Νησιά και Νησιωτικότητα

«Κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί…, είπε ο John Donne**, και θα μπορούσε κανείς να προσθέσει ότι ακόμα κι αν ήταν, κανένα νησί δεν είναι απαλλαγμένο από τις εισβολές της θάλασσας, όπως κανένας άνθρωπος δεν είναι απαλλαγμένος από την επίδραση των κοινωνικών δυνάμεων και της ζωής γύρω του». Khwaja Ahmad Abbas (Ινδός σκηνοθέτης, μυθιστοριογράφος, σεναριογράφος και δημοσιογράφος, δημιουργός βραβευμένων ταινιών)

** Άγγλος ποιητής και κληρικός John Donne (1572-1631)

«Εμείς με τη ζωές μας είμαστε σαν νησιά στη θάλασσα ή σαν δέντρα στο δάσος… Αλλά και τα δέντρα ανακατεύουν τις ρίζες τους στο σκοτάδι υπόγεια». William James, πρωτοπόρος ψυχολόγος και φιλόσοφος

«Πρώτα υπήρχε η θάλασσα.  //  Γεννήθηκα ανάμεσα σε νησιά, νησί κι εγώ  // Πρόσκαιρα αναδυόμενο……»  (Από το ποίημα, Τα Βουνά, του Τίτου Πατρίκιου)

Το σημερινό άρθρο αφορά τα νησιά και τη νησιωτικότητα. Θα αναλύσω το θέμα αντλώντας επιχειρήματα και ιδέες από υλικό που έχω διαβάσει πρόσφατα, καθώς και τη δική μου εμπειρία σ’ ένα μικρό νησί για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες. Έχοντας λοιπόν ζήσει στο νησί σχεδόν όλη την ενήλικη ζωή μου, πλέον σκέφτομαι τον εαυτό μου ως μόνιμη κάτοικο. Όμως ο δεσμός που αναπόφευκτα έχει αναπτυχθεί μέσα στο χρόνο με αυτόν το μικρό τόπο μάλλον δεν μπορεί να είναι τόσο δυνατός όσο των ανθρώπων που κατάγονται από το νησί.. Οι φυσικοί τόποι που όλοι κατοικούμε κατά κάποιο τρόπο μας κατοικούν, η δική μου ταυτότητα τόπου περιλαμβάνει τη δική μου γενέτειρα, τους τόπους γέννησης των γονιών μου, την Αθήνα και το νησί στο οποίο ζω. Όλοι κουβαλάμε μαζί μας τα μέρη που ζήσαμε ή αγαπάμε σαν φορητές πατρίδες. Πολλές από τις πτυχές της νησιωτικής ζωής που ορίζουν αυτό που ονομάζουμε νησιωτικότητα σαφώς έχουν επιρροή στη ζωή μου, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, αλλά είναι πιθανώς πιο ακριβές να πούμε ότι ο καθένας από εμάς βιώνει, κατανοεί και διαχειρίζεται τα νησιά και την νησιωτικότητα με τον δικό του μοναδικό τρόπο και, όπως υποδηλώνουν οι μελέτες για τα νησιά, δεν υπάρχει μια καθολική νησιωτική εμπειρία, καθώς τόσο οι άνθρωποι όσο και τα μεμονωμένα νησιά είναι μοναδικά.

Στο πρώτο άρθρο (1) με τίτλο Κατανόηση της «Νησιωτικότητας», το οποίο πηγάζει από ένα διαδικτυακό συνέδριο που διοργάνωσαν το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και το Πανεπιστήμιο της Μάλτας το 2020, η νησιωτικότητα διερευνάται μέσα από το πρίσμα διαφορετικών επιστημονικών κλάδων. Η δεύτερη δημοσίευση που βρήκα σε ένα διαδικτυακό περιοδικό που εκδίδεται από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, έχει τίτλο Προσβασιμότητα και Ελκυστικότητα των Νησιών του Αιγαίου (2). Υπάρχει επικάλυψη στις έννοιες και τα ζητήματα που διερευνούν και οι δύο δημοσιεύσεις, αλλά η μία εξετάζει τη νησιωτικότητα σε ένα γενικότερο παγκόσμιο πλαίσιο και η άλλη επικεντρώνεται στα ελληνικά νησιά του Αιγαίου. Επίσης, έχω συμπεριλάβει ένα σύντομο απόσπασμα από μια τρίτη εργασία με τον τίτλο: Αν δεν υπήρχαν νησιά, θα ήταν απαραίτητο να τα εφεύρουμε: Αντιμετωπίζοντας τις αποκλίνουσες αποδόσεις της νησιωτικότητας στις νησιωτικές μελέτες  /  If Islands Did Not Exist, It Would Be Necessary to Invent Them: Grappling With Divergent Ascriptions of Islandness in Island Studies των Grydehøj, A., Su, P., Markussen, U., & Mausio, A. (3)

