Ένας άδικος θάνατος και διάφορα επίπεδα συστημικής παθολογίας
«Σε έναν κόσμο που επιδιώκει να μετατρέψει τους πάντες και κάθε έμβιο ον σε αντικείμενο στο όνομα του κέρδους, η εξάλειψη του πολιτικού στοιχείου από το κεφάλαιο αποτελεί την πραγματική απειλή. Η μετατροπή της πολιτικής σε επιχειρηματική δραστηριότητα εγκυμονεί τον κίνδυνο να εκμηδενιστεί η ίδια η δυνατότητα ύπαρξης της πολιτικής.» Achille Mbembe¨/ 22 Δεκεμβρίου, 2016
«… Σα μεγάλο παιδί // που τα πάντα έχει δει // λες κι είναι έργο……» στίχοι του Γεράσιμου Ευαγγελάτου
ΕΙΚΟΝΑ
Η έμπνευση κι αφορμή για το σημερινό κείμενο είναι ο πρόωρος και τραγικός θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη, ενός δημοφιλούς Έλληνα τραγουδιστή – ένα θλιβερό γεγονός που ανέδειξε τον τρόπο με τον οποίο το προσωπικό είναι άρρηκτα συνυφασμένο όχι μόνο με το οικογενειακό, αλλά και με το ευρύτερο κοινωνικοοικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό πλαίσιο, καθώς και το πώς η προσωπική μας εμπειρία και η ίδια μας η ύπαρξη επηρεάζονται και καθορίζονται από πολιτικές, δομές και θεσμούς. Επιπλέον, αυτό το άδικο συμβάν αποκάλυψε δομικές αποτυχίες, κοινωνικές παθογένειες, ηθικά ολισθήματα και απληστία, φέρνοντας στο προσκήνιο ζητήματα που αφορούν την ευθύνη της πολιτείας και τα τραγικά συστημικά κενά στην εποπτεία της ιδιωτικής υγείας, την ανεπάρκεια του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, την υποστελέχωση κρίσιμων κρατικών υπηρεσιών, το μέγεθος του προβλήματος σχετικά με την έλλειψη ελέγχου πρακτικών εναλλακτικής ιατρικής και την ταχέως αναπτυσσόμενη, μη ρυθμιζόμενη βιομηχανία ευεξίας και αντιγήρανσης, καθώς και ζητήματα παραπλανητικού marketing, τη σοβαρή κρίση ηθικής λογοδοσίας, και τέλος, ζητήματα που αφορούν μια εν μέρει ηδονοβλεπτική αντιμετώπιση και εργαλειοποίηση του τραγικού συμβάντος.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης γεννήθηκε το 1972, ξεκίνησε να τραγουδά επαγγελματικά σε ηλικία δεκαπέντε ετών, και στα χρόνια που ακολούθησαν, αναδείχθηκε σε είδωλο της μουσικής σκηνής, διατηρώντας σταθερή παρουσία στον χώρο της νυχτερινής διασκέδασης και των ζωντανών εμφανίσεων, με ένα μεγάλο και πιστό κοινό στην Ελλάδα, την Κύπρο, την ομογένεια και άλλες χώρες. Πολλοί τον αποκαλούν «καλό παιδί» της νύχτας – φαντάζομαι λόγω της ενσυναίσθησης και κατανόησής που έδειχνε σε όσους είχαν ανάγκη, καθώς και του φιλανθρωπικού έργου που επιτελούσε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, χωρίς να ξεχνά ποτέ τις ρίζες και το ταπεινό ξεκίνημά του – έκφραση που χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα και από τα μέσα ενημέρωσης μετά τον θάνατο του. Προσωπικά, νομίζω ότι ο χαρακτηρισμός «γενναιόδωρος και καλός άνθρωπος ή άντρας» μάλλον θα ήταν πιο κατάλληλος και θα υποδήλωνε σεβασμό, καθώς η υπερβολική χρήση της συγκεκριμένης έκφρασης («καλό παιδί») για έναν μεσήλικα άνθρωπο γεννά ερωτήματα για το αν αντικατοπτρίζει προβληματικές κοινωνικές δυναμικές, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς τα διάφορα τραυματικά και δύσκολα γεγονότα που είχε βιώσει το τελευταίο διάστημα. Επιπλέον, στην ψυχολογία, το «καλό παιδί» ή το «σύνδρομο του καλού παιδιού» αφορά πρότυπα συμπεριφοράς που διαμορφώνονται στην παιδική ηλικία, όταν το παιδί μαθαίνει ότι η αγάπη εξαρτάται από προϋποθέσεις και ότι, για να κερδίσει την αποδοχή και τη στοργή, οφείλει να ικανοποιεί τους γονείς και τους άλλους, γεγονός που οδηγεί στην καταπίεση των συναισθηματικών του αναγκών. Στην ενήλικη ζωή, η στάση αυτή συχνά καθιστά το άτομο ευάλωτο σε εκμεταλλευτικές και χειριστικές συμπεριφορές από τρίτους, ενώ μπορεί να εκδηλωθεί ως δυσκολία στη θέσπιση ορίων, τάση για ικανοποίηση των πάντων ή υπερβολική ανοχή, καθώς και με την καταπίεση του θυμού και των προσωπικών αναγκών.
