20 Δεκεμβρίου, 2025

Οι τρεις ζωγραφιές μικτής τεχνικής της προηγούμενης ανάρτησης ήταν μέρος ενός τετράπτυχου, οπότε αναδημοσιεύω και τις τέσσερις μαζί.

 

Θερμές ευχές     

Η σημερινή ανάρτηση είναι σχετική με την ιστορία της καλοσύνης, και πιο συγκεκριμένα αφορά δύο βιβλία που διάβασα τις τελευταίες εβδομάδες: “On Kindness”, μια πραγματεία των Adam Phillips και Barbara Taylor [ψυχαναλυτή και ιστορικό αντίστοιχα], κι ένα πio πολυσέλιδο βιβλίο με τίτλο “Humankind: A Hopeful History” [Ανθρωπότητα: Μια Ελπιδοφόρα Ιστορία] ** του Rutger Bregman [ιστορικού]. Επίσης, έχω συμπεριλάβει τρία πρόσφατα σχέδια.

**Η λέξη  Humankind αποτελείται από τις λέξεις άνθρωπος και είδος, όμως η δεύτερη λέξη μπορεί να σημαίνει και καλός και συμπονετικός

Εν συντομία,

ο Rutger Bregman ασχολείται με μια διεπιστημονική μελέτη ιστορικών γεγονότων, επιστημονικών μελετών, ιδίως στον τομέα της κοινωνικής ψυχολογίας, και φιλοσοφικής επιχειρηματολογίας, και βασίζεται στην οικονομία, την ψυχολογία, τη βιολογία, την ανθρωπολογία και διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα. Επίσης, ασχολείται με την παλιά και πάντα επίκαιρη διαμάχη για την ανθρώπινη φύση μεταξύ του Jean Jacques Rousseau και του Thomas Hobbes και υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι είναι θεμελιωδώς καλoί και ότι η αγνόηση αυτού του γεγονότος δεν ωφελεί την ανθρωπότητα, καθώς η διατήρηση αρνητικών προσδοκιών από τους ανθρώπους οδηγεί όλο και περισσότερους ανθρώπους να ασπάζονται τον κυνισμό. Ο Bregman προσφέρει μια διαφορετική οπτική γωνία, καταφεύγοντας σε διαφορετικές πηγές, προκειμένου να μας απαλλάξει από μια δογματικά κυνική και σε κάποιο βαθμό διαστρεβλωμένη άποψη για την ανθρώπινη φύση. Αποδομεί κακές επιστημονικές μελέτες και πειράματα [Ζιμπάρντο, Μίλγκραμ, Μουζαφέρ Σερίφ, κ.λπ.], παρερμηνευμένα ευρήματα, προκατειλημμένα ρεπορτάζ και διαστρεβλωμένα ιστορικά γεγονότα. Το βιβλίο του σίγουρα μας βοηθά να θέσουμε ερωτήματα, ν’ αναλογιστούμε το τι θεωρούμε δεδομένο και πόσες πληροφορίες απορροφούμε χωρίς αμφισβήτηση, κάτι που μπορεί κανείς να υποθέσει ότι ήταν και η πρόθεση του συγγραφέα. Συνολικά, το βιβλίο του Bregman αποτελεί ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ της έμφυτης ανθρώπινης ευπρέπειας / καλοσύνης και της ανθρώπινης αρετής.

Στα δοκίμιά τους, με τίτλο On Kindness / Περί Καλοσύνης, οι Adam Phillips και Barbara Taylor παρουσιάζουν μια ανάλυση της καλοσύνης στην ιστορία, στη ζωή και στον σύγχρονο κόσμο. Ερευνούν γιατί η πίστη μας στην καλοσύνη έχει κλονιστεί και γιατί πειθόμαστε τόσο εύκολα ότι ο ανταγωνισμός την έχει αντικαταστήσει, γιατί η καλοσύνη μας δίνει την αίσθηση απειλής και γιατί, παρά τη λαχτάρα μας για αυτήν, αρνούμαστε την ευχαρίστηση της καλοσύνης και δυσκολευόμαστε να την (από)δεχτούμε. Ο Philips και η Taylor αναλύουν πώς η καλοσύνη αποτελεί το θεμέλιο των μεγάλων θρησκειών και φιλοσοφιών του κόσμου κι εξετάζουν τις απολαύσεις και τους κινδύνους της καλοσύνης. Αντλώντας έμπνευση από την ιστορία, τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, την ψυχανάλυση και τη σύγχρονη κοινωνική θεωρία, διερευνούν γιατί μας έχουν διδάξει να αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας ως θεμελιωδώς ανταγωνιστικούς και κακούς, και πώς και γιατί έχουμε επιλέξει τη μοναξιά αντί της σύνδεσης. Υποστηρίζουν ότι μια ζωή όπου ζούμε με ενστικτώδη, ενσυναισθητική / συμπονετική ταύτιση με τους άλλους είναι αυτή που λαχταράμε και πρέπει να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να τη ζήσει.

