Τυχαίες Επινοήσεις Η μετάφραση θα είναι διαθέσιμη σύντομα
(Από συνέντευξη της 8 Ιουνίου, 2015, στην διεύθυνση: https://www.europaeditions.com/review/2104)
Δημοσιογράφος: «Έχετε κάνει αναφορά στην εξαφάνιση—είναι ένα από τα επαναλαμβανόμενα θέματά σας.
Elena Ferrante: «Είναι ένα συναίσθημα που γνωρίζω καλά. Νομίζω ότι όλες οι γυναίκες το γνωρίζουν. Κάθε φορά που αναδύεται ένα κομμάτι σου που δεν συνάδει με κάποιο γυναικείο πρότυπο, κάνει τους πάντες νευρικούς και πρέπει να το ξεφορτωθείς γρήγορα. Ή… αν αρνηθείς να υποταχθείς, έρχεται η βία. Η βία έχει, τουλάχιστον στα ιταλικά, μια δική της ουσιαστική γλώσσα—χτυπώ/σπάω το πρόσωπό σου, διαλύω το πρόσωπό σου. Βλέπεις; Αυτές είναι εκφράσεις που αναφέρονται στην αναγκαστική χειραγώγηση της ταυτότητας, στην ακύρωσή της. Είτε θα είσαι όπως λέω εγώ, είτε θα σε αλλάξω χτυπώντας σε μέχρι να σε σκοτώσω».
ΕΙΚΟΝΑ
Πρόσφατα διάβασα δύο non-fiction βιβλία που αγόρασα πριν από λίγο καιρό, το Πόλεμος και Παιδιά, γραμμένο το 1943 από τις ψυχαναλύτριες Anna Freud (Άννα Φρόιντ) και Dorothy Burlingham, το οποίο εστιάζει στο πώς ο πόλεμος επηρεάζει την ανάπτυξη των παιδιών, και οι οποίες υποστηρίζουν ότι «η ανάπτυξη απαιτεί τις δικές της συνθήκες, ανεξάρτητα από τον πόλεμο και την ειρήνη ή όλα τα άλλα γεγονότα που συμβαίνουν στον έξω κόσμο», και το Τυχαίες Επινοήσεις, μια συλλογή σύντομων κειμένων της Elena Ferrante. Έγραψα τα κείμενα και για τα δύο βιβλία ταυτόχρονα καθώς τα διάβαζα, σκεπτόμενη ότι ίσως τα δημοσιεύσω μαζί, όμως τελικά αποφάσισα να ανεβάσω αυτό που σχετίζεται με το βιβλίο της Ferrante και να κρατήσω το άρθρο το σχετικό με το έργο της Freud και της Burlingham για τον Αύγουστο.
Η Elena Ferrante / Έλενα Φερράντε είναι το ψευδώνυμο μιας Ιταλίδας συγγραφέα, η οποία έχει επαινεθεί ως «μία από τις σπουδαιότερες μυθιστοριογράφους της εποχής μας» και έχει λάβει πολλά βραβεία. Ωστόσο, παρά τη φήμη και την επιτυχία της, έχει επιλέξει να κρατήσει την ταυτότητά της κρυφή, θέλοντας να παραμείνει εντελώς ιδιωτική. Η διατήρηση της ανωνυμίας της ενδεχομένως της επιτρέπει να γράφει για πράγματα που διαφορετικά ίσως δεν θα είχε το θάρρος να ερευνήσει, και να διατηρεί έναν χώρο δημιουργικής ελευθερίας, ενισχύοντας την ικανότητά της να δημιουργεί και να δημοσιεύει με τους δικούς της όρους. Έχει δηλώσει ότι η ντροπαλότητα είναι επίσης ένας από τους λόγους πίσω από την επιλογή της. Επίσης η ανωνυμία ίσως της διευκολύνει τη ζωή και την εργασιακή της δραστηριότητα στο περιβάλλον της. Ωστόσο, αν και η Φερράντε αποφεύγει τη δημοσιότητα, το μυστήριο που περιβάλλει την ταυτότητά της και οι εικασίες που έχουν αναπτυχθεί γύρω από αυτήν έχουν πυροδοτήσει και μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το έργο της. Σε γραπτές συνεντεύξεις (αποφεύγει τις προσωπικές συνεντεύξεις) λέει ότι οι αναγνώστες μπορούν να εξαγάγουν το σχήμα της συγγραφέα από το βιβλίο και από το ίδιο το κείμενο. Στη συνέντευξη που αναφέρω παραπάνω, σχολιάζει ότι της φαίνεται ότι «το κενό που δημιουργήθηκε από την απουσία μου [της] γέμισε από το ίδιο το γράψιμο».
