Δεν είναι διαθέσιμο στα ελληνικά
Ένας άδικος θάνατος και διάφορα επίπεδα συστημικής παθολογίας
«Σε έναν κόσμο που επιδιώκει να μετατρέψει τους πάντες και κάθε έμβιο ον σε αντικείμενο στο όνομα του κέρδους, η εξάλειψη του πολιτικού στοιχείου από το κεφάλαιο αποτελεί την πραγματική απειλή. Η μετατροπή της πολιτικής σε επιχειρηματική δραστηριότητα εγκυμονεί τον κίνδυνο να εκμηδενιστεί η ίδια η δυνατότητα ύπαρξης της πολιτικής.» Achille Mbembe¨/ 22 Δεκεμβρίου, 2016
«… Σα μεγάλο παιδί // που τα πάντα έχει δει // λες κι είναι έργο……» στίχοι του Γεράσιμου Ευαγγελάτου
ΕΙΚΟΝΑ
Η έμπνευση κι αφορμή για το σημερινό κείμενο είναι ο πρόωρος και τραγικός θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη, ενός δημοφιλούς Έλληνα τραγουδιστή – ένα θλιβερό γεγονός που ανέδειξε τον τρόπο με τον οποίο το προσωπικό είναι άρρηκτα συνυφασμένο όχι μόνο με το οικογενειακό, αλλά και με το ευρύτερο κοινωνικοοικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό πλαίσιο, καθώς και το πώς η προσωπική μας εμπειρία και η ίδια μας η ύπαρξη επηρεάζονται και καθορίζονται από πολιτικές, δομές και θεσμούς. Επιπλέον, αυτό το άδικο συμβάν αποκάλυψε δομικές αποτυχίες, κοινωνικές παθογένειες, ηθικά ολισθήματα και απληστία, φέρνοντας στο προσκήνιο ζητήματα που αφορούν την ευθύνη της πολιτείας και τα τραγικά συστημικά κενά στην εποπτεία της ιδιωτικής υγείας, την ανεπάρκεια του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, την υποστελέχωση κρίσιμων κρατικών υπηρεσιών, το μέγεθος του προβλήματος σχετικά με την έλλειψη ελέγχου πρακτικών εναλλακτικής ιατρικής και την ταχέως αναπτυσσόμενη, μη ρυθμιζόμενη βιομηχανία ευεξίας και αντιγήρανσης, καθώς και ζητήματα παραπλανητικού marketing, τη σοβαρή κρίση ηθικής λογοδοσίας, και τέλος, ζητήματα που αφορούν μια εν μέρει ηδονοβλεπτική αντιμετώπιση και εργαλειοποίηση του τραγικού συμβάντος.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης γεννήθηκε το 1972, ξεκίνησε να τραγουδά επαγγελματικά σε ηλικία δεκαπέντε ετών, και στα χρόνια που ακολούθησαν, αναδείχθηκε σε είδωλο της μουσικής σκηνής, διατηρώντας σταθερή παρουσία στον χώρο της νυχτερινής διασκέδασης και των ζωντανών εμφανίσεων, με ένα μεγάλο και πιστό κοινό στην Ελλάδα, την Κύπρο, την ομογένεια και άλλες χώρες. Πολλοί τον αποκαλούν «καλό παιδί» της νύχτας – φαντάζομαι λόγω της ενσυναίσθησης και κατανόησής που έδειχνε σε όσους είχαν ανάγκη, καθώς και του φιλανθρωπικού έργου που επιτελούσε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, χωρίς να ξεχνά ποτέ τις ρίζες και το ταπεινό ξεκίνημά του – έκφραση που χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα και από τα μέσα ενημέρωσης μετά τον θάνατο του. Προσωπικά, νομίζω ότι ο χαρακτηρισμός «γενναιόδωρος και καλός άνθρωπος ή άντρας» μάλλον θα ήταν πιο κατάλληλος και θα υποδήλωνε σεβασμό, καθώς η υπερβολική χρήση της συγκεκριμένης έκφρασης («καλό παιδί») για έναν μεσήλικα άνθρωπο γεννά ερωτήματα για το αν αντικατοπτρίζει προβληματικές κοινωνικές δυναμικές, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς τα διάφορα τραυματικά και δύσκολα γεγονότα που είχε βιώσει το τελευταίο διάστημα. Επιπλέον, στην ψυχολογία, το «καλό παιδί» ή το «σύνδρομο του καλού παιδιού» αφορά πρότυπα συμπεριφοράς που διαμορφώνονται στην παιδική ηλικία, όταν το παιδί μαθαίνει ότι η αγάπη εξαρτάται από προϋποθέσεις και ότι, για να κερδίσει την αποδοχή και τη στοργή, οφείλει να ικανοποιεί τους γονείς και τους άλλους, γεγονός που οδηγεί στην καταπίεση των συναισθηματικών του αναγκών. Στην ενήλικη ζωή, η στάση αυτή συχνά καθιστά το άτομο ευάλωτο σε εκμεταλλευτικές και χειριστικές συμπεριφορές από τρίτους, ενώ μπορεί να εκδηλωθεί ως δυσκολία στη θέσπιση ορίων, τάση για ικανοποίηση των πάντων ή υπερβολική ανοχή, καθώς και με την καταπίεση του θυμού και των προσωπικών αναγκών.
Οφείλω να ομολογήσω ότι παρόλο που γνώριζα πως ο Μαζωνάκης ήταν δημοφιλής τραγουδιστής κι ερμηνευτής, οι μουσικές μου προτιμήσεις είναι διαφορετικές, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζω πολλά για τη μουσική ή τη ζωή του. Έτσι, χρειάστηκε να αναζητήσω πληροφορίες για να γράψω αυτό το κείμενο, συμπεριλαμβανομένων τραγουδιών και στίχων. Οι παρακάτω στίχοι από ένα τραγούδι που κυκλοφόρησε το 1994 –το οποίο θεωρείται το προσωπικό του μανιφέστο– ίσως να αποτυπώνει όσα προανέφερα:
Ανήκω σε μένα και στα όνειρα μου
Δεν θέλω κανένα μες στη μοναχικότητα μου
Με λένε παράξενο δε με πειράζει
Μα κάνω για μένα ότι μ’ αρέσει
Κουράστηκα τόσο γι’ αυτό και με νοιάζει
Ξανά η καρδιά μου να μην πονέσει…….
