Νοέμβρης
Αδελφές, φροντίδα, γεωλογία, φιλοσοφία, πολιτική και τροφή
«Υπάρχουν τρόποι να επιβιώσει κανείς σε αυτούς τους καιρούς …, και νομίζω πως ένας τρόπος είναι η μορφή που παίρνει η αφήγηση». Από το μυθιστόρημα Άνοιξη της Ali Smith
Το σημερινό κείμενο αφορά το μυθιστόρημα The Alternatives / Οι Εναλλακτικές (2024) της Ιρλανδής συγγραφέα Caoilinn Hughes. Πρόκειται για την ιστορία τεσσάρων αδελφών που έμειναν ορφανές σε μικρή ηλικία. Διανύουν την τρίτη δεκαετία της ζωής τους, κατέχουν διδακτορικούς τίτλους, επιδιώκουν η εργασία τους να έχει νόημα και προβληματίζονται για τις πλανητικές προκλήσεις της εποχής μας, κι παρόλο που δεν είναι αποξενωμένες, οι ζωές τους έχουν πάρει διαφορετικές κατευθύνσεις και εκτυλίσσονται στην Ιρλανδία, το Λονδίνο και την Αμερική. Είναι ένα σύνθετο μυθιστόρημα που παίζει με την φόρμα και πραγματεύεται οικογενειακές σχέσεις και δυναμικές, αλλά και σημαντικές ιδέες, Είναι εξαιρετικά επίκαιρο, καθώς καταπιάνεται με τις βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε σήμερα: από την κλιματική αλλαγή, τα επισιτιστικά προβλήματα του μέλλοντος, τη δημοκρατία, την ισότητα και την ανάγκη για πολιτικές αλλαγές, μέχρι την υγειονομική περίθαλψη, την εκπαίδευση και την εμπορευματοποίηση των πανεπιστημίων. Παράλληλα, εξετάζει τις οικογενειακές δυναμικές, τους δεσμούς μεταξύ αδελφών, το τραύμα και την απώλεια, και το πώς αυτά έχουν διαμορφώσει τις τέσσερις κεντρικές ηρωίδες και τη σχέση μεταξύ τους. Το νήμα που διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο είναι η φροντίδα / care — ένα θέμα που η συγγραφέας διερευνά μέσα από κάθε χαρακτήρα. Κάθε αδελφή, αλλά και οι υπόλοιποι χαρακτήρες που κατοικούν στις σελίδες του βιβλίου, προβαίνουν σε μικρές ή μεγάλες πράξεις φροντίδας και συμμετέχουν στην κοινότητα με τον δικό τους τρόπο. Η ιστορία είναι πλούσια σε μεταφορές και συμβολισμούς, ενώ καλύπτει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, καθώς κάθε αδελφή αντιπροσωπεύει, κατά κάποιον τρόπο, μια ευρύτερη αφήγηση ή πτυχή της συλλογικής μας προσπάθειας να διαχειριστούμε τις παγκόσμιες κρίσεις, γεγονός που κάνει την ανάγνωση του βιβλίου μια εμπειρία με πολλά επίπεδα νοηματοδότησης. Όμως παρόλο που το έργο καταπιάνεται με βαριά και δύσκολα ζητήματα, το χιούμορ και οι κωμικές στιγμές του προσφέρουν μια αίσθηση λύτρωσης (comic relief).

Οι κεντρικοί χαρακτήρες είναι οι τέσσερις αδελφές Flattery: η Olwen, η Rhona, η Maeve και η Nell. Συναντάμε την καθεμία ξεχωριστά και παρατηρούμε τον προσωπικό της κόσμο, προτού τις συναντήσουμε όλες μαζί κάτω από την ίδια στέγη.
Η Olwen (Όλγουεν), η μεγαλύτερη αδελφή και καθηγήτρια γεωλογίας, διδάσκει για τον βαθύ χρόνο, τη γη και τις διεργασίες της, τη ζωή που αυτή έχει φιλοξενήσει και τις ιστορίες που έχει διαφυλάξει ανά τους αιώνες. Τη συναντάμε για πρώτη φορά σε μια αίθουσα διδασκαλίας, όπου μαζί με τους φοιτητές της διεξάγει ένα πείραμα με μια συσκευή πειραματικής συμπίεσης (squeeze box) που περιέχει στρώματα άμμου διαφορετικών χρωμάτων —που θυμίζει στρώσεις σε γλυκό, ενώ στον διάδρομο ακούγονται οι κραυγές ενός φοιτητή. Η Nell, η μικρότερη αδελφή, πιστεύει ότι η γεωλογία έχει δώσει στην Olwen «έναν τρόπο ύπαρξης στον κόσμο, τη δυνατότητα να γνωρίζει μια τόσο μεγάλη ιστορία. Μια ιστορία απρόσιτη. Για τους περισσότερους ανθρώπους. Μπορούμε να διαβάσουμε γι’ αυτήν, αλλά δεν μπορούμε να την αντικρίσουμε απευθείας και να τη διαβάσουμε». Ωστόσο, αυτό το βάθος γνώσης, προσφέρει στην Olwen και τη γνώση της βεβαιότητας ότι η κλιματική αλλαγή αποτελεί μια επερχόμενη καταστροφή. Στο βιβλίο του, A Sand County Almanac (Round River) του 1949, ο Aldo Leopold γράφει: «Ένα τίμημα της οικολογικής παιδείας είναι ότι ζεις μόνος σε έναν κόσμο γεμάτο πληγές. Μεγάλο μέρος της ζημιάς που προκαλείται στη γη παραμένει εντελώς αόρατο για τους μη ειδικούς. Ο οικολόγος πρέπει είτε να θωρακιστεί, προσποιούμενος ότι οι συνέπειες της επιστήμης δεν τον αφορούν, είτε να αναλάβει τον ρόλο του γιατρού που διακρίνει τα σημάδια του θανάτου σε μια κοινότητα η οποία θεωρεί τον εαυτό της υγιή και δεν επιθυμεί να ακούσει το αντίθετο». Η Όλγουεν ως μεγαλύτερη αδελφή, αναγκάστηκε να αναλάβει το ρόλο της μητέρας σε ηλικία δεκαεπτά ετών, μετά τον ταυτόχρονο θάνατο των γονιών της κάτω από τραγικές συνθήκες. Η ίδια σκέφτεται: «Για χάρη των αδελφών της, προσπάθησε να καλύψει τα κενά. Έκανε τη φωνή της πιο επιβλητική. Προσέδωσε στην εμφάνισή της μια πιο ώριμη, μητρική σοβαρότητα. Χτένιζε τα μαλλιά της με τέτοιον τρόπο ώστε να χωρούν σε όλα τα είδη καπέλων, ακόμα και το τετράγωνο… [το ακαδημαϊκό καπέλο του διδακτορικού τίτλου]».Το βράδυ της ίδιας μέρας θ’ αφήσει πίσω τη δουλειά της και τους φοιτητές της, καθώς και τον σύντροφό της με τους δύο μικρούς γιους του, τους οποίους έχει τα τελευταία χρόνια φροντίσει και βοηθήσει να διαχειριστούν το πένθος μετά τον θάνατο της μητέρας τους, και θα φύγει για τη Βόρεια Ιρλανδία, χωρίς να αποκαλύψει σε κανέναν πού πηγαίνει. Κυριολεκτικά, ποδηλατώντας θα αφήσει πίσω της την κομητεία, αλλά και την ίδια της τη ζωή.
