Η νοημοσύνη των παπαγάλων
«Πράγματι, μας είχε δώσει μια γεύση από έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο που υπήρχε πάντα αλλά παρέμενε πέρα από το οπτικό μας πεδίο: τον κόσμο της νοημοσύνης των ζώων». Irene Pepperberg
«Ένα πλούσιο κοινωνικό πλαίσιο είναι απαραίτητο για τη διδασκαλία της επικοινωνίας και των επικοινωνιακών δεξιοτήτων….» Irene Pepperberg
Η σημερινή ανάρτηση αφορά τις αναπτυγμένες γνωστικές και συναισθηματικές ικανότητες του Αφρικανικού Γκρίζου παπαγάλου, ο οποίος πήρε το όνομά του από το “Project ALEX: Avian Language EΧperiment (Πείραμα Γλώσσας των Πτηνών)”. Πιο συγκεκριμένα, θα αναφερθώ στο έργο και το βιβλίο της Irene M. Pepperberg, Alex & Me: How a Scientist and a Parrot Discovered a Hidden World of Animal Intelligence—and Formed a Deep Bond in the Process (Ο Alex κι Εγώ: Πως μια επιστήμων κι ένας παπαγάλος ανακάλυψαν τον κρυμμένο κόσμο της νοημοσύνης των ζώων-κι ανέπτυξαν έναν βαθύ δεσμό στη διάρκεια της διαδικασίας). Η Irene Pepperberg, γεννήθηκε το 1949, έχει διδακτορικό στη Χημική Φυσική από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Έρευνας στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης. Στο παρελθόν έχει διεξάγει έρευνες κι έχει διδάξει σε πανεπιστήμια, όπως το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, το Πανεπιστήμιο Brandeis, το Ινστιτούτο Radcliffe, το MIT Media Lab, το Πανεπιστήμιο της Αριζόνα, το Purdue, και άλλα. Το έργο της περιλαμβάνει τη μελέτη των μηχανισμών μάθησης των παπαγάλων και των αποτελεσμάτων αυτής της μάθησης, έχει λάβει τιμητικές διακρίσεις και βραβεία, κι έχει παρουσιαστεί σε εφημερίδες, σε περιοδικά και στην τηλεόραση, στις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την Ασία. Ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του Alex υπήρξε μια έκρηξη δημόσιας αναγνώρισης σε όλο τον κόσμο.


Για χιλιετίες οι παπαγάλοι έχουν γοητεύσει τους ανθρώπους κι έχουν ζήσει δίπλα τους, και μάλιστα στο παρελθόν θεωρούνταν εξωτικά είδη πολυτελείας και σύμβολα κοινωνικής θέσης, και συχνά ανήκαν σε ευγενείς. Οι παπαγάλοι κατέχουν σημαντική συμβολική σημασία σε πολλές θρησκείες και πολιτισμούς. Σε πίνακες ζωγραφικής συχνά απεικονίζονταν με γυναίκες, και στη χριστιανική τέχνη ο παπαγάλος ενίοτε λειτούργησε και ως σύμβολο της Παναγίας. Συμβολίζει και άλλα πράγματα, όπως στην ελληνορθόδοξη εικόνα του μοναχού Αγίου Πορφυρίου, ο οποίος απεικονίζεται με έναν παπαγάλο στον ώμο του. Σ’ ένα γνωστό του πίνακα ο Jan Van Eyck απεικονίζει την Παναγία με τον Ιησού να κρατάει έναν πράσινο παπαγάλο. Οι παπαγάλοι έχουν εμφανιστεί και στις σελίδες λογοτεχνικών έργων και πιο πρόσφατα έχουν πρωταγωνιστήσει και σε ταινίες. Στην ψυχολογία, ο παπαγάλος έχει χρησιμοποιηθεί ως σύμβολο ή μεταφορά για διάφορες ιδέες. Στην ψυχολογία του Γιουνγκ, για παράδειγμα, ένας παπαγάλος μπορεί να αντιπροσωπεύει συμπεριφορές μιμητισμού και την έλλειψη μιας αληθινής ή αυθεντικής ταυτότητας. Ο παπαγάλος μπορεί να αντιπροσωπεύει τον φόβο του να μην είναι κανείς ο αληθινός του εαυτός, ή την υιοθέτηση των απόψεων, των πεποιθήσεων, των αφηγήσεων και των προσδοκιών των άλλων.
Στη γνωστική συμπεριφορική θεραπεία / CBT, η εικόνα ενός παπαγάλου στον ώμο κάποιου μπορεί να αντιπροσωπεύει τον εσωτερικό κριτή, σαν να έχει κανείς κυριολεκτικά κάποιον στον ώμο του να ψιθυρίζει επίμονα επικριτικές αξιολογήσεις και να κάνει αρνητική αυτοκριτική. Η Μεταφορά του Δηλητηριασμένου Παπαγάλου / Poisoned Parrot Metaphor είναι ένα εργαλείο για την επεξεργασία της αρνητικής αυτοκριτικής μέσω της γνωστικής αποσυγχώνευσης / cognitive defusion που είναι η διαδικασία αναγνώρισης ότι μια σκέψη είναι συχνά μια μη χρήσιμη εσωτερική φωνή ή αυτόματη εσωτερική φλυαρία, και αντί να την εκλάβουμε λανθασμένα ως την απόλυτη αλήθεια, απλώς την αναγνωρίζουμε και δημιουργούμε κάποια απόσταση από αυτήν. Στη συμπεριφορική ψυχολογία και στην εκπαίδευση, η μάθηση με παπαγαλία / learning parrot fashion υποδηλώνει μηχανική απομνημόνευση, μη βαθιά κατανόηση, ή την άσκοπη επανάληψη πραγμάτων που δεν κατανοούμε πραγματικά. Τέλος, στα οικογενειακά συστήματα ή στη σχεσιακή ψυχολογία, αντιπροσωπεύει το συναισθηματικό καθρέφτισμα, την απορρόφηση ή την εσωτερίκευση των συναισθηματικών καταστάσεων των άλλων, επειδή οι παπαγάλοι που ζουν με ανθρώπους, όντας ιδιαίτερα κοινωνικά, συναισθηματικά και ενσυναισθητικά πλάσματα, μπορούν να αντικατοπτρίζουν τη συναισθηματική κατάσταση του περιβάλλοντός τους και συχνά όταν είναι στρεσαρισμένοι μπορεί να καταφύγουν σε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές όπως το μάδημα των φτερών τους. Η Pepperberg γράφει ότι οι παπαγάλοι μπορούν να γίνουν αρκετά ψυχωτικοί και συχνά μαδάνε τα φτερά τους όταν είναι αγχωμένοι.