Οφείλω να ομολογήσω ότι παρόλο που γνώριζα πως ο Μαζωνάκης ήταν δημοφιλής τραγουδιστής κι ερμηνευτής, οι μουσικές μου προτιμήσεις είναι διαφορετικές, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζω πολλά για τη μουσική ή τη ζωή του. Έτσι, χρειάστηκε να αναζητήσω πληροφορίες για να γράψω αυτό το κείμενο, συμπεριλαμβανομένων τραγουδιών και στίχων. Οι παρακάτω στίχοι από ένα τραγούδι που κυκλοφόρησε το 1994 –το οποίο θεωρείται το προσωπικό του μανιφέστο– ίσως να αποτυπώνει όσα προανέφερα:
Ανήκω σε μένα και στα όνειρα μου
Δεν θέλω κανένα μες στη μοναχικότητα μου
Με λένε παράξενο δε με πειράζει
Μα κάνω για μένα ότι μ’ αρέσει
Κουράστηκα τόσο γι’ αυτό και με νοιάζει
Ξανά η καρδιά μου να μην πονέσει…….
Στις 9 Σεπτεμβρίου ανακοινώθηκε ότι ο Μαζωνάκης υπέστη καρδιακή ανακοπή ενώ υποβαλλόταν σε πλασμαφαίρεση, κατόπιν υδροθεραπείας παχέος εντέρου, μιας διαδικασίας καθαρισμού του εντέρου που είχε πραγματοποιηθεί την προηγούμενη ημέρα, από άτομο που δεν είχε τα απαραίτητα διαπιστευτήρια για τη διενέργεια μιας τόσο σοβαρής ιατρικής πράξης, και μάλιστα σε εντελώς ακατάλληλο περιβάλλον, σε ιδιωτικό ιατρείο με την ονομασία «Stem Cell Clinic» στην Αθήνα. Η πλασμαφαίρεση —όρος με τον οποίο οι περισσότεροι από εμάς δεν ήμασταν εξοικειωμένοι προτού ακούσουμε γι’ αυτήν στις ειδήσεις— είναι ουσιαστικά, αν έχω καταλάβει σωστά, μια ιατρική διαδικασία κατά την οποία το αίμα διέρχεται από μια συσκευή που διαχωρίζει και απομακρύνει το πλάσμα, το οποίο αντικαθίσταται από ειδικό διάλυμα, ενώ τα ερυθρά και λευκά αιμοσφαίρια καθώς και τα αιμοπετάλια επιστρέφουν στον οργανισμό. Σύμφωνα με τους επαγγελματίες υγείας, η διαδικασία αυτή χρησιμοποιείται για την απομάκρυνση παθολογικών αντισωμάτων από το αίμα με σκοπό τη θεραπεία σοβαρών αυτοάνοσων, αιματολογικών, νευρολογικών και ανοσολογικών νοσημάτων. Απαιτεί αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενούς πριν από τη διαδικασία, καθώς και παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης, των καρδιακών παλμών και του κορεσμού οξυγόνου καθ’ όλη τη διάρκειά της. Συνιστάται όταν άλλες θεραπείες έχουν αποδειχθεί αναποτελεσματικές και πρέπει να διενεργείται σε νοσοκομειακό περιβάλλον από ομάδα ιατρών και εκπαιδευμένου προσωπικού, και όχι σε ιδιωτικά ιατρεία, δωμάτια ξενοδοχείων ή τουριστικά θέρετρα. Επιπλέον, ενέχει κινδύνους παρενεργειών, με συχνότερες την υπόταση, τις διαταραχές των ηλεκτρολυτών και του καρδιακού ρυθμού, καθώς και προβλήματα πήξης του αίματος. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια προωθείται συχνά ως μέθοδος αποτοξίνωσης, τόνωσης της ζωτικότητας και μακροζωίας.