Ελπίζω να γράψω περισσότερα για τα βιβλία και την καλοσύνη στην επόμενη ανάρτηση. Εν τω μεταξύ, θα συμπεριλάβω δύο αποσπάσματα από τα βιβλία τους.

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου του, ο Rutger Bregman γράφει:

«Αυτό είναι ένα βιβλίο για μια ριζοσπαστική ιδέα. Μια ιδέα που είναι γνωστό εδώ και καιρό ότι προκαλεί νευρικότητα στους ηγέτες. Μια ιδέα που απορρίπτεται από θρησκείες και ιδεολογίες, αγνοείται από τα μέσα ενημέρωσης και σβήνεται από τα χρονικά της παγκόσμιας ιστορίας. Ταυτόχρονα, είναι μια ιδέα που νομιμοποιείται σχεδόν από κάθε κλάδο της επιστήμης. Μια ιδέα που επιβεβαιώνεται από την εξελικτική ιστορία και την καθημερινή ζωή. Μια ιδέα τόσο εγγενής στην ανθρώπινη φύση που περνάει απαρατήρητη. Μακάρι να είχαμε το θάρρος να την πάρουμε πιο σοβαρά, είναι μια ιδέα που μπορεί να ξεκινήσει μια επανάσταση. Να ανατρέψει την κοινωνία. Γιατί μόλις καταλάβετε τι πραγματικά σημαίνει, δεν είναι τίποτα λιγότερο από κάτι σαν ναρκωτικό που σου αλλάζει το μυαλό κι εξασφαλίζει ότι δεν θα ξαναδείς ποτέ τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο. Τι είναι λοιπόν αυτή η ριζοσπαστική ιδέα; Ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, κατά βάθος, είναι αρκετά καλοί……

Θέλω να επισημάνω τρεις προειδοποιήσεις. Πρώτον, το να υπερασπίζεσαι την ανθρώπινη καλοσύνη είναι σαν να αντιστέκεσαι σε μια Λερναία Ύδρα – αυτό το μυθολογικό τέρας με τα επτά κεφάλια που φύτρωνε δύο κεφάλια για κάθε ένα που έκοβε ο Ηρακλής. Ο κυνισμός λειτουργεί κάπως έτσι. Για κάθε μισανθρωπικό επιχείρημα που διαλύεις, δύο ακόμη θα εμφανιστούν στη θέση του. Η veneer theory / «θεωρία της επιφανειακότητας» είναι ένα ζόμπι που συνεχώς επιστρέφει. Δεύτερον, το να υπερασπίζεσαι την ανθρώπινη καλοσύνη σημαίνει ότι παίρνεις θέση ενάντια στις δυνάμεις του κατεστημένου. Για τους ισχυρούς, μια ελπιδοφόρα άποψη για την ανθρώπινη φύση είναι εντελώς απειλητική. Ανατρεπτική. Στασιαστική. Υπονοεί ότι δεν είμαστε εγωιστικά θηρία που χρειάζονται χαλιναγώγηση, περιορισμό και ρύθμιση. Υπονοεί ότι χρειαζόμαστε ένα διαφορετικό είδος ηγεσίας….. Τρίτον, το να υπερασπίζεσαι την ανθρώπινη καλοσύνη σημαίνει να υπομένεις μια θύελλα χλευασμού. Θα σε πουν αφελή. Αδαή…….. Βασικά, είναι πιο εύκολο να είσαι κυνικός….»