Πριν εμβαθύνω στο βιβλίο, θα διηγηθώ μια προσωπική εμπειρία. Πριν από δύο δεκαετίες, συμφώνησα να φροντίσω τα κατοικίδια πουλιά μιας καθηγήτριας που εργάζονταν στο σχολείο ξένων γλωσσών που είχα τότε. Η Μισέλ είχε έρθει στο νησί με τον Έλληνα αρραβωνιαστικό της, τον Κώστα, ο οποίος είχε δύο εξωτικά πουλιά, έναν Αφρικανικό γκρίζο παπαγάλο κι ένα άλλο μικρότερο πουλί. Επρόκειτο να παντρευτούν το καλοκαίρι μετά το τέλος της σχολικής χρονιάς και όταν ήρθε αυτή η στιγμή χρειάζονταν κάποιον να φροντίζει τα κατοικίδιά τους. Έτσι, ένα απόγευμα έφτασαν στην πόρτα μου με δύο κλουβιά και προμήθειες τροφής για πουλιά, και όλα πήγαιναν καλά μέχρι που έφυγαν και ένας απελπισμένος παπαγάλος άρχισε να φωνάζει το όνομα του ιδιοκτήτη του. Αυτό κράτησε κάνα δύο μέρες κι ήταν σπαρακτικό να βλέπει κανείς την ένταση της νοσταλγίας αυτού του μικρού πλάσματος. Ευτυχώς, δεν έχασε την όρεξή του, ούτε κι άρχισε να μαδά τα φτερά του, και σύντομα προσαρμόστηκε στη νέα κατάσταση. Σε μια προσπάθεια να καταπραΰνω αυτό που φαινόταν σαν άγχος αποχωρισμού, του μιλούσα συχνά και περνούσα όσο περισσότερο χρόνο μπορούσα στον ίδιο χώρο μαζί του. Σύντομα άρχισε να με εμπιστεύεται και με άφηνε να ξύνω το κεφάλι του και να του γαργαλάω τον λαιμό, κάτι που του άρεσε ιδιαίτερα, τόσο που απέκτησε τη συνήθεια να πιέζει το κεφαλάκι του στα κάγκελα του κλουβιού όλο και πιο συχνά. Ανταποκρινόμουν κάθε φορά που τον έβλεπα, ταυτόχρονα του ψιθύριζα γλυκόλογα, κυρίως «σ’ αγαπάω», και μετά από λίγες μέρες άρχισε κι αυτός να λέει «σ’ αγαπάω», ειδικά αφού πρώτα είχε πάρει τη δόση του από χάδια.
Του άρεσε επίσης να τσιμπολογάει τις άκρες των δακτύλων μας, εκδήλωνε προτιμήσεις και συναισθήματα, ειδικά ζήλια, όταν χάϊδευα τον σκύλο, για παράδειγμα. Έδειχνε τη δυσαρέσκειά του βγάζοντας κραυγές ή επαναλαμβάνοντας το όνομα του σκύλου με τσιριχτό τρόπο. Ωστόσο, όταν τους άφηνα μόνους, φώναζε το όνομά του σκύλου με πιο απαλό τόνο, έμοιαζε περισσότερο με τη δική μου φωνή, και ο σκύλος πλησίαζε και καθόταν δίπλα στο κλουβί του. Εκείνη την εποχή δεν είχα διαβάσει τίποτα για τις γνωστικές ικανότητες ή συναισθηματικές εκδηλώσεις των παπαγάλων, αλλά η εμπειρία μαζί του μου έδειξε ότι συνέβαινε κάτι περισσότερο από απλή μιμητική συμπεριφορά. Κατά τη διάρκεια των λίγων εβδομάδων που πέρασε μαζί μας, έμαθε λέξεις και σύντομες φράσεις, και το πιο συναρπαστικό από όλα ήταν το πώς μιμούνταν τους ήχους του πιάνου. Του άρεσε να ακούει μουσική και κάθε φορά που ο γιος μου καθόταν στο πιάνο να εξασκηθεί, τον συνόδευε παράγοντας παρόμοιους ήχους.
Όταν πλέον ήρθε η ώρα να επιστρέψει στους δικούς του, νιώσαμε λύπη, ιδιαίτερα εγώ, αλλά είμαστε και λίγο ανακουφισμένοι γιατί ο παπαγάλος είχε αποκτήσει τη συνήθεια να φωνάζει «σ’ αγαπάω» ή άλλα πράγματα, όλο και πιο νωρίς κάθε πρωί. Ίσως και να τον είχα κακομάθει λίγο, ανταποκρινόμενη στις συνεχώς αυξανόμενες εκκλήσεις του για προσοχή. Πιστεύαμε επίσης ότι θα χαιρόταν να επιστρέψει στους ιδιοκτήτες του, αλλά όταν η Μισέλ και εγώ μιλήσαμε ξανά, μου είπε ότι το πουλί φαινόταν κάπως θλιμμένο, δεν είχε όρεξη για φαγητό κι επαναλάμβανε όλα τα καινούρια πράγματα που είχε μάθει, και μάλιστα ακουγόταν σαν εμένα. Η Pepperberg αναφέρει ότι οι παπαγάλοι δεν μιλούν μόνο καθαρά, αλλά η ομιλία τους είναι σχεδόν πανομοιότυπη με αυτή των ιδιοκτητών τους και πώς ο Alex μιλούσε με τη δική της προφορά.