Θα αναφερθώ επιλεκτικά σε πληροφορίες που βρήκα κατά την επισκόπηση σχετικού υλικού σε ελληνικές διαδικτυακές εφημερίδες, στο πλαίσιο της προετοιμασίας για το παρόν κείμενο. Η Μαρία Γαζούλη, καθηγήτρια Βιολογίας-Νανοϊατρικής στην Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και εκπρόσωπος της Ελλάδας στην Επιτροπή Προηγμένων Θεραπειών του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων, καθώς και η Μαρία Ρουμπελάκη, καθηγήτρια Βιολογίας και Εφαρμογών Αναγεννητικής Ιατρικής στην ίδια σχολή, τοποθετήθηκαν σχετικά με ζητήματα που προέκυψαν μετά τον θάνατο του Μαζωνάκη. Προέτρεψαν το κοινό να μην παρασύρεται από υποσχέσεις και ισχυρισμούς, αλλά να ελέγχει εάν μια θεραπεία έχει εγκριθεί από τις αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές για τη συγκεκριμένη ιατρική ένδειξη. Η κ. Γαζούλη αναφέρθηκε στη σημασία των επιστημονικών δεδομένων που αποδεικνύουν την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια μιας θεραπείας, καθώς και στον συστηματικό έλεγχο, από τις αρμόδιες αρχές, των θεραπειών που προωθούνται και διατίθενται απευθείας στο κοινό. Αντίστοιχα, η κ. Ρουμπελάκη εξέφρασε την ανησυχία της για την εφαρμογή θεραπευτικών προσεγγίσεων που στερούνται επαρκούς τεκμηρίωσης, καθώς και για την προώθηση θεραπειών με όρους όπως «αναγεννητική» και «αντι-γηραντική», όταν δεν είναι πάντα σαφές εάν πρόκειται για αποτελεσματικές ή αδειοδοτημένες θεραπείες. Επιπλέον, η Ελληνική Αιματολογική Εταιρεία επισήμανε ότι τα βλαστοκύτταρα του μυελού των οστών αναπληρώνουν το αίμα σε καθημερινή βάση και χρησιμοποιούνται σε εξειδικευμένα νοσοκομειακά περιβάλλοντα για μεταμοσχεύσεις μυελού των οστών —που διενεργούνται από αιματολόγους σε ασθενείς με λευχαιμία ή αιματολογικές διαταραχές—, τονίζοντας ότι οποιαδήποτε άλλη χρήση τους ενέχει πιθανούς κινδύνους. Η Εταιρεία υπογραμμίζει επίσης ότι έχει επισημάνει στο παρελθόν τους κινδύνους που σχετίζονται με την προώθηση και τη διαφήμιση κυτταρικών θεραπειών χωρίς επαρκή τεκμηρίωση, καθώς και την ανάγκη διερεύνησης των κέντρων που παρέχουν μη εγκεκριμένες κυτταρικές θεραπείες και την ενημέρωση του κοινού σχετικά με τους πιθανούς κινδύνους.
Η γιατρός που διενήργησε τη διαδικασία και ο σύζυγός της έχουν συλληφθεί από τις αρχές και τελούν υπό κράτηση, ενώ οι αρχές ανακοίνωσαν επίσης ότι θα ελεγχθούν τα τραπεζικά και ακίνητα περιουσιακά τους στοιχεία. Τα ευρήματα της έρευνας εγείρουν όλο και περισσότερα ερωτήματα σχετικά με την περιφρόνηση της ανθρώπινης ζωής και της ιατρικής δεοντολογίας: το γεγονός ότι η γιατρός αγνόησε τις επαναλαμβανόμενες, αυτοματοποιημένες ειδοποιήσεις ασφαλείας του μηχανήματος πλασμαφαίρεσης και συνέχισε τη διαδικασία παρά τα προειδοποιητικά σήματα· τα ψεύδη και τις αντιφάσεις στις καταθέσεις των γιατρών καθώς και τις προσπάθειές τους να εξαφανίσουν τα ίχνη της παρουσίας του Μαζωνάκη στην «κλινική»· την άρνησή τους να δώσουν πληροφορίες στους διασώστες ή να συνοδεύσουν τον ασθενή στο ασθενοφόρο· το γεγονός ότι αναζητούσαν στο διαδίκτυο τρόπους ανάνηψης εκείνη τη στιγμή (καθώς ο απινιδωτής τους ήταν εκτός λειτουργίας)· και το γεγονός ότι η γιατρός έστειλε φωτογραφία του τραγουδιστή, ενώ ήταν συνδεδεμένος στο μηχάνημα και πιθανότατα υπό την επήρεια αναισθησίας, σε έναν επαγγελματικό συνεργάτη της (ειδικό σε αναδρομές προηγούμενων ζωών και υπνωτιστή), ο οποίος λάμβανε αμοιβή για κάθε πελάτη που της έστελνε και είχε ραντεβού με τον τραγουδιστή αμέσως μετά τη διαδικασία της πλασμαφαίρεσης. Επιπλέον, τίθενται ζητήματα δεοντολογίας σχετικά με τη λήψη φωτογραφιών από επαγγελματία υγείας την ώρα που ο ασθενής υποβάλλεται σε ιατρική πράξη, καθόσον η οπτική και ακουστική ιδιωτικότητα επιβάλλεται από τους επαγγελματικούς κώδικες δεοντολογίας, καθώς και ερωτήματα για το πτυχίο και τα διαπιστευτήρια της γιατρού (ή την έλλειψη αυτών), την αδειοδότηση και τις συνθήκες λειτουργίας του χώρου, ακόμη και για τη διακόσμηση του ιατρείου.
