Πόλεμος και Παιδιά

«….. Τα παιδιά δεν πρέπει ποτέ να βρίσκονται σε διασταυρούμενα πυρά, και τα σπίτια, τα σχολεία και οι κοινότητές τους δεν πρέπει να γίνονται πεδία μαχών. Οι πόλεμοι έχουν νόμους. Τα παιδιά και τα σχολεία πρέπει να μην αγγίζονται». Inger Ashing (Διευθύνουσα Σύμβουλος της Save the Children International)

«…η ανάπτυξη απαιτεί τις δικές της συνθήκες, ανεξάρτητα από τον πόλεμο και την ειρήνη ή όλα τα άλλα γεγονότα στον έξω κόσμο». Από το βιβλίο War and Children / Πόλεμος και Παιδιά των Anna Freud (Άννα Φρόιντ) και της Dorothy Burlingham (Ντόροθι Τ. Μπέρλινγκχαμ).

Συνοδεύω το κείμενο με δυο έργα ενός αγαπημένου ζωγράφου, του Εδουάρδου Σακαγιάν, Παιδί και ναυαγοί (1994-1998)  και  Ανθρώπινος σωρός ή λίστα αναμονής (1990-1998), οι οποίες δεν απεικονίζουν σκηνές πολέμου, όμως ήρθαν στο νου μου καθώς αναρωτιόμουν τι εικόνες να επιλέξω για το σημερινό κείμενο, ίσως επειδή αυτές τις μέρες είχα την ευχαρίστηση να δω κάποια έργα δικά του, καθώς και άλλων καλλιτεχνών, στην τοπική πινακοθήκη, και με δυο δικές μου παλιότερες εικόνες από ένα μωσαϊκό φιγούρων.

Όπως ανέφερα στην προηγούμενη ανάρτηση, το σημερινό κείμενο αφορά το βιβλίο της Anna Freud (Άννα Φρόιντ) και της Dorothy Burlingham, War and Children / Πόλεμος και Παιδιά, το οποίο βασίζεται στις σημειώσεις τους από ιστορικά παιδιών κατά τη διάρκεια του πολέμου και σε αναφορές τους που μας δείχνουν πώς κατέληξαν στα συμπεράσματά τους. Το έργο των Freud και Burlingham βασίζεται στη θεμελιώδη ιδέα ότι η φροντίδα και η εκπαίδευση των μικρών παιδιών δεν πρέπει να έρχονται σε δεύτερη μοίρα σε καιρό πολέμου, ούτε και πρέπει να υποβιβάζονται στο επίπεδο του πολέμου. Ισχυρίζονται ότι όπως η έλλειψη βασικών τροφών στην παιδική ηλικία θα προκαλέσει μόνιμη σωματική δυσπλασία στα επόμενα χρόνια, ακόμη και αν οι επιβλαβείς συνέπειες δεν είναι άμεσα εμφανείς, το ίδιο ισχύει και για την ψυχική ανάπτυξη του παιδιού, και κάθε φορά που δεν ικανοποιούνται βασικές ανάγκες όπως η ανάγκη για προσωπική προσκόλληση, για συναισθηματική σταθερότητα και για μονιμότητα της εκπαιδευτικής επιρροής, «οι συνέπειες θα είναι μακροχρόνιες ψυχολογικές δυσπλασίες».

Παρόλο που αυτό το υλικό γράφτηκε τη δεκαετία του 1940 και παρά τα πιο πρόσφατα ευρήματα και γνώση σχετικά με την ανάπτυξη και την προσκόλληση των παιδιών στους τομείς της ψυχολογίας και της ιατρικής, το έργο των Freud και Burlingham μας εμπνέει ακόμη και τα ευρήματα παραμένουν πολύτιμα και σημαντικά. Το βιβλίο αποτελεί επίσης μια υπενθύμιση της ανθρωπιάς μας και του καθήκοντός μας απέναντι στα παιδιά και τους νέους. Επιπλέον, πιστεύω ότι αυτό το υλικό είναι εξαιρετικά επίκαιρο σήμερα, καθώς γινόμαστε μάρτυρες συγκρούσεων και πολέμων σε όλο τον κόσμο, όπου οι πολίτες και τα μικρά παιδιά γίνονται στόχος, και όπου σπίτια, νοσοκομεία, σχολεία και μονάδες αφαλάτωσης βομβαρδίζονται, και όπου ένας μεγάλος αριθμός παιδιών γίνονται μάρτυρες καταστροφών, χάνουν τη ζωή τους, τραυματίζονται σοβαρά, ακρωτηριάζονται, λιμοκτονούν και ορφανεύουν.

Το 1941, η πρωτοπόρος παιδοψυχαναλύτρια, Anna Freud, και η Dorothy Burlingham ίδρυσαν τρία σχολεία-οικοτροφεία για παιδιά κατά τη διάρκεια του πολέμου σε απάντηση στις αεροπορικές επιδρομές στο Λονδίνο, για όλα εκείνα τα παιδιά που είχαν χάσει γονείς ή το σπίτι τους, ή εκείνα των οποίων οι μητέρες είχαν αρρωστήσει ή έπρεπε να τα πηγαίνουν σε καταφύγια αεροπορικών επιδρομών κάθε βράδυ. Οι Φρόιντ και Μπέρλινγκχαμ παρατήρησαν ότι η διάλυση των οικογενειών επηρέαζε τα παιδιά περισσότερο από τις πραγματικές εμπειρίες του πολέμου, και για αυτό το λόγο και σε αντίθεση με άλλα ανάλογα καταφύγια για παιδιά τα Hampstead War Nurseries έδιναν έμφαση στη διατήρηση τακτικών επισκέψεων από τις μητέρες και άλλα μέλη της οικογένειας, όταν αυτό ήταν δυνατόν, καθώς και στην ενίσχυση των αδελφικών δεσμών. Παράλληλα με τη φροντίδα και την εκπαίδευση των παιδιών, λάμβανε χώρα και ψυχαναλυτική εργασία και αναπτυξιακές παρατηρήσεις, και αυτά τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν εκείνη την εποχή και περιλαμβάνονται στο βιβλίο.

Η Anna Freud και η Dorothy Burlingham εργάστηκαν για:

να αποκαταστήσουν τη ζημιά που είχε ήδη προκληθεί από τις συνθήκες πολέμου στη σωματική και ψυχική υγεία των παιδιών και να αποτρέψουν περαιτέρω βλάβη στα παιδιά. Επομένως, όταν τα μωρά έπρεπε να χωριστούν από τις μητέρες τους, καταβλήθηκαν προσπάθειες για να διατηρηθούν μεν σε σχετική ασφάλεια, αλλά σε κοντινή απόσταση από τις οικογένειές τους· να διευκολυνθεί η διαδικασία της επίσκεψης, ώστε το μωρό να μπορέσει να αναπτύξει γνώση και προσκόλληση με τη μητέρα του και να είναι προετοιμασμένο για μια μεταγενέστερη επιστροφή στην οικογενειακή ζωή· και για τα μεγαλύτερα παιδιά να γίνουν όλα όσα ήταν απαραίτητα για μια κανονική εκπαίδευση όπως σε καιρό ειρήνης, ενώ παράλληλα προσπαθούσαν να διατηρήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο τα υπολείμματα των οικογενειακών προσκολλήσεων. Ένα άλλο σημαντικό επίτευγμα τους ήταν να κάνουν έρευνα σχετικά με τις βασικές ψυχολογικές ανάγκες των παιδιών, να μελετήσουν τις αντιδράσεις τους σε βομβαρδισμούς και καταστροφές, και στον πρόωρο χωρισμό από τις οικογένειές τους, να συλλέξουν στοιχεία σχετικά με τις επιβλαβείς συνέπειες κάθε φορά που οι βασικές τους ανάγκες παρέμεναν ανικανοποίητες, να παρατηρήσουν την επίδραση της κοινοτικής ζωής σε νεαρή ηλικία στην ανάπτυξή τους, να εκπαιδεύσουν άτομα που ενδιαφέρονταν για μορφές εκπαίδευσης που βασίζονται στην ψυχολογική γνώση του παιδιού, κι επίσης να επεξεργαστούν ένα πρότυπο ζωής στο βρεφοκομείο- οικοτροφείο που θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως μοντέλο για την εκπαίδευση σε καιρό ειρήνης.

Υπάρχουν πολλά ακόμη σχετικά θέματα που συζητούνται στο βιβλίο, συνοδευόμενα από παραδείγματα κλινικών μελετών. Αναπόφευκτα θα αναφερθώ σύντομα σε μερικά μόνο από τα πολλά παραδείγματα. Πρέπει επίσης να πω ότι τα συμπεράσματα των Freud και Burlingham είναι αποτέλεσμα των παρατηρήσεών τους και της εργασίας τους με παιδιά, αλλά και του ψυχαναλυτικού τους υπόβαθρου.

Σε σχέση με τα ζητήματα που αφορούν τον αποχωρισμό, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το γεγονός ότι η εκκένωση υπό τις παρούσες συνθήκες είναι εξίσου ανησυχητική με τον ίδιο τον βομβαρδισμό, δεν αποτελεί απόδειξη ότι δεν θα μπορούσαν να βρεθούν καλύτερες μέθοδοι εκκένωσης, οι οποίες να προστατεύουν τη ζωή και τη σωματική υγεία των παιδιών, ενώ ταυτόχρονα θα παρέχουν τη δυνατότητα για φυσιολογική ψυχολογική ανάπτυξη και σταθερή πρόοδο στην εκπαίδευση. Υποστηρίζουν ότι εάν ο αποχωρισμός μεταξύ του παιδιού και της μητέρας γινόταν αργά και εάν τα άτομα που προορίζονται να αντικαταστήσουν τη μητέρα ήταν γνωστά στο παιδί εκ των προτέρων, τότε η μετάβαση από το ένα αντικείμενο (πρόσωπο) στο άλλο θα προχωρούσε σταδιακά. Και αν επιπλέον η μητέρα επανεμφανιζόταν αρκετές φορές κατά την περίοδο που το παιδί έπρεπε να απογαλακτιστεί από αυτήν, αν και ο πόνος του αποχωρισμού θα επαναλαμβανόταν, θα γινόταν αισθητός σε μικρότερες δόσεις κάθε φορά, επιτρέποντας στο παιδί να επεξεργάζεται και να προσαρμόζεται επειδή δεν θα υπήρχε «καμία κενή περίοδος κατά την οποία τα συναισθήματα του παιδιού θα στρέφονται εντελώς προς τα μέσα και, κατά συνέπεια, θα υπήρχε μικρή απώλεια αναπτυξιακών επιτευγμάτων επειδή η οπισθοδρόμηση συμβαίνει όταν το παιδί περνάει από τη ζώνη της στοργής στην νεκρή ζώνη της τρυφερότητας κι αγάπης, κατά τη διάρκεια του χρόνου που το παλιό αντικείμενο (η μητέρα) έχει εγκαταλειφθεί και πριν βρεθεί το νέο», κάτι που μπορεί να προκαλέσει ανυπολόγιστη ζημιά στην κανονική ανάπτυξη ενός παιδιού. Δύο συγκινητικά παραδείγματα των παιδιών υπό τη φροντίδα τους που είχαν εκφράσει αυτή την κατάσταση με τα δικά τους λόγια μας αποκαλύπτουν τον πόνο και τη σύγχυση που ένιωθαν. Ένα μικρό αγόρι, σχεδόν τεσσάρων ετών, είχε πει: «Δεν μου αρέσεις εσύ, δεν μου αρέσει κανείς! Μου αρέσει μόνο ο εαυτός μου», κι ένα άλλο πεντάχρονο αγόρι είχε αναφωνήσει: «Είμαι το τίποτα του κανενός».