Το βιβλίο που θα παρουσιάσω σήμερα αφορά δυο πρωτοπόρους, έναν άνθρωπο και ένα πτηνό, οι οποίοι άνοιξαν ένα παράθυρο στον κρυφό κόσμο της νοημοσύνης των ζώων, και ιδιαίτερα των Αφρικανικών Γκρίζων παπαγάλων. Το βιβλίο της Pepperberg είναι ένα συγκινητικό αυτοβιογραφικό αφήγημα, στο οποίο αυτή διηγείται την ιστορία της σχέσης της με τον Alex, έναν Αφρικανικό Γκρίζο παπαγάλο, ο οποίος επέδειξε μια αξιοσημείωτη ικανότητα επικοινωνίας, κατανόησης σύνθετων ιδεών και έμαθε πάνω από εκατό λέξεις στη σχετικά σύντομη ζωή του. Επέδειξε γλωσσικές ικανότητες και δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων και ήταν ικανός για σκέψη και πρόθεση, πράγματα που προηγουμένως θεωρούνταν ότι αφορούσαν αποκλειστικά τους ανθρώπους. Πριν από την έρευνα και το έργο της Pepperberg, πίστευαν ότι τα πουλιά δεν είχαν δυνατότητες για γλώσσα και συνείδηση κι επικρατούσε η άποψη ότι οι παπαγάλοι δεν ήταν έξυπνοι, αλλά απλώς μιμούνταν τους ανθρώπινους ήχους καλύτερα από άλλα πουλιά. Ωστόσο, η Pepperberg και οι βοηθοί και μαθητές της απέδειξαν ότι παρόλο που ένας Αφρικανικός γκρίζος παπαγάλος έχει έναν εγκέφαλο στο μέγεθος ενός καρυδιού χωρίς το κέλυφος, έχει αναπτυγμένες γνωστικές, μαθηματικές και συναισθηματικές ικανότητες, παρόμοιες με εκείνες των πρωτευόντων θηλαστικών ή των εξάχρονων παιδιών, κάτι που δεν είναι μικρό επίτευγμα για έναν τόσο μικρό εγκέφαλο. Οι γκρίζοι παπαγάλοι έχουν τη δυνατότητα να μαθαίνουν εκατοντάδες λέξεις, να κατανοούν έννοιες όπως αριθμοί, χρώματα, σχήματα, μέγεθος και το μηδέν, και μπορούν να εκδηλώνουν συναισθηματικές αντιδράσεις όπως χαρά, φόβο, θλίψη, ενσυναίσθηση, ευερεθιστότητα, ζήλια και ούτω καθεξής.
Η Pepperberg ξεκινά την αφήγησή της από το τέλος με τον πρόωρο θάνατο του Alex, ο οποίος πέθανε σε ηλικία 31 ετών [οι Αφρικανικοί γκρίζοι παπαγάλοι μπορούν να ζήσουν έως και 60 χρόνια σε αιχμαλωσία]. Το βράδυ πριν πεθάνει ο Alex, όταν ήρθε η ώρα για την Pepperberg να φύγει από το εργαστήρι, αντάλλαξαν τις συνηθισμένες φράσεις αποχαιρετισμού.
Ο Alex της είπε: «Να είσαι καλά. Σ’ αγαπώ»,
«Κι εγώ σ’ αγαπώ», απάντησε αυτή.
«Θα έρθεις αύριο;» είπε ο Alex.
«Ναι», είπε αυτή, «θα έρθω αύριο».
Ο θάνατός του Alex έφερε μεγάλη προσοχή από τα μέσα ενημέρωσης και χείμαρρους μηνυμάτων και επιστολών από ανθρώπους από όλα τα κοινωνικά στρώματα, καθώς και τη δική της συνειδητοποίηση του πόσο βαθύς ήταν ο δεσμός και η αγάπη της για τον Alex. Γράφει: «το αίσθημα απώλειας, θλίψης και εγκατάλειψης που ράγισε βαθιά την καρδιά και την ψυχή μου με το θάνατο του συναδέλφου μου, βάρους μιας λίβρας, και φίλου μου για τρεις δεκαετίες, ήταν σε βαθμό και ένταση που δεν είχα ποτέ προβλέψει, ούτε μπορούσα να φανταστώ… Δεν έχω νιώσει ποτέ τέτοιο πόνο ούτε έχω χύσει περισσότερα δάκρυα…».
Στη συνέχεια η Pepperberg μας πηγαίνει πίσω στο χρόνο και στην παιδική της ηλικία. Ήταν μοναχοπαίδι και ζούσε με τους γονείς της, Αμερικανούς πρώτης γενιάς. Και οι δύο γονείς της είχαν περάσει σοβαρές στερήσεις μεγαλώνοντας κι ο πατέρας της είχε βιώσει τραύματα πολέμου. Η μητέρα της, γράφει, ήταν μάλλον απόμακρη και αγανακτισμένη που είχε εγκαταλείψει την εργασία της για να γίνει νοικοκυρά. Ο πατέρας της δίδασκε στο δημοτικό σχολείο κατά τη διάρκεια της ημέρας, σπούδαζε χάρη σ’ ένα νομοσχέδιο για ένα μεταπτυχιακό το βράδυ, και φρόντιζε την άρρωστη μητέρα του, πράγμα που σήμαινε ότι δεν τον έβλεπε πολύ. Περνούσε τον λίγο ελεύθερο χρόνο του σμιλεύοντας πήλινες φιγούρες και πρόσωπα και φροντίζοντας τα λουλούδια που καλλιεργούσε μέσα σε κουτιά και γλάστρες. Δεν υπήρχαν άλλα παιδιά στη γειτονιά τους στο Μπρούκλιν, κι έτσι περνούσε πολύ χρόνο μόνη της κι ένιωθε λίγο αδέξια κοινωνικά. Όντας ιδιαίτερα έξυπνη, είχε επίσης παραλείψει μερικές τάξεις, αλλά το να περιβάλλεται από μεγαλύτερα παιδιά την έκανε να νιώθει ακόμα πιο αδέξια κοινωνικά. Η πρώτη της συνάντηση με πουλιά έγινε στην ηλικία των τεσσάρων ετών, όταν ο μπαμπάς της έφερε ένα μωρό παπαγαλάκι, ως έκπληξη δώρο για να της κάνει παρέα. Αργότερα, όταν μετακόμισαν, ο μπαμπάς της τοποθέτησε μια ταΐστρα πουλιών, ώστε να μπορούν να παρατείνουν την παρατήρηση πουλιών για το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. Περιγράφει πώς τα πουλιά έγιναν οι σύντροφοί της στο παιχνίδι. Ένα από τα διάφορα κατοικίδια πουλιά της απολάμβανε να κάθεται στο καρότσι της γραφομηχανής ενώ εκείνη χτυπούσε τα πλήκτρα, «τιναζόμενο ασταθώς με κάθε χτύπημα του σφυριού», ένα άλλο παιχνίδι που έπαιζε μαζί του ήταν να τακτοποιεί και να ανακατεύει τη συλλογή κουμπιών της μητέρας της.