Ο συγκεκριμένος χώρος είναι υπερφορτωμένος με αντικείμενα που μάλλον δεν είναι τυπικά για επαγγελματικούς χώρους υγείας. Πρόκειται για ένα μείγμα ανατολίτικης πνευματικότητας, της φιλοσοφίας «New Age» και ελληνορθόδοξων θρησκευτικών συμβόλων [αναρίθμητες εικόνες, μια στολή σαμουράι, κόκκινα γάντια, σπαθιά, ένα ποδήλατο, και άλλα…]. Θα μπορούσε κανείς να εκλάβει τη διακόσμηση ως εργαλείο μάρκετινγκ για την προσέλκυση μιας συγκεκριμένης ομάδας ασθενών και πελατών, ή ανάδειξης διασυνδέσεων με την εκκλησία και πρόσωπα που κατέχουν εξουσία, ή ακόμη και ως αντανάκλαση της εμπορευματοποίησης της θρησκευτικής πίστης. Αν και οι θρησκευτικές εικόνες είναι συνηθισμένο φαινόμενο στα ιατρεία στην Ελλάδα, η υπερβολική αυτή συσσώρευση εικόνων και άλλων αντικειμένων με πνευματικές προεκτάσεις φαίνεται ωσάν να λειτουργεί ως μέσο μετατόπισης της φύσης της θεραπείας από την ιατρική επιστήμη στη μεταφυσική ή τη θαυματουργή ίαση, με τους θεραπευτές να παρουσιάζονται ως ημίθεοι ή εκπρόσωποι του Θεού. Πρόκειται, επίσης, για ένα περιβάλλον που αποσπά την προσοχή, είναι ακατάλληλο για παιδιά, και δεν σέβεται τις ενδεχομένως ποικίλες πεποιθήσεις και ευαισθησίες των πελατών. Σύμφωνα με κώδικες δεοντολογίας οι χώρο παροχής υπηρεσιών ψυχικής ή σωματικής υγείας συνιστάται να είναι καθαροί και σχετικά λιτοί ώστε να δημιουργούν αίσθημα ασφάλειας και ηρεμίας στον πελάτη ή ασθενή. Τα γραφεία ιατρών και επαγγελματιών ψυχικής υγείας θα πρέπει να είναι χώροι μάλλον ουδέτεροι που προάγουν τη συμπερίληψη, τα έργα και αντικείμενα τέχνης θα πρέπει να σέβονται τις πολιτισμικές διαφορές, χωρίς οι προσωπικές ιδεολογίες, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, και τυχόν ενδιαφέροντα των επαγγελματιών να κατακλύζουν ή να προκαλούν φόβο στους πελάτες κι ασθενείς.
Παράλληλα, έχουν προκύψει και άλλες καταγγελίες που υποδεικνύουν ότι υγιή άτομα ενδέχεται να έλαβαν λανθασμένες διαγνώσεις και να ωθήθηκαν σε δαπανηρές και περιττές θεραπείες. Ωστόσο, ο κίνδυνος για την υγεία των πολιτών δεν περιορίζεται μόνο σε επεμβατικές πρακτικές ή λανθασμένες διαγνώσεις· μπορεί επίσης να αφορά περιπτώσεις όπου οι γιατροί αποκρύπτουν πληροφορίες ή δίνουν προτεραιότητα και επιμένουν σε συγκεκριμένες πρακτικές, όπως η ομοιοπαθητική ή πολύ ακριβά συμπληρώματα, έναντι συμβατικών πρακτικών ή φαρμακευτικών αγωγών, όταν αυτές προφανώς δεν οδηγούν σε θετικά αποτελέσματα ή στην αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας. Επιπλέον, αφορά και τις περιπτώσεις ψυχολογικοποίησης προβλημάτων υγείας, μη διάγνωσης ή αγνόησης προβληματικών αποτελεσμάτων αιματολογικών εξετάσεων, γεγονός που, πέρα από τη σπατάλη χρημάτων, μπορεί —λόγω καθυστέρησης και αμέλειας— να οδηγήσει σε επιδείνωση συμπτωμάτων, εκδήλωση ασθενειών και σοβαρά προβλήματα υγείας.
Έχουν τεθεί σημαντικά ερωτήματα σχετικά με το ρυθμιστικό πλαίσιο που διέπει τις εξειδικευμένες ιατρικές πράξεις στον ιδιωτικό τομέα, την τρέχουσα ανεπάρκεια του κράτους να εποπτεύει και να ρυθμίζει τις χιλιάδες ιδιωτικές μονάδες παροχής υπηρεσιών υγείας στην Αθήνα, και πιθανότατα σε ολόκληρη τη χώρα, καθώς και σχετικά με κυβερνητικές αποφάσεις και πολιτικές που οδήγησαν στην απενεργοποίηση των μηχανισμών ελέγχου το 2019, στο πλαίσιο μιας πολιτικής που προωθεί τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους και των υποχρεώσεών του για την προστασία των πολιτών. Παράλληλα, αναδεικνύονται ζητήματα όπως η ευρύτερη ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης, της υγείας και της ηλεκτρικής ενέργειας, η υπερφόρτωση του δημόσιου τομέα υγείας, οι εγγενείς ανισότητες ισχύος στη σχέση ασθενούς-ιατρού, καθώς και ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης στην προβολή συγκεκριμένων ατόμων και «θαυματουργών προϊόντων και θεραπειών». Δυστυχώς, ανάμεσα σε εκείνους που προβάλλουν παράλογους ισχυρισμούς ή προωθούν την ιατρική ψευδοεπιστήμη και διάφορες «θαυματουργές» θεραπείες και σκευάσματα για τον καρκίνο και άλλες παθήσεις, συγκαταλέγονται συχνά πρόσωπα που απολαμβάνουν την εμπιστοσύνη του κοινού, όπως άτομα που συνδέονται με την Εκκλησία ή αξιωματούχοι σε ανώτατα κυβερνητικά κλιμάκια.