Όπως ανέφερα παραπάνω, οι Freud και Burlingham παρατήρησαν ότι, αν και ο παρατεταμένος χωρισμός μπορεί να προκαλέσει πιο ορατό πόνο, είναι λιγότερο επιβλαβής επειδή «δίνει στο παιδί χρόνο να συνοδεύσει τα γεγονότα με τις αντιδράσεις του, να επεξεργαστεί τα δικά του συναισθήματα ξανά και ξανά, να βρει εκφραστικούς τρόπους εξωτερίκευσης της ψυχικής του κατάσταση, δηλαδή να απελευθερώσει αργά τα συναισθήματα του». Πιστεύουν ότι είναι σημαντικό η εκκένωση να γίνεται σε αργά στάδια, να προσφέρεται στις μητέρες που αρνούνται να αποχωριστούν τα μικρά παιδιά τους η ευκαιρία να εργαστούν ως αμειβόμενες βοηθοί, να διατηρούνται τα υπολείμματα της γονικής σχέσης, στο μέτρο του δυνατού, να προετοιμάζονται τα παιδιά για την επιστροφή τους στα σπίτια τους μετά τον πόλεμο κι επίσης να υπάρχει ελάχιστος ή καθόλου περιορισμός στους κανόνες των επισκέψεων. Προσθέτουν επίσης ότι εάν τα μωρά πρέπει οπωσδήποτε να χωριστούν από τις μητέρες τους, είναι καλύτερο να πηγαίνουν σε παιδικούς σταθμούς κοντά σε εργοστάσια, για παράδειγμα, όπου οι μητέρες τους μπορούν να τα αφήνουν το πρωί και να τα παραλαμβάνουν μετά τη δουλειά.

Εξερευνούν τη σχέση μητέρας-παιδιού στα αρχικά στάδια και πόσο καταστροφικός μπορεί να είναι ο ξαφνικός χωρισμός, με αποτέλεσμα μακρόσυρτες καταστάσεις νοσταλγίας, αναστάτωσης και απελπισίας, οι οποίες είναι σίγουρα περισσότερες από ό,τι μπορεί να αναμένεται να αντιμετωπίσει η μέση άπειρη ανάδοχη μητέρα. Επιπλέον, ο χωρισμός και η έλλειψη επισκέψεων γίνονται αντιληπτά από τα παιδιά ως ανταμοιβές και τιμωρίες. Ένα παράδειγμα που καταδεικνύει τις πιο σοβαρές επιπτώσεις αυτού του χωρισμού είναι η Beryl, ένα τετράχρονο κορίτσι «που καθόταν για αρκετές μέρες στο ίδιο σημείο όπου την είχε αφήσει η μητέρα της, δεν μιλούσε, δεν έτρωγε ούτε έπαιζε και έπρεπε να μετακινείται σαν αυτόματο». Η Φρόιντ και η Μπέρλινγκχαμ επίσης περιγράφουν πώς είχαν μικρά κορίτσια τριών και τεσσάρων ετών που «περίμεναν γύρω από τις πόρτες για ώρες ατελείωτες όταν αναμενόταν να έρθουν οι μητέρες τους, αλλά στη συνέχεια κατά τη διάρκεια των επισκέψεων ήταν σκυθρωπές, ντροπαλές κι έμεναν κρεμασμένες πάνω τους χωρίς να μιλάνε. Στη συνέχεια, όταν οι μητέρες τους έφευγαν, τα συναισθήματα αγάπης ξεσπούσαν και λάνβαναν χώρα βίαιες συναισθηματικές σκηνές.

Συζητούν επίσης το πόσο δύσκολο είναι να απογαλακτιστεί ένα πολύ μικρό παιδί από τη μητέρα του, και πώς είναι εξίσου δύσκολο να διατηρηθούν ζωντανά στο παιδί τουλάχιστον υπολείμματα της αρχικής του σχέσης με τη μητέρα και τους γονείς, γενικότερα, επειδή δυστυχώς τα παιδιά κάτω των τριών ετών ξεχνάνε τους γονείς τους ή τουλάχιστον γίνονται φαινομενικά αδιάφορα απέναντί ​​τους. Η Φρόιντ και η Μπέρλινγκχαμ μας λένε ότι μετά την ηλικία των τριών ετών τα παιδιά κανονικά δεν ξεχνούν τους γονείς τους, και οι αναμνήσεις τους τείνουν να είναι πιο σταθερές, καθώς είναι πιο εύκολο για αυτά να βρουν ενεργή και συνειδητή έκφραση για τα συναισθήματά τους, η εικόνα των γονέων παραμένει στο μυαλό τους, ειδικά όταν βοηθούνται από έξω με συχνές επισκέψεις, δέματα δώρων και συνεχή συζήτηση για τους γονείς. Είναι φυσικό στη φαντασιακή ζωή του παιδιού οι απόντες γονείς να φαίνονται καλύτεροι, μεγαλύτεροι, πιο ευγενικοί, και τα φυσιολογικά αρνητικά συναισθήματα που έχουν τα παιδιά για τους γονείς τους να υφίστανται καταστολή. Ωστόσο, αυτή η καταστολή δημιουργεί μια ποικιλία προβλημάτων διάθεσης και συμπεριφοράς. Αλλά τελικά, επειδή τα παιδιά ζουν κυρίως στο παρόν κι επειδή αναπόφευκτα σχηματίζονται νέοι δεσμοί στο νέο τους περιβάλλον, και αυτά τα μεγαλύτερα κάπως παιδιά στρέφουν την αγάπη τους προς τα γονικά υποκατάστατα. Αυτό δημιουργεί κάθε είδους προβλήματα όταν έρθει η ώρα να επιστρέψει το παιδί στο σπίτι, ειδικά για τα μικρότερα, και φυσικά είναι επώδυνο και αγχωτικό για τους γονείς.

Ένα άλλο θέμα που συζητούν είναι το άγχος και τους πιο συνηθισμένους τύπους άγχους και φόβου σχετικά με τις αεροπορικές επιδρομές. Ξεκινούν εξηγώντας ότι τα παιδιά πρέπει να προστατεύονται από τις πρωτόγονες φρικαλεότητες του πολέμου, όχι τόσο επειδή η επιθετικότητα είναι εντελώς άγνωστη γι’ αυτά, αλλά επειδή κατά τη διάρκεια αυτών των πρώιμων και αποφασιστικών σταδίων της ανάπτυξής τους είναι σημαντικό να ξεπεράσουν και να αποξενωθούν από τις πρωτόγονες επιθετικές επιθυμίες της δικής τους παιδικής φύσης. Εξηγούν πώς μετά τα πρώτα χρόνια της ζωής το παιδί μαθαίνει σταδιακά να αρνείται να δώσει συνειδητή έκφραση σε ορισμένες επιθετικές ενστικτώδεις επιθυμίες. Το παιδί μαθαίνει ότι είναι κακό να σκοτώνεις, να πληγώνεις και να καταστρέφεις, αλλά μπορεί να διατηρήσει αυτή τη στάση μόνο όταν οι άνθρωποι στο εξωτερικό περιβάλλον κάνουν το ίδιο. Οι Φρόιντ και Μπέρλινγκχαμ λένε ότι όταν τα παιδιά βλέπουν να συμβαίνουν δολοφονίες και καταστροφές εκεί έξω, ξυπνάει ο φόβος τους ότι οι παρορμήσεις που είχαν θάψει πριν από λίγο καιρό θα ξυπνήσουν ξανά, κι αυτό, προσθέτουν, εξηγεί γιατί τα μικρότερα παιδιά στα οποία αυτές οι αναστολές κατά της επιθετικότητας δεν έχουν ακόμη εδραιωθεί είναι απαλλαγμένα από το φόβο και την αποστροφή για τις αεροπορικές επιδρομές. Ωστόσο, τα ελαφρώς μεγαλύτερα παιδιά που μόλις έχουν περάσει από αυτή την αναπτυξιακή διαδικασία μπορεί να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στην απειλή των αεροπορικών επιδρομών και μπορεί να έχουν πραγματικά ξεσπάσματα άγχους όταν πέφτουν βόμβες και προκαλούν ζημιές γύρω τους.

Ένας άλλος λόγος για την ανάπτυξη αντιδράσεων φόβου είναι το γεγονός ότι ένα παιδί φοβάται φυσιολογικά και λογικά όταν υπάρχει κάποιος πραγματικός κίνδυνος στον έξω κόσμο που απειλεί είτε την ασφάλεια είτε την ύπαρξή του. Ο φόβος θα είναι μεγαλύτερος όσο περισσότερο το παιδί γνωρίζει τη σοβαρότητα του κινδύνου, και ο φόβος θα το ωθεί είτε να τον καταπολεμήσει είτε, αν αυτό είναι αδύνατο, να προσπαθήσει να ξεφύγει από αυτόν, και αν ο κίνδυνος είναι συντριπτικός, τότε το παιδί θα σοκαριστεί και θα παραλύσει και θα μείνει σε αδράνεια. Διευκρινίζουν επίσης ότι η γνώση και η λογική παίζουν περιορισμένο ρόλο στη ζωή ενός παιδιού. Το ενδιαφέρον του γρήγορα απομακρύνεται από τα πραγματικά πράγματα στον έξω κόσμο, ειδικά όταν αυτά τα πράγματα είναι τρομακτικά ή δυσάρεστα. Τα παιδιά αρνούνται τα γεγονότα, απαλλάσσονται από τον φόβο τους κι επιστρέφουν στα παιδικά τους ενδιαφέροντα, τα παιχνίδια, και τις φαντασιώσεις τους.

Αναφέρονται επίσης σε έναν τρίτο τύπο άγχους, ο οποίος εξελίσσεται λίγο αργότερα σε φόβο της συνείδησης ​​του παιδιού, και αυτός είναι ο φόβος της εξουσίας και των απαγορεύσεων, όταν το παιδί λίγο πολύ έχει μάθει τι να κάνει και τι όχι «υπό την καθοδήγηση ενός πυρήνα εσωτερικών ιδεών, που είναι η δική του συνείδηση». Ισχυρίζονται ότι το παιδί «στρέφεται συνεχώς στις μορφές του έξω κόσμου, αφενός, και στις φαντασιώσεις της δικής του φαντασίας αφετέρου, και δανείζεται δύναμη και από τα δύο για να ενισχύσει τις εσωτερικές εντολές». Είναι το στάδιο κατά το οποίο τα παιδιά φοβούνται τα φαντάσματα και τους μπαμπούλες, που μερικές φορές χρησιμοποιούνται ως ενισχύσεις των πραγματικών γονικών μορφών και της εσωτερικής φωνής. Οι Freud και Burlingham προσθέτουν ότι τα παιδιά έχουν μια μεγάλη λίστα κινδύνων που χρησιμεύουν ως βολικά σύμβολα για τη συνείδησή τους, μπορεί να φοβούνται αστυνομικούς, τσιγγάνους, ληστές και άλλες μορφές, πραγματικές ή φανταστικές, δράκους, λιοντάρια και τίγρεις, σεισμούς και βροντές κι αστραπές. Όταν λαμβάνουν θρησκευτική διδασκαλία, φοβούνται τον διάβολο και την κόλαση ή ότι ο Θεός γνωρίζει τι σκέφτονται ή πότε έχουν κάνει σκανταλιές, κι ως αποτέλεσμα μπορεί να τους τιμωρήσει, ενώ όσοι δεν λαμβάνουν θρησκευτική διδασκαλία μεταφέρουν τον ίδιο φόβο σε άλλα πράγματα όπως στο φεγγάρι, και ούτω καθεξής. Τα παιδιά συχνά φοβούνται το τέλος του κόσμου, την εγκατάλειψη και τον θάνατο των γονιών τους. Επομένως, σημειώνουν η Φρόιντ και η Μπέρλινγκχαμ, οι αεροπορικές επιδρομές, οι σειρήνες και οι βόμβες είναι απλώς νέα σύμβολα για παλιούς φόβους, και ο Χίτλερ και τα γερμανικά αεροπλάνα παίρνουν τη θέση του διαβόλου ή των άγριων ζώων. Τέλος, τα παιδιά δεν αναπτύσσουν μόνο τους φόβους που ανήκουν στην ηλικία και το στάδιο ανάπτυξής τους, αλλά εσωτερικεύουν επίσης τις αντιδράσεις φόβου των μητέρων τους και του ενήλικου κόσμου γύρω τους.