1. Στο πρώτο άρθρο εικάζεται εξαρχής ότι η νησιωτικότητα είναι μια αμφιλεγόμενη έννοια μεταξύ επιστημονικών κλάδων, πολιτισμών και του τρόπου με τον οποίο γίνεται κατανοητή η νησιωτική ταυτότητα. Το άρθρο διερευνά ορισμένες από τις διαφορετικές έννοιες και ιδέες χωρίς να έχει πρόθεση να τις ενοποιήσει ή να τις συμφιλιώσει, «με στόχο να διατηρήσει τις πολλαπλές αντιλήψεις για τη νησιωτικότητα σε δημιουργική ένταση», κι επίσης τονίζει ότι οι διαφορετικές απόψεις για τη νησιωτικότητα απαιτούν πάντα να αναλογιστούμε το πλαίσιο όπου χρησιμοποιείται ο όρος.

Οι συγγραφείς αναγνωρίζουν ότι το σημείο εισόδου στις νησιωτικές σπουδές είναι το μικρό μέγεθος, καθώς και το γεγονός ότι το μικρό εξαρτάται τόσο από το πλαίσιο όσο και από την κοσμοθεωρία. Και παρόλο που η νησιωτικότητα συχνά υπονοεί μικρό μέγεθος, η ιδέα ότι όλα τα νησιά είναι μικρά δεν είναι ακριβής. Για παράδειγμα, αναφέρουν την Παπούα Νέα Γουινέα που αποτελεί το μισό ενός τεράστιου νησιού κι έχει πληθυσμό περίπου 10 εκατομμύρια, που είναι υψηλότερος από τον πληθυσμό ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών. Το μικρό μέγεθος μπορεί επίσης να αποτελεί χαρακτηριστικό της ευαλωτότητας ή της αδυναμίας, ερμηνείες που «βοηθούν στην ενίσχυση μιας παγκόσμιας αφήγησης ότι οι νησιωτικοί λαοί θεωρούν τους εαυτούς τους και τα νησιά τους ευάλωτα, που οδηγεί σε άγχος και απώλεια αυτοπεποίθησης». Ωστόσο, αυτή η αφήγηση περί ευαλωτότητας συχνά απορρίπτεται από πολλούς νησιώτες, όπως και η κοσμοθεωρία που απεικονίζει «τον ωκεανό ως φράγμα και τη γη ως ασφάλεια».

Υπάρχει ποικιλία στον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνικό-επιστημονικοί κλάδοι αντιμετωπίζουν το μικρό μέγεθος. Για τους γεωγράφους, το μικρό μέγεθος των μικρών νησιών ερμηνεύεται παράλληλα με άλλα χωρικά χαρακτηριστικά. Κάποιοι έχουν χρησιμοποιήσει έννοιες όπως η νησιωτικότητα και η απομόνωση για να εξηγήσουν τον τρόπο με τον οποίο η απόσταση επηρεάζει τις κοινωνικές πρακτικές και τους τρόπους προσαρμογής των μέσων διαβίωσης, λαμβάνοντας υπόψη την κλιματική αλλαγή και τις κοινωνικοοικονομικές επιρροές. Άλλοι γεωγράφοι ενδιαφέρονται για την απόσταση μεταξύ μικρών νησιών και μητροπολιτικών κρατών, καθώς και για τις επιπτώσεις αυτής στο παγκόσμιο σύστημα.