Από τις συνεντεύξεις και τα μη μυθοπλαστικά της έργα, είναι γνωστό ότι η Φερράντε γεννήθηκε στη Νάπολη, είναι κόρη μοδίστρας κι έχει ζήσει εκτός Ιταλίας. Φαίνεται ότι έχει μελετήσει τους Κλασσικούς και ότι ήταν παντρεμένη. Είναι μητέρα και γιαγιά. Έχει δηλώσει ότι εκτός από τη συγγραφή, σπουδάζει, μεταφράζει και διδάσκει. Οι κριτικοί και οι αναγνώστες του έργου της έχουν συμπεράνει πολύ περισσότερα από τις μυθοπλαστικές ηρωίδες της, αλλά πολλά από αυτά τα συμπεράσματα μπορεί στην πραγματικότητα να μην είναι ακριβή. Οι ομοιότητες μεταξύ των χαρακτήρων της και αυτών που είναι γνωστά για τη ζωή της οδηγούν τους κριτικούς να θεωρούν το έργο της αυτοβιογραφικό σε μεγάλο βαθμό ή να υπονοούν ότι η μυθιστοριογράφος στα ναπολιτάνικα μυθιστορήματά της, Έλενα Γκρέκο, είναι το άβαταρ της Φερράντε. Ωστόσο, αυτό που μπορεί πραγματικά να γίνει γνωστό από τα μυθιστορήματά της είναι οι λέξεις και οι προτάσεις της, καθώς και τα μοτίβα του νου και της φαντασίας της. Στη συνέντευξη που αναφέρθηκε παραπάνω, η Φερράντε αναφέρεται στην Ο’ Ρουρκ, η οποία έγραψε ότι «η σχέση του αναγνώστη με μια συγγραφέα που επιλέγει να διαχωρίσει τον εαυτό της, ριζικά, από το δικό της βιβλίο «είναι όπως αυτή που έχουμε με έναν μυθοπλαστικό χαρακτήρα. Νομίζουμε ότι την γνωρίζουμε, αλλά αυτό που γνωρίζουμε είναι οι προτάσεις της, τα μοτίβα του νου της, το μονοπάτι της φαντασίας της.
Το βιβλίο της, Τυχαίες Επινοήσεις, το οποίο η Φερράντε περιγράφει ως «σύντομες σταγόνες μελανιού», αποτελείται από μια συλλογή σύντομων κειμένων που έγραψε κατά τη διάρκεια ενός χρόνου (2018), για μια εβδομαδιαία στήλη στην εφημερίδα The Guardian. Το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 2019 κι έχει εικονογραφηθεί από τον Andrea Ucini.
Τα θέματά της είναι ποικίλα: οι πρώτες φορές και ο πρώτος έρωτας, η κλιματική αλλαγή, η έχθρα και ο ανταγωνισμός μεταξύ των γυναικών, και γενικότερα των ανθρώπων, η φιλία και η σπανιότητα των καλών φίλων, η διαδικασία προσαρμογής των μυθιστορήματών της για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, ο γάμος, το γέλιο, ο εθισμός της στο κάπνισμα στο παρελθόν, οι φόβοι, οι ελλείψεις, η μητρότητα και οι κόρες, η τήρηση ημερολογίου, η επείγουσα ανάγκη της γραφής, πώς η γραφή απομακρύνει τη συγγραφέα από άλλες πτυχές της ζωής, ο ρόλος της τύχης στην ανακάλυψη κι επιτυχία ενός καλλιτέχνη, η γλωσσική εθνικότητα, η μετάφραση, μια άσκηση που η ίδια κάνει όπου επανεξετάζει και φαντάζεται τους άνδρες ήρωες στη