Στις 9 Σεπτεμβρίου ανακοινώθηκε ότι ο Μαζωνάκης υπέστη καρδιακή ανακοπή ενώ υποβαλλόταν σε πλασμαφαίρεση, κατόπιν υδροθεραπείας παχέος εντέρου, μιας διαδικασίας καθαρισμού του εντέρου που είχε πραγματοποιηθεί την προηγούμενη ημέρα, από άτομο που δεν είχε τα απαραίτητα διαπιστευτήρια για τη διενέργεια μιας τόσο σοβαρής ιατρικής πράξης, και μάλιστα σε εντελώς ακατάλληλο περιβάλλον, σε ιδιωτικό ιατρείο με την ονομασία «Stem Cell Clinic» στην Αθήνα. Η πλασμαφαίρεση —όρος με τον οποίο οι περισσότεροι από εμάς δεν ήμασταν εξοικειωμένοι προτού ακούσουμε γι’ αυτήν στις ειδήσεις— είναι ουσιαστικά, αν έχω καταλάβει σωστά, μια ιατρική διαδικασία κατά την οποία το αίμα διέρχεται από μια συσκευή που διαχωρίζει και απομακρύνει το πλάσμα, το οποίο αντικαθίσταται από ειδικό διάλυμα, ενώ τα ερυθρά και λευκά αιμοσφαίρια καθώς και τα αιμοπετάλια επιστρέφουν στον οργανισμό. Σύμφωνα με τους επαγγελματίες υγείας, η διαδικασία αυτή χρησιμοποιείται για την απομάκρυνση παθολογικών αντισωμάτων από το αίμα με σκοπό τη θεραπεία σοβαρών αυτοάνοσων, αιματολογικών, νευρολογικών και ανοσολογικών νοσημάτων. Απαιτεί αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενούς πριν από τη διαδικασία, καθώς και παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης, των καρδιακών παλμών και του κορεσμού οξυγόνου καθ’ όλη τη διάρκειά της. Συνιστάται όταν άλλες θεραπείες έχουν αποδειχθεί αναποτελεσματικές και πρέπει να διενεργείται σε νοσοκομειακό περιβάλλον από ομάδα ιατρών και εκπαιδευμένου προσωπικού, και όχι σε ιδιωτικά ιατρεία, δωμάτια ξενοδοχείων ή τουριστικά θέρετρα. Επιπλέον, ενέχει κινδύνους παρενεργειών, με συχνότερες την υπόταση, τις διαταραχές των ηλεκτρολυτών και του καρδιακού ρυθμού, καθώς και προβλήματα πήξης του αίματος. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια προωθείται συχνά ως μέθοδος αποτοξίνωσης, τόνωσης της ζωτικότητας και μακροζωίας.
Θα αναφερθώ επιλεκτικά σε πληροφορίες που βρήκα κατά την επισκόπηση σχετικού υλικού σε ελληνικές διαδικτυακές εφημερίδες, στο πλαίσιο της προετοιμασίας για το παρόν κείμενο. Η Μαρία Γαζούλη, καθηγήτρια Βιολογίας-Νανοϊατρικής στην Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και εκπρόσωπος της Ελλάδας στην Επιτροπή Προηγμένων Θεραπειών του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων, καθώς και η Μαρία Ρουμπελάκη, καθηγήτρια Βιολογίας και Εφαρμογών Αναγεννητικής Ιατρικής στην ίδια σχολή, τοποθετήθηκαν σχετικά με ζητήματα που προέκυψαν μετά τον θάνατο του Μαζωνάκη. Προέτρεψαν το κοινό να μην παρασύρεται από υποσχέσεις και ισχυρισμούς, αλλά να ελέγχει εάν μια θεραπεία έχει εγκριθεί από τις αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές για τη συγκεκριμένη ιατρική ένδειξη. Η κ. Γαζούλη αναφέρθηκε στη σημασία των επιστημονικών δεδομένων που αποδεικνύουν την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια μιας θεραπείας, καθώς και στον συστηματικό έλεγχο, από τις αρμόδιες αρχές, των θεραπειών που προωθούνται και διατίθενται απευθείας στο κοινό. Αντίστοιχα, η κ. Ρουμπελάκη εξέφρασε την ανησυχία της για την εφαρμογή θεραπευτικών προσεγγίσεων που στερούνται επαρκούς τεκμηρίωσης, καθώς και για την προώθηση θεραπειών με όρους όπως «αναγεννητική» και «αντι-γηραντική», όταν δεν είναι πάντα σαφές εάν πρόκειται για αποτελεσματικές ή αδειοδοτημένες θεραπείες. Επιπλέον, η Ελληνική Αιματολογική Εταιρεία επισήμανε ότι τα βλαστοκύτταρα του μυελού των οστών αναπληρώνουν το αίμα σε καθημερινή βάση και χρησιμοποιούνται σε εξειδικευμένα νοσοκομειακά περιβάλλοντα για μεταμοσχεύσεις μυελού των οστών —που διενεργούνται από αιματολόγους σε ασθενείς με λευχαιμία ή αιματολογικές διαταραχές—, τονίζοντας ότι οποιαδήποτε άλλη χρήση τους ενέχει πιθανούς κινδύνους. Η Εταιρεία υπογραμμίζει επίσης ότι έχει επισημάνει στο παρελθόν τους κινδύνους που σχετίζονται με την προώθηση και τη διαφήμιση κυτταρικών θεραπειών χωρίς επαρκή τεκμηρίωση, καθώς και την ανάγκη διερεύνησης των κέντρων που παρέχουν μη εγκεκριμένες κυτταρικές θεραπείες και την ενημέρωση του κοινού σχετικά με τους πιθανούς κινδύνους.
Η γιατρός που διενήργησε τη διαδικασία και ο σύζυγός της έχουν συλληφθεί από τις αρχές και τελούν υπό κράτηση, ενώ οι αρχές ανακοίνωσαν επίσης ότι θα ελεγχθούν τα τραπεζικά και ακίνητα περιουσιακά τους στοιχεία. Τα ευρήματα της έρευνας εγείρουν όλο και περισσότερα ερωτήματα σχετικά με την περιφρόνηση της ανθρώπινης ζωής και της ιατρικής δεοντολογίας: το γεγονός ότι η γιατρός αγνόησε τις επαναλαμβανόμενες, αυτοματοποιημένες ειδοποιήσεις ασφαλείας του μηχανήματος πλασμαφαίρεσης και συνέχισε τη διαδικασία παρά τα προειδοποιητικά σήματα· τα ψεύδη και τις αντιφάσεις στις καταθέσεις των γιατρών καθώς και τις προσπάθειές τους να εξαφανίσουν τα ίχνη της παρουσίας του Μαζωνάκη στην «κλινική»· την άρνησή τους να δώσουν πληροφορίες στους διασώστες ή να συνοδεύσουν τον ασθενή στο ασθενοφόρο· το γεγονός ότι αναζητούσαν στο διαδίκτυο τρόπους ανάνηψης εκείνη τη στιγμή (καθώς ο απινιδωτής τους ήταν εκτός λειτουργίας)· και το γεγονός ότι η γιατρός έστειλε φωτογραφία του τραγουδιστή, ενώ ήταν συνδεδεμένος στο μηχάνημα και πιθανότατα υπό την επήρεια αναισθησίας, σε έναν επαγγελματικό συνεργάτη της (ειδικό σε αναδρομές προηγούμενων ζωών και υπνωτιστή), ο οποίος λάμβανε αμοιβή για κάθε πελάτη που της έστελνε και είχε ραντεβού με τον τραγουδιστή αμέσως μετά τη διαδικασία της πλασμαφαίρεσης. Επιπλέον, τίθενται ζητήματα δεοντολογίας σχετικά με τη λήψη φωτογραφιών από επαγγελματία υγείας την ώρα που ο ασθενής υποβάλλεται σε ιατρική πράξη, καθόσον η οπτική και ακουστική ιδιωτικότητα επιβάλλεται από τους επαγγελματικούς κώδικες δεοντολογίας, καθώς και ερωτήματα για το πτυχίο και τα διαπιστευτήρια της γιατρού (ή την έλλειψη αυτών), την αδειοδότηση και τις συνθήκες λειτουργίας του χώρου, ακόμη και για τη διακόσμηση του ιατρείου.