Η Rhona (Ρόνα), η δεύτερη κατά σειρά ηλικίας αδελφή, ανύπαντρη μητέρα και καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Τρίνιτι του Δουβλίνου, εργάζεται σε μια συγκυρία όπου η δημοκρατία εξασθενεί για την αλλαγή του πολιτικού συστήματος. Φαινομενικά είναι επιτυχημένη, εξαιρετικά φιλόδοξη, υπερβολικά απασχολημένη, διαθέτει ισχυρές διασυνδέσεις και είναι η πιο εύπορη από όλες. Συναντάμε τη Ρόνα για πρώτη φορά στην κουζίνα της, καθώς ταΐζει τον μικρό Leo (Λίο) και ακούει ένα podcast στο οποίο είχε προσκληθεί για να μιλήσει σχετικά με τη χρήση των συνελεύσεων πολιτών ως μέσο ενίσχυσης της λαϊκής συμμετοχής στη διακυβέρνηση. Στη συνέχεια, περνά από έναν γείτονά της για να μιλήσουν για τα έργα προστασίας από τη θάλασσα και να του ζητήσει βοήθεια για τον εντοπισμό της Όλγουεν. Μαζί με τους γείτονές της, ασκεί πιέσεις στο δημοτικό συμβούλιο και στην Υπηρεσία Δημοσίων Έργων προκειμένου να επενδύσουν σε αντιδιαβρωτικά έργα, ώστε να προστατευτούν οι κήποι τους, οι οποίοι έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές από τρία ακραία παλιρροϊκά φαινόμενα την τελευταία δεκαετία, γεγονός που οδήγησε στην εξαφάνιση των αμμόλοφων ανάμεσα στα σπίτια τους και τη θάλασσα. Η σκηνή αυτή με γύρισε πίσω στον χρόνο. Μια παλιά φίλη έβλεπε συχνά ένα όνειρο όπου ένα τεράστιο κύμα περνούσε πάνω από τα προστατευτικά έργα της ακτής μπροστά στο σπίτι της, πλημμυρίζοντας το ισόγειο κι εγκλωβίζοντας αυτήν και το μικρό παιδί της στον δεύτερο όροφο. Η Ρόνα θεωρεί το σπίτι της ως ένα «υπέροχο πρότυπο σπιτιού» και νιώθει ότι αυτό το μέρος είναι πραγματικά το σπίτι της. Φαντάζεται τις αδελφές της να βρίσκονται εκεί, να ανοίγουν τα ντουλάπια της για να πάρουν ό,τι χρειαστούν ή να εμφανίζονται στην πόρτα του κήπου που βλέπει στη θάλασσα. Αν και η Ρόνα δείχνει ενίοτε ψυχρή, η μητρική αγάπη για τον Λίο και η επιθυμία της να αναλάβει πρακτικές πρωτοβουλίες για να βοηθήσει τις αδελφές της δείχνουν ότι μάλλον νοιάζεται, ακόμη κι αν κάποιες φορές φαντάζει πιεστική ή και καιροσκόπος. Είναι εκείνη που παρεμβαίνει κι ενεργεί άμεσα προσπαθώντας να διορθώσει τα πράγματα, ακόμα και εκείνα που δεν επιδέχονται εύκολη ή γρήγορη διόρθωση. Μερικές φορές είναι ευλογία να υπάρχει μια αδελφή [ή κάποιος άνθρωπος] που διαθέτει πόρους και διασυνδέσεις, και κυρίως καλές προθέσεις, ακόμα κι αν η βοήθεια δεν γίνεται πάντα δεκτή. Η Maeve (Μέιβ), για παράδειγμα, δεν θεωρεί σοφή την συμβουλή της Ρόνα να κινηθεί νομικά εναντίον του εκδότη της, ενώ παράλληλα διατηρεί επιφυλάξεις απέναντι στην αδελφή της, η οποία γνωρίζει δικηγόρους σε κάθε πόλη της χώρας.