Ένα ακόμη θέμα που περιλαμβάνεται στο βιβλίο είναι το πώς τα παιδιά αντιμετωπίζουν τα σοκ, τις στερήσεις και τις αναστατώσεις στην εξωτερική τους ζωή, καθώς οι ψυχολογικές μέθοδοι που είναι διαθέσιμες στους ενήλικες δεν είναι ακόμη διαθέσιμες στην παιδική ηλικία. Μια διέξοδος λόγου χάρη όταν συμβαίνει κάτι διασπαστικό ή τραυματικό είναι αυτή της ομιλίας, η οποία δεν αποτελεί επιλογή για τα μικρότερα παιδιά, κι ενώ οι ενήλικες μπορούν να συζητήσουν τις εμπειρίες τους με συνειδητή σκέψη και ομιλία, τα παιδιά κάνουν το ίδιο στο παιχνίδι τους. Εκτός από την διέξοδο του παιχνιδιού, τα παιδιά, όπως και οι ενήλικες, μπορούν επίσης να βρουν διέξοδο για ό,τι είναι τραυματικό. επώδυνο ή ανεπιθύμητο στη συμπεριφορά. Οι Freud και Burlingham γράφουν: «Μερικά παιδιά δεν μπορούν να εκφράσουν αυτό που τους έχει συμβεί ούτε με ομιλία, ούτε με παιχνίδι. Αντίθετα, αναπτύσσουν συμπεριφορά που φαίνεται γκρινιάρικη στον έξω κόσμο μέχρι να αναγνωριστεί». Μπορούν επίσης να βρουν διέξοδο στη φαντασία τους. Τα παιδιά χρησιμοποιούν σε μεγάλο βαθμό συνειδητές φαντασιώσεις για να εξωραΐσουν και να διατηρήσουν τη θετική πλευρά της σχέσης παιδιού-γονέα. Τα παιδιά μπορούν επίσης να υποτροπιάσουν, με άλλα λόγια, να επιστρέψουν σε βρεφικούς τρόπους συμπεριφοράς επειδή, όπως λένε η Freud και η Burlingham, κάθε βήμα στην πρώιμη εκπαίδευση συνδέεται στενά με μία από τις φάσεις της προσκόλλησης του παιδιού στη μητέρα ή σε κάποιον φροντιστή. Λόγου χάρη η ενούρηση στο κρεβάτι μπορεί να συμβεί επειδή χρειάζεται χρόνος πριν ο έλεγχος της ουροδόχου κύστης και του σφιγκτήρα γίνει καθαρά αυτόματος, κι «ένα μικρό παιδί κανονικά θα έχει μια παλινδρόμηση στις συνήθειές του όταν αλλάζει χέρια», κι αυτό μπορεί συχνά να είναι μια από τις εκφράσεις κατάρρευσης των σχέσεών του με τη μητέρα ή τους πρωταρχικούς φροντιστές του.

Η Φρόιντ και η Μπέρλινγκχαμ αναφέρονται επίσης στις αντιδράσεις ικανοποίησης, στις οποίες τα παιδιά μπορούν να υποτροπιάσουν ή να επιδοθούν υπερβολικά, ως μηχανισμοί καταπράυνσης. Οι απαιτήσεις για στοργή μπορούν να μετατραπούν σε απαίτηση για φαγητό ή υλικά δώρα, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως σύμβολα για τη μητέρα, πράγμα που σημαίνει ότι το παιδί έχει παλινδρομήσει στο στάδιο όπου η αξία της μητέρας υπολογίζεται με βάση την υλική άνεση που προέρχεται από το πρόσωπό της. Η άρνηση και η παλινδρόμηση σε πρωιμότερα στάδια ανάπτυξης μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε απληστία για φαγητό ή γλυκά. Όσον αφορά την επιθετικότητα, μας λένε ότι κατά τη διάρκεια αυτών των βίαιων περιόδων, τα μικρότερα παιδιά μπορούν να γίνουν πιο επιθετικά και καταστροφικά από ό,τι ήταν σε κανονικές περιόδους, και λόγω της χαλάρωσης της πρώιμης καταστολής και αναστολής της επιθετικότητας, ως αποτέλεσμα αυτών που βιώνουν και βλέπουν στον έξω κόσμο, είναι εύκολο για το παιδί να επιστρέψει σε προηγούμενους αναπτυξιακούς τρόπους έκφρασης. Για παράδειγμα, αναφέρουν ότι ένα συχνό φαινόμενο σε όλα τα οικοτροφεία του πολέμου ήταν τα συχνά ξεσπάσματα θυμού των μεγαλύτερων παιδιών.

Μια άλλη αντίδραση που επέδειξαν τα παιδιά ήταν η μη φυσιολογική συναισθηματική απόσυρση ή  τα συναισθηματικά ξεσπάσματα. Δίνουν παραδείγματα παιδιών που είχαν μετακινηθεί πολύ και το πόσο τραυματικό αποδείχθηκε αυτό για αυτά με διαφορετικούς τρόπους. Για παράδειγμα, περιγράφουν πώς ένα αγόρι του οποίου η μητέρα ήταν στο νοσοκομείο με φυματίωση, φαινόταν εντελώς απαλλαγμένο από κάθε συναίσθημα. Έμενε εκεί που τον έβαζαν και δεν φαινόταν να φοβάται το νέο περιβάλλον, δεν έκανε διάκριση μεταξύ του ενός ενήλικα και του άλλου, δεν δενόταν με κανέναν και δεν απέφευγε κανέναν, έτρωγε, κοιμόταν κι έπαιζε και δεν αποτελούσε πρόβλημα για κανέναν. Αυτός ο πάγος έσπασε μόνο όταν αρρώστησε κι απομονώθηκε με μια νοσοκόμα, η οποία τον αγκάλιαζε για να κρατήσει το θερμόμετρο στη θέση του, κάτι που του ξύπνησε αναμνήσεις από την αγκαλιά της μητέρας του. Κι ένα κορίτσι που είχε τοποθετηθεί σε έξι διαφορετικά ακατάλληλα πλαίσια μεταξύ της ηλικίας των δύο και τριών ετών, δεν αναγνώριζε τη μητέρα της, παρόλο που και οι δύο γονείς την επισκέπτονταν εναλλάξ κάθε δύο εβδομάδες. Είχε συναισθηματικά ξεσπάσματα υστερικού τύπου κι εμφάνιζε φοβικές και ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές, δεν πήγαινε για ύπνο, δεν μπορούσε να κοιμηθεί, δεν έτρωγε, πάλευε να μην την λούσουν, να μην την πλύνουν, να μην την ντύσουν ή να την γδύσουν, έλεγε φανταστικές ιστορίες για αρνητικά γεγονότα και είχε χάσει το ενδιαφέρον της για τον πραγματικό κόσμο. Επίσης, παιδιά που είχαν μετακινηθεί πολύ ή των οποίων οι τοποθετήσεις είχαν πάει στραβά, μερικές φορές εγκατέλειπαν συνεχώς ανθρώπους με τους οποίους ήταν δεμένα για χάρη άλλων νέων προσώπων. Ένα κορίτσι, για παράδειγμα, έχοντας χάσει τη σταθερή του σχέση με τους γονείς της ζούσε συνεχώς αναζητώντας νέους ανθρώπους για να προσκολληθεί. Οι Freud και Burlingham γράφουν ότι αναγνώριζαν αυτό το σύμπτωμα φυγής από το ένα αντικείμενο (πρόσωπο) στο άλλο στους ενήλικες ως μια από τις συνέπειες πρώιμων διαταραχών της σχέσης με τη μητέρα τους ή τους γονείς τους.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου περιλαμβάνει αναφορές από τον Ιανουάριο του 1941 έως τον Δεκέμβριο του 1942, οι οποίες μας δίνουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τα γεγονότα όπως συνέβησαν και να δούμε πώς κατέληξαν οι Freud και Burlingham στα συμπεράσματά τους. Αυτό το μέρος του βιβλίου περιέχει πολλές σύντομες περιγραφές περιπτώσεων παιδιών, οι οποίες μας επιτρέπουν να ρίξουμε μια ματιά στο τι συνέβαινε στις καρδιές και το νου των παιδιών, καθώς και το πώς βίωναν αυτή την εμπειρία οι βιολογικές μητέρες  που είχαν αναγκαστεί λόγω των πολεμικών συνθηκών να αποχωριστούν τα παιδιά τους, μερικές φορές μόλις λίγων εβδομάδων. Αυτό είναι το πιο συγκινητικό μέρος του βιβλίου που έφερε δάκρυα, αλλά και που επίσης με έκανε να αναρωτηθώ τους τρόπους με τους οποίους αυτά τα παιδιά του πολέμου επεξεργάστηκαν όλη αυτή την εμπειρία καθώς μεγάλωναν. και τι αντίκτυπο είχαν όλα αυτά στην ενήλικη ζωή τους.

Σε αυτό το τμήμα του βιβλίου περιγράφουν και τις αντιδράσεις των γονέων, και ιδιαίτερα των γονέων της εργατικής τάξης, πώς το βρεκομείο-οικοτροφείο μεταμορφωνόταν σε καφενείο, κλαμπ ή εστιατόριο τα Σαββατοκύριακα, καθώς οι γονείς ενθαρρύνονταν να επισκέπτονται ελεύθερα τα παιδιά τους, να τρώνε μαζί τους, να τα βγάζουν βόλτα. Δίνουν επίσης παραδείγματα για το πώς διαφορετικά παιδιά αντιδρούσαν στις αεροπορικές επιδρομές και για το πώς ο χωρισμός μπορεί να επηρεάσει τα παιδιά διαφορετικά ανάλογα με πολλούς παράγοντες, καθώς και με τον τρόπο που γίνεται η εκκένωση και οι χωρισμοί. Ένα τρίχρονο αγόρι, που είχε χωριστεί από τη μητέρα του αρκετές φορές λόγω της ασθένειάς της, προσπαθώντας να τηρήσει την υπόσχεσή του στη μητέρα του να είναι «καλό αγόρι και να μην κλαίει», έδεσε τον εαυτό του κόμπο. Η Φρόιντ και η Μπέρλινγκχαμ γράφουν: «Σοκαριστήκαμε βλέποντας ένα προφανώς υγιές παιδί να αναπτύσσει έναν ψυχαναγκαστικό κόμπο μπροστά στα μάτια μας». Ενώ τα άλλα παιδιά ήταν κυρίως απασχολημένα με τα παιχνίδια τους, έπαιζαν, έφτιαχναν μουσική, έτρωγαν, ο Πάτρικ επιδόθηκε στη μια ψυχαναγκαστική συμπεριφορά μετά την άλλη, προσπαθώντας να είναι γενναίος. Ευτυχώς, η μητέρα του ανάρρωσε κι ανέλαβε την αμειβόμενη θέση της νυχτερινής νοσοκόμας έκτακτης ανάγκης, πράγμα που σήμαινε ότι περνούσε πέντε νύχτες την εβδομάδα στο ίδιο χώρο με τον Πάτρικ, κάτι που με τη σειρά του επέτρεψε στον Πάτρικ να εξελιχθεί σε «ένα από τα πιο δραστήρια παιδιά στην αίθουσα παιχνιδιών».

Περιλαμβάνονται επίσης παραδείγματα για το πώς τα παιδιά αναπαριστούν πράγματα στο παιχνίδι. Για παράδειγμα, την επόμενη μέρα από τη μεγάλη αεροπορική επίθεση στο Λονδίνο στις 16 Απριλίου, αρκετά παιδιά είχαν σκαρφαλώσει στην κατασκευή αναρρίχησης και ετοιμάζονταν να ρίξουν ένα βαρύ σιδερένιο αντικείμενο που είχαν βρει στην αυλή [στα παιδιά από κάτω], ισχυριζόμενα περήφανα ότι ήταν βόμβα. Ένα άλλο παράδειγμα του πώς το παιχνίδι αντανακλά εμπειρίες, κι ενίοτε βοηθά τα παιδιά να τις επεξεργαστούν, ήταν το αίτημά τους να μετατρέψουν μια άδεια βιβλιοθήκη σε καταφύγιο για κούκλες. Υπάρχει επίσης αναφορά σε διαδικασίες ταυτοποίησης /  identification, λόγου χάρη, ένα μικρό κορίτσι πιθανώς ανέπτυξε έναν επίμονο βήχα σε μίμηση του βήχα του πατέρα της όταν αυτός πέθανε από φυματίωση.