λογοτεχνία ως γυναίκες, η ανωνυμία και τι μπορεί να ανακαλύψει κανείς για έναν καλλιτέχνη μόνο μέσα από το έργο του, ζητήματα φεμινισμού και τέχνης που παράγεται από γυναίκες, η δυσκολία των γυναικών να γίνουν ο εαυτός τους σε έναν κόσμο φτιαγμένο για άνδρες, η αίσθηση του να νιώθεις ότι δεν είσαι αρκετή, η ποίηση και η πεζογραφία, το «εγώ ή ο εαυτός» σε μια παλιά φωτογραφία, ο καιρός και οι εποχές, τα θαυμαστικά, ο θάνατος, η θρησκεία, η αϋπνία, η ευχαρίστηση της μάθησης, η πολιτική της χώρας της κι ο κίνδυνος για τη δημοκρατία, «καθώς [ο δημαγωγός ηγέτης] χτυπάει τις ξενοφοβικές και ρατσιστικές γροθιές του στο τραπέζι», η ψυχανάλυση και η θεραπεία και η διαφορά εξουσίας που ενυπάρχουν στη σχέση αναλυτή-πελάτη, πώς η ταξινόμηση των ανθρώπων σε νικητές και ηττημένους είναι ταυτόχρονα σκληρή και αυθαίρετη, επειδή οι συνθήκες στο σημείο εκκίνησης είναι πολύ άδικες κι άνισες, η αγάπη για τις ταινίες και τις κινηματογραφικές εκδοχές ηθοποιών, και πώς η πραγματικότητα δεν μπορεί να μείνει μέσα στα κομψά καλούπια της τέχνης, η απελπισία και το αίσθημα απώλειας που κυριαρχεί στην ταινία Solaris του Αντρέι Ταρκόφσκι, τα κινητά τηλέφωνα, οι συνεντεύξεις, η αγάπη και ο «φόβος της» για τα φυτά, τα στερεότυπα, η συγγραφή για την οθόνη, η πανάρχαια συζήτηση για το τι είναι ταλέντο, ο κατακλυσμός από ειδήσεις στις μέρες μας, η λογοτεχνική καινοτομία, τα ψέματα, οι αλλαγές και τα νέα ξεκινήματα, και πολλά άλλα.
Μια επιλογή από μερικά σημεία (ενδιαφέροντα ή σοφά) που θίγει στο βιβλίο για μια ποικιλία θεμάτων:
Σχετικά με τις πρώτες φορές και τον πρώτο έρωτα, λέει ότι παρόλο που τους αποδίδουμε τη δύναμη του ανεπανάληπτου, τελικά καταπίνονται από όλες τις φορές που ακολούθησαν ή από τη μεταμόρφωσή τους σε συνήθεια. Σημειώνει ότι αυτό που ήμασταν στην αρχή είναι μόνο «μια αόριστη κηλίδα χρώματος που συλλογιζόμαστε από την κόγχη αυτού που έχουμε γίνει». Στο άρθρο της για τον φόβο, επισημαίνει ότι αυτό που ίσως πρέπει να φοβόμαστε περισσότερο είναι η οργή των φοβισμένων ανθρώπων. Σχετικά με τον θάνατο, μας λέει ότι καθώς περνάει ο καιρός, η ιδέα του ίδιου του θανάτου φαίνεται όλο και πιο ωχρή, και αυτό που είναι πραγματικά τρομακτικό είναι το τέλος μιας απολαυστικής ζωής, μιας γεμάτης ζωής. Σε σχέση με την πανάρχαια συζήτηση για το ταλέντο, σημειώνει ότι ο ποιητής (ή ο καλλιτέχνης) πρέπει να έχει όχι μόνο το χάρισμα του ταλέντου, και το προνόμιο και την κουλτούρα να μπορεί να το καλλιεργεί και να το βελτιώνει, αλλά και τύχη.