Η τρίτη αδελφή, η Maeve (Μέιβ), διάσημη σεφ στο Instagram, ζει στο Λονδίνο σε ένα πλωτό σπίτι. Προσπαθεί να εξασφαλίσει την οικονομική βιωσιμότητα της δουλειάς της, επιδιώκοντας παράλληλα να εκφράσει τις ιδέες της για τη μελλοντική επισιτιστική ασφάλεια. Ο Halim, ένας φίλος από τη Βοσνία που εργάζεται ως μίμος, μένει σε μια σκηνή πάνω στο πλωτό σπίτι της. Είναι άτομο χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα και «περπατάει στις μύτες των ποδιών πάνω σε αυτή τη γη, προσπαθώντας να αποφύγει τις νάρκες». Μιλάει ελάχιστα, αλλά «της αποκαλύπτει πολύ περισσότερα απ’ όσα λένε οι περισσότεροι άνθρωποι». Η Maeve υποψιάζεται ότι ίσως είναι ερωτευμένη μαζί του. Σκέφτεται, επίσης, το ενδεχόμενο να γίνει μητέρα. Έχει γράψει δυό βιβλία μαγειρικής και βγάζει τα προς το ζην αναλαμβάνοντας δείπνα και εκδηλώσεις. Τη συναντάμε σ’ ένα εύπορο σπίτι στο Λονδίνο·όπου την παρακολουθούμε καθώς εργάζεται και μαθαίνουμε τις σκέψεις που περνούν από το μυαλό της καθώς μαγειρεύει και αλληλεπιδρά με τους παρευρισκόμενους. Ο νους της τρέχει στις αδελφές της: την Olwen, η οποία έχει εξαφανιστεί, και τη Nell, την οποία αγαπά περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στον κόσμο, η οποία κάνει τρεις δουλειές, μετακινείται συνεχώς μεταξύ πανεπιστημιακών εγκαταστάσεων χωρίς να νιώθει πια τα πόδια της, κι αναγκάζεται να διδάσκει καθιστή. Όταν πέθαναν οι γονείς τους, η Maeve ήταν αυτή που ανέλαβε τη φροντίδα του φαγητού και που ανταποκρίθηκε καλύτερα στην κρίση. Όταν θα φτάσουν στο «κρησφύγετο» της Olwen, η Maeve και πάλι θα φροντίσει να υπάρχει φαγητό, θα οργανώσει την κουζίνα και θα προσπαθήσει να κάνει το πρωτόγονο αγροτόσπιτο, όπου έχει καταφύγει η Olwen, πιο φιλόξενο.
Η Nell (Νελ), η μικρότερη αδελφή, μετανάστευσε νωρίς στην Αμερική για να διεκδικήσει την ανεξαρτησία της. Εργάζεται ως συμβασιούχος καθηγήτρια φιλοσοφίας και αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας: «έχει χάσει σταδιακά κάθε αίσθηση στα πόδια της, όπως εξήγησε στον μοναδικό γενικό ιατρό που είχε την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει από την τσέπη της». Δεν διαθέτει ούτε πόρους, ούτε ασφάλιση για να διερευνήσει το χρόνιο μούδιασμα στα πόδια της, ωστόσο ο κοσμήτοράς της, της λέει πως, αν θέλει να πετύχει στη διαδικασία μονιμοποίησής της, θα πρέπει να δίνει το «παρών» σε περισσότερες διοικητικές συναντήσεις. Κι η Ρόνα αναλογίζεται πόσο πιστή παραμένει η Νελ στα ιδανικά της, σε σημείο που να «έχει θυσιάσει κάθε ευκαιρία για ανέλιξη, κάθε πολιτικό πλεονέκτημα….. , αρνούμενη να παίξει το παιχνίδι». Τη Νελ την συναντάμε την ώρα που κοιμάται. Ο ύπνος της είναι ανήσυχος και συχνά ονειρεύεται τον υδάτινο ορίζοντα όπου βρήκαν τον θάνατο οι γονείς της.Της αρέσει να κολυμπά και να κάνει καταδύσεις με αναπνευστήρα πολύ νωρίς το πρωί, πριν από τη δουλειά, γιατί το κολύμπι αποτελεί για εκείνη τον μοναδικό τρόπο να ανακτήσει την ισορροπία της κι επειδή μέσα στο νερό νιώθει πιο σταθερή απ’ ότι στη στεριά. Μαθαίνουμε πώς γνωρίστηκαν οι γονείς τους: ο πατέρας τους, ο οποίος είχε ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο και διατηρούσε κάβα κρασιών, γράφτηκε σε ένα από τα μαθήματα που παρέδιδε η μητέρα τους. Εκείνη δίδασκε μαθηματικά προχωρημένου επιπέδου σε βραδινά τμήματα, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα εφαρμοσμένων μαθηματικών. Πρόσφατα, η Νελ αποφάσισε να απέχει από ερωτικές σχέσεις και η Μέιβ εικάζει πως ίσως επέλεξε τη μοναξιά επειδή «είναι ευκολότερο από το να παραδεχτείς ότι κουβαλάς τόσα πολλά βάρη», ή ίσως επειδή το γεγονός ότι η μητέρα της «αποχώρησε» από τη ζωή της όταν εκείνη ήταν μόλις έντεκα ετών, αποτελεί ένα βάρος υπερβολικά δυσβάσταχτο. Αργότερα, καθώς η Νελ προετοιμάζει τις διαλέξεις της, σκέφτεται την Όλγουεν και προσπαθεί να την εντοπίσει στο διαδίκτυο. Αναλογίζεται πόσο γενναιόδωρη και ρεαλίστρια ήταν, στωική εκ φύσεως, δεν αναζητούσε επαίνους, επιδεικνύοντας τεράστια ανθεκτικότητα. Ήταν η μητέρα που όλοι θεωρούσαν δεδομένη, όλοι την είχαν ανάγκη, ενώ η ίδια φρόντιζε πάντα οι δικές της ανάγκες να παραμένουν στο ελάχιστο. Η Νελ σκέφτεται να πάρει εκπαιδευτική άδεια και να επιστρέψει αεροπορικώς στην Ιρλανδία, να συναντήσει τις αδελφές της και να αναζητήσουν μαζί την εξαφανισμένη αδελφή τους. Ο κοσμήτορας της, προσπαθώντας να την αποτρέψει, της θυμίζει τον Κάδμο, ο οποίος, όταν ξεκίνησε να αναζητήσει τη χαμένη αδελφή του, έλαβε από το Μαντείο των Δελφών την απάντηση ότι η προσπάθειά του θα ήταν μάταιη.