Διερευνάται επίσης η δημιουργία τεχνητών ορφανών, η οποία αποτελεί μία από τις πιο σοβαρές αντιρρήσεις για την εκκένωση μικρών παιδιών χωρίς τις μητέρες τους σε καιρό πολέμου. Για τα μικρά παιδιά, η σωματική απουσία ή παρουσία της μητέρας είναι σημαντική επειδή οι συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού δεν μπορούν να ικανοποιηθούν από απόσταση και η αγάπη του βρέφους για τη μητέρα του είναι στενά συνδεδεμένη με την εκπλήρωση αυτών των αναγκών, κι όταν η μητέρα απουσιάζει το παιδί σχηματίζει, «μετά από μια σύντομη περίοδο λαχτάρας για τη μητέρα, μια νέα σχέση με μια αναπληρώτρια μητέρα». Οι Φρόιντ και Μπέρλινγκχαμ επισημαίνουν ότι, παρόλο που όλα αυτά τα παιδιά που έχουν αποχωριστεί τους γονείς τους είναι επίσης ορφανά πολέμου, η στάση του κόσμου είναι να το αγνοεί αυτό, περιμένοντας από τα παιδιά που εκκενώνονται να «ανησυχήσουν (για λίγο) και να το ξεπεράσουν σε χρόνο μηδέν». Όμως ισχυρίζονται ότι είναι «ακριβώς η μελέτη του πραγματικού ορφανού πολέμου και των αντιδράσεών του, που μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση του παιδιού που εκκενώνεται».

Διερευνώνται και πολλά άλλα θέματα, όπως η απόφασή τους να δημιουργήσουν τεχνητές οικογένειες και να αναθέσουν παιδιά σε μητέρες-αντικαταστάτριες, επειδή είχαν παρατηρήσει ότι ορισμένα βήματα στην ανάπτυξη ήταν αργά παρά τις ευκαιρίες που τους παρείχαν, και τα παιδιά δίσταζαν να ξεπεράσουν τις συνήθειες των μωρών. Σύντομα παρατήρησαν ότι αυτή η απόφαση έφερε εκπληκτικά αποτελέσματα. Συζητούν επίσης τις εσωτερικές αμφιθυμικές στάσεις των μητέρων, επισημαίνοντας ότι είχαν παρατηρήσει ότι, παρόλο που πολλά είχαν ειπωθεί και γραφτεί για τις ανάδοχες μητέρες, δεν είχε δοθεί μεγάλη προσοχή στις μητέρες των παιδιών, στο πώς ένιωθαν και πως αντιμετώπιζαν τους αποχωρισμούς και τη δύσκολη θέση στην οποία είχαν βρεθεί, αφενός, θέλοντας να κρατήσουν τα παιδιά τους ασφαλή, με καλύτερη τροφή κι εκπαίδευση, κι αφετέρου, τη φυσική τους τάση και επιθυμία να κρατήσουν τα παιδιά κοντά τους, καθώς και τον φόβο που ένιωθαν για τις επιπτώσεις αυτών των πρώιμων αποχωρισμών. Συζητούν επίσης την εμπειρία μιας μικρότερης ομάδας μητέρων, οι οποίες ήταν λιγότερο «μητρικές» ή είχαν αντιφατικά συναισθήματα σε σχέση με τα παιδιά τους, καθώς και μητέρες σε δύσκολες συνθήκες με «νόθα»* μωρά, για τις οποίες το βρεφοκομείο παρείχε μια διέξοδο, και μερικές φορές τις βοηθούσε να επεξεργαστούν τα αντικρουόμενα συναισθήματά τους και να συνδεθούν με τα μωρά τους σταδιακά.

*η λέξη νόθα είναι μάλλον μια ακατάλληλη λέξη περιγραφής παιδιών εκτός γάμου, αλλά είναι ο όρος της εποχής

Σε ένα από τα τελευταία κεφάλαια, η Freud και η Burlingham μας αποκαλύπτουν μέσα από σύντομες περιγραφές πώς τα παιδιά νοηματοδότησαν τον πόλεμο, ποια ερωτήματα έθεσαν και σε ποια συμπεράσματα κατέληξαν. Ένα παιδάκι συμπέρανε ότι οι Γερμανοί τους βομβάρδισαν επειδή έκαναν πολύ θόρυβο. Ένα άλλο σχολίασε ότι ο Γερμανός πιλότος ήταν ευγενικός επειδή δεν έριξε τη βόμβα στο δικό τους σπίτι, κι ένα άλλο, όταν του είπαν ότι ο Γερμανός πιλότος συνελήφθη, δεν ανακουφίστηκε, αλλά ανησύχησε για τη μοίρα του και είπε ότι δεν θα ήθελε να δει έναν νεκρό άντρα. Τα παιδιά αντιλαμβάνονταν τον πόλεμο και ως μια σύγκρουση μεταξύ Θεού και Χίτλερ, καλού και κακού. Αναρωτιόντουσαν γιατί ο Θεός έκανε τους Γερμανούς μοχθηρούς, ποιον θα βοηθούσε στο τέλος να κερδίσει τον πόλεμο, κι ένα παιδάκι πίστευε ότι ο Θεός θα βοηθούσε και τους δύο επειδή αγαπά όλους τους ανθρώπους.

Θα ολοκληρώσω τη σημερινή ανάρτηση με ένα απόσπασμα από το άρθρο: War Children: Victims, Threats and Promises of the Future [Enfants de la guerre. Victimes, menaces et promesses d’avenir / Παιδιά του πολέμου: Θύματα, απειλές και υποσχέσεις για το μέλλον] της Stefania Bernini

«H Freud και η Burlingham δεν συμφωνούσαν με την προσέγγιση εκκένωσης, που υιοθέτησε η βρετανική κυβέρνηση από την αρχή της σύγκρουσης, και υποστήριξαν ότι ο πόλεμος είχε χειρότερο αντίκτυπο στα παιδιά όταν διέλυε την οικογενειακή ζωή και ξερίζωνε «τους πρώτους συναισθηματικούς δεσμούς του παιδιού μέσα στην οικογενειακή ομάδα». Το παράδοξο συμπέρασμα ήταν ότι «τα παιδιά του Λονδίνου […] ήταν γενικά πολύ λιγότερο αναστατωμένα από τους βομβαρδισμούς παρά από την εκκένωση στην ύπαιθρο ως προστασία από αυτούς» (Freud, Burlingham 1947: 171-73· Bowlby, Winnicott, Miller 1939: 1202-1203). Ο χωρισμός από τη μητέρα ήταν το γεγονός που πιθανότατα προκάλεσε μόνιμες βλάβες στα παιδιά (Howarth 1941, Odlum 1941). Η ηλικία του παιδιού και ο τρόπος οργάνωσης της εκκένωσης, υποστήριξαν οι Freud και Burlingham, ήταν κρίσιμοι για τον προσδιορισμό των πιθανών αποτελεσμάτων. Συνολικά, η ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στα Νηπιαγωγεία / Οικοτροφεία του Hampstead, όπως και εκείνες που διεξήχθησαν μεταξύ των εκκενωμένων παιδιών από την Susan Isaacs το 1941, παρουσίασαν μια σκληρή εικόνα του αντίκτυπου του πολέμου στα παιδιά της Βρετανίας που έριξε μια βαριά σκιά σε ό,τι θα συνέβαινε μετά από αυτόν (Isaacs 1941). Στρέφοντας την προσοχή τους στις βαθύτερες και συχνά κρυφές αντιδράσεις των παιδιών στον πόλεμο, οι Freud και Burlingham υποστήριξαν ότι ακόμη κι ένα φαινομενικά άθικτο παιδί θα μπορούσε να κρύβει τον σπόρο μιας μετέπειτα ψυχολογικής και συναισθηματικής ταλαιπωρίας. Έδωσαν φωνή σε έναν φόβο που θα παρέμενε στον πυρήνα της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης». (https://journals.openedition.org/revss/5812?lang=en)

Τυχαίες Επινοήσεις                                       Η μετάφραση θα είναι διαθέσιμη σύντομα

(Από συνέντευξη της 8 Ιουνίου, 2015, στην διεύθυνση: https://www.europaeditions.com/review/2104)

Δημοσιογράφος: «Έχετε κάνει αναφορά στην εξαφάνιση—είναι ένα από τα επαναλαμβανόμενα θέματά σας.

Elena Ferrante: «Είναι ένα συναίσθημα που γνωρίζω καλά. Νομίζω ότι όλες οι γυναίκες το γνωρίζουν. Κάθε φορά που αναδύεται ένα κομμάτι σου που δεν συνάδει με κάποιο γυναικείο πρότυπο, κάνει τους πάντες νευρικούς και πρέπει να το ξεφορτωθείς γρήγορα. Ή… αν αρνηθείς να υποταχθείς, έρχεται η βία. Η βία έχει, τουλάχιστον στα ιταλικά, μια δική της ουσιαστική γλώσσα—χτυπώ/σπάω το πρόσωπό σου,  διαλύω το πρόσωπό σου. Βλέπεις; Αυτές είναι εκφράσεις που αναφέρονται στην αναγκαστική χειραγώγηση της ταυτότητας, στην ακύρωσή της. Είτε θα είσαι όπως λέω εγώ, είτε θα σε αλλάξω χτυπώντας σε μέχρι να σε σκοτώσω».

ΕΙΚΟΝΑ

Πρόσφατα διάβασα δύο non-fiction βιβλία που αγόρασα πριν από λίγο καιρό, το Πόλεμος και Παιδιά, γραμμένο το 1943 από τις ψυχαναλύτριες Anna Freud (Άννα Φρόιντ) και Dorothy Burlingham, το οποίο εστιάζει στο πώς ο πόλεμος επηρεάζει την ανάπτυξη των παιδιών, και οι οποίες υποστηρίζουν ότι «η ανάπτυξη απαιτεί τις δικές της συνθήκες, ανεξάρτητα από τον πόλεμο και την ειρήνη ή όλα τα άλλα γεγονότα που συμβαίνουν στον έξω κόσμο», και το Τυχαίες Επινοήσεις, μια συλλογή σύντομων κειμένων της Elena Ferrante. Έγραψα τα κείμενα και για τα δύο βιβλία ταυτόχρονα καθώς τα διάβαζα, σκεπτόμενη ότι ίσως τα δημοσιεύσω μαζί, όμως τελικά αποφάσισα να ανεβάσω αυτό που σχετίζεται με το βιβλίο της Ferrante και να κρατήσω το άρθρο το σχετικό με το έργο της Freud και της Burlingham για τον Αύγουστο.

Η Elena Ferrante / Έλενα Φερράντε είναι το ψευδώνυμο μιας Ιταλίδας συγγραφέα, η οποία έχει επαινεθεί ως «μία από τις σπουδαιότερες μυθιστοριογράφους της εποχής μας» και έχει λάβει πολλά βραβεία. Ωστόσο, παρά τη φήμη και την επιτυχία της, έχει επιλέξει να κρατήσει την ταυτότητά της κρυφή, θέλοντας να παραμείνει εντελώς ιδιωτική. Η διατήρηση της ανωνυμίας της ενδεχομένως της επιτρέπει να γράφει για πράγματα που διαφορετικά ίσως δεν θα είχε το θάρρος να ερευνήσει, και να διατηρεί έναν χώρο δημιουργικής ελευθερίας, ενισχύοντας την ικανότητά της να δημιουργεί και να δημοσιεύει με τους δικούς της όρους. Έχει δηλώσει ότι η ντροπαλότητα είναι επίσης ένας από τους λόγους πίσω από την επιλογή της. Επίσης η ανωνυμία ίσως της διευκολύνει τη ζωή και την εργασιακή της δραστηριότητα στο περιβάλλον της. Ωστόσο, αν και η Φερράντε αποφεύγει τη δημοσιότητα, το μυστήριο που περιβάλλει την ταυτότητά της και οι εικασίες που έχουν αναπτυχθεί γύρω από αυτήν έχουν πυροδοτήσει και μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το έργο της. Σε γραπτές συνεντεύξεις (αποφεύγει τις προσωπικές συνεντεύξεις) λέει ότι οι αναγνώστες μπορούν να εξαγάγουν το σχήμα της συγγραφέα από το βιβλίο και από το ίδιο το κείμενο. Στη συνέντευξη που αναφέρω παραπάνω, σχολιάζει ότι της φαίνεται ότι «το κενό που δημιουργήθηκε από την απουσία μου [της] γέμισε από το ίδιο το γράψιμο».