Ένα ακόμη ζήτημα που χρήζει προσοχής είναι η εκμετάλλευση και η ευαλωτότητα των διασημοτήτων και των ανθρώπων του θεάματος, καθώς και οι κοινωνικές πιέσεις για μια συγκεκριμένη εξωτερική εμφάνιση, διατήρηση νεανικής όψης χωρίς ρυτίδες για πάντα, η απαίτηση για όλο και πιο ψηλές αποδόσεις, και η εμπορευματοποίηση των ανθρώπινων ανασφαλειών και επιθυμιών. Παρακολουθώντας τη σχετική είδηση, δημιουργείται η υποψία ύπαρξης ενός δικτύου εκμεταλλευτών που προωθούν δαπανηρές «ολιστικές» ή εναλλακτικές θεραπείες, καθώς και ενός είδους δικτύου διαχειριστών του εν λόγω τραγουδιστή. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ο προβληματικός τρόπος με τον οποίο τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επηρεάζουν τις επιλογές που αφορούν την υγεία ή έχουν συνέπειες για την υγεία—ιδίως όταν οι πληροφορίες προέρχονται από διασημότητες του Χόλιγουντ και άλλων χώρων, από άτομα που αυτοαποκαλούνται ειδικοί ή ακόμα και από πραγματικούς ειδικούς— καθώς και η σύγχρονη βιοπολιτική, η οποία εμπορευματοποιεί τη ζωή και παρουσιάζει τη γήρανση ως ιατρικό πρόβλημα. Αυτή η προσέγγιση ενισχύει ένα σύστημα ιατρικοποίησης που μεταθέτει την ευθύνη στο άτομο και βασίζεται στην παραδοχή ότι η φυσιολογική γήρανση αποτελεί ασθένεια ή προσωπική αποτυχία φροντίδας του εαυτού, τροφοδοτώντας έτσι την ανάπτυξη μιας κερδοφόρας βιομηχανίας. Κοινωνιολόγοι, επιστήμονες και ειδικοί στη βιοηθική υποστηρίζουν ότι αυτή η εμμονή με την αιώνια νεότητα —και η προσπάθεια εξάλειψης των γηρατειών και της ευαλωτότητας που τα συνοδεύει— απαξιώνει τους ηλικιωμένους, θεωρώντας τους περιττούς ή μη παραγωγικούς, και μετατρέπει το σώμα που γερνάει σε πεδίο κερδοσκοπίας· επιπλέον, αυτή η υποτίμηση των τελευταίων σταδίων της ανθρώπινης ζωής αποσπά την προσοχή από την ανάγκη για πολιτικές λύσεις όσον αφορά τη συμπερίληψη, τη φροντίδα και τη στήριξη των ηλικιωμένων.
Η υπόθεση εγείρει πολλά ερωτήματα που υπερβαίνουν την κακή πρακτική της συγκεκριμένης «κλινικής» και του υψηλού προφίλ δικτύου της που περιλαμβάνει ακόμη και πρόσωπα του κοινοβουλίου. Πρόκειται για ερωτήματα που αφορούν, αφενός, την ανεξέλεγκτη εναλλακτική ιατρική και, αφετέρου, τη μη ρυθμιζόμενη βιομηχανία της ευεξίας και ευζωίας και την αναπτυσσόμενη αγορά της αναζωογόνησης, της σωματικής και πνευματικής βελτιστοποίησης, της αποτοξίνωσης και της μακροζωίας. Στον τομέα αυτό, διαδικασίες που συνδέονται με σοβαρές ασθένειες χρησιμοποιούνται ως εργαλεία αντιγήρανσης, ανανέωσης και τόνωσης της ζωτικότητας, ενέχοντας ποικίλους κινδύνους για την υγεία και επιτρέποντας την οικονομική εκμετάλλευση. Άλλοι παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι τα πολιτικά συμφέροντα, η ανάπτυξη του τουρισμού υγείας και ευεξίας και τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των πολιτών, καθώς και η ευρεία διάδοση παραπληροφόρησης, ισχυρισμών και θεωριών στο διαδίκτυο που περιβάλλονται από έναν μανδύα επιστημονικής αξιοπιστίας. Σημαντικό ρόλο παίζει επίσης η τέχνη της εξαπάτησης, η οποία, όταν αφορά την υγεία, μπορεί να έχει ολέθριες συνέπειες. Πρόκειται για ένα δομικό πρόβλημα που απαιτεί πολιτική βούληση, βαθιές και ριζικές αλλαγές, καθώς και ένα σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο, αλλά προϋποθέτει επίσης ήθος και ακεραιότητα εκ μέρους εκείνων που καλούνται να επιτελέσουν αυτό το έργο. Παράλληλα, το κοινό οφείλει να είναι πιο προσεκτικό σε θέματα υγείας, να αναζητά επίσημες πηγές αντί για διαφημιστικό υλικό και να εξετάζει πολύ προσεκτικά το ενδεχόμενο υποβολής σε επεμβατικές, πειραματικές και μη εγκεκριμένες θεραπείες. Η κριτική στάση κι ο σκεπτικισμός μπορούν να αποβούν ωφέλιμα. Όσο μπορούν οι πολίτες πρέπει να αναλογίζονται τις πεποιθήσεις τους και το ποιοι τους επηρεάζουν, και τελικά, να εξετάζουν και το ποια πρόσωπα επιθυμούν να τους εκπροσωπούν στο κοινοβούλιο.