Ο συγκεκριμένος χώρος είναι υπερφορτωμένος με αντικείμενα που μάλλον δεν είναι τυπικά για επαγγελματικούς χώρους υγείας. Πρόκειται για ένα μείγμα ανατολίτικης πνευματικότητας, της φιλοσοφίας «New Age» και ελληνορθόδοξων θρησκευτικών συμβόλων [αναρίθμητες εικόνες, μια στολή σαμουράι, κόκκινα γάντια, σπαθιά, ένα ποδήλατο, και άλλα…]. Θα μπορούσε κανείς να εκλάβει τη διακόσμηση ως εργαλείο μάρκετινγκ για την προσέλκυση μιας συγκεκριμένης ομάδας ασθενών και πελατών, ή ανάδειξης διασυνδέσεων με την εκκλησία και πρόσωπα που κατέχουν εξουσία, ή ακόμη και ως αντανάκλαση της εμπορευματοποίησης της θρησκευτικής πίστης. Αν και οι θρησκευτικές εικόνες είναι συνηθισμένο φαινόμενο στα ιατρεία στην Ελλάδα, η υπερβολική αυτή συσσώρευση εικόνων και άλλων αντικειμένων με πνευματικές προεκτάσεις φαίνεται ωσάν να λειτουργεί ως μέσο μετατόπισης της φύσης της θεραπείας από την ιατρική επιστήμη στη μεταφυσική ή τη θαυματουργή ίαση, με τους θεραπευτές να παρουσιάζονται ως ημίθεοι ή εκπρόσωποι του Θεού. Πρόκειται, επίσης, για ένα περιβάλλον που αποσπά την προσοχή, είναι ακατάλληλο για παιδιά, και δεν σέβεται τις ενδεχομένως ποικίλες πεποιθήσεις και ευαισθησίες των πελατών. Σύμφωνα με κώδικες δεοντολογίας οι χώρο παροχής υπηρεσιών ψυχικής ή σωματικής υγείας συνιστάται να είναι καθαροί και σχετικά λιτοί ώστε να δημιουργούν αίσθημα ασφάλειας και ηρεμίας στον πελάτη ή ασθενή. Τα γραφεία ιατρών και επαγγελματιών ψυχικής υγείας θα πρέπει να είναι χώροι μάλλον ουδέτεροι που προάγουν τη συμπερίληψη, τα έργα και αντικείμενα τέχνης θα πρέπει να σέβονται τις πολιτισμικές διαφορές, χωρίς οι προσωπικές ιδεολογίες, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, και τυχόν ενδιαφέροντα των επαγγελματιών να κατακλύζουν ή να προκαλούν φόβο στους πελάτες κι ασθενείς.
Παράλληλα, έχουν προκύψει και άλλες καταγγελίες που υποδεικνύουν ότι υγιή άτομα ενδέχεται να έλαβαν λανθασμένες διαγνώσεις και να ωθήθηκαν σε δαπανηρές και περιττές θεραπείες. Ωστόσο, ο κίνδυνος για την υγεία των πολιτών δεν περιορίζεται μόνο σε επεμβατικές πρακτικές ή λανθασμένες διαγνώσεις· μπορεί επίσης να αφορά περιπτώσεις όπου οι γιατροί αποκρύπτουν πληροφορίες ή δίνουν προτεραιότητα και επιμένουν σε συγκεκριμένες πρακτικές, όπως η ομοιοπαθητική ή πολύ ακριβά συμπληρώματα, έναντι συμβατικών πρακτικών ή φαρμακευτικών αγωγών, όταν αυτές προφανώς δεν οδηγούν σε θετικά αποτελέσματα ή στην αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας. Επιπλέον, αφορά και τις περιπτώσεις ψυχολογικοποίησης προβλημάτων υγείας, μη διάγνωσης ή αγνόησης προβληματικών αποτελεσμάτων αιματολογικών εξετάσεων, γεγονός που, πέρα από τη σπατάλη χρημάτων, μπορεί —λόγω καθυστέρησης και αμέλειας— να οδηγήσει σε επιδείνωση συμπτωμάτων, εκδήλωση ασθενειών και σοβαρά προβλήματα υγείας.
Έχουν τεθεί σημαντικά ερωτήματα σχετικά με το ρυθμιστικό πλαίσιο που διέπει τις εξειδικευμένες ιατρικές πράξεις στον ιδιωτικό τομέα, την τρέχουσα ανεπάρκεια του κράτους να εποπτεύει και να ρυθμίζει τις χιλιάδες ιδιωτικές μονάδες παροχής υπηρεσιών υγείας στην Αθήνα, και πιθανότατα σε ολόκληρη τη χώρα, καθώς και σχετικά με κυβερνητικές αποφάσεις και πολιτικές που οδήγησαν στην απενεργοποίηση των μηχανισμών ελέγχου το 2019, στο πλαίσιο μιας πολιτικής που προωθεί τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους και των υποχρεώσεών του για την προστασία των πολιτών. Παράλληλα, αναδεικνύονται ζητήματα όπως η ευρύτερη ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης, της υγείας και της ηλεκτρικής ενέργειας, η υπερφόρτωση του δημόσιου τομέα υγείας, οι εγγενείς ανισότητες ισχύος στη σχέση ασθενούς-ιατρού, καθώς και ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης στην προβολή συγκεκριμένων ατόμων και «θαυματουργών προϊόντων και θεραπειών». Δυστυχώς, ανάμεσα σε εκείνους που προβάλλουν παράλογους ισχυρισμούς ή προωθούν την ιατρική ψευδοεπιστήμη και διάφορες «θαυματουργές» θεραπείες και σκευάσματα για τον καρκίνο και άλλες παθήσεις, συγκαταλέγονται συχνά πρόσωπα που απολαμβάνουν την εμπιστοσύνη του κοινού, όπως άτομα που συνδέονται με την Εκκλησία ή αξιωματούχοι σε ανώτατα κυβερνητικά κλιμάκια.