Από τις συνεντεύξεις και τα μη μυθοπλαστικά της έργα, είναι γνωστό ότι η Φερράντε γεννήθηκε στη Νάπολη, είναι κόρη μοδίστρας κι έχει ζήσει εκτός Ιταλίας. Φαίνεται ότι έχει μελετήσει τους Κλασσικούς  και ότι ήταν παντρεμένη. Είναι μητέρα και γιαγιά. Έχει δηλώσει ότι εκτός από τη συγγραφή, σπουδάζει, μεταφράζει και διδάσκει. Οι κριτικοί και οι αναγνώστες του έργου της έχουν συμπεράνει πολύ περισσότερα από τις μυθοπλαστικές ηρωίδες της, αλλά πολλά από αυτά τα συμπεράσματα μπορεί στην πραγματικότητα να μην είναι ακριβή. Οι ομοιότητες μεταξύ των χαρακτήρων της και αυτών που είναι γνωστά για τη ζωή της οδηγούν τους κριτικούς να θεωρούν το έργο της αυτοβιογραφικό σε μεγάλο βαθμό ή να υπονοούν ότι η μυθιστοριογράφος στα ναπολιτάνικα μυθιστορήματά της, Έλενα Γκρέκο, είναι το άβαταρ της Φερράντε. Ωστόσο, αυτό που μπορεί πραγματικά να γίνει γνωστό από τα μυθιστορήματά της είναι οι λέξεις και οι προτάσεις της, καθώς και τα μοτίβα του νου και της φαντασίας της. Στη συνέντευξη που αναφέρθηκε παραπάνω, η Φερράντε αναφέρεται στην Ο’ Ρουρκ, η οποία έγραψε ότι «η σχέση του αναγνώστη με μια συγγραφέα που επιλέγει να διαχωρίσει τον εαυτό της, ριζικά, από το δικό της βιβλίο «είναι όπως αυτή που έχουμε με έναν μυθοπλαστικό χαρακτήρα. Νομίζουμε ότι την γνωρίζουμε, αλλά αυτό που γνωρίζουμε είναι οι προτάσεις της, τα μοτίβα του νου της, το μονοπάτι της φαντασίας της.

Το βιβλίο της, Τυχαίες Επινοήσεις, το οποίο η Φερράντε περιγράφει ως «σύντομες σταγόνες μελανιού», αποτελείται από μια συλλογή σύντομων κειμένων που έγραψε κατά τη διάρκεια ενός χρόνου (2018), για μια εβδομαδιαία στήλη στην εφημερίδα The Guardian. Το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 2019 κι έχει εικονογραφηθεί από τον Andrea Ucini.

Τα θέματά της είναι ποικίλα: οι πρώτες φορές και ο πρώτος έρωτας, η κλιματική αλλαγή, η έχθρα και ο ανταγωνισμός μεταξύ των γυναικών, και γενικότερα των ανθρώπων, η φιλία και η σπανιότητα των καλών φίλων, η διαδικασία προσαρμογής των μυθιστορήματών της για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, ο γάμος, το γέλιο, ο εθισμός της στο κάπνισμα στο παρελθόν, οι φόβοι, οι ελλείψεις, η μητρότητα και οι κόρες, η τήρηση ημερολογίου, η επείγουσα ανάγκη της γραφής, πώς η γραφή απομακρύνει τη συγγραφέα από άλλες πτυχές της ζωής, ο ρόλος της τύχης στην ανακάλυψη κι επιτυχία ενός καλλιτέχνη, η γλωσσική εθνικότητα, η μετάφραση, μια άσκηση που η ίδια κάνει όπου επανεξετάζει και φαντάζεται τους άνδρες ήρωες στη λογοτεχνία ως γυναίκες, η ανωνυμία και τι μπορεί να ανακαλύψει κανείς για έναν καλλιτέχνη μόνο μέσα από το έργο του, ζητήματα φεμινισμού και τέχνης που παράγεται από γυναίκες, η δυσκολία των γυναικών να γίνουν ο εαυτός τους σε έναν κόσμο φτιαγμένο για άνδρες, η αίσθηση του να νιώθεις ότι δεν είσαι αρκετή, η ποίηση και η πεζογραφία, το  «εγώ ή ο εαυτός» σε μια παλιά φωτογραφία, ο καιρός και οι εποχές, τα θαυμαστικά, ο θάνατος, η θρησκεία, η αϋπνία, η ευχαρίστηση της μάθησης, η πολιτική της χώρας της κι ο κίνδυνος για τη δημοκρατία, «καθώς [ο δημαγωγός ηγέτης] χτυπάει τις ξενοφοβικές και ρατσιστικές γροθιές του στο τραπέζι», η ψυχανάλυση και η θεραπεία και η διαφορά εξουσίας που ενυπάρχουν στη σχέση αναλυτή-πελάτη, πώς η ταξινόμηση των ανθρώπων σε νικητές και ηττημένους είναι ταυτόχρονα σκληρή και αυθαίρετη, επειδή οι συνθήκες στο σημείο εκκίνησης είναι πολύ άδικες κι άνισες, η αγάπη για τις ταινίες και τις κινηματογραφικές εκδοχές ηθοποιών, και πώς η πραγματικότητα δεν μπορεί να μείνει μέσα στα κομψά καλούπια της τέχνης, η απελπισία και το αίσθημα απώλειας που κυριαρχεί στην ταινία Solaris του Αντρέι Ταρκόφσκι, τα κινητά τηλέφωνα, οι συνεντεύξεις, η αγάπη και ο «φόβος της» για τα φυτά, τα στερεότυπα, η συγγραφή για την οθόνη, η πανάρχαια συζήτηση για το τι είναι ταλέντο, ο κατακλυσμός από ειδήσεις στις μέρες μας, η λογοτεχνική καινοτομία, τα ψέματα, οι αλλαγές και τα νέα ξεκινήματα, και πολλά άλλα.

Μια επιλογή από μερικά σημεία (ενδιαφέροντα ή σοφά) που θίγει στο βιβλίο για μια ποικιλία θεμάτων:

Σχετικά με τις πρώτες φορές και τον πρώτο έρωτα, λέει ότι παρόλο που τους αποδίδουμε τη δύναμη του ανεπανάληπτου, τελικά καταπίνονται από όλες τις φορές που ακολούθησαν ή από τη μεταμόρφωσή τους σε συνήθεια. Σημειώνει ότι αυτό που ήμασταν στην αρχή είναι μόνο «μια αόριστη κηλίδα χρώματος που συλλογιζόμαστε από την κόγχη αυτού που έχουμε γίνει». Στο άρθρο της για τον φόβο, επισημαίνει ότι αυτό που ίσως πρέπει να φοβόμαστε περισσότερο είναι η οργή των φοβισμένων ανθρώπων. Σχετικά με τον θάνατο, μας λέει ότι καθώς περνάει ο καιρός, η ιδέα του ίδιου του θανάτου φαίνεται όλο και πιο ωχρή, και αυτό που είναι πραγματικά τρομακτικό είναι το τέλος μιας απολαυστικής ζωής, μιας γεμάτης ζωής. Σε σχέση με την πανάρχαια συζήτηση για το ταλέντο, σημειώνει ότι ο ποιητής (ή ο καλλιτέχνης) πρέπει να έχει όχι μόνο το χάρισμα του ταλέντου, και το προνόμιο και την κουλτούρα να μπορεί να το καλλιεργεί και να το βελτιώνει, αλλά και τύχη.

Όσον αφορά τη μυθοπλασία και τη μη μυθοπλασία, δηλώνει ότι η διαχωριστική γραμμή είναι μάλλον, όπως είχε πει η Βιρτζίνια Γουλφ, το πόση αλήθεια είναι σε θέση να συλλάβει η μυθοπλασία που είναι εγγενής στη γραφή. Σχετικά με το γέλιο και τη δύναμή του, πιστεύει ότι καμία εξουσία δεν έχει υποχωρήσει ποτέ χάρη στο γέλιο. «Η γελοιοποίηση, ναι, ενοχλεί τους ισχυρούς, αλλά δεν τους θάβει. Ωστόσο, προς το παρόν γελάμε, νιώθουμε την επιρροή τους στη ζωή μας να χαλαρώνει λίγο. Το γέλιο είναι ένας σύντομος, πολύ σύντομος, αναστεναγμός ανακούφισης». Στο απολαυστικό της άρθρο για το θαυμαστικό, η Φερράντε μας λέει αρχικά ότι εκφράζεται με αυτοσυγκράτηση, τείνοντας προς τον αυτοσαρκασμό, και θαυμάζει όσους διατηρούν μια ήρεμη συμπεριφορά κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης / διαφωνίας. Στη συνέχεια, λέει ότι σε ένα κείμενο ένα θαυμαστικό θα πρέπει να γίνεται κατανοητό διαβάζοντας το κείμενο και δεν υπάρχει λόγος να το προσθέσουμε στο τέλος, αλλά στις μέρες μας οι συγγραφείς είναι υπερβολικά γενναιόδωροι στα μηνύματα (SMS), στις συνομιλίες στο WhatsApp και σε email. Τέλος, προσθέτει: «Τουλάχιστον γραπτώς θα πρέπει να αποφεύγουμε να ενεργούμε σαν τους φανατικούς παγκόσμιους ηγέτες που απειλούν, διαπραγματεύονται, κάνουν συμφωνίες και μετά αγαλλιάζουν όταν κερδίζουν, ενισχύοντας τους λόγους τους με το προφίλ ενός πυρηνικού πυραύλου στο τέλος κάθε άθλιας πρότασης».

Υπάρχει επίσης ένα ενδιαφέρον σύντομο δοκίμιο με τίτλο Γλωσσική Εθνικότητα. Μας λέει ότι παρόλο που αγαπά τη χώρα της, οι απλοποιημένες εκδοχές των εθνικών χαρακτηριστικών πρέπει να αμφισβητηθούν. Η ίδια, για παράδειγμα, δεν χωνεύει καλά την πίτσα και τρώει πολύ λίγα μακαρόνια, δεν μιλάει δυνατά, δεν χειρονομεί και μισεί όλες τις μαφίες. Το να είναι Ιταλίδα, για εκείνη, ξεκινά και τελειώνει με το γεγονός ότι μιλάει και γράφει στην ιταλική γλώσσα, η οποία όπως όλες οι γλώσσες είναι «μια συλλογή της ιστορίας, της γεωγραφίας, της υλικής και πνευματικής ζωής, των κακών και των αρετών, όχι μόνο εκείνων που τη μιλούν, αλλά και εκείνων που την έχουν μιλήσει ανά τους αιώνες. Οι λέξεις, η γραμματική, η σύνταξη είναι μια σμίλη που διαμορφώνει τη σκέψη μας…». Υπάρχει επίσης ένα άρθρο αφιερωμένο στη μετάφραση, στο οποίο σημειώνει ότι «οι μεταφραστές μεταφέρουν έθνη σε άλλα έθνη». Όσον αφορά τον εθισμό της στο κάπνισμα κατά το παρελθόν, σχολιάζει ότι ανακάλυψε ότι δεν μπορούσε να κόψει το τσιγάρο, επειδή φοβόταν να δει τον κόσμο σε όλη του την αιχμηρή καθαρότητα.

Σχετικά με την τέχνη και την ανωνυμία, η Ferrante μας λέει ότι από την εφηβεία της άρεσε ο όρος «άγνωστος», ο οποίος μας εξηγεί, σημαίνει ότι το μόνο που μπορούμε να γνωρίζουμε για το άτομο που δημιούργησε έναν πίνακα είναι το έργο που έχουμε μπροστά στα μάτια μας. Μπροστά της βρίσκεται απλώς η σύνθεση ενός ανθρώπου που επικαλέστηκε την εφευρετική του ενέργεια για να δημιουργήσει και ότι μπορεί να αφοσιωθεί στο καθαρό αποτέλεσμα μιας δημιουργικής χειρονομίας, χωρίς να ανησυχεί για ένα μεγάλο ή μικρό όνομα. Γράφει επίσης για το πώς όταν γράφει της αρέσει να εμβαθύνει σε συνηθισμένες καταστάσεις και συναισθήματα κι επιμένει να εκφράζει όλα όσα έχουμε την τάση να αποσιωπούμε. Την ενδιαφέρει να προκαλεί σύγχυση, να πιέζει τον εαυτό της να υπερβεί τα φαινομενικά, να σαρώνει την αντίσταση του συνηθισμένου και να αναζητά λέξεις που θα αναδείξουν έστω και λίγο το εξαιρετικό που κρύβεται στο συνηθισμένο.