Επίσης, παρόλο που το νησί ως γεωγραφική έννοια χρησιμοποιείται εδώ και χιλιετίες για να ορίσει μια χερσαία μάζα που περιβάλλεται από νερό, προκύπτουν ερωτήματα ως προς το γιατί, για παράδειγμα, η Γροιλανδία θεωρείται το μεγαλύτερο νησί στον κόσμο, ενώ η Αυστραλία ονομάζεται ήπειρος. Υποστηρίζεται ότι οι ήπειροι μπορεί να υποδηλώνουν δύναμη, ενώ τα νησιά συχνά χαρακτηρίζονται ως απομακρυσμένα, απομονωμένα με δυσκολίες. Συζητούν επίσης την πρόσφατη πανδημία σε σχέση με την ανισότητα ισχύος και πόρων μεταξύ μικρών κρατών ή μικρών νησιών και μεγαλύτερων κρατών, και πώς η κατανομή εμβολίων μεταξύ κρατών ή τόπων ήταν αποτέλεσμα «μιας σύνθετης αλληλεπίδρασης διπλωματίας, δημόσιας υγείας, δημόσιας γνώμης και οικονομίας, μεταξύ άλλων παραγόντων».

Οι ανθρωπολόγοι έχουν θεωρήσει τα νησιά ως φυσικά φυτώρια πολιτισμικής εξέλιξης και έχουν διερευνήσει τις σχέσεις μεταξύ θαλάσσιων και ηπειρωτικών πολιτισμών, με έμφαση στον κεντρικό ρόλο του ωκεανού. Ορισμένοι ανθρωπολόγοι εκτιμούν την περιφερειακότητα των μικρών νησιών επειδή αυτό αυξάνει την πιθανότητα να μείνουν «ανέγγιχτα» από τις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης. Και άλλοι, πιο πρόσφατα, έχουν αναζητήσει τρόπους για να προστατεύσουν αυτούς τους διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης στον κόσμο από τις δυνάμεις του εκσυγχρονισμού και της παγκοσμιοποίησης ή τον πατερναλισμό των κατοίκων των ηπειρωτικών περιοχών. Επιπλέον, ερευνούν τη νησιωτικότητα ως πολιτισμό, και την έννοια της νησιωτικής ταυτότητας, η οποία μπορεί να εκφραστεί με ποικίλους τρόπους, καθώς και τις διάφορες αφηγήσεις όπου τα νησιά θεωρούνται οι Άλλοι. Οι οικονομολόγοι, από την άλλη πλευρά, συνήθως θεωρούν το μικρό μέγεθος ως πρόκληση, επειδή οι οικονομίες των νησιών δεν μπορούν να επωφεληθούν από οικονομίες κλίμακας και είναι επιρρεπείς σε «εξωγενείς κραδασμούς». Από την άλλη πλευρά, η ανάπτυξη του τουρισμού μπορεί να δημιουργήσει υψηλά επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο, σοβαρά προβλήματα προκύπτουν όταν ένα νησί εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό μόνο από τον τουρισμό.

Οι δε πολιτικοί επιστήμονες έχουν αντιφατικές απόψεις για τις επιπτώσεις του μικρού μεγέθους και της νησιωτικότητας. Oρισμένοι συγγραφείς ισχυρίζονται ότι στατιστικά τα μικρά νησιά είναι πιο πιθανό να είναι φιλελεύθερα κράτη, κι άλλοι πιστεύουν ότι αυτή η ειδυλλιακή ερμηνεία δεν είναι απαραίτητα πάντα αληθινή, επειδή η μικρή έκταση, ο μικρός πληθυσμός και η νησιωτικότητα μπορούν να διευκολύνουν και αυταρχικά στυλ ηγεσίας, εάν οι κυρίαρχες αξίες και οι πολιτισμικοί κανόνες κινητοποιηθούν εναντίον της μειονότητας ή εκείνων με διαφορετικές απόψεις. Επιπλέον, υπάρχουν πολλές μελέτες περιπτώσεων που υποστηρίζουν τη δημιουργία ισχυρών πολιτιστικών κοινοτικών δεσμών που έχουν αναπτυχθεί στα νησιά (Ioannis Vogiatzakis (Ιωάννης Βογιατζάκης), Pungetti & Mannion 2008; Donaldson 2018; Keesing 1980; και άλλοι). Υπάρχει επίσης αναφορά στην επινοητικότητα που απαιτείται για την επιβίωση σε νησιωτικές συνθήκες. Στο Γκόζο, ένα νησί του αρχιπελάγους της Μάλτας, υπάρχει μια πολιτισμική έννοια που σημαίνει «διόρθωση των πραγμάτων» που σχετίζεται με αυτήν την έννοια, και στα νησιά Φίτζι υπάρχει η συγκρίσιμη έννοια της «συλλογικής εργασίας για το κοινό όφελος». Ωστόσο, υποστηρίζεται ότι η πραγματικότητα συχνά είναι πιο περίπλοκη και ότι υπάρχουν συγκρούσεις και αντιπαλότητες και εντός των νησιωτικών κοινοτήτων, και υποστηρίζεται ότι μερικές φορές αυτά τα τυπικά ευεργετικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά μπορεί να μην ευνοούν τη δημοκρατία (Baldacchino, 2005).