Οι τρεις νεότερες αδελφές Flattery, μαζί με τον μικρό ανιψιό τους, τον Λίο, καταφθάνουν στην ιρλανδική ύπαιθρο από την Δουβλίνο, το Λονδίνο και την Αμερική, αναζητώντας μια αδελφή, η οποία δεν επιθυμεί να βρεθεί. Την εντοπίζουν σε μια απομονωμένη αγροικία, να περνάει κάτι σαν κρίση μέσης ηλικίας. Αποφασίζουν να μείνουν, παρόλο που δεν είναι ιδιαίτερα καλοδεχούμενες, και η κοινή τους συμβίωση τις αναγκάζει να αναλογιστούν το παρελθόν τους, τα διαγενεακά πρότυπα, τους αγώνες τους, τα συναισθήματα και τους δεσμούς μεταξύ τους, το δικό τους μέλλον, καθώς και το μέλλον του πλανήτη. Αν και έχουν περάσει τρία χρόνια από την τελευταία φορά που βρέθηκαν όλες μαζί, επιστρέφουν αβίαστα στους παλιούς τους ρόλους. Η Ρόνα θέλει να διορθώσει τα πράγματα, η Μέιβ προσφέρει φαγητό, ενώ η Νελ αναρωτιέται αν είναι άστοχο να πιέζουν την Όλγουεν να επισπεύσει μια διαδικασία που μάλλον απαιτεί χρόνο. Μέσα από τις αλληλεπιδράσεις και τις συζητήσεις τους, ξεδιπλώνονται σταδιακά η κοινή παιδική τους ιστορία και το πώς αυτή διαμόρφωσε την καθεμία με διαφορετικό τρόπο. Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους, συζητούν, προετοιμάζουν σεμινάρια, επισκέπτονται μια παμπ, ασχολούνται με δουλειές του σπιτιού και φροντίζουν τον Λίο. Κάποια στιγμή, καθώς η Νελ δεν βρίσκει κάποιο αντικείμενο ή παιχνίδι για να δώσει στον Λίο, αρχίζει να του μιλάει για αφηρημένες έννοιες. «Βλέπεις», λέει η Νελ, «το ωραίο με τις αφηρημένες έννοιες —όπως οι αριθμοί, Λίο, το ένα-δύο-τρία σου— είναι ότι δεν επηρεάζονται από την αιτιότητα. Ένας αριθμός δεν μπορεί να χτυπηθεί από αυτοκίνητο, σωστά; Ένα σύνολο δεν μπορεί να νιώσει την τετραγωνική του ρίζα, ούτε να μυρίσει τα κακά, ούτε να εξαλειφθεί από ακτίνες γάμμα ή τρομοκράτες. Γι’ αυτό η γιαγιά σου αγαπούσε τόσο πολύ τους αριθμούς. Κανείς δεν μπορεί να τους αγγίξει». Οι τέσσερις γυναίκες συζητούν για καθημερινά, πρακτικά ζητήματα, αλλά παράλληλα απαγγέλλουν ποιήματα της Έμιλι Ντίκινσον, αναλύουν την έννοια της «φροντίδας/μέριμνας» κατά τον Χάιντεγκερ, καθώς και την πιθανότητα να νοιάζεται κανείς πραγματικά, όπως λόγου χάρη ο πατέρας τους, αλλά με τρόπο λανθασμένο ή αναποτελεσματικό, εξετάζουν τις διαφορές μεταξύ διαφόρων οικολογικών ομάδων και θεωριών, την επάρκεια της τροφής, τις συνελεύσεις πολιτών, κάνουν αναφορές στον Μπέρτραντ Ράσελ, στην απομόνωση του Βιτγκενστάιν σε μια καλύβα στη δυτική Ιρλανδία, στον Χένρι Ντέιβιντ Θορό. Το χιούμορ, η πνευματώδης διάθεση και η ειρωνεία τους, τα σύντομα κριτικά σχόλια για φιλοσόφους και ιδέες, οι ακαδημαϊκές και διανοητικές ικανότητες, καθώς και οι πολιτικές ευαισθησίες τους, μας αποκαλύπτονται στις σελίδες.