Σχετικά με τη δημιουργική ελευθερία, λέει ότι αν κι ένα μέρος του εαυτού της θα ήθελε η κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος της να είναι πιστή στην ιστορία της, όμως ο λιγότερο πρωτόγονος και κτητικός εαυτός της γνωρίζει ότι διακυβεύεται κάτι πολύ πιο σημαντικό από αυτό το ένστικτο να προστατεύσει τις δικές της δημιουργίες, επειδή στις γυναίκες συγγραφείς (καλλιτέχνες) εξακολουθούν να τους παραχωρούν το μπαλκόνι… Γράφει: «Μια άλλη γυναίκα βρήκε σε αυτό το κείμενο έναν καλό λόγο να δοκιμάσει τις δημιουργικές της ικανότητες. Η Gyllenhaal αποφάσισε, δηλαδή, να δώσει κινηματογραφική μορφή όχι στην δική μου εμπειρία του κόσμου αλλά στη δική της… Στη μεγάλη αποθήκη των τεχνών, που έχει στηθεί κυρίως από άνδρες, οι γυναίκες έχουν αναζητήσει για σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα τα μέσα και τις ευκαιρίες να δώσουν μια δική τους μορφή σε όσα έχουν μάθει από τη ζωή. Δεν θέλω λοιπόν να πω: πρέπει να μείνεις μέσα στο κλουβί που εγώ κατασκεύασα».

Αυτή η συλλογή σύντομων δοκιμίων περιλαμβάνει επίσης ένα άρθρο για τον δεσμό μεταξύ μητέρων και κορών. Σημειώνει: «Ένας μυστικός λώρος που δεν μπορεί να κοπεί μας δένει με τα σώματα των μητέρων μας: δεν υπάρχει τρόπος να αποκολληθούμε, ή τουλάχιστον εγώ δεν το κατάφερα ποτέ. Είναι αδύνατο να επιστρέψω μέσα της. Είναι δύσκολο να ξεπεράσω τη σκιά της». Όσον αφορά τις νεότερες γενιές, φοβάται τις γενιές που δεν αφήνουν περήφανα τους γονείς τους πίσω, αλλά και εκείνες που, στα είκοσι, αφήνουν πίσω τους γονείς τους για να ασπαστούν τα ήθη των παππούδων και των προ-παππούδων και επιθυμούν να αντικαταστήσουν τον σημερινό κόσμο με «μια χρυσή εποχή όπου όλοι γνώριζαν τη θέση τους, δηλαδή, σε ένα καθεστώς που βασίζεται σε σεξιστικές και ρατσιστικές ιεραρχίες». Συνεχίζει λέγοντάς μας ότι αγαπά τους νέους που αγωνίζονται να δώσουν στην εποχή τους μια νέα μορφή κι απαιτούν μια καλύτερη ζωή για ολόκληρη την ανθρώπινη φυλή, κι ελπίζει ότι οι κόρες της θα παραμείνουν έτσι για πολύ καιρό, και στη συνέχεια, όπως είναι η φυσική τάξη των πραγμάτων, καθώς μεγαλώνουν, «θα με βρουν μέσα τους, θα ανακαλύψουν σωματικές λεπτομέρειες, εκλάμψεις προσωπικότητας, σκέψεις, και θα μάθουν να με καλωσορίζουν, να μου κάνουν χώρο. Όπως συνέβη με τη μητέρα μου κι εμένα, θα ανακαλύψουν ότι, ακόμα και αν παραδεχτούν ότι είναι εν μέρει εγώ, θα συνεχίσουν να είναι ο εαυτός τους. Στην πραγματικότητα, θα είναι ο εαυτός τους πληρέστερα, με μεγαλύτερη αυτονομία».

Σχετικά με το μέλλον της ανθρωπότητας, σχολιάζει ότι είναι επείγον εμείς οι άνθρωποι να μάθουμε να κάνουμε αυτοκριτική και να μάθουμε να αντιμετωπίζουμε την αλήθεια του εαυτού μας, προτού καταστραφούμε από την πεισματική μας απόφαση να γίνουμε αθάνατοι. «Το μέλλον που με ενδιαφέρει», γράφει η Φερράντε, «είναι ένα μέλλον απόλυτης ανοιχτότητας στον άλλον, σε κάθε ζωντανό ον, σε όλα όσα είναι προικισμένα με την πνοή της ζωής». Και αλλού γράφει: «Ήταν δυνατόν ο άνθρωπος-ζώο, αυτό το απειροελάχιστο κομμάτι της φύσης, κατά τη διάρκεια της σύντομης ιστορίας του να είχε καταφέρει να βλάψει ανεπανόρθωτα όλα τα υπόλοιπα;» Όσο για την καταιγισμό από ειδήσεις, ψεύτικων και πραγματικών, σημειώνει ότι για εκείνη «το πρόβλημα δεν είναι, επομένως, να παραμένει καλά ενημερωμένη, αλλά να εντοπίζει μέσα στη μάζα των άσκοπα ενισχυμένων ειδήσεων αυτό που θα με [τη] βοηθήσει να διακρίνω[ει], με την πάροδο του χρόνου, το αληθινό και το ψεύτικο, το καλύτερο και το χειρότερο: αυτό είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο». Αναρωτιέται γιατί ορισμένοι άνθρωποι μας φαίνονται τόσο διαφορετικοί που δεν μπορούμε να τους αποδεχτούμε, δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε την ανθρώπινη φύση τους, κι αναρωτιέται αν λίγη καλή θέληση θα μπορούσε να εξαλείψει οποιονδήποτε λόγο για εχθρότητα. Καταλήγει με σκέψεις σχετικά με το ζήτημα της ανισότητας, η οποία, όπως επισημαίνει, «δημιουργεί μια εξαιρετική σπατάλη από μυαλά και δημιουργικές ενέργειες, οι οποίες, αν εκπαιδεύονταν και αξιοποιούνταν, πιθανότατα θα έκαναν την ιστορία μας ένα ενεργό εργαστήριο για την αποκατάσταση της ζημιάς που έχουμε προκαλέσει μέχρι στιγμής – ή τουλάχιστον για τον έλεγχο των επιπτώσεών της, αντί για μια αφόρητη λίστα φρικαλεοτήτων».

Συμπερασματικά, ένιωσα ότι κάθε σύντομο κείμενο του βιβλίου μας επιτρέπει να ρίξουμε μια ματιά στον εσωτερικό κόσμο και τη ζωή της συγγραφέα, κι επίσης μας δίνει πληροφορίες για την άποψή της για τη ζωή. Το γράψιμό της εδώ φαίνεται αυτο-ερευνητικό, επείγον και προσωπικό, διατηρώντας παράλληλα την ανωνυμία της. Η Φερράντε σημειώνει ότι η συγγραφή αυτών των εβδομαδιαίων δοκιμίων ήταν μια μόνιμη έκθεση θραυσμάτων του εαυτού της. Επίσης, μια φεμινιστική προσέγγιση διατρέχει τα κείμενά της. Σε μια κριτική του έργου της, μια κριτικός γράφει ότι τα βιβλία της επηρεάζονται από τον φεμινισμό του δεύτερου κύματος, ιδιαίτερα από Ιταλίδες φεμινίστριες όπως η Luisa Murano και συγγραφείς όπως η Helene Cixous, η οποία έχει γράψει ότι «οι γυναίκες πρέπει να γράφουν οι ίδιες: πρέπει να γράφουν για τις γυναίκες και να τις φέρνουν στο γράψιμο, από όπου έχουν εκδιωχθεί……….. Η γυναίκα πρέπει να βάλει τον εαυτό της στο κείμενο – όπως και στον κόσμο και στην ιστορία…». Η Ferrante αποκαλεί αυτή την ανάκτηση της φωνής, γυναικεία αποξένωση-συμπερίληψη / female alientation-inclusion. Φαίνεται να έλκεται από τους τρόπους με τους οποίους οι γυναίκες λειτουργούν και επιβιώνουν σε μια κοινωνία που κυριαρχείται από τους άνδρες και την εξουσία τους. Είναι επίσης χρήσιμο να έχουμε κατά νου ότι οι ιστορίες της είναι ενσωματωμένες σε συγκεκριμένα πλαίσια κι εποχές. Γράφει για το τι περιβάλλει τις ηρωίδες της, για παράδειγμα τη μεταπολεμική Νάπολη, πώς οι άλλοι και η φωνή τους τις διαπερνούν και τι σημαίνει να απορροφάς τη φωνή του άλλου.

 

Graffitti

«Περνάς μπροστά από νεαρούς άνδρες και κορίτσια που κάθονται στα σκαλιά, περιπλανιέσαι σαστισμένος ανάμεσα σε αυτούς τους αυστηρούς τοίχους που τα χέρια των φοιτητών έχουν αραβουργήσει με τεράστια κεφαλαία γράμματα και λεπτομερή γκράφιτι, ακριβώς όπως οι άνθρωποι των σπηλαίων ένιωθαν την ανάγκη να διακοσμήσουν τους κρύους τοίχους των σπηλαίων τους για να γίνουν κύριοι του βασανιστικού άγνωστου ορυκτού, να τα κάνουν οικεία, να τα αδειάσουν στον δικό τους εσωτερικό κόσμο, να τα προσαρτήσουν στη φυσική πραγματικότητα της ζωής». Ίταλο Καλβίνο

Η σημερινή ανάρτηση αφορά το γκράφιτι και το βιβλίο της Madeleine Pelling, Writing on the Wall / Γραφή πάνω στον Τοίχο ή Γράφοντας στον Τοίχο. Η Pelling είναι Βρετανίδα ιστορικός πολιτισμού, συγγραφέας, podcaster και συνεργάτιδα σε προγράμματα της τηλεόραση και του ραδιοφώνου, η οποία έχει λάβει ερευνητικές υποτροφίες στα πανεπιστήμια του Γέιλ, Εδιμβούργου και Μάντσεστερ, και είναι μέλος της Βασιλικής Ιστορικής Εταιρείας. Με αυτό το βιβλίο μας μεταφέρει πίσω στο χρόνο, ζωντανεύοντας την ατμόσφαιρα των χώρων και τα ιστορικά γεγονότα που αναλύει. Η Pelling έχει καταφέρει όχι μόνο να αφηγηθεί την ιστορία και την εξέλιξη του γκράφιτι, τοποθετώντας το παράλληλα στο επίκεντρο ιστορικών γεγονότων και αρχιτεκτονικών χώρων, αλλά και να ζωντανέψει τη ζοφερή πραγματικότητα και την ατμόσφαιρα των περιόδων στις οποίες αναφέρεται. Επιπλέον, στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου κάνει ένα σύντομο κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό σε σχέση με σύγχρονα γεγονότα κι εξελίξεις.

Η Pelling έχει αναζητήσει τις κρυμμένες φωνές της Βρετανίας κυρίως του 18ου αιώνα, μιας ταραγμένης και μεταβατικής ιστορικής περιόδου, και μιας εποχής που ο καθένας μπορούσε με ένα αιχμηρό αντικείμενο ή ένα κομμάτι κιμωλίας ή κάρβουνου να αφήσει το σημάδι του σε τοίχους, οροφές, παράθυρα, πόρτες, αλλά και δημόσια μνημεία. Μέσω των γκράφιτι που έκαναν τόσο οι φτωχοί όσο και οι πλούσιοι, οι απλοί άνθρωποι και οι πολίτες της ανώτερης τάξης και προσωπικότητες της βουλής, μπορούμε να εξετάσουμε αυτές τις κατά τα άλλα αόρατες ιστορίες και να αποκτήσουμε μια εικόνα για μια ταραχώδη εποχή στη βρετανική ιστορία. Η Pelling μας λέει ότι το γκράφιτι είναι μία από τις εκατοντάδες λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί τους τελευταίους αιώνες για να περιγράψουν αυτό το είδος έκφρασης κι επικοινωνίας μέσω λέξεων, συμβόλων και εικόνων – μια μορφή έκφρασης και επικοινωνίας που μπορούμε να βρούμε στο πέρασμα του χρόνου από τους Αρχαίους Αιγύπτιους μέχρι κι σήμερα. Συζητά τη σημασία του γκράφιτι στην αποκάλυψη ανείπωτων ιστοριών που διαφορετικά θα είχαν χαθεί στο χρόνο, και πώς αυτή η μορφή δημιουργίας κι έκφρασης μας επιτρέπει να ρίξουμε μια ματιά στο πώς ήταν η ζωή στα παρασκήνια.