Ένα ακόμη ζήτημα που χρήζει προσοχής είναι η εκμετάλλευση και η ευαλωτότητα των διασημοτήτων και των ανθρώπων του θεάματος, καθώς και οι κοινωνικές πιέσεις για μια συγκεκριμένη εξωτερική εμφάνιση, διατήρηση νεανικής όψης χωρίς ρυτίδες για πάντα, η απαίτηση για όλο και πιο ψηλές αποδόσεις, και η εμπορευματοποίηση των ανθρώπινων ανασφαλειών και επιθυμιών. Παρακολουθώντας τη σχετική είδηση, δημιουργείται η υποψία ύπαρξης ενός δικτύου εκμεταλλευτών που προωθούν δαπανηρές «ολιστικές» ή εναλλακτικές θεραπείες, καθώς και ενός είδους δικτύου διαχειριστών του εν λόγω τραγουδιστή. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ο προβληματικός τρόπος με τον οποίο τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επηρεάζουν τις επιλογές που αφορούν την υγεία ή έχουν συνέπειες για την υγεία—ιδίως όταν οι πληροφορίες προέρχονται από διασημότητες του Χόλιγουντ και άλλων χώρων, από άτομα που αυτοαποκαλούνται ειδικοί ή ακόμα και από πραγματικούς ειδικούς— καθώς και η σύγχρονη βιοπολιτική, η οποία εμπορευματοποιεί τη ζωή και παρουσιάζει τη γήρανση ως ιατρικό πρόβλημα. Αυτή η προσέγγιση ενισχύει ένα σύστημα ιατρικοποίησης που μεταθέτει την ευθύνη στο άτομο και βασίζεται στην παραδοχή ότι η φυσιολογική γήρανση αποτελεί ασθένεια ή προσωπική αποτυχία φροντίδας του εαυτού, τροφοδοτώντας έτσι την ανάπτυξη μιας κερδοφόρας βιομηχανίας. Κοινωνιολόγοι, επιστήμονες και ειδικοί στη βιοηθική υποστηρίζουν ότι αυτή η εμμονή με την αιώνια νεότητα —και η προσπάθεια εξάλειψης των γηρατειών και της ευαλωτότητας που τα συνοδεύει— απαξιώνει τους ηλικιωμένους, θεωρώντας τους περιττούς ή μη παραγωγικούς, και μετατρέπει το σώμα που γερνάει σε πεδίο κερδοσκοπίας· επιπλέον, αυτή η υποτίμηση των τελευταίων σταδίων της ανθρώπινης ζωής αποσπά την προσοχή από την ανάγκη για πολιτικές λύσεις όσον αφορά τη συμπερίληψη, τη φροντίδα και τη στήριξη των ηλικιωμένων.
Η υπόθεση εγείρει πολλά ερωτήματα που υπερβαίνουν την κακή πρακτική της συγκεκριμένης «κλινικής» και του υψηλού προφίλ δικτύου της που περιλαμβάνει ακόμη και πρόσωπα του κοινοβουλίου. Πρόκειται για ερωτήματα που αφορούν, αφενός, την ανεξέλεγκτη εναλλακτική ιατρική και, αφετέρου, τη μη ρυθμιζόμενη βιομηχανία της ευεξίας και ευζωίας και την αναπτυσσόμενη αγορά της αναζωογόνησης, της σωματικής και πνευματικής βελτιστοποίησης, της αποτοξίνωσης και της μακροζωίας. Στον τομέα αυτό, διαδικασίες που συνδέονται με σοβαρές ασθένειες χρησιμοποιούνται ως εργαλεία αντιγήρανσης, ανανέωσης και τόνωσης της ζωτικότητας, ενέχοντας ποικίλους κινδύνους για την υγεία και επιτρέποντας την οικονομική εκμετάλλευση. Άλλοι παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι τα πολιτικά συμφέροντα, η ανάπτυξη του τουρισμού υγείας και ευεξίας και τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των πολιτών, καθώς και η ευρεία διάδοση παραπληροφόρησης, ισχυρισμών και θεωριών στο διαδίκτυο που περιβάλλονται από έναν μανδύα επιστημονικής αξιοπιστίας. Σημαντικό ρόλο παίζει επίσης η τέχνη της εξαπάτησης, η οποία, όταν αφορά την υγεία, μπορεί να έχει ολέθριες συνέπειες. Πρόκειται για ένα δομικό πρόβλημα που απαιτεί πολιτική βούληση, βαθιές και ριζικές αλλαγές, καθώς και ένα σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο, αλλά προϋποθέτει επίσης ήθος και ακεραιότητα εκ μέρους εκείνων που καλούνται να επιτελέσουν αυτό το έργο. Παράλληλα, το κοινό οφείλει να είναι πιο προσεκτικό σε θέματα υγείας, να αναζητά επίσημες πηγές αντί για διαφημιστικό υλικό και να εξετάζει πολύ προσεκτικά το ενδεχόμενο υποβολής σε επεμβατικές, πειραματικές και μη εγκεκριμένες θεραπείες. Η κριτική στάση κι ο σκεπτικισμός μπορούν να αποβούν ωφέλιμα. Όσο μπορούν οι πολίτες πρέπει να αναλογίζονται τις πεποιθήσεις τους και το ποιοι τους επηρεάζουν, και τελικά, να εξετάζουν και το ποια πρόσωπα επιθυμούν να τους εκπροσωπούν στο κοινοβούλιο.
Η γιατρός που εμπλέκεται στην υπόθεση αυτή –η οποία πραγματοποιούσε σεμινάρια και ομιλίες και συμμετείχε και σε σημαντικά συνέδρια– έλαβε μέρος σε μια εκδήλωση για την ψυχική υγεία που διοργανώθηκε πέρυσι στο νησί όπου διαμένω, το Syros Healing Waves Festival… στο οποίο συμμετείχαν προσωπικότητες όπως ο Δρ. Bessel van der Kolk και το οποίο, σύμφωνα με τους διοργανωτές του, στόχευε να καθιερώσει το νησί ως παγκόσμιο κέντρο θεραπευτικής καινοτομίας. Είχε επίσης προγραμματιστεί να δώσει ομιλία και φέτος, στις 3 Οκτωβρίου, αλλά το φεστιβάλ ακυρώθηκε μετά τα πρόσφατα γεγονότα. Αναφέρομαι σε αυτό απλώς για να επισημάνω ότι ίσως δεν είναι πάντα εύκολο για το ευρύ κοινό –αλλά ακόμη και για φοιτητές ή επαγγελματίες του κλάδου– να ελέγξουν τα επαγγελματικά διαπιστευτήρια ή να διακρίνουν ποιον και τι να εμπιστευτούν ή πού να επενδύσουν τον χρόνο και τα χρήματά τους, και κυρίως τη σωματική και ψυχική τους υγεία. Έχουν ειπωθεί πολλά για την ανάγκη το κοινό να προβαίνει σε υπεύθυνες ή συνετές επιλογές –και ποιος δεν το επιθυμεί αυτό;– ωστόσο, αυτό δεν πρέπει να μας αποσπά την προσοχή από το γεγονός ότι η Πολιτεία και οι ρυθμιστικοί της μηχανισμοί φέρουν την ευθύνη να προστατεύουν και να ενημερώνουν το κοινό, αφενός, και να ρυθμίζουν τον κλάδο της υγείας όσον αφορά τα επαγγελματικά διαπιστευτήρια, την αδειοδότηση και την ασφάλεια των ιατρικών παρεμβάσεων, αφετέρου. Η ορθή κρίση δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση, καθώς υφίστανται πολλά συστημικά εμπόδια, πληθώρα συχνά αντικρουόμενων μηνυμάτων, έλλειψη γνώσεων και παραπληροφόρηση, η εγγενής ανισότητα ισχύος μεταξύ ασθενών και γιατρών ή ειδικών, καθώς και η έλλειψη σεβασμού και μιας πραγματικά ολιστικής αντιμετώπισης της υγείας του ατόμου, και η αδιαφορία ή η πλημμελής φροντίδα που συχνά λαμβάνουν και βιώνουν οι ασθενείς [ιδίως οι γυναίκες ή άλλες ομάδες ανθρώπων] όταν απευθύνονται σε παρόχους υπηρεσιών υγείας [έχω γράψει παλαιότερα σχετική ανάρτηση για το θέμα αυτό και το φαινόμενο του ιατρικού gaslighting], καταστάσεις που ενδέχεται να ωθήσουν στην αναζήτηση φροντίδας ή βοήθειας εκτός του πλαισίου της συμβατικής ιατρικής.
Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η Ελλάδα επενδύει λιγότερα στη δημόσια υγεία σε σχέση με τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ, τα νοικοκυριά καλύπτουν περισσότερο από το ένα τρίτο του συνολικού κόστους των δαπανών υγείας —ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ— και ο αριθμός των πολιτών που δεν λαμβάνουν ιατρική φροντίδα τη στιγμή που τη χρειάζονται (λόγω κόστους, απόστασης ή αναμονής σε λίστα) είναι τριπλάσιος σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ. Τα ζητήματα που προαναφέρθηκαν αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης πραγματικότητας. Για παράδειγμα, όσον αφορά τον κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού των πολιτών, η Ελλάδα καταλαμβάνει την προτελευταία θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά τη Βουλγαρία. Επιπλέον, το κόστος ζωής έχει εκτοξευθεί και το ποσοστό ανεργίας υπερβαίνει τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ: η ανεργία στις γυναίκες αγγίζει το 13,9% περίπου —το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ— και στους άνδρες το 7,9%, ενώ η πιο ευάλωτη ομάδα είναι οι νέοι. Παράλληλα, το ποσοστό απασχόλησης των Ελλήνων αποφοίτων που ζουν στο εξωτερικό ανέρχεται στο 85,9%, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από εκείνο των αποφοίτων που παραμένουν στην Ελλάδα. Η χώρα καταλαμβάνει επίσης την προτελευταία θέση στην ΕΕ όσον αφορά τις δαπάνες για τη δημόσια εκπαίδευση, ενώ οι Έλληνες γονείς δαπανούν σημαντικά ποσά για ιδιαίτερα μαθήματα και εξωσχολικές δραστηριότητες, προκειμένου να συμπληρώσουν την εκπαίδευση των παιδιών τους και να τα προετοιμάσουν για τις εισαγωγικές εξετάσεις στα πανεπιστήμια.
Και ας μην ξεχνάμε ότι ο θάνατος του Μαζωνάκη εντάσσεται σε μια σειρά άδικων θανάτων και σκανδάλων, τα οποία έχουν προκαλέσει θλίψη και οργή στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Για να αναφέρω ένα παράδειγμα μόνο, η πληγή του σχετικά πρόσφατου σιδηροδρομικού δυστυχήματος στα Τέμπη το 2023 και των σκανδαλωδών εξελίξεων που ακολούθησαν, μιας από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της σύγχρονης ιστορίας, με απολογισμό 57 νεκρούς (κυρίως νέοι άνθρωποι) και 81 σοβαρά τραυματίες, παραμένει ανοιχτή, χωρίς ακόμη να έχει αποδοθεί δικαιοσύνη. Προς το παρόν, δεν γνωρίζουμε αν θα αποδοθεί δικαιοσύνη ούτε αν θα συνεχιστεί η συζήτηση που πυροδότησε αυτή η πιο πρόσφατη απώλεια ανθρώπινης ζωής, σχετικά με αμφιλεγόμενες και ασαφείς πρακτικές στον τομέα της υγείας και της ευεξίας, μόλις κοπάσει ο θόρυβος της επικαιρότητας. Είναι πάντως λυπηρό το γεγονός ότι χρειάστηκε να συμβεί ο θάνατος ενός επώνυμου προσώπου σε ιατρείο και να προσελκύσει το ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης για να ξεκινήσει μια τέτοια συζήτηση, αν και κανείς δεν είναι βέβαιος κατά πόσο αυτό θα λειτουργήσει ως αφύπνιση, ούτε αν και σε ποιο βαθμό η κυβέρνηση, οι κρατικοί ρυθμιστικοί φορείς και οι ιατρικοί σύλλογοι —που είναι υπεύθυνοι για τη χορήγηση αδειών λειτουργίας ιατρείων, τον έλεγχο των προσόντων και του επιστημονικού υπόβαθρου των αιτούντων, καθώς και την εποπτεία των χώρων και των δραστηριοτήτων— θα αναλάβουν αποτελεσματική δράση. Υπάρχει επιτακτική ανάγκη για: μια στροφή στην ηθική και τις κοινωνικές αξίες, όπου η ανθρώπινη ζωή προηγείται του κέρδους και όπου ορισμένοι άνθρωποι δεν θεωρούνται περιττοί ή αναλώσιμοι, ούτε αφήνονται στο σκοτάδι, δεν παραπληροφορούνται ή χειραγωγούνται· ανάγκη για μια διαφορετική πολιτική ατζέντα που δεν επιδιώκει τη συρρίκνωση των κρατικών υπηρεσιών που προστατεύουν τον πολίτη και το περιβάλλον και δεν επενδύει στην επέκταση της ιδιωτικοποίησης βασικών αγαθών και υπηρεσιών. Επίσης, σε μια δημοκρατία η πρόσβαση στην εκπαίδευση και στην υγειονομική περίθαλψη αποτελούν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα που προστατεύεται από το Σύνταγμα. Η ισότιμη πρόσβαση στη δημόσια υγεία και η συμμετοχή των ασθενών μπορούν να εγγυηθούν τη διαφάνεια και τη λογοδοσία στο σύστημα, καθώς και να θωρακίσουν τις δοκιμαζόμενες δημοκρατίες μας, τόσο στην Ελλάδα, όσο και αλλού.