Όσον αφορά τη μυθοπλασία και τη μη μυθοπλασία, δηλώνει ότι η διαχωριστική γραμμή είναι μάλλον, όπως είχε πει η Βιρτζίνια Γουλφ, το πόση αλήθεια είναι σε θέση να συλλάβει η μυθοπλασία που είναι εγγενής στη γραφή. Σχετικά με το γέλιο και τη δύναμή του, πιστεύει ότι καμία εξουσία δεν έχει υποχωρήσει ποτέ χάρη στο γέλιο. «Η γελοιοποίηση, ναι, ενοχλεί τους ισχυρούς, αλλά δεν τους θάβει. Ωστόσο, προς το παρόν γελάμε, νιώθουμε την επιρροή τους στη ζωή μας να χαλαρώνει λίγο. Το γέλιο είναι ένας σύντομος, πολύ σύντομος, αναστεναγμός ανακούφισης». Στο απολαυστικό της άρθρο για το θαυμαστικό, η Φερράντε μας λέει αρχικά ότι εκφράζεται με αυτοσυγκράτηση, τείνοντας προς τον αυτοσαρκασμό, και θαυμάζει όσους διατηρούν μια ήρεμη συμπεριφορά κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης / διαφωνίας. Στη συνέχεια, λέει ότι σε ένα κείμενο ένα θαυμαστικό θα πρέπει να γίνεται κατανοητό διαβάζοντας το κείμενο και δεν υπάρχει λόγος να το προσθέσουμε στο τέλος, αλλά στις μέρες μας οι συγγραφείς είναι υπερβολικά γενναιόδωροι στα μηνύματα (SMS), στις συνομιλίες στο WhatsApp και σε email. Τέλος, προσθέτει: «Τουλάχιστον γραπτώς θα πρέπει να αποφεύγουμε να ενεργούμε σαν τους φανατικούς παγκόσμιους ηγέτες που απειλούν, διαπραγματεύονται, κάνουν συμφωνίες και μετά αγαλλιάζουν όταν κερδίζουν, ενισχύοντας τους λόγους τους με το προφίλ ενός πυρηνικού πυραύλου στο τέλος κάθε άθλιας πρότασης».
Υπάρχει επίσης ένα ενδιαφέρον σύντομο δοκίμιο με τίτλο Γλωσσική Εθνικότητα. Μας λέει ότι παρόλο που αγαπά τη χώρα της, οι απλοποιημένες εκδοχές των εθνικών χαρακτηριστικών πρέπει να αμφισβητηθούν. Η ίδια, για παράδειγμα, δεν χωνεύει καλά την πίτσα και τρώει πολύ λίγα μακαρόνια, δεν μιλάει δυνατά, δεν χειρονομεί και μισεί όλες τις μαφίες. Το να είναι Ιταλίδα, για εκείνη, ξεκινά και τελειώνει με το γεγονός ότι μιλάει και γράφει στην ιταλική γλώσσα, η οποία όπως όλες οι γλώσσες είναι «μια συλλογή της ιστορίας, της γεωγραφίας, της υλικής και πνευματικής ζωής, των κακών και των αρετών, όχι μόνο εκείνων που τη μιλούν, αλλά και εκείνων που την έχουν μιλήσει ανά τους αιώνες. Οι λέξεις, η γραμματική, η σύνταξη είναι μια σμίλη που διαμορφώνει τη σκέψη μας…». Υπάρχει επίσης ένα άρθρο αφιερωμένο στη μετάφραση, στο οποίο σημειώνει ότι «οι μεταφραστές μεταφέρουν έθνη σε άλλα έθνη». Όσον αφορά τον εθισμό της στο κάπνισμα κατά το παρελθόν, σχολιάζει ότι ανακάλυψε ότι δεν μπορούσε να κόψει το τσιγάρο, επειδή φοβόταν να δει τον κόσμο σε όλη του την αιχμηρή καθαρότητα.
Σχετικά με την τέχνη και την ανωνυμία, η Ferrante μας λέει ότι από την εφηβεία της άρεσε ο όρος «άγνωστος», ο οποίος μας εξηγεί, σημαίνει ότι το μόνο που μπορούμε να γνωρίζουμε για το άτομο που δημιούργησε έναν πίνακα είναι το έργο που έχουμε μπροστά στα μάτια μας. Μπροστά της βρίσκεται απλώς η σύνθεση ενός ανθρώπου που επικαλέστηκε την εφευρετική του ενέργεια για να δημιουργήσει και ότι μπορεί να αφοσιωθεί στο καθαρό αποτέλεσμα μιας δημιουργικής χειρονομίας, χωρίς να ανησυχεί για ένα μεγάλο ή μικρό όνομα. Γράφει επίσης για το πώς όταν γράφει της αρέσει να εμβαθύνει σε συνηθισμένες καταστάσεις και συναισθήματα κι επιμένει να εκφράζει όλα όσα έχουμε την τάση να αποσιωπούμε. Την ενδιαφέρει να προκαλεί σύγχυση, να πιέζει τον εαυτό της να υπερβεί τα φαινομενικά, να σαρώνει την αντίσταση του συνηθισμένου και να αναζητά λέξεις που θα αναδείξουν έστω και λίγο το εξαιρετικό που κρύβεται στο συνηθισμένο.