Το βιβλίο είναι οργανωμένο σε τρία μέρη, τα οποία περιλαμβάνουν τρεις διαφορετικές περιόδους: (1688-1740), (1740-1780) και (1780-1800), εστιάζει τόσο στο περιεχόμενο όσο και στις τοποθεσίες των γκράφιτι, και επίσης περιλαμβάνει εικονογραφήσεις, φωτογραφίες και έργα τέχνης. Ξεκινά με τη σειρά χαρακτικών του William Hogarth, Τα Τέσσερα Στάδια της Σκληρότητας. Καθώς περιγράφει μια σκηνή, σε κάποιο σημείο γράφει: «Παράλληλα με αυτή τη συγκρουσιακή συνάντηση μεταξύ της υποτιθέμενης υψηλής και της κατώτερης ζωής, της βασιλικής ηθικής και της ποταπότητας των πληβείων, ένας τρίτος άνδρας γράφει στον τοίχο…». Συνεχίζει παρέχοντας μια σύντομη κοινωνικοοικονομική κριτική σχολιάζοντας: «Η σκηνή διαπερνά την κριτική των ανισοτήτων και των βαρβαροτήτων που ο Hogarth και οι σύγχρονοί του παρατηρούσαν παντού γύρω τους τον δέκατο όγδοο αιώνα». Θέτει ερωτήματα όπως το αν όσοι είχαν γεννηθεί μέσα σε μια ζωή φτώχειας και εγκλήματος ήταν προορισμένοι να τη διαιωνίσουν, και ποιος ήταν ο ρόλος της γραφής στον τοίχο στη διαμάχη μεταξύ των ζοφερών πραγματικοτήτων που αντιμετώπιζαν εκείνη την εποχή τόσοι πολλοί από τους φτωχούς του έθνους με τις αναδυόμενες ιδέες του Διαφωτισμού εκείνα τα χρόνια.

Μας εξηγεί ότι καθώς ο αλφαβητισμός αυξανόταν στον πληθυσμό γενικότερα και καθώς άρχισε να αναδύεται μια δημόσια σφαίρα [η οποία ορίζεται από χώρους όπως καφενεία, ταβέρνες, χώρους ποτού, οίκους ανοχής, και η οποία τροφοδοτείται από συζητήσεις], η γραφή σε τοίχους και άλλες επιφάνειες προσέφερε έναν σχετικά μη αστυνομευόμενο κι ελεγχόμενο τρόπο να ακουστεί κανείς. Τα μηνύματα σε αυτές τις επιφάνειες είχαν απομακρυνθεί από τα θρησκευτικά και οικιακά πλαίσια των προηγούμενων αιώνων για να μπορέσουν  ν’ αντικατοπτρίσουν τον νέο, πιο σύνθετο κόσμο, καθώς οι πόλεις και οι κωμοπόλεις ξαναχτίζονταν μετά τον εμφύλιο πόλεμο, την πανούκλα και, στην περίπτωση του Λονδίνου, την πυρκαγιά του προηγούμενου αιώνα, τροφοδοτούμενες από τον πλούτο μιας επεκτεινόμενης αυτοκρατορίας. Η Pelling γράφει ότι ζητήματα όπως το δικαστικό και το ποινικό σύστημα, μια ποικιλία ανισοτήτων και ζητημάτων κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, καθώς και ο θρησκευτικός χαρακτήρας του έθνους ή το πού τελείωνε η ​​εξουσία του μονάρχη και ξεκινούσε αυτή του Κοινοβουλίου, όλα συζητιούνταν και το αποτύπωμα αυτών των συζητήσεων υπήρχε σε τοίχους και άλλες επιφάνειες. Τα μηνύματα περιελάμβαναν οτιδήποτε, από πολιτικά συνθήματα και ζωγραφιές και σκίτσα, μέχρι ερωτικές επιστολές, σατιρικά ποιήματα και σημειώματα δυσαρέσκειας, θυμού, μίσους, αντίστασης και οικονομικής καταστροφής, συκοφαντικές κατηγορίες, θρησκευτικές ή προφητικές προειδοποιήσεις, ακόμη και κριτικές για υπηρεσίες σε πορνεία.

Διαβάζοντας το βιβλίο καταλαβαίνουμε πώς χαράσσοντας ή γράφοντας κάτι όχι μόνο στη σελίδα, αλλά και στον τοίχο, μπορούσε να αλλάξει ζωές, να μεταβάλει την κοινή γνώμη και τα συναισθήματα του κόσμου και να διαμορφώσει πολιτικά γεγονότα. Αυτό γίνεται εξαιρετικά σαφές καθώς διαβάζουμε πώς οι έντονες πολιτικές και θρησκευτικές συγκρούσεις της εποχής απεικονίζονταν σε γκράφιτι σε όλη τη χώρα, καθώς και στο πεδίο της μάχης, και πώς ένα απλό σημείωμα με κιμωλία μπόρεσε να πυροδοτήσει γεγονότα όπως η σύλληψη και η εκτέλεση μιας μετανάστριας, Ρωμαιοκαθολικής μαίας, γεγονός που στη συνέχεια συνέβαλε σε περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων Καθολικών-Προτεσταντών, την εκθρόνιση του Καθολικού Βασιλιά από τον Γουλιέλμο και τη Μαίρη στα τέλη του 1688, και σε ότι άλλο ακολούθησε.

Μία από τις πηγές της Pelling είναι μια δημοσιευμένη συλλογή από γκράφιτι που βρέθηκαν σε καφενεία, ταβέρνες, δρόμους και τουαλέτες του Λονδίνου, με τίτλο, The Merry-Thought; or, The Glass-Window and Bog-House Miscellany, από έναν ανώνυμο συγγραφέα το 1731. Αυτό το έργο θα γινόταν best seller, πιθανώς επειδή τα καταγραμμένα μηνύματα αντηχούσαν τις μη αρθρωμένες κοινές πτυχές, επιθυμίες, μυστικές σκέψεις, φόβους, απώλειες, παράπονα και προκαταλήψεις των αναγνωστών. Η Pelling σημειώνει ότι η γραφή στους τοίχους του Λονδίνου χρησίμευε ως μια ορατή υπενθύμιση της τραγικής ανισότητας που βασίλευε και της εύθραυστης ισορροπίας δυνάμεων. Γράφει: «Το Λονδίνο ήταν μια πόλη με δύο πρόσωπα: ένα αξιοσέβαστο, ευγενικό και πουδραρισμένο λούστρο και μια πιο άσχημη, σημαδεμένη πραγματικότητα που κρυβόταν από κάτω. Αυτοί οι κόσμοι δεν υπήρχαν μεμονωμένα, αλλά μάλλον δίπλα-δίπλα, μερικές φορές στους ίδιους δρόμους, σπίτια, ακόμη και δωμάτια». Εν τω μεταξύ, το 1720, η κατάρρευση της South Sea Company, η οποία αρχικά είχε συσταθεί για να προμηθεύει σκλάβους Αφρικανούς σε φυτείες στην Αμερική και η οποία είχε αποφέρει πολύ πλούτο, έλαβε χώρα, με καταστροφικές συνέπειες, όπου χάθηκαν πολλές περιουσίες και πολλοί χρεοκόπησαν.

Όσοι πάλι βρήκαν τους κόσμους τους συρρικνωμένους στο μέγεθος ενός κελιού φυλακής επίσης άφησαν τα ίχνη τους σε τοίχους κι επιφάνειες. Η Pelling μας λέει ότι οι φυλακές ήταν μικρόκοσμοι της κοινωνίας του βασιλιά Γεωργίου, μικρογραφίες, κλειστοί χώροι με τις δικές τους ξεχωριστές κουλτούρες και οικονομίες, όπου κράτος και υπήκοος συγκρούονταν. Γράφει ότι εκείνη την εποχή τα όρια μεταξύ κοινωνικής τάξης, εξουσίας και ηθικής θόλωναν τακτικά, και η φτώχεια, τα αυξανόμενα χρέη, οι προκαταλήψεις, η φιλοδοξία, η απληστία ή η εκδίκηση, μπορούσαν να ρίξουν «πολλούς Βρετανούς στο έλεος μιας διεφθαρμένης δικαιοσύνης και των σωφρονιστικών συστημάτων που είχαν ως αποστολή τη διατήρηση της τάξης σε μια ταχέως μεταβαλλόμενη κοινωνία. Προσθέτει ότι οι κίνδυνοι άδικης μεταχείρισης, δικαστικών σφαλμάτων κι εκμετάλλευσης ήταν υψηλοί, τα κελιά υγρά και άθλια, οι ασθένειες ήταν διάχυτες στις φυλακές, η δωροδοκία πολλαπλασιαζόταν, η μεταχείριση των κρατουμένων υπόκειντο στις ιδιοτροπίες και τις προσωπικότητες των δεσμοφυλάκων, άτομα που είχαν χρεοκοπήσει ή είχαν χρέη στοιβάζονταν μαζί με καταδίκους που είχαν διαπράξει σοβαρά εγκλήματα, οι κρατούμενοι είχαν λίγα δικαιώματα ή πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη, και χρησιμοποιούνταν ακόμη και ως ιατρικά πειραματόζωα. Οι επιχειρηματίες δεσμοφύλακες χρέωναν τέλη επισκέψεων, ώστε οι περίεργοι να μπορούν να κοιτάζουν μέσα στα κελιά, καθιστώντας τους κρατούμενους «περίεργα αντικείμενα προς παρατήρηση και χαρακτήρες προς επαναπροσδιορισμό στο μυαλό των μαζών».

Επιπλέον, πολλοί από τους κρατούμενους στις φυλακές ήταν καθ’ οδόν προς τις αποικίες, μια πρακτική που ενίσχυε το αποικιακό εργατικό δυναμικό παρέχοντας ικανά σώματα σε αποικίες στην Αμερική κι αργότερα στην Αυστραλία. Αυτοί πιθανά να ήταν μερικοί από τους τυχερούς, αφού εκείνη την εποχή 200 εγκλήματα επέσυραν τη θανατική ποινή! Οι κρατούμενοι χάραζαν τα αρχικά τους, τα ονόματά τους, ποιήματα και στιχάκια, τις προσευχές και τις εξομολογήσεις τους, τα περιγράμματα αντικειμένων όπως όπλα και αγχόνες, πλοία, κτίρια, ακόμη και περίτεχνους δρόμους, στην επιφάνεια των τοίχων της φυλακής. Η Pelling γράφει: «Το γκράφιτι ήταν η γλώσσα των αποκλεισμένων κι ένα ανεκτίμητο μέσο για την επιβολή αυτονομίας κι αντίστασης σε ένα σύστημα που επέτρεπε ελάχιστη διατήρηση του εαυτού». Με ένα κομμάτι κάρβουνο ή κιμωλία, φωτιά, αίμα ή οποιοδήποτε αιχμηρό αντικείμενο, οι κρατούμενοι έλεγαν τις ιστορίες τους για να διεκδικήσουν τον εαυτό τους ως θύματα ή θύτες, και τα σκαλίσματα και γραψίματα τους αποκαλύπτουν πολλά για το πώς οι κατάδικοι έβλεπαν τον εαυτό τους και την κοινωνία που τους είχε καταδικάσει και περιθωριοποιήσει. Σήμερα, μερικά από αυτά τα σημειώματα ή σχέδια έχουν βρει τον δρόμο τους σε έργα σύγχρονων καλλιτεχνών που προσπαθούν να απεικονίσουν αυτούς τους χώρους φυλάκισης, θολώνοντας τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας, υψηλής τέχνης και του υποτιθέμενου πρωτογονισμού αυτού του υλικού.

Ανιχνεύοντας την ιστορία του γκράφιτι, το βιβλίο μας επιτρέπει να επισκεφτούμε σημαντικά γεγονότα όπως η βιομηχανική επανάσταση και οι αλλαγές που έφερε, οι εξεγέρσεις των Ιακωβιτών στη Σκωτία και τη βόρεια Αγγλία, η σύγκρουση με τη Γαλλία και την Ισπανία και η επανάσταση στις αμερικανικές αποικίες, η βρετανική αναταραχή τον Ιούνιο του 1780 και ο φόβος εξέγερσης. Στη συνέχεια, το 1789, όταν μια βίαιη εξέγερση κατέκλυσε το Παρίσι, αδειάζοντας τη Βαστίλη από τους κρατούμενους της και σηματοδοτώντας τη συμβολική έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης, το άγχος σε όλη τη Μάγχη έφτασε σε νέα ύψη. Η Pelling γράφει ότι οι Βρετανοί χρησιμοποίησαν τα γκράφιτι ως όπλα για να αγωνιστούν για τους σκοπούς τους και ότι ο ρόλος των γκράφιτι έριξε μια μακρά σκιά στις τελευταίες δεκαετίες του δέκατου όγδοου αιώνα. Σημειώνει ότι τόσο η γραφή στον τοίχο όσο κι ένα αναδυόμενο ιερογλυφικό λεξιλόγιο είχαν αποδειχθεί «ένα τρομερό εργαλείο στο οπλοστάσιο των επαναστατών, που διατυπώνοντας την στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, επισημαίνοντας τη διαφορά και κατευθύνοντας τα πλήθη».