Καθώς μεγάλωνε, πίστευε ότι θα ακολουθούσε καριέρα στις βιολογικές επιστήμες. Ο πατέρας της την είχε σίγουρα ενθαρρύνει προς αυτή την κατεύθυνση λόγω των δικών του ενδιαφερόντων και των δικών του ονείρων να γίνει βιοχημικός, κάτι που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ λόγω της Μεγάλης Ύφεσης και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ωστόσο, εκείνη είχε κολλήσει με τη χημεία. Της συνέστησαν να υποβάλει αίτηση στο MIT και έγινε δεκτή στην ηλικία των δεκαέξι ετών, κάτι που έφερε τις δικές του δυσκολίες όσον αφορά την κατανόηση του πώς να ζει μακριά από το σπίτι και πώς να διεξάγει μια κοινωνική ζωή. Σε αυτό το ακαδημαϊκό περιβάλλον υψηλής πίεσης, ο Charlie Bird ήταν η συντροφιά και παρηγοριά της. Στο MIT γοητεύτηκε όχι μόνο από τη θεωρητική χημεία, αλλά και από τον David, έναν μεταπτυχιακό φοιτητή, ο οποίος αργότερα έγινε σύζυγός της.
Η Pepperberg καταγράφει επίσης τα γεγονότα που την οδήγησαν από μια ακαδημαϊκή ζωή στη θεωρητική χημεία σε μια καριέρα στην έρευνα επικοινωνίας των ζώων. Μετά το MIT, υπέβαλε αίτηση κι έγινε δεκτή στο Harvard για να κάνει θεωρητική χημεία, ένα περιβάλλον υπερβολικά ανδροκρατούμενο εκείνη την εποχή. Αρραβωνιάστηκε επίσης τον David. Αντιμετώπισαν οικονομικές δυσκολίες, οι οποίες επιδεινώθηκαν όταν το σπίτι στο οποίο ζούσαν με όλα τα υπάρχοντά τους κάηκε και βρέθηκαν άστεγοι και χωρίς υπάρχοντα. Ευτυχώς, ο μεταδιδακτορικός σύμβουλος του Ντέιβιντ τους φιλοξένησε στο σπίτι του σε αντάλλαγμα για τη βοήθειά τους με τις δουλειές του σπιτιού και τη φροντίδα των δύο γιων του. Ήταν εκεί, κι ενώ παρακολουθούσαν ντοκιμαντέρ και άλλα εκπαιδευτικά προγράμματα, που άνοιξε ένας νέος κόσμος για αυτήν. Υπήρχε το έργο της Τζέιν Γκούντολ, Ευρωπαίοι ερευνητές είχαν κερδίσει το βραβείο Νόμπελ για τις μελέτες τους σε κάποια πτυχή της συμπεριφοράς των ζώων, και οι βιολόγοι είχαν αρχίσει ν’ ασχολούνται με την νοημοσύνη και τη σκέψη των ζώων. Εκείνη την περίοδο η Pepperberg συνειδητοποίησε ότι ήταν «έτοιμη να αφήσει στην άκρη χρόνια πανεπιστημιακής εργασίας, βαθιάς αφοσίωσης και προσπάθειας στη μελέτη της χημείας ως επαγγελματικής πορείας, και να ξεκινήσει ένα εγχείρημα για το οποίο είχε ελάχιστες γνώσεις και καμία εκπαίδευση».
Ένας καθηγητής στο τμήμα βιολογίας του Χάρβαρντ, γράφει, κατάφερε να την προσανατολίσει και έτσι έμαθε για το πρωτοποριακό έργο σχετικά με την επικοινωνία ανθρώπου-χιμπατζή. Συνειδητοποίησε ότι κανείς δεν δούλευε με πουλιά και ότι θα ήταν επίσης ευκολότερο επειδή μπορούσαν να μάθουν ομιλία, ειδικότερα ο Αφρικανικός γκρίζος παπαγάλος, ο οποίος μάθαινε πιο εύκολα και ήταν ο πιο καθαρός ομιλητής. Η Pepperberg εξηγεί ότι εκείνη την εποχή το δόγμα που επικρατούσε στην ψυχολογία, γνωστό ως συμπεριφορισμός, θεωρούσε τα ζώα ως αυτόματα, με μικρή ή καθόλου ικανότητα για μάθηση ή σκέψη, και η βιολογία κυριαρχούταν από θεωρίες που ισχυρίζονταν ότι μεγάλο μέρος της συμπεριφοράς των ζώων ήταν έμφυτα προγραμματισμένο. Αλλά αυτό, μας λέει, ήταν αντίθετο με το ένστικτό της και την κοινή λογική, κι ένιωθε ότι ήταν προφανές ότι τόσο η επικοινωνία όσο και η εκμάθηση επικοινωνίας είναι μια κοινωνική διαδικασία. Εκείνη την εποχή, έπεσε πάνω σε μια εργασία του Γερμανού ηθολόγου Dietmar Todt σχετικά με αυτό που ο ίδιος ονόμαζε model /rival program of training (πρότυπο/ανταγωνιστικό πρόγραμμα εκπαίδευσης), όπου αντί ένα ζώο να έχει έναν εκπαιδευτή, έχει δύο, και ο εκπαιδευτής Β είναι το «πρότυπο» για το ζώο-υποκείμενο και ο «ανταγωνιστής» του για την προσοχή του εκπαιδευτή Α.