Περί  Καλοσύνης από τους Adam Phillips και Barbara Taylor

«Η καλοσύνη, θα μπορούσε κανείς να πει, περιπλέκει τις σχέσεις μας με τους άλλους με ιδιαίτερα ανεπαίσθητους και ικανοποιητικούς τρόπους· και για έναν πολύ απλό λόγο. Οι πράξεις καλοσύνης καταδεικνύουν, με τον πιο ξεκάθαρο δυνατό τρόπο, ότι είμαστε ευάλωτα και εξαρτημένα ζώα που δεν έχουμε καλύτερους πόρους από το να έχουμε ο ένας τον άλλον. Αν η καλοσύνη έπρεπε προηγουμένως να νομιμοποιηθεί από έναν Θεό ή θεούς ή να εντοπιστεί σε γυναίκες και παιδιά, είναι επειδή έπρεπε να ανατεθεί· κι έπρεπε να ανατεθεί και να επικυρωθεί, και να ιεροποιηθεί, και να εξιδανικευτεί, και να συναισθηματικοποιηθεί επειδή προέρχεται από το μέρος του εαυτού μας που μας φοβίζει περισσότερο, το μέρος που γνωρίζει πόση σιγουριά και (γνήσια) επιβεβαίωση απαιτείται για να διατηρήσουμε την αίσθηση βιωσιμότητάς μας. Η αντίστασή μας στην καλοσύνη είναι η αντίστασή μας στο να συναντήσουμε αυτό που συναντά η καλοσύνη μέσα μας και αυτό που συναντάμε σε άλλους ανθρώπους όντας καλοί μαζί τους. Και, φυσικά, η αντίστασή μας στο να δούμε τα όρια αυτού που μπορεί να κάνει η καλοσύνη για εμάς…

Έτσι, οι απολαύσεις της καλοσύνης που υποστηρίζονται σε αυτό το βιβλίο δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι οι απολαύσεις της ηθικής ανωτερότητας, ή της κυριαρχικής ευεργεσίας ή της απατηλής προστασίας των καλών / θετικών συναισθημάτων. Ούτε οι πράξεις καλοσύνης πρέπει να θεωρούνται πράξεις θέλησης, προσπάθειας ή ηθικής απόφασης. Η καλοσύνη προέρχεται από αυτό που ο Φρόιντ ονόμασε – σε διαφορετικό πλαίσιο – «μετά την εκπαίδευση, δηλαδή, μια αναζωογονημένη επίγνωση κάποιου πράγματος που είναι ήδη αισθητό και γνωστό». Και αυτή η «μετεκπαίδευση», της οποίας ίσως αποτελεί μέρος αυτό το βιβλίο, συνεπάγεται την αναγνώριση της καλοσύνης ως ενός συνεχούς πειρασμού στην καθημερινή ζωή στον οποίο αντιστεκόμαστε. Όχι έναν πειρασμό να θυσιαστούμε, αλλά να συμπεριλάβουμε τον εαυτό μας με τους άλλους. Όχι έναν πειρασμό να απαρνηθούμε ή να αγνοήσουμε τις επιθετικές πτυχές του εαυτού μας, αλλά να δούμε την καλοσύνη ως αλληλέγγυα με την ανθρώπινη ανάγκη και με την πολύ παράδοξη αίσθηση αδυναμίας και δύναμης που προκαλεί η ανθρώπινη ανάγκη. Οι πράξεις καλοσύνης μας εμπλέκουν σε διαφορετικά είδη συζητήσεων. Η αντίστασή μας σε αυτές τις συζητήσεις υποδηλώνει ότι μπορεί να ενδιαφερόμαστε περισσότερο για αυτές, μπορεί στην πραγματικότητα να θέλουμε πολύ περισσότερα από αυτές, από ό,τι επιτρέπουμε στον εαυτό μας να ξέρει».

Δεκέμβρης 2025

«Η νεαρή γυναίκα μπροστά μου, με το κοριτσάκι της στο καρότσι, σηκώνει το κεφάλι, χαμογελάει. Σκύβει προς το παιδί. Κοίτα τα φώτα αγάπη μου!» Annie Ernaux