Ένα σκοτεινό σημείο που θίγεται στο άρθρο είναι το πώς το μικρό μέγεθος και η περικύκλωση των νησιών από νερό, έχει ιστορικά οδηγήσει είτε στη χρήση τους ως εργαστήρια επιδημιολογικών μελετών, είτε στη διεξαγωγή πειραμάτων στο έδαφος τους. Παραδείγματα που παρέχονται στο άρθρο είναι τα νησιά Bernier και Dorre στα ανοικτά των ακτών της Αυστραλίας, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα για τη φυλάκιση αυτόχθονων Αυστραλών για να περιοριστεί υποτίθεται η εξάπλωση της σύφιλης, «αν και ιστορικά και προφορικά αρχεία αποκαλύπτουν ότι λίγοι από τους φυλακισμένους είχαν στην πραγματικότητα αυτή την ασθένεια (Stingemore και Meyer 2009)», και τα Νησιά Μάρσαλ που χρησιμοποιήθηκαν από τον στρατό των ΗΠΑ για δοκιμές πυρηνικών όπλων, εκθέτοντας τους νησιώτες σε πυρηνικό νέφος προκειμένου να παρατηρήσουν τις επιπτώσεις χωρίς τη συνειδητή συγκατάθεση τους (McElfish, Hallgren & Yamada, 2015). Φυσικά τα νησιά έχουν χρησιμοποιηθεί κι ως τόποι εξορίας και περιθωριοποίησης σ’ όλο τον κόσμο και σε βάθος χρόνου. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, στο σχετικά κοντινό παρελθόν, μικρά νησιά, ένα πολύ κοντά σε αυτό που κατοικώ, χρησιμοποιούνταν ως τόποι εξορίας πολιτικών κρατούμενων, και η Σπιναλόγκα, ένα μικρό νησί, με μακρά ιστορία κι ο δεύτερος πιο δημοφιλής τουριστικός προορισμός στην Κρήτη σήμερα, χρησιμοποιήθηκε ως αποικία λεπρών τον 20ό αιώνα.

Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή ή απεικονίζεται η νησιωτικότητα από συγγραφείς και καλλιτέχνες, στο άρθρο παρουσιάζεται ένα απόσπασμα του Nicholas Allen (2017), ο οποίος γράφοντας για την Ιρλανδία αναφέρεται στην ακτή ως «το διαπερατό φράγμα μέσω του οποίου λαμβάνει χώρα μια σειρά από πολιτισμικές ανταλλαγές, λογοτεχνικές, ιστορικές, πολιτικές και περιβαλλοντικές». Η Τασμανή ζωγράφος Michaye Boulter γοητεύεται από αυτό το όριο και την αλληλεπίδραση μεταξύ νερού και γης, και ο συγγραφέας David Weale βλέπει την άκρη της γης ως τόπο σύνδεσης», μια ισχυρή ερωτογενή ζώνη, όπου η γη και η θάλασσα συνευρίσκονται…». Αναφέρονται επίσης στη Rachel Carson, η οποία γράφει για τη βαθιά ριζωμένη σύνδεσή μας με τη θάλασσα, και ότι παρά την χερσαία ύπαρξή μας ως θηλαστικά, «εισερχόμαστε σε αυτήν με τη νόηση και τη φαντασία μας». Τέλος, έρευνα που διεξήχθηκε σε παράκτιες κοινότητες στο Ηνωμένο Βασίλειο υπογραμμίζει πώς οι παράκτιες περιοχές και η κοντινή απόσταση από την ακτή βιώνονται ως θεραπευτικά τοπία που συμβάλλουν στην ευημερία μας.