Η γιατρός που εμπλέκεται στην υπόθεση αυτή –η οποία πραγματοποιούσε σεμινάρια και ομιλίες και συμμετείχε και σε σημαντικά συνέδρια– έλαβε μέρος σε μια εκδήλωση για την ψυχική υγεία που διοργανώθηκε πέρυσι στο νησί όπου διαμένω, το Syros Healing Waves Festival… στο οποίο συμμετείχαν προσωπικότητες όπως ο Δρ. Bessel van der Kolk και το οποίο, σύμφωνα με τους διοργανωτές του, στόχευε να καθιερώσει το νησί ως παγκόσμιο κέντρο θεραπευτικής καινοτομίας. Είχε επίσης προγραμματιστεί να δώσει ομιλία και φέτος, στις 3 Οκτωβρίου, αλλά το φεστιβάλ ακυρώθηκε μετά τα πρόσφατα γεγονότα. Αναφέρομαι σε αυτό απλώς για να επισημάνω ότι ίσως δεν είναι πάντα εύκολο για το ευρύ κοινό –αλλά ακόμη και για φοιτητές ή επαγγελματίες του κλάδου– να ελέγξουν τα επαγγελματικά διαπιστευτήρια ή να διακρίνουν ποιον και τι να εμπιστευτούν ή πού να επενδύσουν τον χρόνο και τα χρήματά τους, και κυρίως τη σωματική και ψυχική τους υγεία. Έχουν ειπωθεί πολλά για την ανάγκη το κοινό να προβαίνει σε υπεύθυνες ή συνετές επιλογές –και ποιος δεν το επιθυμεί αυτό;– ωστόσο, αυτό δεν πρέπει να μας αποσπά την προσοχή από το γεγονός ότι η Πολιτεία και οι ρυθμιστικοί της μηχανισμοί φέρουν την ευθύνη να προστατεύουν και να ενημερώνουν το κοινό, αφενός, και να ρυθμίζουν τον κλάδο της υγείας όσον αφορά τα επαγγελματικά διαπιστευτήρια, την αδειοδότηση και την ασφάλεια των ιατρικών παρεμβάσεων, αφετέρου. Η ορθή κρίση δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση, καθώς υφίστανται πολλά συστημικά εμπόδια, πληθώρα συχνά αντικρουόμενων μηνυμάτων, έλλειψη γνώσεων και παραπληροφόρηση, η εγγενής ανισότητα ισχύος μεταξύ ασθενών και γιατρών ή ειδικών, καθώς και η έλλειψη σεβασμού και μιας πραγματικά ολιστικής αντιμετώπισης της υγείας του ατόμου, και η αδιαφορία ή η πλημμελής φροντίδα που συχνά λαμβάνουν και βιώνουν οι ασθενείς [ιδίως οι γυναίκες ή άλλες ομάδες ανθρώπων] όταν απευθύνονται σε παρόχους υπηρεσιών υγείας [έχω γράψει παλαιότερα σχετική ανάρτηση για το θέμα αυτό και το φαινόμενο του ιατρικού gaslighting], καταστάσεις που ενδέχεται να ωθήσουν στην αναζήτηση φροντίδας ή βοήθειας εκτός του πλαισίου της συμβατικής ιατρικής.
Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η Ελλάδα επενδύει λιγότερα στη δημόσια υγεία σε σχέση με τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ, τα νοικοκυριά καλύπτουν περισσότερο από το ένα τρίτο του συνολικού κόστους των δαπανών υγείας —ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ— και ο αριθμός των πολιτών που δεν λαμβάνουν ιατρική φροντίδα τη στιγμή που τη χρειάζονται (λόγω κόστους, απόστασης ή αναμονής σε λίστα) είναι τριπλάσιος σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ. Τα ζητήματα που προαναφέρθηκαν αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης πραγματικότητας. Για παράδειγμα, όσον αφορά τον κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού των πολιτών, η Ελλάδα καταλαμβάνει την προτελευταία θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά τη Βουλγαρία. Επιπλέον, το κόστος ζωής έχει εκτοξευθεί και το ποσοστό ανεργίας υπερβαίνει τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ: η ανεργία στις γυναίκες αγγίζει το 13,9% περίπου —το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ— και στους άνδρες το 7,9%, ενώ η πιο ευάλωτη ομάδα είναι οι νέοι. Παράλληλα, το ποσοστό απασχόλησης των Ελλήνων αποφοίτων που ζουν στο εξωτερικό ανέρχεται στο 85,9%, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από εκείνο των αποφοίτων που παραμένουν στην Ελλάδα. Η χώρα καταλαμβάνει επίσης την προτελευταία θέση στην ΕΕ όσον αφορά τις δαπάνες για τη δημόσια εκπαίδευση, ενώ οι Έλληνες γονείς δαπανούν σημαντικά ποσά για ιδιαίτερα μαθήματα και εξωσχολικές δραστηριότητες, προκειμένου να συμπληρώσουν την εκπαίδευση των παιδιών τους και να τα προετοιμάσουν για τις εισαγωγικές εξετάσεις στα πανεπιστήμια.
Και ας μην ξεχνάμε ότι ο θάνατος του Μαζωνάκη εντάσσεται σε μια σειρά άδικων θανάτων και σκανδάλων, τα οποία έχουν προκαλέσει θλίψη και οργή στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Για να αναφέρω ένα παράδειγμα μόνο, η πληγή του σχετικά πρόσφατου σιδηροδρομικού δυστυχήματος στα Τέμπη το 2023 και των σκανδαλωδών εξελίξεων που ακολούθησαν, μιας από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της σύγχρονης ιστορίας, με απολογισμό 57 νεκρούς (κυρίως νέοι άνθρωποι) και 81 σοβαρά τραυματίες, παραμένει ανοιχτή, χωρίς ακόμη να έχει αποδοθεί δικαιοσύνη. Προς το παρόν, δεν γνωρίζουμε αν θα αποδοθεί δικαιοσύνη ούτε αν θα συνεχιστεί η συζήτηση που πυροδότησε αυτή η πιο πρόσφατη απώλεια ανθρώπινης ζωής, σχετικά με αμφιλεγόμενες και ασαφείς πρακτικές στον τομέα της υγείας και της ευεξίας, μόλις κοπάσει ο θόρυβος της επικαιρότητας. Είναι πάντως λυπηρό το γεγονός ότι χρειάστηκε να συμβεί ο θάνατος ενός επώνυμου προσώπου σε ιατρείο και να προσελκύσει το ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης για να ξεκινήσει μια τέτοια συζήτηση, αν και κανείς δεν είναι βέβαιος κατά πόσο αυτό θα λειτουργήσει ως αφύπνιση, ούτε αν και σε ποιο βαθμό η κυβέρνηση, οι κρατικοί ρυθμιστικοί φορείς και οι ιατρικοί σύλλογοι —που είναι υπεύθυνοι για τη χορήγηση αδειών λειτουργίας ιατρείων, τον έλεγχο των προσόντων και του επιστημονικού υπόβαθρου των αιτούντων, καθώς και την εποπτεία των χώρων και των δραστηριοτήτων— θα αναλάβουν αποτελεσματική δράση. Υπάρχει επιτακτική ανάγκη για: μια στροφή στην ηθική και τις κοινωνικές αξίες, όπου η ανθρώπινη ζωή προηγείται του κέρδους και όπου ορισμένοι άνθρωποι δεν θεωρούνται περιττοί ή αναλώσιμοι, ούτε αφήνονται στο σκοτάδι, δεν παραπληροφορούνται ή χειραγωγούνται· ανάγκη για μια διαφορετική πολιτική ατζέντα που δεν επιδιώκει τη συρρίκνωση των κρατικών υπηρεσιών που προστατεύουν τον πολίτη και το περιβάλλον και δεν επενδύει στην επέκταση της ιδιωτικοποίησης βασικών αγαθών και υπηρεσιών. Επίσης, σε μια δημοκρατία η πρόσβαση στην εκπαίδευση και στην υγειονομική περίθαλψη αποτελούν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα που προστατεύεται από το Σύνταγμα. Η ισότιμη πρόσβαση στη δημόσια υγεία και η συμμετοχή των ασθενών μπορούν να εγγυηθούν τη διαφάνεια και τη λογοδοσία στο σύστημα, καθώς και να θωρακίσουν τις δοκιμαζόμενες δημοκρατίες μας, τόσο στην Ελλάδα, όσο και αλλού.