Το βιβλίο ξεκινά με μια διάλεξη γεωλογίας, όπου η Όλγουεν μας εξηγεί ότι η Ιρλανδία είναι, ουσιαστικά, ένας τεράστιος τόπος πρόσκρουσης, που προέκυψε από τη σύγκρουση δύο αρχαίων ηπείρων κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Μιλώντας στους φοιτητές της, αναφέρεται στις αμέτρητες γεωλογικές περιόδους τεκτονικής σύγκλισης που χρειάστηκαν για να αποκτήσει η Γη τη σημερινή της μορφή, αντιπαραβάλλοντας τες με την ταχύτητα με την οποία εμείς είμαστε αποφασισμένοι να την καταστρέψουμε. Τους λέει: «…τα οικοσυστήματα είναι δυναμικά. Όμως, η φύση θα μας επέτρεπε να παραμείνουμε εδώ για μερικές χιλιετίες ακόμα, αν είχαμε δείξει ψυχραιμία, σύνεση και λογική. Αντίθετα, αποδειχτήκαμε ακόρεστοι, αρπακτικοί, νάρκισσοι εμπρηστές». Ως μέρος του μαθήματος, μαζί με τους φοιτητές της και τα δυο μικρά αγόρια του συντρόφου της, ποδηλατούν ως τις ακτές του Ατλαντικού, όπου σχολιάζει: «Πριν, λοιπόν, σκεφτείτε ότι η καταστροφή γύρω μας αποτελεί μέρος μιας φυσικής διαδικασίας… το πετρέλαιο χρειάστηκε εκατομμύρια χρόνια για να συσσωρευτεί, μέχρι που αρχίσαμε να ανοίγουμε τρύπες στα πετρώματα και να πετάμε μέσα σπίρτα. Κι έτσι, μέσα σε λιγότερο από διακόσια χρόνια, το έχουμε κάψει σχεδόν όλο. Τα ιθαγενή δάση της Ευρώπης χρειάστηκαν χιλιετίες για να ευδοκιμήσουν. Μέσα σε πέντε χιλιάδες χρόνια, έχουμε καταστρέψει το ενενήντα εννέα τοις εκατό. Στην Ιρλανδία, φτάσαμε στο εκατό τοις εκατό… Διαδικασίες που θα έπρεπε να διαρκέσουν εκατομμύρια χρόνια, εκτυλίσσονται πλέον μέσα σε αιώνες. Ή ακόμα και δεκαετίες».
Η Νελ ετοιμάζει ένα διαδικτυακό σεμινάριο για τους φοιτητές της και εξηγεί στην αδελφή της, τη Μέιβ, τη θεωρία του Χάιντεγκερ περί «μέριμνας / φροντίδας» (Sorge). Σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, η μέριμνα δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα, αλλά ένας τρόπος ύπαρξης στον κόσμο, ο οποίος εμπεριέχει δράση και πρόθεση. Πρόκειται για έναν προσανατολισμό απέναντι στον κόσμο, ο οποίος είναι εξαρχής παρών στην ύπαρξή μας και διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούμε με το περιβάλλον μας. Ο ίδιος πίστευε ότι η μέριμνα είναι αυτό που μας καθιστά ανθρώπους —γεννιόμαστε μέσα από τη φροντίδα— και αποτελεί τον βασικό τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τον εαυτό μας. Η Nell λέει ότι, σύμφωνα με τον Heidegger, «είναι αδύνατον να υπάρχουμε στον κόσμο χωρίς να νοιαζόμαστε. Το είναι μας ξεκινά από τη μήτρα… Κατοικούμε στον κόσμο νοιαζόμενοι γι’ αυτόν…. Το να υπάρχουμε σημαίνει φροντίδα. Το άγχος αποτελεί συνέπεια της ενσώματης ύπαρξης, του είναι, της φροντίδας. Είμαστε ριγμένοι στον κόσμο. Ωθημένοι μέσα στην ύπαρξη, στην εμπειρία —ακούσια, αλλά όχι αδιάφορα. Η αδιαφορία είναι το αντίθετο της ύπαρξης». Ο Heidegger περιέγραψε δύο είδη φροντίδας: τη φροντίδα που συνοδεύεται από άγχος και βάρος —η οποία πηγάζει από τον φόβο και τον αγώνα για επιβίωση, και τη μέριμνα (solicitude), η οποία αφορά την ανύψωση των άλλων, την προσοχή και την αφοσίωση. Η Nell εξηγεί: «Όταν η φροντίδα εκδηλώνεται ως άγχος, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να ανακουφίσεις τον πόνο κάποιου σε μια συγκεκριμένη κατάσταση. Όταν όμως η φροντίδα εκδηλώνεται ως μέριμνα, μπορείς να δώσεις σε κάποιον τη δυνατότητα να ξεφύγει από την κατάστασή του». Η Maeve ρωτά αν είναι δυνατόν να φροντίζουμε με λάθος τρόπο, και η Nell αναφέρεται στην τρέχουσα κατάστασή τους, επισημαίνοντας ότι δεν μπορούν να γνωρίζουν αν η Olwen χρειάζεται να σωθεί ή απλώς να στηριχθεί, εξηγώντας πως η ικανότητά μας να γνωρίζουμε τον κόσμο είναι μεγαλύτερη από την ικανότητά μας να τον φροντίζουμε, όσο στοργικός γονέας, αδελφή, δάσκαλος, πολίτης ή ακτιβιστής κι αν είναι κανείς. Ωστόσο, μπορούμε να βελτιώσουμε την ποιότητα της φροντίδας σε τεράστιο βαθμό.