Αυτό είναι το μοντέλο που η Pepperberg προσάρμοσε για να εργαστεί με τον Alex, κι η τεχνική που αποδείχθηκε ως πιο αποτελεσματική. Η ιδέα ήταν ότι θα μάθαινε σε ένα κοινωνικό πλαίσιο. Αυτή και ο/η βοηθός της ρωτούσαν ο ένας τον άλλον σχετικά με τη λέξη που αντιστοιχούσε σε ένα αντικείμενο, με τον Alex να παρατηρεί. Μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες, γράφει, από την έναρξη της εκπαίδευσης, «ο Alex χρησιμοποιούσε αναμφισβήτητα φωνητικές ετικέτες (λέξεις) για να αναγνωρίσει συγκεκριμένα αντικείμενα. Δεν μιμούνταν απλώς». Η πρώτη λέξη που κατάλαβε ήταν το χαρτί επειδή του άρεσε να μασάει χαρτί και συχνά του έδιναν κομμάτια να μασήσει. Σύντομα ο Alex μπορούσε να αναγνωρίσει αντικείμενα που είχε εκπαιδευτεί να ονομάζει όπως ξύλο, δέρμα και κλειδί, και με τα χρόνια έμαθε να αναγνωρίζει πάνω από εκατό λέξεις. Έμαθε να ονομάζει τα χρώματα, αλλά ίσως ενδιαφερόταν λιγότερο γι’ αυτά, σημειώνει η Pepperberg, επειδή όλα είχαν την ίδια γεύση, ενώ τα διαφορετικά αντικείμενα είχαν διαφορετικές γεύσεις και υφές. Μέσα από ανέκδοτες ιστορίες, η Pepperberg περιγράφει την επίδειξη μιας ποικιλίας ικανοτήτων και την συνεχή απόκτηση νέας μάθησης. Για παράδειγμα, ήταν σε θέση να αναγνωρίζει και να ονομάζει σωστά συνδυασμούς νέων αντικειμένων και χρωμάτων, κάτι που στη γλωσσολογία είναι γνωστό ως segmentation/ τμηματοποίηση, που σημαίνει ότι ήταν σε θέση να αποσυναρμολογήσει κομμάτια δύο φράσεων και να τα επανασυναρμολογήσει κατάλληλα. Ο Ελβετός ψυχολόγος Jean Piaget είχε υποστηρίξει ότι όταν τα παιδιά μαθαίνουν κάτι καινούργιο, χρειάζονται χρόνο για την αφομοίωση του πριν το χρησιμοποιήσουν με ευκολία. Μόλις λοιπόν άρχισαν να καταγράφουν τη μοναχική βραδινή φλυαρία του Alex, ανακάλυψαν ότι κι ο Alex συχνά «εξασκούνταν» μόνος του με νεοαποκτηθείσες λέξεις μέχρι να φτάσει στην τελειότητα, παρόλο που νωρίτερα μέσα στην ημέρα είχε αποτύχει εντελώς να πει κάποια νέα λέξη.
Η κατανόηση εννοιών, όπως η «ύλη» ή το υλικό, το χρώμα και το σχήμα, λέει η Pepperberg, αποτελεί υψηλότερο επίπεδο νόησης, και ότι ήταν άλλο πράγμα για τον Alex να αναγνωρίζει ένα αντικείμενο και να πει «ξύλο τεσσάρων γωνιών», για παράδειγμα, αλλά εντελώς διαφορετικό για αυτόν να δει ένα κομμάτι κόκκινου δέρματος τεσσάρων γωνιών και να απαντήσει σωστά σε ξεχωριστές ερωτήσεις όπως «Τι χρώμα;» ή «Τι σχήμα;», επειδή αυτό απαιτούσε από τον Alex να κατανοήσει την έννοια του χρώματος και του σχήματος ως κατηγορίες. Μια άλλη ικανότητα που επέδειξε σε κάποιο σημείο ήταν ο συνδυασμός επιμέρους τμημάτων δύο λέξεων για να σχηματίσει μια νέα λέξη (blending). Ο Alex είχε μάθει μόνος του τις λέξεις σταφύλι, μπανάνα και κεράσι, επειδή ονομάζανε όλα όσα τον τάιζαν. Το «μήλο» επρόκειτο να είναι η τέταρτη ετικέτα φρούτου, αλλά ο Alex αρνιόταν πεισματικά να πει μήλο. Στη συνέχεια, γράφει η Pepperberg, «στα μέσα Μαρτίου του 1985, κοίταξε το μήλο αρκετά προσεκτικά, με κοίταξε και είπε «Banerry». Τελικά κατάλαβαν ότι είχε συνδυάσει τις λέξεις ban (από banana / μπανάνα) και erry (από cherry / κεράσι), πιθανώς επειδή είχε λίγο γεύση μπανάνας και έμοιαζε με ένα μεγάλο κόκκινο κεράσι.
Ο Alex ήταν επίσης ικανός να κατανοήσει την έννοια του ίδιου και του διαφορετικού, κάτι που είναι αρκετά περίπλοκο από γνωστική άποψη. Η Pepperberg λέει ότι ο David Premack είχε ήδη δοκιμάσει με χιμπατζήδες, αλλά το μόνο που έπρεπε να κάνει το ζώο ήταν να υποδείξει αν δύο αντικείμενα ήταν ίδια ή διαφορετικά. Ωστόσο, ο Alex προχώρησε ένα βήμα παραπέρα στις δοκιμές τους, επειδή ήταν σε θέση πει ακριβώς τι ήταν ίδιο ή διαφορετικό: το χρώμα, το σχήμα ή το υλικό. Μετά από αυτό προχώρησαν σε σχετικές έννοιες, όπως η διαφορά μεγέθους, και ο Alex το κατάλαβε και αυτό. Εργάστηκαν πάνω στη μονιμότητα των αντικειμένων: την κατανόηση ότι ένα αντικείμενο συνεχίζει να υπάρχει ακόμα και όταν είναι κρυμμένο, μια ικανότητα που αναπτύσσεται σταδιακά στα παιδιά κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους, κι ο Alex είχε καλή κατανόηση και αυτού, και μάλιστα διασκέδαζε με τις διαδικασίες των τεστ. Υπάρχει επίσης μια ενδιαφέρουσα ιστορία για την εμπειρία του Alex με τον καθρέφτη και πώς έμαθε το γκρι χρώμα.
Δούλεψαν πάνω στα φωνήματα, τους μεμονωμένους ήχους που αποτελούν μια ολοκληρωμένη λέξη, εκπαιδεύοντας τον Alex να προφέρει φωνήματα, όχι επειδή ήθελε να τον μάθει να διαβάζει, αλλά για να δει αν καταλάβαινε ότι οι ετικέτες/λέξεις αποτελούνται από ήχους που μπορούν να συνδυαστούν με διαφορετικούς τρόπους για να σχηματίσουν νέες λέξεις, και ο Alex «πράγματι κατάλαβε ότι οι λέξεις αποτελούνται από υπομονάδες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν με διαφορετικούς τρόπους». Έπρεπε να το αποδείξουν επιστημονικά, οπότε ακολούθησαν τον συνηθισμένο τους τρόπο: «Τι χρώμα είναι το ‘ch’ / τς;» και «Ποιος ήχος είναι το μοβ;» Ωστόσο, ο Alex, γράφει η Pepperberg «ξεπέρασε το σημείο που βρίσκονταν με την εκπαίδευσή του, η οποία ήταν τα μεμονωμένα φωνήματα» και πρόφερε τα μέρη μιας ολοκληρωμένης λέξης. Εργάστηκε επίσης με τον Alex στην αναγνώριση και κατανόηση των αριθμών και της πρόσθεσης. Ο Alex μπορούσε πράγματι να προσθέσει, αλλά μπορούσε επίσης να κατανοήσει την έννοια του μηδέν, την οποία η Pepperberg ισχυρίζεται ότι είναι «μια εξαιρετικά αφηρημένη έννοια. Η λέξη για το μηδέν εισήλθε στη δυτική κουλτούρα μόνο τον 17ο αιώνα». Επιπλέον, η χρήση του «none» / κανένα από τον Alex σε μια περίπτωση ήταν εξ ολοκλήρου δική του επινόηση. Κατανόησε επίσης τη λέξη ξύλο με καμία γωνία για τον κύκλο. Και όταν ήρθε η ώρα για αυτό που ονομάζεται ισοδυναμία, με άλλα λόγια, να κατανοήσει ότι μια καμπύλη που είναι ο αριθμός πέντε ή έξι, λόγου χάρη, αντιπροσωπεύει πέντε ή έξι πράγματα, το κατάλαβε μόνος του, χωρίς προηγούμενη εκπαίδευση.