Σχετικά με τη δημιουργική ελευθερία, λέει ότι αν κι ένα μέρος του εαυτού της θα ήθελε η κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος της να είναι πιστή στην ιστορία της, όμως ο λιγότερο πρωτόγονος και κτητικός εαυτός της γνωρίζει ότι διακυβεύεται κάτι πολύ πιο σημαντικό από αυτό το ένστικτο να προστατεύσει τις δικές της δημιουργίες, επειδή στις γυναίκες συγγραφείς (καλλιτέχνες) εξακολουθούν να τους παραχωρούν το μπαλκόνι… Γράφει: «Μια άλλη γυναίκα βρήκε σε αυτό το κείμενο έναν καλό λόγο να δοκιμάσει τις δημιουργικές της ικανότητες. Η Gyllenhaal αποφάσισε, δηλαδή, να δώσει κινηματογραφική μορφή όχι στην δική μου εμπειρία του κόσμου αλλά στη δική της… Στη μεγάλη αποθήκη των τεχνών, που έχει στηθεί κυρίως από άνδρες, οι γυναίκες έχουν αναζητήσει για σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα τα μέσα και τις ευκαιρίες να δώσουν μια δική τους μορφή σε όσα έχουν μάθει από τη ζωή. Δεν θέλω λοιπόν να πω: πρέπει να μείνεις μέσα στο κλουβί που εγώ κατασκεύασα».
Αυτή η συλλογή σύντομων δοκιμίων περιλαμβάνει επίσης ένα άρθρο για τον δεσμό μεταξύ μητέρων και κορών. Σημειώνει: «Ένας μυστικός λώρος που δεν μπορεί να κοπεί μας δένει με τα σώματα των μητέρων μας: δεν υπάρχει τρόπος να αποκολληθούμε, ή τουλάχιστον εγώ δεν το κατάφερα ποτέ. Είναι αδύνατο να επιστρέψω μέσα της. Είναι δύσκολο να ξεπεράσω τη σκιά της». Όσον αφορά τις νεότερες γενιές, φοβάται τις γενιές που δεν αφήνουν περήφανα τους γονείς τους πίσω, αλλά και εκείνες που, στα είκοσι, αφήνουν πίσω τους γονείς τους για να ασπαστούν τα ήθη των παππούδων και των προ-παππούδων και επιθυμούν να αντικαταστήσουν τον σημερινό κόσμο με «μια χρυσή εποχή όπου όλοι γνώριζαν τη θέση τους, δηλαδή, σε ένα καθεστώς που βασίζεται σε σεξιστικές και ρατσιστικές ιεραρχίες». Συνεχίζει λέγοντάς μας ότι αγαπά τους νέους που αγωνίζονται να δώσουν στην εποχή τους μια νέα μορφή κι απαιτούν μια καλύτερη ζωή για ολόκληρη την ανθρώπινη φυλή, κι ελπίζει ότι οι κόρες της θα παραμείνουν έτσι για πολύ καιρό, και στη συνέχεια, όπως είναι η φυσική τάξη των πραγμάτων, καθώς μεγαλώνουν, «θα με βρουν μέσα τους, θα ανακαλύψουν σωματικές λεπτομέρειες, εκλάμψεις προσωπικότητας, σκέψεις, και θα μάθουν να με καλωσορίζουν, να μου κάνουν χώρο. Όπως συνέβη με τη μητέρα μου κι εμένα, θα ανακαλύψουν ότι, ακόμα και αν παραδεχτούν ότι είναι εν μέρει εγώ, θα συνεχίσουν να είναι ο εαυτός τους. Στην πραγματικότητα, θα είναι ο εαυτός τους πληρέστερα, με μεγαλύτερη αυτονομία».