Σε αυτό το σημείο, ίσως αξίζει να αναφερθώ και σε μια ακόμη, βαθύτερη πτυχή των ζητημάτων που αφορούν την υγεία και τις προαναφερθείσες πολιτικές. Η έννοια της «νεκροπολιτικής» (necropolitics), όπως διατυπώθηκε από τον Achille Mbembe (Καμερουνέζος ιστορικός, πολιτικός επιστήμονας, ερευνητής, καθηγητής και συγγραφέας), περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η πολιτική και θεσμική εξουσία καθορίζει τελικά ποιος επιτρέπεται να ζήσει και ποιος εκτίθεται στον κοινωνικό ή φυσικό θάνατο. Η έννοια αυτή επεκτείνει τη θεώρηση του Foucault περί «βιοεξουσίας» (biopower) και υποστηρίζει ότι το κράτος εφαρμόζει επίσης καθεστώτα εξαίρεσης όσον αφορά το ποιος μπορεί να ζήσει και ποιος μπορεί να αφεθεί να πεθάνει. «Αυτός ο έλεγχος επί των αποφάσεων ζωής και θανάτου καθίσταται δυνατός μέσω κατηγοριοποιήσεων που διαχωρίζουν εκείνους που έχουν σημασία από εκείνους που δεν έχουν…» (Front. Sociol., 07 Μαρτίου 2024/Ενότητα: Ιατρική Κοινωνιολογία/Τόμος 9–2024 https://doi.org/10.3389/fsoc.2024.1372926). Στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, η νεκροπολιτική περιγράφει πώς οι πολιτικές και θεσμικές δομές και τα συστήματα αποφασίζουν ποιος λαμβάνει ιατρική φροντίδα υψηλής ποιότητας και ποιος εκτίθεται στον θάνατο, αναδεικνύοντας ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι κανόνες περίθαλψης δεν εφαρμόζονται ισότιμα. Ενώ η ιατρική ηθική εστιάζει συνήθως στις επιμέρους επιλογές ιατρού-ασθενούς, η νεκροπολιτική εξετάζει βαθύτερα το ίδιο το σύστημα. Στην υγειονομική περίθαλψη περιγράφει πώς άτομα χαμηλού εισοδήματος, άτομα με αναπηρία, μετανάστες, μη πολίτες, άτομα με συγκεκριμένες ταυτότητες, κλπ, συχνά αντιμετωπίζουν αμέλεια ή λαμβάνουν κακή μεταχείριση σε κλινικές ή τμήματα επειγόντων περιστατικών. Αναδεικνύει πώς οι επαγγελματίες υγείας και τα διοικητικά στελέχη κατέχουν θεσμική εξουσία και μπορούν να αποφασίζουν ποια ζωή έχει μεγαλύτερη αξία και ποιος δικαιούται καλύτερη φροντίδα. Για παράδειγμα, οι πόροι ενδέχεται να κατανέμονται άνισα, δίνοντας προτεραιότητα σε κυρίαρχες πληθυσμιακές ομάδες και αφήνοντας άτομα και κοινότητες εκτεθειμένα σε κινδύνους, ή να λαμβάνονται αποφάσεις για το ποιοι ασθενείς εισάγονται στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας όταν τα νοσοκομεία δεν διαθέτουν επαρκή χώρο, αγνοώντας την επιβίωση ευάλωτων ατόμων ή ομάδων ή ηλικιωμένων ή αντιμετωπίζοντας ανθρώπους ωσάν η ζωή τους να έχει μικρότερη κοινωνική και ιατρική αξία.
Η υιοθέτηση μιας φεμινιστικής οπτικής, σχετικά με τη φροντίδα, θα μπορούσε να μετασχηματίσει τα συστήματα υγείας, αντικαθιστώντας το κέρδος και τον έλεγχο με την ηθική ευθύνη, τη λογοδοσία και τη σύνδεση. Βασικές αρχές μιας φεμινιστικής ηθικής φροντίδας είναι η αποδοχή του συλλογικού καθήκοντος για αμοιβαία προστασία και μέριμνα, αντί της εναπόθεσης της επιβίωσης στις δυνάμεις της αγοράς και στην ατομική τύχη, καθώς και η συνεκτίμηση του τρόπου με τον οποίο αλληλοτεμνόμενοι παράγοντες, όπως είναι η οικονομική κατάσταση και η κοινωνική τάξη, το φύλο, η «φυλή», η εθνικότητα, οι τοπικές υποδομές υγείας, κ.ά. διαμορφώνουν και καθορίζουν τους κινδύνους για την υγεία ενός ατόμου και την πρόσβασή του στην υγειονομική περίθαλψη. Άλλες σημαντικές αξίες περιλαμβάνουν την αναγνώριση της αξίας της παροχής φροντίδας, της συμπόνιας και της συναισθηματικής εργασίας ως ουσιωδών συστατικών της ιατρικής περίθαλψης, τον σεβασμό στις ανησυχίες και τα βιώματα των ασθενών και, όπως προαναφέρθηκε, τη συμμετοχή των ασθενών και των κοινοτήτων στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και καθορισμού πολιτικών υγείας «από τη βάση προς την κορυφή», με στόχο την εξυπηρέτηση των ποικίλων κοινωνικών ομάδων και τη διασφάλιση ότι η υγειονομική περίθαλψη αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα για όλους.
Η νοημοσύνη των παπαγάλων
«Πράγματι, μας είχε δώσει μια γεύση από έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο που υπήρχε πάντα αλλά παρέμενε πέρα από το οπτικό μας πεδίο: τον κόσμο της νοημοσύνης των ζώων». Irene Pepperberg
«Ένα πλούσιο κοινωνικό πλαίσιο είναι απαραίτητο για τη διδασκαλία της επικοινωνίας και των επικοινωνιακών δεξιοτήτων….» Irene Pepperberg
Η σημερινή ανάρτηση αφορά τις αναπτυγμένες γνωστικές και συναισθηματικές ικανότητες του Αφρικανικού Γκρίζου παπαγάλου, ο οποίος πήρε το όνομά του από το “Project ALEX: Avian Language EΧperiment (Πείραμα Γλώσσας των Πτηνών)”. Πιο συγκεκριμένα, θα αναφερθώ στο έργο και το βιβλίο της Irene M. Pepperberg, Alex & Me: How a Scientist and a Parrot Discovered a Hidden World of Animal Intelligence—and Formed a Deep Bond in the Process (Ο Alex κι Εγώ: Πως μια επιστήμων κι ένας παπαγάλος ανακάλυψαν τον κρυμμένο κόσμο της νοημοσύνης των ζώων-κι ανέπτυξαν έναν βαθύ δεσμό στη διάρκεια της διαδικασίας). Η Irene Pepperberg, γεννήθηκε το 1949, έχει διδακτορικό στη Χημική Φυσική από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Έρευνας στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης. Στο παρελθόν έχει διεξάγει έρευνες κι έχει διδάξει σε πανεπιστήμια, όπως το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, το Πανεπιστήμιο Brandeis, το Ινστιτούτο Radcliffe, το MIT Media Lab, το Πανεπιστήμιο της Αριζόνα, το Purdue, και άλλα. Το έργο της περιλαμβάνει τη μελέτη των μηχανισμών μάθησης των παπαγάλων και των αποτελεσμάτων αυτής της μάθησης, έχει λάβει τιμητικές διακρίσεις και βραβεία, κι έχει παρουσιαστεί σε εφημερίδες, σε περιοδικά και στην τηλεόραση, στις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την Ασία. Ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του Alex υπήρξε μια έκρηξη δημόσιας αναγνώρισης σε όλο τον κόσμο.