Το 2005, ο Pepperberg συνεργάστηκε με τον Patrick Cavanagh, καθηγητή ψυχολογίας στο Χάρβαρντ, για να διερευνήσουν αν ο Alex βλέπει κυριολεκτικά τον κόσμο όπως οι άνθρωποι και αν ο εγκέφαλός του βιώνει τις οπτικές ψευδαισθήσεις όπως οι δικοί μας εγκέφαλοι. Η Pepperberg συνεργάστηκε επίσης με τη Linda Schinke-Llano, ειδική στην εκμάθηση δεύτερης γλώσσας στους ανθρώπους, εξετάζοντας πώς η εκμάθηση αγγλικών λέξεων από τον Alex έριχνε φως σε αυτή τη διαδικασία. Διερεύνησε επίσης ερωτήματα όπως το πώς ο Alex παρήγαγε ήχους που μοιάζουν με λέξεις όταν η ανατομία του είναι τόσο διαφορετική από τους ανθρώπους στην φωνητική οδό, τη γλώσσα, την κατοχή ράμφους και την απουσία χειλιών. Χρησιμοποιήθηκε ειδικός εξοπλισμός για την καταγραφή και ανάλυση των ήχων που έκανε όταν απαντούσε στις ερωτήσεις μας, και τα υπερηχογραφήματα των φωνητικών εκφωνήσεων του Alex έμοιαζαν πολύ με αυτά που παρήγαγε η ίδια, δείχνοντας ότι η ανθρώπινη ομιλία δεν είναι τόσο μοναδική όσο θεωρούνταν εδώ και καιρό, και εγείροντας επίσης ερωτήματα σχετικά με τη φύση της γλώσσας και πώς εξελίχθηκε σε αυτό που είναι στους ανθρώπους.
Μέσα από πολλές ανέκδοτες ιστορίες, η Pepperberg περιγράφει επίσης την προσωπικότητα του αγαπημένου της φτερωτού συναδέλφου και την επίδειξη συναισθημάτων και προθέσεων. Του Alex του άρεσε να χορεύει, έκανε αστεία σε αυτήν και σε άλλους, και ήταν παιχνιδιάρης και στοργικός, αλλά ήταν επίσης αυταρχικός και απαιτητικός, αν δεν ανταμειβόταν άμεσα, και κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους που ήταν μαζί, είχε διάφορους τρόπους να εκφράζει δυσαρέσκεια ή κάποιου είδους αρνητικότητα, κι όταν κατέκτησε μια λειτουργική χρήση του «όχι», το χρησιμοποιούσε για να πετύχει το δικό του. Αν για παράδειγμα ο Alex έλεγε «Θέλω σταφύλι» και του δινόταν ένα άλλο φρούτο, το έφτυνε και επαναλάμβανε επίμονα «Θέλω σταφύλι» μέχρι να του δοθεί. Επίσης, βαριόταν και εκνευριζόταν όταν του ζητούσαν να επαναλάβει πράγματα κατά τη διάρκεια πειραμάτων, κάτι που είναι αναμενόμενο, επειδή «η επιστήμη χρειάζεται δοκιμές ξανά και ξανά – στην πραγματικότητα, μερικές φορές εξήντα ή και περισσότερες φορές, πριν η απάντηση αποκτήσει στατιστική νομιμότητα και πριν οι επιστήμονες πάρουν κάποιον στα σοβαρά».
Κάποτε, όταν η Pepperberg του φώναξε για κάτι, εκείνος τρόμαξε λίγο, την κοίταξε και είπε «Λυπάμαι… λυπάμαι», κάτι που προφανώς είχε μάθει από αυτήν όταν αυτή είχε προηγουμένως ζητήσει συγγνώμη από αυτόν ή από άλλους. Βέβαια θέτει το ερώτημα αν ο παπαγάλος μπορούσε να νιώσει τύψεις ή αν ήταν απλώς ένας τρόπος εκτόνωσης του θυμού της, αλλά σε κάθε περίπτωση, εξακολουθεί να είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος επικοινωνίας. Ο Alex μάθαινε πολύ περισσότερες φράσεις απλά παρατηρώντας τους άλλους χωρίς να τις έχει διδαχθεί, τις οποίες χρησιμοποιούσε κατάλληλα, όπως όταν της είπε ένα βράδυ, όταν ήταν ιδιαίτερα αναστατωμένη και στενοχωρημένη μετά από μια συνάντηση εργασίας, «να ηρεμήσει». Κάποια στιγμή, η Pepperberg αφηγείται μια συγκινητική ιστορία όταν ο Alex έπρεπε να μείνει στο νοσοκομείο για λίγο. Κάθε μέρα, όταν τον επισκεπτόταν, της έλεγε «Έλα εδώ. Θέλω να γυρίσω πίσω», «Δώσε προσοχή. Έλα εδώ. Θέλω να γυρίσω πίσω!». Στον Alex άρεσε επίσης να περνάει χρόνο μόνος του στους δικούς του χώρους, είχε τις δικές του καθημερινές δραστηριότητες, παιχνίδια με τα οποία έπαιζε και πράγματα που του άρεσε να κάνει. Για παράδειγμα, του άρεσε να πηγαίνει μια μικρή εκδρομή σε ένα δωμάτιο κοντά στο εργαστήρι τους για να κοιτάζει ένα δέντρο και να παρατηρεί τα πουλιά. Τουλάχιστον δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα, μας λέει η Pepperberg, ο Alex έλεγε «Πάμε να δω δέντρο».
