπτει ότι οι θεσμοί στους οποίους απευθύνεται και που περίμενε να τη βοηθήσουν δεν ανταποκρίνονται, και ότι άγνωστοι άνθρωποι επιδεικνύουν εχθρικές και απειλητικές συμπεριφορές. Ουσιαστικά, κατά κάποιο τρόπο βρίσκεται αποκλεισμένη από την κοινωνία. Δύο άλλες ομοιότητες είναι ότι και οι δύο ιστορίες διαδραματίζονται σε μια περίοδο τεσσάρων και πέντε ημερών και χρησιμοποιείται ένα καρναβαλικό, χορευτικό και εορταστικό σκηνικό.

******************************************************************************************

Σύντομες βιογραφικές σημειώσεις

Ο Richard Flanagan, γεννημένος το 1961 στην Τασμανία της Αυστραλίας, είναι μυθιστοριογράφος, ιστορικός, δημοσιογράφος και σκηνοθέτης κινηματογράφου, και θεωρείται ευρέως ως ο καλύτερος Αυστραλός συγγραφέας της γενιάς του.  Σταμάτησε  το σχολείο σε ηλικία 16 ετών, αργότερα απέκτησε πτυχίο Bachelor of Arts (BA) στην Ιστορία από το Πανεπιστήμιο της Τασμανίας και το 1984 κέρδισε την υποτροφία Rhodes στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου απέκτησε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών. Ζει με την σύζυγό του στην Τασμανία κι έχουν τρεις κόρες.

Εν συντομία, το 2013 κυκλοφόρησε το The Narrow Road to the Deep North, το οποίο βασίστηκε εν μέρει στην εμπειρία του πατέρα του ως αιχμαλώτου πολέμου κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και το οποίο έλαβε διάφορες διακρίσεις, καθώς και το βραβείο Booker. Ο Flanagan είναι επίσης βραβευμένος δημοσιογράφος, σε θέματα όπως η τέχνη, η λογοτεχνία, η πολιτική και το περιβάλλον, και είναι πρεσβευτής του Indigenous Literacy Foundation / Ιδρύματος για τον Αλφαβητισμό των Αυτόχθονων, στο οποίο δώρισε το χρηματικό έπαθλο των 40.000 δολαρίων που κέρδισε από το Australian Prime Minister’s Literary Prize το 2014. Το 2011 δημοσιεύθηκε μια συλλογή μη μυθοπλαστικών κειμένων με τίτλο And What Do You Do, Mr Gable? Το 2015 δημοσίευσε το βιβλίο, Notes on an Exodus, σχετικά με την κρίση των Σύριων προσφύγων, η οποία προέκυψε μετά από επισκέψεις σε στρατόπεδα προσφύγων στον Λίβανο, την Ελλάδα και συνάντηση με πρόσφυγες στη Σερβία. Το βιβλίο περιλαμβάνει σκίτσα του Αυστραλού καλλιτέχνη Ben Quilty, ο οποίος ταξίδεψε με τον Flanagan. Έχει επικρίνει τις πολιτικές υλοτομίας και τυχερών παιχνιδιών της κυβέρνησης της Τασμανίας, καθώς και τη σχέση της με εταιρικά συμφέροντα, και το 2021 δημοσίευσε ένα μη μυθοπλαστικό βιβλίο με τίτλο «Toxic: The Rotting Underbelly of the Tasmanian Salmon Industry». Στο βραβευμένο με BAFTA ντοκιμαντέρ του BBC για τον Richard Flanagan, με τίτλο Life After Death, [https://vimeo.com/135694839], ο Flanagan μιλάει και για πολλά βιβλία του, συμπεριλαμβανομένου του βιβλίου, Η Άγνωστη Τρομοκράτισσα, και βλέπουμε πώς ορισμένες προσωπικές εμπειρίες πίεσης και pushback τον ενέπνευσαν να γράψει αυτό το βιβλίο.

Ο Χάινριχ Μπελ (1917-1985) ήταν Γερμανός συγγραφέας και ειρηνιστής, βραβευμένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1972, παραμένει ένας από τους πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς της Γερμανίας. Το 1938 κλήθηκε σε υποχρεωτική στράτευση και υπηρέτησε έξι χρόνια σε διάφορα μέτωπα. Οι εμπειρίες του Μπελ κατά τη διάρκεια του πολέμου, όπως οι τραυματισμοί, η λιποταξία και η αιχμαλωσία πολέμου, ήταν κεντρικής σημασίας για τη συγγραφή του. Ο Μπελ έζησε μέχρι το τέλος του πολέμου στη Ρηνανία, όπου προσωρινά λιποτάχτησε και κρύφτηκε με τη σύζυγό του, αλλά φοβούμενος ότι θα τον έβρισκαν, θα περνούσε από στρατοδικείο και θα τον πυροβολούσαν ως λιποτάκτη, επανεντάχθηκε στον στρατό στα τέλη Φεβρουαρίου 1945. Λίγο αργότερα συνελήφθη από αμερικανικά στρατεύματα και παρέμεινε αιχμάλωτος πολέμου μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1945. Την ίδια χρονιά γεννήθηκε ο πρώτος του γιος, ο οποίος πέθανε λίγο αργότερα. Ο Μπελ και η σύζυγός του απέκτησαν τρεις ακόμη γιους.

Σχετικά με την πολεμική εμπειρία έγραψε: «τρομακτική μοίρα να είσαι στρατιώτης και να πρέπει να εύχεσαι να χαθεί ο πόλεμος». Στη Britannica αναφέρεται ότι «ο Böll χρησιμοποίησε αυστηρή πρόζα και συχνά οξεία σάτιρα για να παρουσιάσει την αντιπολεμική και αντικομφορμιστική του άποψη. Θεωρούνταν ευρέως ως ο εξαιρετικός ουμανιστής ερμηνευτής των εμπειριών του έθνους του στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο» και, λόγω των γραπτών του για τις πολυπλοκότητες και τα προβλήματα του παρελθόντος, «κάποιοι τον ονόμασαν Gewissen der Nation («συνείδηση ​​του έθνους»), καταλύτη και αγωγό για τη μνήμη και τη συζήτηση σε αντίθεση με την τάση προς τη σιωπή και τα ταμπού» (Wikipedia). Στο έργο του Η Χαμένη Τιμή της Katharina Blum, ασκείται κριτική στην δημοσιογραφική ηθική της εποχής, καθώς και στις αξίες της σύγχρονης Γερμανίας. Ο Böll αγαπούσε  ιδιαίτερα την Ιρλανδία και αυτός και η σύζυγός του είχαν ένα δεύτερο σπίτι εκεί, το οποίο αργότερα έγινε καταφύγιο καλλιτεχνών.

Comments are closed.