Σε όλες τις επιφάνειες της Βρετανίας και των αποικιών της, τα γκράφιτι βοηθούσαν να τεθούν ερωτήματα σχετικά με τη φύση της ελευθερίας και ποιος τη δικαιούνταν και ποιος δεν την δικαιούνταν. Τον 18ο αιώνα, οι φτωχοί της υπαίθρου της Βρετανίας είχαν μεταβεί από τα χωράφια σε αστικά εργοστάσια, όπου οι περισσότεροι ζούσαν σε άθλιες συνθήκες. Αυτό οδήγησε τα εργατικά συνδικάτα να παραπονεθούν για την μηχανοποίηση της προηγουμένως εξειδικευμένης εργασίας και να υποστηρίξουν τα βασικά δικαιώματα και τους αξιοπρεπείς μισθούς. Το γκράφιτι, για άλλη μια φορά, προσέφερε έναν σχετικά μη λογοκριμένο και ανώνυμο τρόπο διαμαρτυρίας ενάντια στην εμπορευματοποίηση της ανθρώπινης εργασίας και την εξαφάνιση της χειροτεχνίας και της τοπικής κοινότητας. Εν τω μεταξύ, κατά τα πρώτα χρόνια του Ρομαντισμού, οι καλλιτέχνες εξερευνούσαν νέους τρόπους γραφής, ζωγραφικής και ύπαρξης, απαλλαγμένους από προηγούμενες καλλιτεχνικές και κοινωνικές συμβάσεις, και ως μέρος αυτής της πολιτισμικής αναδιαμόρφωσης, σημειώνει η Pelling, το γκράφιτι εξελισσόταν γρήγορα σε μια συντομογραφία της πνευματικής απελευθέρωσης.

Επιπλέον, και οι στρατιώτες, και στις δύο πλευρές των αγγλικών εμφυλίων πολέμων, αρέσκονταν στο να αφήνουν το στίγμα τους και τα ονόματα των μαχών που συμμετείχαν. Για τους στρατιώτες και τους ναύτες που υπηρετούσαν σε όλη τη Βρετανική Αυτοκρατορία, το γκράφιτι ήταν ένα εργαλείο για να σηματοδοτήσουν την ύπαρξή τους σε μια ζωή γεμάτη κινδύνους και χωρίς εγγύηση επιβίωσης. Η  Pelling μας λέει ότι μεταξύ των πιο παραγωγικών «γκραφιτάδων» της βρετανικής αυτοκρατορίας ήταν οι ναύτες της. Ωστόσο, καθώς αναδύονταν νέες ιδέες γύρω από την αξία της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας και της ανθρώπινης ζωής, και εν μέσω των αυξανόμενων εκκλήσεων για την κατάργηση της δουλείας, το γκράφιτι ασκούνταν επίσης από ένα ευρύ φάσμα ατόμων σε όλο τον αποικιακό κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των καταπιεσμένων και των σκλάβων.

Οι αιχμάλωτοι πολέμου επίσης γέμιζαν τους τοίχους των χώρων κράτησης τους, όπως κάστρα, πύργους και πλοία φυλακές. Η Pelling μας λέει ότι το 1815 περίπου 250, 000 χιλιάδες  αιχμάλωτοι πολέμου, κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά Γάλλοι, κρατούνταν στη Βρετανία. Μεταξύ αυτών των κρατουμένων ήταν και σκλάβοι άνδρες και γυναίκες από την Καραϊβική, οι οποίοι είχαν προσκληθεί να πολεμήσουν με αντάλλαγμα την ελευθερία τους. Μέσω της γραφής και των σχεδίων στον τοίχο, δήλωναν την εθνική και πολιτική τους αφοσίωση μέσα από τους καταπιεστικούς χώρους φυλάκισης. Τα γκράφιτι, γράφει η Pelling, μπορούσαν να παρακολουθήσουν την πρόοδο του αποικισμού σε στεριά και θάλασσα και να τεκμηριώσουν την αντίστασή, παρέχοντας μια αξιοσημείωτη καταγραφή της ανθρώπινης σκέψης, των συναισθημάτων και του αγώνα για ελευθερία.

Ένα διαφορετικό σύνολο κρατουμένων σε μια διαφορετική εποχή, κυρίως στις περιόδους των Τυδώρ και των Ελισαβετιανών, άφησε επίσης το στίγμα του στον τοίχο, μερικές φορές με πιο περίτεχνα γκράφιτι όπως αυτά στον Πύργο του Λονδίνου, ένα από τα πιο διάσημα ιστορικά κτίρια της Βρετανίας, το οποίο  εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται ως εργαλείο του κράτους τον 18ο αιώνα. Γκράφιτι σε κώδικες και σύμβολα καταδικασμένων βασιλισσών, μαρτύρων υπηρετών και υπηρετριών, και επαναστατών ανακαλύφθηκαν το 1796 από τον John Brand, για τον οποίο, γράφει η Pelling, «τα γκράφιτι των καταδικασμένων αντιπροσώπευαν όχι μόνο στιγμές στην πολιτική ιστορία – τις μηχανορραφίες της αυλής του δέκατου έκτου και δέκατου έβδομου αιώνα ειδικότερα – αλλά και την ανθρώπινη αγωνία / πόνο». Επίσης, εκείνη την εποχή, η εκτέλεση του γαλλικού βασιλικού ζεύγους είχε σκορπίσει πανικό στους Βρετανούς ευγενείς, και ο Brand γνώριζε την ασταθή πολιτική κατάσταση και το ότι, όπως σχολιάζει η Pelling, η συγγραφή ιστορίας ήταν (κι εξακολουθεί να είναι) μια ταραγμένη και περίπλοκη υπόθεση, και υπήρχαν ζητήματα αυθεντικότητας και πολιτικής που έπρεπε να ληφθούν υπόψη, επειδή αυτό το υλικό από το παρελθόν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να αποκαλύψει περισσότερες από μία αφηγήσεις ανάλογα με το ποιος τις έλεγε.

Στο βιβλίο περιλαμβάνεται επίσης μια ιστορία που καταδεικνύει πόσο συνδέονται οι προσωπικές ζωές και τα κοινωνικοοικονομικά πλαίσια αυτών. Μας αφηγείται την ιστορία ενός ιδιαίτερα σεβαστού στο επάγγελμά του κεραμικού ζωγράφου, κι ενός γενναιόδωρου κι αγαπημένου ατόμου, του James Doe, ο οποίος αυτοκτόνησε το 1979, αφού άφησε μια μακροσκελή επιστολή αυτοκτονίας, αν μπορούσε κανείς να την ονομάσει έτσι, κάτι που ήταν συνηθισμένο εκείνη την εποχή, όχι σε χαρτί αλλά στον τοίχο του τελευταίου μέρους που διέμενε. Η Pelling σημειώνει: «Η ιστορία του Doe ήταν μια ιστορία εφευρετικότητας, τέχνης, βιομηχανικής κατασκοπείας, ανισότητας και προδοσίας». Συζητά πώς μια βαθιά προσωπική προδοσία από έναν φίλο που αυτός είχε συνδράμει όταν φυλακίστηκε για βιομηχανική κατασκοπεία, διακινδυνεύοντας τη δική του φήμη και τις οικονομίες του, οδήγησε τελικά στην απώλεια της φήμης, της απασχόλησης και των χρημάτων του, και πώς αυτή η πραγματικότητα ήταν συνδεδεμένη με την αναταραχή που προκαλούσε η βιομηχανική επανάσταση, καθώς η μηχανοποιημένη παραγωγή έσβηνε γρήγορα τις ανθρώπινες ιστορίες πίσω από τα κατασκευασμένα αντικείμενα, εξαφάνιζε παραδοσιακές μορφές εργασίας κι οδηγούσε στη μείωση παραγωγής τροφίμων, στην έλλειψη τροφής και στην πείνα. Η Pelling σχολιάζει: «η βιομηχανική άνθηση δημιουργούσε γρήγορα ένα τεράστιο και πεινασμένο αστικό εργατικό δυναμικό που υποστηριζόταν από έναν συρρικνούμενο αγροτικό πληθυσμό».

Ο συσχετισμός ενός μηνύματος στον τοίχο ή σε μια επιφάνεια και της αυτοκτονίας στο βιβλίο μου έφερε στο νου τον λυκειάρχη και καθηγητή χημείας στο σχολείο που φοιτούσα. Την πρώτη μέρα λοιπόν του σχολείου κατά τη διάρκεια της πρωινής συγκέντρωσης κι αφού είχε τελειώσει η προσευχή, μας καλωσόρισε με μια «διδακτική ιστορία». Έδειξε ένα απόφθεγμα του Νίτσε γραμμένο ψηλά στον τοίχο ενός κτιρίου, ψηλότερο από τους τοίχους του σχολείου μας, και μας είπε ότι η μαθήτρια που το είχε γράψει είχε αυτοκτονήσει, προσθέτοντας ότι ο λόγος που την οδήγησε σε αυτή την πράξη ήταν το ότι διάβαζε Νίτσε. Φυσικά, η ιστορία του ήταν ένα άκομψο ψέμα, επειδή δεν θα ήταν πρακτικά εφικτό ένα κορίτσι να γράψει τη συγκεκριμένη φράση με τόσο μεγάλα γράμματα, τόσο ψηλά. Θα απαιτούσε μια επαγγελματική σκαλωσιά τουλάχιστον. Αλλά δυστυχώς αυτή ήταν η πρώτη του συμβουλή προσπαθώντας να χρωματίσει ίσως την προσέγγισή μας σε αυτού του είδους των αναγνωσμάτων, κι υψώνοντας έναν ασυνείδητο τοίχο ή φόβο ανάπτυξης της κριτικής μας σκέψης.

Συμπερασματικά, σύμφωνα με την Pelling, η γραφή λέξεων, συνθημάτων, συμβόλων και εικόνων σε τοίχους, παράθυρα, σοκάκια, εκκλησίες, μνημεία, φυλακές, τουαλέτες, πλοία, βράχους και δέντρα, πύργους και κάστρα έχει εξυπηρετήσει πολλούς σκοπούς κι έχει συχνά προσφέρει μια διέξοδο σε συναισθήματα και δημιουργικότητα. Γράφει ότι το γκράφιτι, το οποίο είχε αναπτύξει τα δικά του λεξιλόγια και κώδικες, αμφισβήτησε την εξουσία κι έκανε ορατές τις αδικίες, τις ανισότητες και τα παράπονα των αόρατων, επέτρεψε στη Βρετανία να συνομιλεί και να γελάει με τον εαυτό της, να αμφισβητεί το κατεστημένο και να αντιδρά σε γεγονότα, από τις εξεγέρσεις των Ιακωβιτών μέχρι τον Ρομαντισμό, να ενώνει κοινότητες και να τις διαλύει, να διαδίδει εκστρατείες μίσους και μηνύματα αγάπης. Εξελίχθηκε από κάτι καθημερινό κι ασήμαντο σε ένα πιο αποτελεσματικό πολιτικό εργαλείο που σε διάφορες στιγμές θεωρήθηκε απόδειξη εγκληματικότητας ή καταδικάστηκε από τις αρχές. Χρησιμοποιήθηκε επίσης ως πράξη αυτομνημόνευσης και μέσο καταγραφής μικροϊστοριών, στιγμών από την ατομική ζωή. Έφερε στο προσκήνιο την εγγύτητα μεταξύ υψηλής τέχνης και γκράφιτι, καθώς και τις οριοθετήσεις της κοινωνικής τάξης που αυτό περικλείει, και συχνά αποτέλεσε ένα αρχείο και μέσο καταγραφής πόνου, απώλειας και ταλαιπωρίας, σωματικής και δημιουργικής εργασίας, καθώς κι ένα μέσο που κατάφερε να μεταφέρει μηνύματα και μνήμη στο παρόν.