Σήμερα δημοσιεύω κάτι που άρχισα να γράφω πριν από λίγο καιρό, ενώ διάβαζα το βιβλίο το οποίο αναφέρω παρακάτω, αλλά ολοκλήρωσα σήμερα. Η ανάρτηση είναι πιο σύντομη από ότι συνήθως, αλλά ήμουν λίγο πιεσμένη χρονικά καθώς ήθελα να κάνω πράγματα όπως εξετάσεις αίματος κι επισκέψεις σε οδοντίατρο που είχα παραμελήσει, και κάποια πράγματα στο σπίτι πριν το τέλος της χρονιάς. Το βιβλίο έναυσμα της σημερινής ανάρτησης είναι της Γαλλίδας συγγραφέα Annie Ernaux, Κοίτα τα Φώτα, Αγάπη μου / Regarde les lumières, mon amour, κι αφορά την υπεραγορά ή το σούπερ μάρκετ, ένα χώρο που ο Marc Augé, όρισε ως «μη τόπο». Το βιβλίο είναι ένα ημερολογιακό κείμενο όπου η συγγραφέας καταγράφει τις σκέψεις, τις εμπειρίες και τις παρατηρήσεις της κατά τη διάρκεια των επισκέψεων της στο κατάστημα Auchan της γειτονιάς της μεταξύ Νοεμβρίου 2012 και Οκτωβρίου 2013.

Το θέμα της μελέτης της είναι ένας «μη-τόπος» (non-place) της σύγχρονης ζωής όπως η υπέρ αγορά που η συγγραφέας μετατρέπει σε φακό μέσα από τον οποίο εξετάζει κι αναλύει τη σύγχρονη ζωή, τις ταξικές και έμφυλες διαφορές, τις κοινωνικές ταυτότητες, τον καταναλωτισμό, την οικονομία, τη φθηνή εργασία στις αναπτυσσόμενες χώρες, κι άλλα θέματα. Ο όρος «μη τόπος» που επινόησε ο Γάλλος ανθρωπολόγος, Marc Augé, αναφέρεται σε χώρους παροδικότητας όπου οι άνθρωποι παραμένουν ανώνυμοι. Παραδείγματα «μη τόπων» θα μπορούσαν να είναι τα αεροδρόμια, οι αυτοκινητόδρομοι, τα εμπορικά κέντρα, τα σούπερ μάρκετ, οι αίθουσες αναμονής, κλπ. Σύμφωνα με τον Augé η έννοια του «μη τόπου» όπου οι άνθρωποι παραμένουν ανώνυμοι, διαφέρει από την έννοια του «ανθρωπολογικού τόπου», ο οποίος προσφέρει στους ανθρώπους έναν χώρο που ενδυναμώνει την ταυτότητά τους, κι όπου μπορούν να συναντήσουν άλλους ανθρώπους με τους οποίους μοιράζονται κοινωνικές αναφορές.

Σε αυτό το βιβλίο όπως και στ’ άλλα βιβλία της, η Ernaux είναι θαρραλέα, οξυδερκής, λιτή, και αμφισβητεί, συνδέοντας πάντα το προσωπικό με το πολιτικό. Το αφήγημα μοιάζει να επαναλαμβάνεται αντανακλώντας ίσως τον κυκλικό κι επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα των αγορών και εποχών. Δεν περιγράφει απλώς, αλλά μας δίνει μια μαρτυρία ενός συγκεκριμένου πλαισίου εντός συγκεκριμένου χρόνου. Καταγράφει, ερμηνεύει κι αναλύει. Μας λέει ότι μάλλον το πνεύμα των καιρών αποφασίζει τι αξίζει να θυμόμαστε, κι ότι μόνο πρόσφατα τα σούπερ μάρκετ θεωρούνται χώροι αντάξιοι αναπαράστασης στην τέχνη παρόλο που «…. δεν υπάρχει άλλος χώρος, δημόσιος ή ιδιωτικός, όπου τόσα πολλά άτομα τόσο διαφορετικά ως προς την ηλικία, το εισόδημα, την κουλτούρα, την γεωγραφική και εθνοτική προέλευση, το look, κινούνται και συγχρωτίζονται».