Ένα ερώτημα που επίσης απασχολεί τις νησιωτικές σπουδές είναι εάν ένα νησί ορίζεται περισσότερο από τη γη, το νερό ή και τα δύο. Για παράδειγμα, η γεωγραφική, κοινωνική και ψυχολογική οριοθέτηση άλλων οριοθετημένων τόπων, όπως οι ορεινές κοινότητες ή οι κοιλάδες, είναι παρόμοια, αλλά δεν προκύπτει από το ότι περιβάλλονται από νερό. Η οριοθέτηση από τη θάλασσα έχει συνδεθεί με μια ισχυρή ταύτιση με την αίσθηση του τόπου, αλλά αυτό ισχύει και για άλλα οριοθετημένα μέρη. Η νησιωτικότητα γίνεται επίσης όλο και περισσότερο αντιληπτή ως «νοητική ή ψυχολογική κατάσταση» (Randall, 2021), μια αίσθηση ταυτότητας που δεν ορίζεται απαραίτητα από την οριοθέτηση του νερού. Τα αστικά νησιά αμφισβητούν επίσης την έννοια της απόστασης, καθώς συνδέονται φυσικά και διοικητικά με την ηπειρωτική χώρα, επομένως σε αυτήν την περίπτωση η συνεκτικότητα και η εγγύτητα μπορεί να είναι τα πιο εμφανή χαρακτηριστικά της νησιωτικότητας. Άλλες πτυχές που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι η κινητικότητα και η ακινησία. Οι μελέτες επεκτείνονται επίσης σε χώρους που μοιάζουν με νησιά, καθώς και στο πώς η τοποθέτηση του νησιού ως Άλλου, μπορεί να οδηγήσει στην περιθωριοποίηση ή στην απόδοση εξαιρετικότητας.

Συμπέρασμα

Το άρθρο μας υπενθυμίζει την ανάγκη να ασκήσουμε κριτική στον τρόπο με τον οποίο εκτιμάμε το μικρό μέγεθος και να λάβουμε υπόψη και τα οφέλη και τις προκλήσεις του μικρού, καθώς και το γεγονός ότι μπορεί να επιτρέψει την ευελιξία στη λήψη αποφάσεων, αλλά  και να οδηγήσει σε στασιμότητα. Επίσης, η κατανόηση και ο ορισμός της φυσικής και κοινωνικής οντότητας της νησιωτικότητας είναι υποκειμενικές διεργασίες και το άτομο που εκάστοτε ορίζει φέρει προκαταλήψεις και προκαθορισμένες απόψεις. Τονίζεται επίσης ότι η έννοια της νησιωτικότητας περιέχει αντιφάσεις και τα νησιά μπορεί να έχουν μικρές οικονομίες ή να είναι παγκόσμιες δυνάμεις όπως η Σιγκαπούρη ή το Χονγκ Κονγκ, καθώς και ότι οι νησιωτικοί πολιτισμοί μπορεί να δίνουν έμφαση στην κινητικότητα και την μετακίνηση, ενώ παράλληλα παραμένουν βαθιά ριζωμένοι και συνδεδεμένοι με τον τόπο. Ομοίως, η θάλασσα μπορεί να γίνει αντιληπτή ως εμπόδιο, αλλά και ως δρόμος προς τον υπόλοιπο κόσμο, και υπάρχουν πολιτισμοί που βλέπουν τη γη και τη θάλασσα ως συνδεδεμένες. Τέλος, όπως αναφέρθηκε στην αρχή, δεν υπάρχει πρόθεση να συμβιβαστούν οι διαφορετικές πραγματικότητες, έννοιες και αφηγήσεις, αλλά αντίθετα τονίζεται η ανάγκη ενσωμάτωσης του πλαισίου, καθώς και η ανάγκη για μια πιο ανοιχτή και ειλικρινή αναγνώριση αυτών των διαφορών, και των τρόπων με τους οποίους μπορούν να ενεργοποιηθούν για να ορίσουν τα ζητήματα των νησιών.

2.Γενικά η νησιωτικότητα ορίζεται ως ο ιδιαίτερος γεωγραφικός, οικονομικός και κοινωνικός χαρακτήρας των νησιωτικών περιοχών, ο οποίος καθορίζεται από την εδαφική ασυνέχεια, την απομόνωση και τη δύσκολη πρόσβαση, την περιφερειακότητα. Είναι ένας περιεκτικός όρος που όπως είδαμε παραπάνω μπορεί να ορισθεί γεωμορφολογικά, ψυχολογικά, κοινωνικά, πολιτισμικά, οικονομικά, πολιτικά και διοικητικά, και ενεργειακά. Στη δεύτερη εργασία στην οποία θα αναφερθώ η νησιωτικότητα αναφέρεται στα «αντικειμενικά» χαρακτηριστικά των νησιών, αλλά και σε μια «αίσθηση».