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους η Rhona προσκαλεί τη Maeve σε μια μονοήμερη εκδρομή στη Βόρεια Ιρλανδία, όπου η ίδια πρόκειται να συντονίσει ένα εργαστήριο στο πανεπιστήμιο και να συμμετάσχει σε μια δημόσια εκδήλωση με θέμα τη συμμετοχική δημοκρατία και τις συνελεύσεις πολιτών. Στις συνελεύσεις αυτές, τυχαία επιλεγμένοι πολίτες συναντιούνται για μερικά Σαββατοκύριακα προκειμένου να συζητήσουν ένα κοινωνικό ζήτημα που απασχολεί τη χώρα ή την περιοχή —όπως η χρήση ναρκωτικών, τα μέσα συγκοινωνίας, η ανεργία, η απώλεια της βιοποικιλότητας, η κλιματική αλλαγή ή οποιοδήποτε άλλο θέμα με το οποίο δεν ασχολείται η κυβέρνηση. Οι συμμετέχοντες εξετάζουν τα ζητήματα και τις πιθανές λύσεις, με τη συνδρομή ειδικών που πραγματοποιούν παρουσιάσεις και απαντούν σε ερωτήσεις, και στη συνέχεια καταλήγουν σε συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις. Η Rhona πιστεύει ότι οι συνελεύσεις πολιτών μπορούν να ανατρέψουν την αντίληψη πως το έργο αυτό επιτελείται καλύτερα από επαγγελματίες πολιτικούς με ιδιοτελή συμφέροντα, ή από όργανα που στερούνται διαφάνειας [Στην Ευρώπη ο θεσμός αυτός γνωρίζει άνθηση στην Ιρλανδία, Βέλγιο, Γαλλία. Ολλανδία και σε κάποιες άλλες χώρες]. Στη διάρκεια του ταξιδιού η Rhona παραδέχεται επίσης ότι εκείνη ήταν η αδελφή που έπρεπε να προχωρήσει μπροστά, «να στρώσει τις ράγες, καθώς οι υπάρχουσες οδηγούσαν στον γκρεμό. Ήταν μοναχική διαδικασία. Αλλά πίστευα[ε] πως, στο τέλος, θα εισέπραττα[ε] αγάπη γι’ αυτό. Έπρεπε να βλέπω[ει] μακροπρόθεσμα». Επίσης της προτείνουν να διδάξει στο πανεπιστήμιο εκεί, γεγονός που θα απαιτούσε να εγκαταλείψει το Δουβλίνο και να εγκατασταθεί στη Βόρεια Ιρλανδία. Μια τέτοια κίνηση θα της προσέφερε μια βαθιά αίσθηση ακεραιότητας, αλλά θα απαιτούσε ν’ αφήσει πίσω της όσα έχει χτίσει, ενώ θα άλλαζε και τον τρόπο με τον οποίο θα μεγάλωνε ο γιος της. Αναρωτιέται, λοιπόν, αν έρχεται κάποια στιγμή που ακόμη και οι πιο ελπιδοφόροι άνθρωποι μπαίνουν στον πειρασμό να χαμηλώσουν τον πήχη των φιλοδοξιών τους και να παραμείνουν στο περιβάλλον όπου νιώθουν ασφαλείς, προστατεύοντας τα κεκτημένα.
Η Μέιβ αντιμετωπίζει τα δικά της διλήμματα που αφορούν προσωπικές επιθυμίες, επιλογές επιβίωσης και αξίες. Συχνά εργάζεται σε χώρους που αποκαλούνται «σκοτεινές κουζίνες» (dark kitchens) ή «κουζίνες-φαντάσματα» (ghost kitchens) —εγκαταστάσεις όπου λειτουργούν εστιατόρια και διαδικτυακές εταιρείες εστίασης, χωρίς όμως να διαθέτουν χώρο υποδοχής πελατών. Μερικές φορές η Μέιβ βλέπει αυτούς τους χώρους ως εργαστήρια καλλιτεχνών, όμως γνωρίζει καλά πως έχουν σχέση μόνο με το εμπόριο και την αποδοτικότητα. Έτσι, νιώθει ότι αναπόφευκτα κι αυτή είναι μέρος του προβλήματος που πηγάζει από το νεοφιλελεύθερο οικονομικό οικοδόμημα που οδηγεί στην εξαφάνιση των πραγματικών εστιατορίων και στην απώλεια μόνιμων θέσεων εργασίας. Επίσης θέλει να γράψει ένα βιβλίο για τη μαγειρική και τη διαχείριση της έλλειψης τροφίμων —σε μια εποχή που οι απαιτήσεις σε νερό θα καθιστούν ορισμένες καλλιέργειες μη βιώσιμες— καθώς και για το πώς μπορεί να δημιουργηθεί μια ανθεκτική κουζίνα όταν ολόκληρο το σύστημα διατροφής θα έχει κλονιστεί. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με το ανώδυνο βιβλίο συνταγών που ζητά ο εκδότης της, ένα βιβλίο που, βέβαια, θα της εξασφάλιζε οικονομική άνεση, κάτι που θα ήταν χρήσιμο τόσο για την ίδια όσο και για τη Νελ.
Είναι ενδιαφέρον το ότι η Hughes επέλεξε τρεις από τους χαρακτήρες της να είναι εκπαιδευτικοί. Ακόμη και η Maeve, η οποία είναι σεφ, αναλαμβάνει έναν εκπαιδευτικό ρόλο μέσω των βιβλίων της και των συζητήσεών της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Πέρα από το γεγονός ότι η διδασκαλία αποτελεί επάγγελμα στο οποίο κυριαρχούν οι γυναίκες, δίνει στη συγγραφέα την ευκαιρία να εστιάσει στην ευθύνη του εκπαιδευτικού, όσον αφορά την ευημερία και τη συνετή φροντίδα των μαθητών και των μελλοντικών γενεών. Η Hughes διερευνά τη σύνδεση μεταξύ διδασκαλίας και μέριμνας / φροντίδας. Η Olwen, για παράδειγμα, προβληματίζεται για το πόση πληροφορία μπορεί να μεταδώσει στους μαθητές της σχετικά με ζητήματα όπως το μέλλον του πλανήτη και οι προοπτικές του είδους μας. Κατά τη διάρκεια του μαθήματος, αναρωτιέται: «Τι άλλο μπορεί να τους προσφέρει παρά την αλήθεια…. Δεν είναι άραγε δουλειά της να μειώσει αυτή την απόσταση… να κάνει την πραγματικότητα πιο απτή, με όλες τις ανυπόφορες πιέσεις