Για χιλιετίες οι παπαγάλοι έχουν γοητεύσει τους ανθρώπους κι έχουν ζήσει δίπλα τους, και μάλιστα στο παρελθόν θεωρούνταν εξωτικά είδη πολυτελείας και σύμβολα κοινωνικής θέσης, και συχνά ανήκαν σε ευγενείς. Οι παπαγάλοι κατέχουν σημαντική συμβολική σημασία σε πολλές θρησκείες και πολιτισμούς. Σε πίνακες ζωγραφικής συχνά απεικονίζονταν με γυναίκες, και στη χριστιανική τέχνη ο παπαγάλος ενίοτε λειτούργησε και ως σύμβολο της Παναγίας. Συμβολίζει και άλλα πράγματα, όπως στην ελληνορθόδοξη εικόνα του μοναχού Αγίου Πορφυρίου, ο οποίος απεικονίζεται με έναν παπαγάλο στον ώμο του. Σ’ ένα γνωστό του πίνακα ο Jan Van Eyck απεικονίζει την Παναγία με τον Ιησού να κρατάει έναν πράσινο παπαγάλο. Οι παπαγάλοι έχουν εμφανιστεί και στις σελίδες λογοτεχνικών έργων και πιο πρόσφατα έχουν πρωταγωνιστήσει και σε ταινίες. Στην ψυχολογία, ο παπαγάλος έχει χρησιμοποιηθεί ως σύμβολο ή μεταφορά για διάφορες ιδέες. Στην ψυχολογία του Γιουνγκ, για παράδειγμα, ένας παπαγάλος μπορεί να αντιπροσωπεύει συμπεριφορές μιμητισμού και την έλλειψη μιας αληθινής ή αυθεντικής ταυτότητας. Ο παπαγάλος μπορεί να αντιπροσωπεύει τον φόβο του να μην είναι κανείς ο αληθινός του εαυτός, ή την υιοθέτηση των απόψεων, των πεποιθήσεων, των αφηγήσεων και των προσδοκιών των άλλων.
Στη γνωστική συμπεριφορική θεραπεία / CBT, η εικόνα ενός παπαγάλου στον ώμο κάποιου μπορεί να αντιπροσωπεύει τον εσωτερικό κριτή, σαν να έχει κανείς κυριολεκτικά κάποιον στον ώμο του να ψιθυρίζει επίμονα επικριτικές αξιολογήσεις και να κάνει αρνητική αυτοκριτική. Η Μεταφορά του Δηλητηριασμένου Παπαγάλου / Poisoned Parrot Metaphor είναι ένα εργαλείο για την επεξεργασία της αρνητικής αυτοκριτικής μέσω της γνωστικής αποσυγχώνευσης / cognitive defusion που είναι η διαδικασία αναγνώρισης ότι μια σκέψη είναι συχνά μια μη χρήσιμη εσωτερική φωνή ή αυτόματη εσωτερική φλυαρία, και αντί να την εκλάβουμε λανθασμένα ως την απόλυτη αλήθεια, απλώς την αναγνωρίζουμε και δημιουργούμε κάποια απόσταση από αυτήν. Στη συμπεριφορική ψυχολογία και στην εκπαίδευση, η μάθηση με παπαγαλία / learning parrot fashion υποδηλώνει μηχανική απομνημόνευση, μη βαθιά κατανόηση, ή την άσκοπη επανάληψη πραγμάτων που δεν κατανοούμε πραγματικά. Τέλος, στα οικογενειακά συστήματα ή στη σχεσιακή ψυχολογία, αντιπροσωπεύει το συναισθηματικό καθρέφτισμα, την απορρόφηση ή την εσωτερίκευση των συναισθηματικών καταστάσεων των άλλων, επειδή οι παπαγάλοι που ζουν με ανθρώπους, όντας ιδιαίτερα κοινωνικά, συναισθηματικά και ενσυναισθητικά πλάσματα, μπορούν να αντικατοπτρίζουν τη συναισθηματική κατάσταση του περιβάλλοντός τους και συχνά όταν είναι στρεσαρισμένοι μπορεί να καταφύγουν σε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές όπως το μάδημα των φτερών τους. Η Pepperberg γράφει ότι οι παπαγάλοι μπορούν να γίνουν αρκετά ψυχωτικοί και συχνά μαδάνε τα φτερά τους όταν είναι αγχωμένοι.
Πριν εμβαθύνω στο βιβλίο, θα διηγηθώ μια προσωπική εμπειρία. Πριν από δύο δεκαετίες, συμφώνησα να φροντίσω τα κατοικίδια πουλιά μιας καθηγήτριας που εργάζονταν στο σχολείο ξένων γλωσσών που είχα τότε. Η Μισέλ είχε έρθει στο νησί με τον Έλληνα αρραβωνιαστικό της, τον Κώστα, ο οποίος είχε δύο εξωτικά πουλιά, έναν Αφρικανικό γκρίζο παπαγάλο κι ένα άλλο μικρότερο πουλί. Επρόκειτο να παντρευτούν το καλοκαίρι μετά το τέλος της σχολικής χρονιάς και όταν ήρθε αυτή η στιγμή χρειάζονταν κάποιον να φροντίζει τα κατοικίδιά τους. Έτσι, ένα απόγευμα έφτασαν στην πόρτα μου με δύο κλουβιά και προμήθειες τροφής για πουλιά, και όλα πήγαιναν καλά μέχρι που έφυγαν και ένας απελπισμένος παπαγάλος άρχισε να φωνάζει το όνομα του ιδιοκτήτη του. Αυτό κράτησε κάνα δύο μέρες κι ήταν σπαρακτικό να βλέπει κανείς την ένταση της νοσταλγίας αυτού του μικρού πλάσματος. Ευτυχώς, δεν έχασε την όρεξή του, ούτε κι άρχισε να μαδά τα φτερά του, και σύντομα προσαρμόστηκε στη νέα κατάσταση. Σε μια προσπάθεια να καταπραΰνω αυτό που φαινόταν σαν άγχος αποχωρισμού, του μιλούσα συχνά και περνούσα όσο περισσότερο χρόνο μπορούσα στον ίδιο χώρο μαζί του. Σύντομα άρχισε να με εμπιστεύεται και με άφηνε να ξύνω το κεφάλι του και να του γαργαλάω τον λαιμό, κάτι που του άρεσε ιδιαίτερα, τόσο που απέκτησε τη συνήθεια να πιέζει το κεφαλάκι του στα κάγκελα του κλουβιού όλο και πιο συχνά. Ανταποκρινόμουν κάθε φορά που τον έβλεπα, ταυτόχρονα του ψιθύριζα γλυκόλογα, κυρίως «σ’ αγαπάω», και μετά από λίγες μέρες άρχισε κι αυτός να λέει «σ’ αγαπάω», ειδικά αφού πρώτα είχε πάρει τη δόση του από χάδια.
Του άρεσε επίσης να τσιμπολογάει τις άκρες των δακτύλων μας, εκδήλωνε προτιμήσεις και συναισθήματα, ειδικά ζήλια, όταν χάϊδευα τον σκύλο, για παράδειγμα. Έδειχνε τη δυσαρέσκειά του βγάζοντας κραυγές ή επαναλαμβάνοντας το όνομα του σκύλου με τσιριχτό τρόπο. Ωστόσο, όταν τους άφηνα μόνους, φώναζε το όνομά του σκύλου με πιο απαλό τόνο, έμοιαζε περισσότερο με τη δική μου φωνή, και ο σκύλος πλησίαζε και καθόταν δίπλα στο κλουβί του. Εκείνη την εποχή δεν είχα διαβάσει τίποτα για τις γνωστικές ικανότητες ή συναισθηματικές εκδηλώσεις των παπαγάλων, αλλά η εμπειρία μαζί του μου έδειξε ότι συνέβαινε κάτι περισσότερο από απλή μιμητική συμπεριφορά. Κατά τη διάρκεια των λίγων εβδομάδων που πέρασε μαζί μας, έμαθε λέξεις και σύντομες φράσεις, και το πιο συναρπαστικό από όλα ήταν το πώς μιμούνταν τους ήχους του πιάνου. Του άρεσε να ακούει μουσική και κάθε φορά που ο γιος μου καθόταν στο πιάνο να εξασκηθεί, τον συνόδευε παράγοντας παρόμοιους ήχους.