Τα «αντικειμενικά» χαρακτηριστικά θα μπορούσαν να διακριθούν; α) στο μικρό μέγεθος (που αφορά τα περισσότερα Ελληνικά νησιά) του πληθυσμού και της έκτασης που συνεπάγεται περιορισμένη ποσότητα και ποικιλία πόρων, και που πρακτικά σημαίνει μειωμένη παραγωγική δραστηριότητα μεγάλης κλίμακας, καθώς και μικρή και διασπαρμένη αγορά, β) στην απομόνωση λόγω ασυνέχειας του χώρου που συνεπάγεται αυξημένο κόστος σε όλες τις μετακινήσεις και οικονομικές λειτουργίες. Στη δε περίπτωση των νησιωτικών συμπλεγμάτων παρατηρείται το φαινόμενο της «διπλής νησιωτικότητας» των μικρότερων νησιών, που σ’ ένα βαθμό εξαρτώνται από κάποιο νησί που λειτουργεί ως τοπικό κέντρο, γ) στο ιδιόμορφο κι εύθραυστο φυσικό και πολιτισμικό περιβάλλον. Λόγω της απομόνωσης δημιουργούνται βιότοποι από σπάνια ενδημικά είδη και απομονωμένες κοινότητες με ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά, τρόπο ζωής και τρόπους διαχείρισης των πόρων, και δ) στην ιδιαίτερη βιωματική ταυτότητα των νησιών που αναφέρεται στις συμβολικές και ψυχολογικές διαστάσεις των νησιών και στο πως οι κάτοικοι και οι επισκέπτες αντιλαμβάνονται αυτά. Για παράδειγμα, η εικόνα των νησιών του Αιγαίου στα κείμενα των σχολικών βιβλίων κινείται σε δίπολα, την απομόνωση και την ελευθερία και απεραντοσύνη της θάλασσας ή ως ελκυστικοί τόποι διακοπών και μέρη απομόνωσης το χειμώνα. Ένα ακόμη ερώτημα που ίσως θα έπρεπε να ερευνάται παράλληλα είναι αν η νησιωτικότητα αφορά μόνο τα προβλήματα και τις δυσκολίες που προκύπτουν από αυτήν ή αν μπορεί να είναι και ελκυστική και αξιοποιήσιμη ιδιαιτερότητα.

Οι συγγραφείς επιθυμούν με την εργασία αυτή να προσεγγίσουν με ποσοτικά δεδομένα το πρόβλημα της προσπελασιμότητας και απομόνωσης των νησιών του Αιγαίου από την ηπειρωτική περιοχή. Όσον αφορά τους μόνιμους κατοίκους επιχειρήθηκε με τη χρήση δεικτών μια πρώτη προσέγγιση προκειμένου να εκτιμηθούν δύο άξονες της ελκυστικότητας: η απομόνωση–προσβασιμότητα και η ύπαρξη–πρόσβαση σε βασικές υποδομές και υπηρεσίες. Μεταξύ άλλων  ένα σημαντικό πρόβλημα είναι η χαμηλή συχνότητα δρομολογίων πλοίων που «εξορίζει» τα νησιά και συμβάλλει στην αίσθηση της απομόνωσης, ιδιαίτερα τον χειμώνα, καθώς και το υψηλό κόστος των ναύλων. Η Ελλάδα είναι μια κατ’ εξοχή νησιωτική (και ορεινή) χώρα. Συνολικά υπάρχουν περίπου 6.000  νησιά, νησίδες και βραχονησίδες, αλλά κατοικημένα είναι μόνο τα 227. Λόγω αυτής της ιδιομορφίας διαθέτει μια από τις μεγαλύτερες ακτογραμμές στον κόσμο, και η ακτογραμμή της ξεπερνά τα 15.000 χιλιόμετρα, παρόλα αυτά υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις και προβλήματα πρόσβασης και μετακίνησης, ιδίως τους χειμερινούς μήνες, καθώς και το υψηλό κόστος των ναύλων. Η πρόσβαση σε νοσοκομεία ή άλλες δημόσιες υπηρεσίες είναι ιδιαίτερα δύσκολη για τους κατοίκους των μικρότερων ή φτωχότερων νησιών καθώς οι κάτοικοι συχνά είναι υποχρεωμένοι να ταξιδέψουν σε άλλα νησιά ή στην ηπειρωτική χώρα.