που τη συνοδεύουν;» Η πραγματικότητα είναι σημαντική, ειδικά σήμερα, σε μια εποχή όπου προωθείται μια κουλτούρα αντι-διανοουμενισμού κι εξαπολύεται επίθεση εναντίον των επιστημών και των ανθρωπιστικών σπουδών. Ωστόσο, η ίδια αναλογίζεται επίσης ότι «ο τρόπος με τον οποίο μεταδίδεται η πληροφορία φαίνεται να έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από την ίδια την πληροφορία…». Σε μια συνέντευξή της, η Caoilinn Hughes (Denise S. Robbins) επισημαίνει ότι, ως συγγραφέας, έλαβε υπόψη πώς θα προσλάμβαναν οι αναγνώστες τις αναφορές της στις κλιματικές και γεωλογικές αλλαγές, καθώς και την κρίση που βιώνει η Olwen. Ήθελε να παραμείνει ειλικρινής τόσο απέναντι στον κόσμο όσο και απέναντι στους χαρακτήρες της, έχοντας επίγνωση ότι «η ανάγνωση είναι μια πράξη γενναιοδωρίας, καθώς καθιστά τον αναγνώστη ευάλωτο». Και η Nell, με τη σειρά της, σκέφτεται τους μαθητές της και την προσέγγισή της. Θέλει να βοηθήσει τους μαθητές να στραφούν προς έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης. Δοκιμάζει μια πιο αφηγηματική προσέγγιση, «επιχειρώντας να ενεργοποιήσει τη φαντασία τους μέσω ιστοριών, προτού προχωρήσει σε επιχειρήματα που θα τους βοηθήσουν να αποσαφηνίσουν τις έννοιες και να αντέξουν σε μια αυστηρή γνωσιολογική εξέταση». Στόχος της είναι να τους βοηθήσει να κατανοήσουν πώς κάθε νέο φιλοσοφικό μοντέλο για μια «καλή ζωή» συνδέεται με τα προγενέστερα, και να παρακολουθήσουν την πορεία που οδήγησε στα μοντέλα που ακολούθησαν. Βλέπουμε επίσης άλλες πτυχές του εκπαιδευτικού επαγγέλματος, όπως το γεγονός ότι συνήθως δεν αμείβεται επαρκώς, στην περίπτωση της Νελ δεν υπάρχει εργασιακή ασφάλεια, ούτε υγειονομική κάλυψη, και η αυτονομία της ως προς τον τρόπο με τον οποίο επιτελεί το έργο της είναι περιορισμένη.
Το βιβλίο είναι ένα τολμηρό, σύνθετο, πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, πλούσιο σε πληροφορίες και θέματα, χιούμορ, πνεύμα (wit), μεταφορές και συμβολισμούς, κι όμως εξακολουθεί να διαβάζεται σαν ένα μυθιστόρημα χαρακτήρων. Αφορά τη σχέση αδελφών, την απώλεια, την επιβίωση και την ουσιαστική εργασία, την αξία της φροντίδας και της κοινότητας, πώς είναι να ζει κανείς σε αυτές τις εποχές, τι μονοπάτια μπορεί να χαράξει, και το πώς δεν είναι αδύνατο να αφήσει κανείς πραγματικά πίσω του τη ζωή του. Κι όπως λέει κι ένας χαρακτήρας του βιβλίου, όταν βλέπει τις τρεις αδερφές της Όλγουεν, «Η αναπόφευκτη ικανότητα του παρελθόντος ενός ανθρώπου να τον εντοπίζει ανεξάρτητα από το πώς και πόσο ριζικά έχει ανατρέψει την πορεία της ζωής του…..». Είναι και μια ιστορία εκτοπισμού από την οικογένεια, την κοινότητα, τη χώρα, την αίσθηση του ανήκειν και της σύνδεσής με τη γη, και του πως τα αδέλφια μπορούν να γεφυρώσουν αντικρουόμενα συστήματα πεποιθήσεων ή να αποτύχουν να το κάνουν, και πώς μπορούν να καταλήξουν να δίνουν πολύ διαφορετικές μάχες. Κι επίσης είναι η ιστορία μιας γυναίκας που αντιμετωπίζει μια υπαρξιακή κρίση εγκαταλείποντας μια ζωή που έχει κτίσει με κόπο, επιλέγοντας την απομόνωση και την επιστροφή στη φύση χωρίς κάποιο σχέδιο ή αναζήτηση υποστήριξης. Η ζωή εκτός δικτύου δεν εξιδανικεύεται, και η ίδια η Όλγουεν δεν είναι σίγουρη για το τι θα κάνει, και μάλιστα αστειευόμενη αναρωτιέται αν θα μπορούσε να επιβιώσει επισκευάζοντας ποδήλατα όταν εξαντληθούν οι οικονομίες της. Επίσης πίνει τζιν προσπαθώντας να κρατήσει τις σκέψεις και τον φόβο μακριά. Αναπόφευκτα αναρωτιόμαστε αν η ηρωίδα θα μετανιώσει που δραπέτευσε από τη ζωή της τόσο απότομα χωρίς καμία προετοιμασία και αν η επιλογή της τελικά θα της προσφέρει το χώρο, τον χρόνο και την ελευθερία να επεξεργαστεί όσα τη βαραίνουν, εφόσον για πρώτη φορά στη ζωή της δεν περιορίζεται από ρόλους, υποχρεώσεις και την ευθύνη της φροντίδας των άλλων. Από την άλλη πλευρά, παρατηρούμε ότι η απομάκρυνση από το εργασιακό πλαίσιο, τους μαθητές και την παλιά ζωή της, και η επιλογή της εγγύτητας με τη φύση και της ενασχόλησης της με το κτίσιμο του σπιτιού, ακόμη και οι χειρωνακτικές εργασίες που κάνει, την ενδυναμώνουν και της προσφέρουν μια αίσθηση ελευθερίας, τουλάχιστον προς το παρόν.