Το βιβλίο αποτελείται από ημερολογιακές εγγραφές στις οποίες η συγγραφέας καταγράφει τις παρατηρήσεις της για τους πελάτες, τους υπαλλήλους και ταμίες που όρθιες σκανάρουν προϊόντα ασταμάτητα σαν ένα είδος ιμάντα παραγωγής, τις βιτρίνες, τα προϊόντα: τρόφιμα, παιχνίδια, ρούχα, ηλεκτρονικά, βιβλία, απορρυπαντικά, τις τιμές, την καταναλωτική κίνηση κατά τη διάρκεια διαφόρων περιόδων του χρόνου, αλλά και ζητήματα που αφορούν την ανεργία και τη μείωση προσωπικού, την ακρίβεια, τις εθνοτικές ομάδες και μετανάστες που συναντά, την οργάνωση των διαδρόμων, τις διαφημίσεις, τις εκπτώσεις, τα προϊόντα προσφοράς, την μετατροπή των γιορτών σε εμπορικές λειτουργίες, και τα καθημερινά μικρά ανθρώπινα δράματα.

Για την Ernaux αυτός ο ανώνυμος χώρος αποκαλύπτει ζητήματα που αφορούν την οικονομία, την εξουσία, τις διαφορές φύλου, την επιθυμία, τις ιεραρχίες στον εργασιακό χώρο. Γράφει: «Η υπεραγορά διασχίζεται όντως από την Ιστορία…….Κοινωνικοπολιτισμική ιστορία του γούστου και της μόδας, της τεχνολογίας. Γεωπολιτική ιστορία των μεταναστεύσεων….». Δεν παρατηρεί τους άλλους μόνο, αλλά εγκιβωτίζει και τον εαυτό της στο αφήγημα της, αναλύοντας τις αγορές της, τις επιλογές ταμείου και τις μάρκες που επιλέγει. Με αφορμή όλα αυτά στοχάζεται πάνω στην ταξική, εθνοτική και έμφυλη ταυτότητα. Γνωρίζει ότι το σούπερ μάρκετ είναι και έμφυλος χώρος, οπού οι γυναίκες συχνά έχουν την ευθύνη των αγορών των νοικοκυριών ή της οικογένειας. Η Ernaux εδώ, όπως και σε όλα τα βιβλία της, αναλύει τις ταξικές διαστάσεις του πλαισίου που ερευνά, περιγράφει πως το περιεχόμενο μέσα στα καρότσια αποκαλύπτει την κοινωνική θέση, την οικονομική δυνατότητα, την εθνοτική ταυτότητα, και πως μερικά προϊόντα δηλώνουν στέρηση και άλλα κύρος. Παρατηρεί πως οι πάγκοι με τις εκπτώσεις και τις προσφορές προσελκύουν συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες.

Περιγράφει και τον χρόνο αναμονής στο ταμείο, εκεί όπου βρισκόμαστε πολύ κοντά ο ένας στον άλλο, παρατηρούμενοι και παρατηρούντες. Τα είδη που αφήνουμε στον ιμάντα αποκαλύπτουν όχι μόνο το εισόδημα μας, αλλά τις διατροφικές συνήθειες, τη δομή της οικογένειας μας ή του νοικοκυριού μας, τα ενδιαφέροντα και τις συνήθειες μας, τη σβελτάδα μας ή την αδεξιότητα μας, την ευγένεια και μέριμνα μας για τους άλλους ή την αδιαφορία. Κι όταν μια άγνωστη γυναίκα την αναγνωρίζει, τότε νιώθει να γίνεται η ίδια ένα αντικείμενο παρατήρησης και περιέργειας, καθώς κάθε προϊόν μέσα στο καλάθι της φανερώνει στοιχεία των συνηθειών και προτιμήσεων της, τον δικό της τρόπο ζωής. Η υπεραγορά έτσι καθίσταται ένας χώρος όπου όλοι εν δυνάμει είμαστε εκτεθειμένοι στο βλέμμα των άλλων.

Προς το τέλος της αφήγησης η Ernaux μας μιλάει και για την γοητεία αυτών των μεγάλων εμπορικών χώρων και της συλλογικής ζωής που εκτυλίσσεται σε αυτούς, και που μπορεί στο μέλλον να χαθεί με τη διάδοση των διαδικτυακών παραγγελιών και της παράδοσης στην πόρτα του πελάτη. Κι ίσως τα σημερινά παιδιά, ως ενήλικες, να νοσταλγούν τα ψώνια του Σαββάτου στις υπεραγορές, όπως οι άνω κάποιας ηλικίας νοσταλγούν τα παντοπωλεία της παλιάς γειτονιάς τους. Οι γονείς της Ernaux είχαν ένα μικρό παντοπωλείο και αυτός ήταν ένα σημαντικός χώρος της παιδικής και εφηβικής της ηλικίας.