Ένας όρος που εξετάζεται σε αυτή την εργασία είναι η ελκυστικότητα ενός τόπου που μπορεί να θεωρηθεί η εικόνα που έχουν για τον τόπο διάφορες ομάδες πληθυσμού. Ερωτήσεις που χρειάζεται να διερευνηθούν είναι: ελκυστικότητα για που, ελκυστικότητα για ποιον και ελκυστικότητα πότε, καθώς η ελκυστικότητα μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου. Επίσης προκειμένου να μετρηθεί η ελκυστικότητα πρέπει να διευκρινιστεί η μέθοδος εκτίμησης και μέτρησης. Μία πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση εκτίμησης της ελκυστικότητας θα πρέπει να συνδυάζει τις μεθόδους των ανθρωπιστικών επιστημών με τη χρησιμοποίηση δεικτών, οι οποίοι θα δείχνουν την πραγματική κατάσταση μίας περιοχής όπως είναι η απόσταση, τα μέσα πρόσβασης, το επίπεδο απασχόλησης, ο αριθμός νοσοκομείων, η ύπαρξη δημοσίων υπηρεσιών, κ.λπ..

Άλλα ζητήματα πέραν από αυτά που ερευνά η παραπάνω εργασία είναι και η αποψίλωση των νησιών, η εσωτερική μετανάστευση των κατοίκων είτε, για παράδειγμα, ως συνέπεια της εγκατάλειψης των παραδοσιακών αγροτικών και άλλων δραστηριοτήτων, είτε της αδυναμίας προσφοράς στους νησιώτες βασικών παροχών όπως είναι η υγεία και η παιδεία, σε επίπεδο ανάλογο με αυτό που θεωρείται ως ικανοποιητικό στις σύγχρονες κοινωνίες. Μια πραγματικότητα που δεν μπορούμε ν’ αγνοήσουμε είναι και το ότι κατά το πλείστον στατιστικά τα νησιά της ΕΕ εδώ και δεκαετίες παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές με τις ηπειρωτικές περιοχές σε πολλούς τομείς. Η μεταπολεμική σημαντική πληθυσμιακή μείωση φαίνεται να έχει περιορισθεί πιο πρόσφατα κυρίως λόγω της ανάπτυξης του τουρισμού, της αγροδιατροφής (αγροτικής παραγωγής και βιομηχανίας τροφίμων και ποτών) που αποτελεί μια άλλη σημαντική δραστηριότητα στα νησιά, αλλά και λόγω μιας προσπάθειας δημιουργίας καλύτερων συνθηκών ζωής μέσω δημιουργίας περισσότερων βασικών δομών και υπηρεσιών, ώστε να μπορούν να παραμείνουν στα νησιά τόσο οι ντόπιοι, αλλά επίσης να είναι ελκυστικοί τόποι μόνιμης εγκατάστασης και μη ντόπιων.

Θα ολοκληρώσω τη σημερινή ανάρτηση με ένα απόσπασμα από μια τρίτη εργασία (3), η οποία υποδηλώνει ότι πρέπει να διατηρούμε ανοιχτό μυαλό και να σεβόμαστε τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν, κατανοούν ή ορίζουν τις έννοιες νησί, νησιώτης και νησιωτικότητα. Για παράδειγμα, ρωτώντας τον σύζυγό μου πώς αυτός μικρός βίωνε τον τόπο καταγωγής του μου είπε ότι δεν το αντιλαμβανόταν ιδιαίτερα ως νησί λόγω του μεγάλου μεγέθους του, αλλά και της εγγύτητας και σύνδεσής του με την ηπειρωτική χώρα μέσω γεφυρών. Αντιθέτως εγώ πάντοτε το θεωρούσα νησί, απλά επειδή περιβάλλεται από νερό. Είναι ενδιαφέρον ότι σύμφωνα με ένα σχετικά πρόσφατο νομοσχέδιο για τη νησιωτική πολιτική της χώρας και τη μελλοντική ανάπτυξη του νησιού, αναγνωρίστηκε νομικά ως νησί το 2020.