Σε αυτό το σημείο, ίσως αξίζει να αναφερθώ και σε μια ακόμη, βαθύτερη πτυχή των ζητημάτων που αφορούν την υγεία και τις προαναφερθείσες πολιτικές. Η έννοια της «νεκροπολιτικής» (necropolitics), όπως διατυπώθηκε από τον Achille Mbembe (Καμερουνέζος ιστορικός, πολιτικός επιστήμονας, ερευνητής, καθηγητής και συγγραφέας), περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η πολιτική και θεσμική εξουσία καθορίζει τελικά ποιος επιτρέπεται να ζήσει και ποιος εκτίθεται στον κοινωνικό ή φυσικό θάνατο. Η έννοια αυτή επεκτείνει τη θεώρηση του Foucault περί «βιοεξουσίας» (biopower) και υποστηρίζει ότι το κράτος εφαρμόζει επίσης καθεστώτα εξαίρεσης όσον αφορά το ποιος μπορεί να ζήσει και ποιος μπορεί να αφεθεί να πεθάνει. «Αυτός ο έλεγχος επί των αποφάσεων ζωής και θανάτου καθίσταται δυνατός μέσω κατηγοριοποιήσεων που διαχωρίζουν εκείνους που έχουν σημασία από εκείνους που δεν έχουν…» (Front. Sociol., 07 Μαρτίου 2024/Ενότητα: Ιατρική Κοινωνιολογία/Τόμος 9–2024 https://doi.org/10.3389/fsoc.2024.1372926). Στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, η νεκροπολιτική περιγράφει πώς οι πολιτικές και θεσμικές δομές και τα συστήματα αποφασίζουν ποιος λαμβάνει ιατρική φροντίδα υψηλής ποιότητας και ποιος εκτίθεται στον θάνατο, αναδεικνύοντας ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι κανόνες περίθαλψης δεν εφαρμόζονται ισότιμα. Ενώ η ιατρική ηθική εστιάζει συνήθως στις επιμέρους επιλογές ιατρού-ασθενούς, η νεκροπολιτική εξετάζει βαθύτερα το ίδιο το σύστημα. Στην υγειονομική περίθαλψη περιγράφει πώς άτομα χαμηλού εισοδήματος, άτομα με αναπηρία, μετανάστες, μη πολίτες, άτομα με συγκεκριμένες ταυτότητες, κλπ, συχνά αντιμετωπίζουν αμέλεια ή λαμβάνουν κακή μεταχείριση σε κλινικές ή τμήματα επειγόντων περιστατικών. Αναδεικνύει πώς οι επαγγελματίες υγείας και τα διοικητικά στελέχη κατέχουν θεσμική εξουσία και μπορούν να αποφασίζουν ποια ζωή έχει μεγαλύτερη αξία και ποιος δικαιούται καλύτερη φροντίδα. Για παράδειγμα, οι πόροι ενδέχεται να κατανέμονται άνισα, δίνοντας προτεραιότητα σε κυρίαρχες πληθυσμιακές ομάδες και αφήνοντας άτομα και κοινότητες εκτεθειμένα σε κινδύνους, ή να λαμβάνονται αποφάσεις για το ποιοι ασθενείς εισάγονται στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας όταν τα νοσοκομεία δεν διαθέτουν επαρκή χώρο, αγνοώντας την επιβίωση ευάλωτων ατόμων ή ομάδων ή ηλικιωμένων ή αντιμετωπίζοντας ανθρώπους ωσάν η ζωή τους να έχει μικρότερη κοινωνική και ιατρική αξία.
Η υιοθέτηση μιας φεμινιστικής οπτικής, σχετικά με τη φροντίδα, θα μπορούσε να μετασχηματίσει τα συστήματα υγείας, αντικαθιστώντας το κέρδος και τον έλεγχο με την ηθική ευθύνη, τη λογοδοσία και τη σύνδεση. Βασικές αρχές μιας φεμινιστικής ηθικής φροντίδας είναι η αποδοχή του συλλογικού καθήκοντος για αμοιβαία προστασία και μέριμνα, αντί της εναπόθεσης της επιβίωσης στις δυνάμεις της αγοράς και στην ατομική τύχη, καθώς και η συνεκτίμηση του τρόπου με τον οποίο αλληλοτεμνόμενοι παράγοντες, όπως είναι η οικονομική κατάσταση και η κοινωνική τάξη, το φύλο, η «φυλή», η εθνικότητα, οι τοπικές υποδομές υγείας, κ.ά. διαμορφώνουν και καθορίζουν τους κινδύνους για την υγεία ενός ατόμου και την πρόσβασή του στην υγειονομική περίθαλψη. Άλλες σημαντικές αξίες περιλαμβάνουν την αναγνώριση της αξίας της παροχής φροντίδας, της συμπόνιας και της συναισθηματικής εργασίας ως ουσιωδών συστατικών της ιατρικής περίθαλψης, τον σεβασμό στις ανησυχίες και τα βιώματα των ασθενών και, όπως προαναφέρθηκε, τη συμμετοχή των ασθενών και των κοινοτήτων στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και καθορισμού πολιτικών υγείας «από τη βάση προς την κορυφή», με στόχο την εξυπηρέτηση των ποικίλων κοινωνικών ομάδων και τη διασφάλιση ότι η υγειονομική περίθαλψη αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα για όλους.