Ο Alex επιδείκνυε επίσης κτητικότητα και ζήλια για την προσοχή της προς άλλους παπαγάλους και ανθρώπους, και φυσικά μπορούσε να είναι ανταγωνιστικός και να υπερασπίζεται το χώρο του. Η Pepperberg γράφει ότι αυτά τα χαρακτηριστικά είναι φυσικά στους Γκρίζους, «ειδικά στα κυρίαρχα πουλιά, όπως αναμφισβήτητα ήταν ο Alex…», κι ότι «Μόλις ο Alex έμαθε πώς να ονομάζει αντικείμενα και να ζητάει πράγματα, απολάμβανε τον έλεγχο που του έδινε αυτό πάνω στο περιβάλλον του, την ικανότητα να χειραγωγεί τους ανθρώπους γύρω του…». Και παρόλο που αρχικά ήταν διστακτικός απέναντι σε ξένους, έμαθε ότι ζητώντας πράγματα είχε τον έλεγχο του περιβάλλοντός του, απλώς επειδή όταν ζητούσε πράγματα του δίνονταν και αυτό του άρεσε. Κατά τη διάρκεια ενός πειράματος, η Pepperberg συνειδητοποίησε περαιτέρω ότι ενώ το νεότερο πουλί βασιζόταν στην εγγενή νοημοσύνη του είδους του για να πάρει το καρύδι που ήθελε, κι έτσι τραβούσε το σπάγκο για να το φέρει πιο κοντά, ο Alex, αντίθετα, βασιζόμενος στο δικαίωμά του, αρνιόταν να τραβήξει το σπάγκο και ζητούσε επίμονα αυτό που ήθελε, περιμένοντας να το πάρει.
Περιγράφει την εισαγωγή άλλων νεαρών παπαγάλων στο εργαστήρι και πώς η αυταρχική προσωπικότητα του Alex κατά καιρούς εμπόδιζε την εκπαίδευση ή τις πειραματικές διαδικασίες. Ο Alex άλλοτε φώναζε αμέσως τη σωστή απάντηση σε μια ερώτηση ενώ οι Άλο και Κίο προσπαθούσαν, κι άλλοτε τους επέπληττε: «Κάνεις λάθος». Δουλεύοντας με αυτά τα δύο πουλιά, η Pepperberg συνειδητοποίησε ότι και τα πουλιά, όπως και οι άνθρωποι, έχουν ψυχολογικό βάρος ανάλογα με το τι έχουν βιώσει με προηγούμενους ιδιοκτήτες τους, κι επίσης ότι το ένα από τα δύο πουλιά εμφάνιζε μια εκδοχή ΔΕΠΥ. Αυτό την οδήγησε στην απόφασή της να πάρει ένα νεαρό πουλί, να το μεγαλώσει κυριολεκτικά, αλλά η ανατροφή αυτού του μικρού πουλιού, λέει, δεν έμοιαζε με καμία άλλη εμπειρία που είχε ποτέ με πουλιά, επειδή έπρεπε να είναι το υποκατάστατο της μητέρας του. Όλα τα παπαγαλάκια που είχε ως παιδί είχαν ξεπεταχτεί και απογαλακτιστεί, αλλά τώρα έπρεπε να ταΐζουν τον Griffin / Γκρίφιν με το χέρι αρκετές φορές την ημέρα και να τον κουβαλούν μαζί τους τον περισσότερο καιρό, επειδή χρειαζόταν τη ζεστασιά τους κι εξαρτιόταν απόλυτα από αυτήν και τους βοηθούς της για να επιβιώσει. Τα σχέδιά της να πάρει ο Alex τον ρόλο του γονέα και δάσκαλο του Γκρίφιν λειτούργησαν μόνο μέχρι ενός σημείου, και ο Γκρίφιν συνήθως μάθαινε πιο αποτελεσματικά όταν είχε δύο ανθρώπινους δασκάλους αντί για έναν άνθρωπο και τον Αlex, ο οποίος συχνά έδινε τη σωστή απάντηση όταν ο Γκρίφιν δίσταζε λίγο, του έλεγε «Πες καλύτερα» όταν έλεγε το σωστό ή απλώς τον μπέρδευε ξεφουρνίζοντας μια λίστα από λάθος απαντήσεις.
Το βιβλίο παρακολουθεί το ταξίδι τους με όλα τα θετικά αλλά και τα πολύ δύσκολα.
Η Pepperberg και ο Alex έμειναν μαζί παρά τις πολλές δυσκολίες για πολλά χρόνια: πολλές ώρες εργασίας, οικονομικές θυσίες και ανασφάλεια, απογοητεύσεις, νομαδική ζωή, μετακόμιση από το ένα πανεπιστήμιο ή εργαστήριο στο άλλο, προσπάθεια αναγνώρισης και χρηματοδότησης για έρευνα, ελπίδα εύρεσης μόνιμης στέγης και για τους δυο, αγώνας για να κερδίσει την αποδοχή αυτού που για πολλά χρόνια θεωρούνταν αντισυμβατική μελέτη, αλλά και για να επιβιώσει από ανταγωνισμούς και μάχες στον ακαδημαϊκό κόσμο, την ασθένεια του Alex και την ανάγκη οργάνωσης μιας καμπάνιας συγκέντρωσης χρημάτων για να βοηθήσει με το κόστος της θεραπείας του, μια περίοδο χωρίς δουλειά και χωρίς χώρο για να στεγάσει τα πουλιά, και προκαταλήψεις. Το θέμα της γλώσσας, σχολιάζει, ήταν πάντα ένα αμφιλεγόμενο θέμα, επιστημονικά και συναισθηματικά, τόσο για ορισμένους επιστήμονες όσο και για απλούς πολίτες, επειδή η ομιλούμενη γλώσσα θεωρούνταν από καιρό ιερή και ως κάτι αποκλειστικά ανθρώπινο, ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό που διαφοροποιούσε τους ανθρώπους από όλα τα άλλα πλάσματα. Επίσης, όπως σχολιάζει, βρισκόταν «έξω από τη ζώνη άνεσης της κυρίαρχης επιστήμης, πολύ αιχμηρή στα ερωτήματα που έθετα [ε], αδύνατο να ενταχτώ [εί] σε εύκολες κατηγορίες…» επειδή, παρόλο που ασχολούνταν με την ψυχολογία, τη γλωσσολογία, την ανθρωπολογία και τη συμπεριφορά των ζώων, δεν μπορούσε να ενταχθεί σε καμία από αυτές.