Οι Grydehøj, Markussen και Mausio υποστηρίζουν ότι η νησιωτικότητα δεν είναι έμφυτο χαρακτηριστικό όλων των τεμαχίων γης που περιβάλλονται από νερό και πολλοί άνθρωποι που κατοικούν σε τέτοια κομμάτια γης δεν τα θεωρούν νησιά, η δεν θεωρούν τους εαυτούς τους νησιώτες, ή δεν θεωρούν τη νησιωτικότητα σημαντική για τη ζωή τους. Επιπλέον, μας λένε ότι οι ιδέες σχετικά με το τι υποδηλώνει η νησιωτικότητα διαφέρουν μεταξύ πολιτισμών, εποχών και τόπων, κι ότι ακόμη και μελετητές των νησιωτικών σπουδών μπορεί να θεωρούν ότι ορισμένες μορφές φυσικής γεωγραφίας προσδιορίζουν την νησιωτικότητα περισσότερο από άλλες.

Προσθέτουν: «Τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ότι αρνούμαστε ότι πολλοί άνθρωποι που ζουν σε νησιά είναι περήφανοι ή αισθάνονται την επιθυμία να υπερασπιστούν τον νησιωτικό χαρακτήρα. Ορισμένες ιστορίες, γεωγραφίες, κληρονομιές και δίκτυα διεθνικών σχέσεων των νησιών, είναι πιο πιθανό να εμπνεύσουν τέτοιες εννοιολογήσεις από άλλες. Αλλά αυτό ακριβώς είναι το θέμα. Η δημοφιλής και ακαδημαϊκή προσπάθεια να κατανοήσουμε τα νησιά, τους νησιώτες και τον νησιωτικό χαρακτήρα υποδηλώνει μια καθολική νησιωτική εμπειρία, παρόλο που πολλές από τις νησιωτικές σπουδές επιμένουν (σωστά, πιστεύουμε) ότι το κάθε νησί είναι μοναδικό. Θα ήταν ενδιαφέρον να μάθουμε γιατί ορισμένοι άνθρωποι χαρακτηρίζουν τα μέρη τους ως νησιά, το πώς βλέπουν τον νησιωτικό χαρακτήρα ως κάτι αγαπητό και πολύτιμο, και το πώς υιοθετούν μια νησιωτική ταυτότητα. Για να γίνει αυτό, ωστόσο, απαιτείται οι ερευνητές να μην θεωρούν δεδομένη την νησιωτικότητα, να μην υποθέτουν ότι «μικρά κομμάτια γης που περιβάλλονται από νερό» είναι απλώς νησιά. Είναι σαφές ότι ορισμένα τέτοια μέρη δεν είναι νησιά για τους ανθρώπους των οποίων οι απόψεις γι’ αυτά σίγουρα έχουν τη μεγαλύτερη σημασία (τους «νησιώτες») και είναι σαφές ότι οι αντιλήψεις των νησιωτών για το «νησί» μπορεί να διαφέρουν από εκείνες των εξωτερικών παρατηρητών. Πιστεύουμε ότι οι νησιωτικές σπουδές είναι σημαντικές, ωστόσο, πιστεύουμε επίσης ότι είναι σημαντικό οι μελετητές να αναλογίζονται με προσοχή το γιατί και το πώς η νησιωτικότητα έχει σημασία σε συγκεκριμένους τόπους…»

References

  1. Aideen Foley, Laurie Brinklow, Jack Corbett, Ilan Kelman, Carola Klöck, Stefano Moncada, Michelle Mycoo, Patrick Nunn, Jonathan Pugh, Stacy-ann Robinson, Verena Tandrayen-Ragoobur & Rory Walshe (2023): Understanding “Islandness,” Annals of the American Association of Geographers, DOI: 10.1080/24694452.2023.2193249
  1. Γιάννης Σπιλάνης, Θανάσης Κίζος, Ιουλία Κονδύλη, Νίκος Μισαηλίδης (Πανεπιστήμιο Αιγαίου); Προσπελασιμότητα και Ελκυστικότητα των Νησιών του Αιγαίου, Περιοδικό αειχώρος, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας, file: ///C:/Users/User/Downloads/art5b-2.pdf
  2. Grydehøj, A., Su, P., Markussen, U., & Mausio, A. (2025): If Islands Did Not Exist, It Would Be Necessary to Invent Them: Grappling With Divergent Ascriptions of Islandness in Island Studies. Island Studies Journal, 20(2), 1–22, https://doi.org/10.24043/001c.137602

Comments are closed.