Πριν οι αδελφές της Όλγουεν επιστρέψουν στις ζωές και τις δουλειές τους, η Μέιβ λέει: «Ξέρω ότι δεν πρέπει να χωρίσουν οι δρόμους μας. Δεν είμαστε ούτε κατά διάνοια έτοιμες. Υπάρχει υπερβολική αβεβαιότητα». Γνωρίζουν επίσης ότι αν η αδελφή τους πρόκειται να επιβιώσει σε αυτό το απομακρυσμένο μέρος για κάποιο διάστημα, ή ακόμα και πιο μόνιμα, θα χρειαστεί φίλους και δίκτυα, θα χρειαστεί μια κοινότητα και βοήθεια. Σε κάποιο σημείο η Νελ λέει στην Όλγουεν ότι μερικές φορές είναι εντάξει να είναι τζαμπατζού, έτσι για αλλαγή, γιατί μεγαλώνοντας δεν είχε ούτε ένα λεπτό να πάρει ανάσα, να κάνει λάθη, ακόμα και πριν πεθάνουν οι γονείς τους. Αυτό γίνεται εμφανές στο τέλος του βιβλίου, όταν η Όλγουεν βρίσκεται μέσα σε ένα λάκκο θεμελίωσης, θαμμένη από θρυμματισμένη πέτρα μέχρι το στέρνο, αναρωτώμενη αν αυτό θα είναι το τέλος ή αν μπορεί να αντέξει μέχρι να φτάσει η παράδοση του τσιμέντου σε λίγες μέρες. Παραδόξως, αυτό το συμβάν γίνεται ο καταλύτης για να συνειδητοποιήσει την ανάγκη να σπάσει την απομόνωση της και να ζητήσει τη βοήθεια και τη στήριξη των άλλων.
Το βιβλίο θίγει επίσης θέματα όπως η μητρότητα, οι εργαζόμενες γυναίκες και το πώς η οικογένεια δεν υπάρχει μόνο σε ένα οικιακό επίπεδο, τη σημασία της κοινότητας, τις μερικές φορές αντικρουόμενες ευθύνες της φροντίδας του εαυτού, των αγαπημένων προσώπων και του πλανήτη, και τη σύγκρουση μεταξύ αξιών, επιθυμιών και επιβίωσης. Μέσα από τις οπτικές γωνίες των τεσσάρων αδελφών, διερευνώνται οι επιπτώσεις του κλυδωνιζόμενου νεοφιλελεύθερου οικοδομήματος της Ιρλανδίας, καθώς κάθε αδελφή, με τον δικό της τρόπο και βασιζόμενη στον τομέα της γνώσης της [γεωλογία, φιλοσοφία, πολιτική, τροφή και τρόφιμα], αναζητά λύσεις και απαντήσεις σε συλλογικά προβλήματα και ερωτήματα. Η Hughes χρησιμοποιεί επίσης μια πληθώρα μεταφορών με ποικίλες πιθανές ερμηνείες. Λόγου χάρη, χρησιμοποιεί τη γεωλογία ως κεντρική μεταφορά, καθώς η Ιρλανδία περιγράφεται ως μια χώρα μεγάλης σύγκρουσης αρχαίων ηπείρων. Οι πέτρες και τα βράχια μπορεί να αντιπροσωπεύουν τον βαθύ χρόνο, τη σταθερότητα σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, αλλά και την αγνωσία των ανθρώπων, οι οποίοι, σε αντίθεση με τα βράχια, τα οποία μπορούν να αναλυθούν, να χαρτογραφηθούν και να κατανοηθούν, είναι πιο δύσκολο να αποκρυπτογραφηθούν, επειδή σε αντίθεση με τα βράχια, «δεν μπορούμε να σκάψουμε ένα πηγάδι μέσα τους. Να βρούμε τα υπόγεια ύδατά τους». Η στρωματογραφία των βράχων θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει και τη συσσώρευση τραυμάτων, μυστικών και εμπειριών με την πάροδο του χρόνου. Οι ιδέες και οι προσεγγίσεις των αδελφών μερικές φορές συγκρούονται και συγκλίνουν σαν τεκτονικές πλάκες δημιουργώντας τριβή, πίεση, ρήγματα, ενίοτε γεννώντας κάτι νέο. Οι πέτρες, τα βράχια και οι γκρεμοί αντιπροσωπεύουν τον κίνδυνο και τον θάνατο σε αυτή την ιστορία. Στην τελευταία σκηνή, όπως το βάρος της οικολογικής και προσωπικής απελπισίας, έτσι κι οι πέτρες και τα θρυμματισμένα βράχια βαραίνουν επικίνδυνα, απειλώντας να καταβροχθίσουν την Όλγουεν. Οι ίδιες οι τέσσερις αδελφές θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως μεταφορά, τέσσερις πτυχές ενός μεγαλύτερου συνόλου, η ασθένεια της Νελ, το στοιχείο του νερού…..
Τέλος, καθώς διάβαζα το βιβλίο, ένιωσα ότι η ιστορία θα μπορούσε να γίνει ταινία, κι επίσης θυμήθηκα το κλασσικό μυθιστόρημα Οι Μικρές Κυρίες (1868) της Louisa May Alcott, ένα μυθιστόρημα που επίσης αφορά τέσσερις αδερφές, κι αναρωτήθηκα αν έχει εμπνεύσει ή επηρεάσει με κάποιο τρόπο την Hughes. Τα μυθιστορήματα ασχολούνται με τη σύνθετη δυναμική των αδελφών και το δεσμό τους. Και οι δύο ομάδες αδερφών έχουν διαφορετικές προσωπικότητες, ταλέντα και φιλοδοξίες, κι έχουν επίσης βιώσει απώλεια, πένθος και δυσκολίες, αν και διαφορετικές, καθώς οι ιστορίες διαδραματίζονται σε διαφορετικές ιστορικές εποχές. Οι αδερφές March αντιμετωπίζουν φτώχεια, τον θάνατο της μιας αδελφής και την περίοδο του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου, ενώ οι αδερφές Flattery ήταν αναγκασμένες να ωριμάσουν και να καταλάβουν πώς να γίνουν ενήλικες και πώς να ζήσουν στον κόσμο μόνες τους, και ζουν σε μια εποχή οικολογικού άγχους και δοκιμαζόμενων δημοκρατιών.