Το 1991 έγινε αναπληρώτρια καθηγήτρια στην Αριζόνα. Γράφει ότι ήταν η πρώτη «πραγματική δουλειά» της ασυνήθιστης καριέρας της και η πρώτη ευκαιρία για ασφάλεια που της παρείχε αυτή η θητεία. Ερωτεύτηκε το μέρος και αγόρασε κι ένα σπίτι σε μια αγροτική περιοχή έξω από την πόλη. Το 1991, η Pepperberg ίδρυσε επίσης το Ίδρυμα Alex, έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό για να συγκεντρώσει χρήματα για να υποστηρίξει όλο αυτό το έργο και για να γνωστοποιήσει τα ευρήματα της σε ένα ευρύτερο κοινό. Δημοσίευσε επίσης το βιβλίο The Alex Studies, από τις εκδόσεις του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ. Στο τέλος αυτής της δεκαετίας έλαβε πρόσκληση από το ερευνητικό εργαστήριο του MIT, επειδή εκείνη την εποχή αρκετοί άνθρωποι εκεί μελετούσαν τους υπολογιστές ως συστήματα μάθησης κι ήλπιζαν να χρησιμοποιήσουν τις μελέτες της με τους παπαγάλους ως μοντέλα. Μετά από έναν επώδυνο χωρισμό από τον Alex και τον Griffin, κάτι που ήταν αρκετά δύσκολο για τον Alex, τον πρώτο χρόνο που προσκλήθηκε να εργαστεί για το ερευνητικό εργαστήριο του MIT, ο Alex και ο Griffin επιτέλους έφτασαν στο Media Lab το φθινόπωρο του 2000.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, είχε πολλούς πόρους για να μελετήσει τους τρόπους με τους οποίους η τεχνολογία θα μπορούσε να κρατήσει τους οικόσιτους παπαγάλους χαρούμενους και σε νοητική διέγερση κατά τις ώρες που οι ιδιοκτήτες τους ήταν στη δουλειά, προκειμένου να αποφύγουν το άγχος. Όπως το θέτει η ίδια, «Είναι σαν να βάζεις ένα τετράχρονο παιδί σε ένα παρκοκρέβατο το πρωί και να το αφήνεις εκεί όλη μέρα μόνο του». Επίσης, οι παπαγάλοι δεν έχουν εξημερωθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια, όπως οι γάτες ή οι σκύλοι, είναι άγρια ζώα και όταν συρρικνώνουμε τον κόσμο τους στο μέγεθος ενός κλουβιού ή ακόμα κι ενός δωματίου, στρεσάρονται υπερβολικά και συχνά εμφανίζουν αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές. Μέρος της δουλειάς της ήταν να ερευνήσει εάν οι τρεις παπαγάλοι, ο Alex, ο Griffin και ο Wart που ανήκε στο εργαστήριο του MIT, θα αλληλεπιδρούσαν με συσκευές κι αν θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να επιλέξουν μεταξύ λειτουργιών όπως εικόνες, βίντεο, μουσική ή παιχνίδια, χρησιμοποιώντας ένα joystick. Ο Wart έγινε αρκετά ικανός στην αναζήτηση όλων των διαθέσιμων επιλογών, όπως και ο Alex, ο οποίος ενώ έδειχνε ελάχιστο ενδιαφέρον για τις εικόνες, αγαπούσε ιδιαίτερα τη μουσική και σφύριζε τους σκοπούς που άκουγε, όμως ο Griffin έδειξε ελάχιστο ενδιαφέρον.
Αυτό το αυτοβιογραφικό βιβλίο αντικατοπτρίζει το ταξίδι της με τον Alex, για τρεις δεκαετίες και περιέχει την αγάπη, την απώλεια, τη θλίψη, την ανασφάλεια, τα επιτεύγματα, την αναγνώριση και τη γνώση ότι ο κόσμος κατοικείται από σκεπτόμενα πλάσματα και ότι τα ζώα είναι κάτι πολύ περισσότερο από τα άβουλα αυτόματα που η κυρίαρχη επιστήμη τα θεωρούσε για τόσο καιρό. Η Pepperberg γράφει: «Ένας απέραντος κόσμος ζωικής νόησης υπάρχει εκεί έξω, όχι μόνο στους Αφρικανικούς γκρίζους παπαγάλους αλλά και σε άλλα πλάσματα. Είναι ένας κόσμος σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτος από την επιστήμη». Διερευνά επίσης τις φιλοσοφικές επιπτώσεις της αναγνώρισης της νοημοσύνης στα μη ανθρώπινα ζώα και της αλληλεξαρτώμενης ύπαρξης κάθε μορφής ζωής στον πλανήτη, και το πώς η δική της πρωτοποριακή έρευνα και η έρευνα άλλων σχετικά με τις νοητικές ικανότητες των πτηνών και των μη ανθρώπινων ζώων έχουν αμφισβητήσει μακροχρόνιες υποθέσεις σχετικά με τη νόηση των ζώων. Αφηγείται τα μαθήματα που της δίδαξε ο Alex όλα αυτά τα χρόνια. Της έδειξε ότι ο μικρός του εγκέφαλος ήταν συνειδητός με κάποιο τρόπο, δηλαδή ικανός για πρόθεση. Της δίδαξε επίσης ότι οι άνθρωποι είναι μέρος της φύσης, όχι ξεχωριστοί από τη φύση, μια έννοια που μας έχει δώσει την άδεια να καταστρέφουμε ή να εκμεταλλευόμαστε κάθε πτυχή του φυσικού κόσμου χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τις συνέπειες για τις μελλοντικές γενιές ή τα άλλα είδη. Προς το τέλος του βιβλίου γράφει: «Η ξαφνική, απροσδόκητη αναχώρηση του Alex με άφησε έκπληκτη για τα επιτεύγματά του και με έκανε να αναρωτιέμαι τι άλλο θα είχε κατορθώσει αν είχε μείνει στη ζωή. Έφυγε στο απόγειο των δυνάμεών του…… Πράγματι, μας είχε δώσει μια γεύση από έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο που υπήρχε πάντα αλλά παρέμενε πέρα από το οπτικό μας πεδίο: τον κόσμο της νοημοσύνης των ζώων».