Σχετικά με το μέλλον της ανθρωπότητας, σχολιάζει ότι είναι επείγον εμείς οι άνθρωποι να μάθουμε να κάνουμε αυτοκριτική και να μάθουμε να αντιμετωπίζουμε την αλήθεια του εαυτού μας, προτού καταστραφούμε από την πεισματική μας απόφαση να γίνουμε αθάνατοι. «Το μέλλον που με ενδιαφέρει», γράφει η Φερράντε, «είναι ένα μέλλον απόλυτης ανοιχτότητας στον άλλον, σε κάθε ζωντανό ον, σε όλα όσα είναι προικισμένα με την πνοή της ζωής». Και αλλού γράφει: «Ήταν δυνατόν ο άνθρωπος-ζώο, αυτό το απειροελάχιστο κομμάτι της φύσης, κατά τη διάρκεια της σύντομης ιστορίας του να είχε καταφέρει να βλάψει ανεπανόρθωτα όλα τα υπόλοιπα;» Όσο για την καταιγισμό από ειδήσεις, ψεύτικων και πραγματικών, σημειώνει ότι για εκείνη «το πρόβλημα δεν είναι, επομένως, να παραμένει καλά ενημερωμένη, αλλά να εντοπίζει μέσα στη μάζα των άσκοπα ενισχυμένων ειδήσεων αυτό που θα με [τη] βοηθήσει να διακρίνω[ει], με την πάροδο του χρόνου, το αληθινό και το ψεύτικο, το καλύτερο και το χειρότερο: αυτό είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο». Αναρωτιέται γιατί ορισμένοι άνθρωποι μας φαίνονται τόσο διαφορετικοί που δεν μπορούμε να τους αποδεχτούμε, δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε την ανθρώπινη φύση τους, κι αναρωτιέται αν λίγη καλή θέληση θα μπορούσε να εξαλείψει οποιονδήποτε λόγο για εχθρότητα. Καταλήγει με σκέψεις σχετικά με το ζήτημα της ανισότητας, η οποία, όπως επισημαίνει, «δημιουργεί μια εξαιρετική σπατάλη από μυαλά και δημιουργικές ενέργειες, οι οποίες, αν εκπαιδεύονταν και αξιοποιούνταν, πιθανότατα θα έκαναν την ιστορία μας ένα ενεργό εργαστήριο για την αποκατάσταση της ζημιάς που έχουμε προκαλέσει μέχρι στιγμής – ή τουλάχιστον για τον έλεγχο των επιπτώσεών της, αντί για μια αφόρητη λίστα φρικαλεοτήτων».
Συμπερασματικά, ένιωσα ότι κάθε σύντομο κείμενο του βιβλίου μας επιτρέπει να ρίξουμε μια ματιά στον εσωτερικό κόσμο και τη ζωή της συγγραφέα, κι επίσης μας δίνει πληροφορίες για την άποψή της για τη ζωή. Το γράψιμό της εδώ φαίνεται αυτο-ερευνητικό, επείγον και προσωπικό, διατηρώντας παράλληλα την ανωνυμία της. Η Φερράντε σημειώνει ότι η συγγραφή αυτών των εβδομαδιαίων δοκιμίων ήταν μια μόνιμη έκθεση θραυσμάτων του εαυτού της. Επίσης, μια φεμινιστική προσέγγιση διατρέχει τα κείμενά της. Σε μια κριτική του έργου της, μια κριτικός γράφει ότι τα βιβλία της επηρεάζονται από τον φεμινισμό του δεύτερου κύματος, ιδιαίτερα από Ιταλίδες φεμινίστριες όπως η Luisa Murano και συγγραφείς όπως η Helene Cixous, η οποία έχει γράψει ότι «οι γυναίκες πρέπει να γράφουν οι ίδιες: πρέπει να γράφουν για τις γυναίκες και να τις φέρνουν στο γράψιμο, από όπου έχουν εκδιωχθεί……….. Η γυναίκα πρέπει να βάλει τον εαυτό της στο κείμενο – όπως και στον κόσμο και στην ιστορία…». Η Ferrante αποκαλεί αυτή την ανάκτηση της φωνής, γυναικεία αποξένωση-συμπερίληψη / female alientation-inclusion. Φαίνεται να έλκεται από τους τρόπους με τους οποίους οι γυναίκες λειτουργούν και επιβιώνουν σε μια κοινωνία που κυριαρχείται από τους άνδρες και την εξουσία τους. Είναι επίσης χρήσιμο να έχουμε κατά νου ότι οι ιστορίες της είναι ενσωματωμένες σε συγκεκριμένα πλαίσια κι εποχές. Γράφει για το τι περιβάλλει τις ηρωίδες της, για παράδειγμα τη μεταπολεμική Νάπολη, πώς οι άλλοι και η φωνή τους τις διαπερνούν και τι σημαίνει να απορροφάς τη φωνή του άλλου.