Όταν πλέον ήρθε η ώρα να επιστρέψει στους δικούς του, νιώσαμε λύπη, ιδιαίτερα εγώ, αλλά είμαστε και λίγο ανακουφισμένοι γιατί ο παπαγάλος είχε αποκτήσει τη συνήθεια να φωνάζει «σ’ αγαπάω» ή άλλα πράγματα, όλο και πιο νωρίς κάθε πρωί. Ίσως και να τον είχα κακομάθει λίγο, ανταποκρινόμενη στις συνεχώς αυξανόμενες εκκλήσεις του για προσοχή. Πιστεύαμε επίσης ότι θα χαιρόταν να επιστρέψει στους ιδιοκτήτες του, αλλά όταν η Μισέλ και εγώ μιλήσαμε ξανά, μου είπε ότι το πουλί φαινόταν κάπως θλιμμένο, δεν είχε όρεξη για φαγητό κι επαναλάμβανε όλα τα καινούρια πράγματα που είχε μάθει, και μάλιστα ακουγόταν σαν εμένα. Η Pepperberg αναφέρει ότι οι παπαγάλοι δεν μιλούν μόνο καθαρά, αλλά η ομιλία τους είναι σχεδόν πανομοιότυπη με αυτή των ιδιοκτητών τους και πώς ο Alex μιλούσε με τη δική της προφορά.
Το βιβλίο που θα παρουσιάσω σήμερα αφορά δυο πρωτοπόρους, έναν άνθρωπο και ένα πτηνό, οι οποίοι άνοιξαν ένα παράθυρο στον κρυφό κόσμο της νοημοσύνης των ζώων, και ιδιαίτερα των Αφρικανικών Γκρίζων παπαγάλων. Το βιβλίο της Pepperberg είναι ένα συγκινητικό αυτοβιογραφικό αφήγημα, στο οποίο αυτή διηγείται την ιστορία της σχέσης της με τον Alex, έναν Αφρικανικό Γκρίζο παπαγάλο, ο οποίος επέδειξε μια αξιοσημείωτη ικανότητα επικοινωνίας, κατανόησης σύνθετων ιδεών και έμαθε πάνω από εκατό λέξεις στη σχετικά σύντομη ζωή του. Επέδειξε γλωσσικές ικανότητες και δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων και ήταν ικανός για σκέψη και πρόθεση, πράγματα που προηγουμένως θεωρούνταν ότι αφορούσαν αποκλειστικά τους ανθρώπους. Πριν από την έρευνα και το έργο της Pepperberg, πίστευαν ότι τα πουλιά δεν είχαν δυνατότητες για γλώσσα και συνείδηση κι επικρατούσε η άποψη ότι οι παπαγάλοι δεν ήταν έξυπνοι, αλλά απλώς μιμούνταν τους ανθρώπινους ήχους καλύτερα από άλλα πουλιά. Ωστόσο, η Pepperberg και οι βοηθοί και μαθητές της απέδειξαν ότι παρόλο που ένας Αφρικανικός γκρίζος παπαγάλος έχει έναν εγκέφαλο στο μέγεθος ενός καρυδιού χωρίς το κέλυφος, έχει αναπτυγμένες γνωστικές, μαθηματικές και συναισθηματικές ικανότητες, παρόμοιες με εκείνες των πρωτευόντων θηλαστικών ή των εξάχρονων παιδιών, κάτι που δεν είναι μικρό επίτευγμα για έναν τόσο μικρό εγκέφαλο. Οι γκρίζοι παπαγάλοι έχουν τη δυνατότητα να μαθαίνουν εκατοντάδες λέξεις, να κατανοούν έννοιες όπως αριθμοί, χρώματα, σχήματα, μέγεθος και το μηδέν, και μπορούν να εκδηλώνουν συναισθηματικές αντιδράσεις όπως χαρά, φόβο, θλίψη, ενσυναίσθηση, ευερεθιστότητα, ζήλια και ούτω καθεξής.
Η Pepperberg ξεκινά την αφήγησή της από το τέλος με τον πρόωρο θάνατο του Alex, ο οποίος πέθανε σε ηλικία 31 ετών [οι Αφρικανικοί γκρίζοι παπαγάλοι μπορούν να ζήσουν έως και 60 χρόνια σε αιχμαλωσία]. Το βράδυ πριν πεθάνει ο Alex, όταν ήρθε η ώρα για την Pepperberg να φύγει από το εργαστήρι, αντάλλαξαν τις συνηθισμένες φράσεις αποχαιρετισμού.
Ο Alex της είπε: «Να είσαι καλή. Σ’ αγαπώ»,
«Κι εγώ σ’ αγαπώ», απάντησε αυτή.
«Θα έρθεις αύριο;» είπε ο Alex.
«Ναι», είπε αυτή, «θα έρθω αύριο».
Ο θάνατός του Alex έφερε μεγάλη προσοχή από τα μέσα ενημέρωσης και χείμαρρους μηνυμάτων και επιστολών από ανθρώπους από όλα τα κοινωνικά στρώματα, καθώς και τη δική της συνειδητοποίηση του πόσο βαθύς ήταν ο δεσμός και η αγάπη της για τον Alex. Γράφει: «το αίσθημα απώλειας, θλίψης και εγκατάλειψης που ράγισε βαθιά την καρδιά και την ψυχή μου με το θάνατο του συναδέλφου μου, βάρους μιας λίβρας, και φίλου μου για τρεις δεκαετίες, ήταν σε βαθμό και ένταση που δεν είχα ποτέ προβλέψει, ούτε μπορούσα να φανταστώ… Δεν έχω νιώσει ποτέ τέτοιο πόνο ούτε έχω χύσει περισσότερα δάκρυα…».
Στη συνέχεια η Pepperberg μας πηγαίνει πίσω στο χρόνο και στην παιδική της ηλικία. Ήταν μοναχοπαίδι και ζούσε με τους γονείς της, Αμερικανούς πρώτης γενιάς. Και οι δύο γονείς της είχαν περάσει σοβαρές στερήσεις μεγαλώνοντας κι ο πατέρας της είχε βιώσει τραύματα πολέμου. Η μητέρα της, γράφει, ήταν μάλλον απόμακρη και αγανακτισμένη που είχε εγκαταλείψει την εργασία της για να γίνει νοικοκυρά. Ο πατέρας της δίδασκε στο δημοτικό σχολείο κατά τη διάρκεια της ημέρας, σπούδαζε χάρη σ’ ένα νομοσχέδιο για ένα μεταπτυχιακό το βράδυ, και φρόντιζε την άρρωστη μητέρα του, πράγμα που σήμαινε ότι δεν τον έβλεπε πολύ. Περνούσε τον λίγο ελεύθερο χρόνο του σμιλεύοντας πήλινες φιγούρες και πρόσωπα και φροντίζοντας τα λουλούδια που καλλιεργούσε μέσα σε κουτιά και γλάστρες. Δεν υπήρχαν άλλα παιδιά στη γειτονιά τους στο Μπρούκλιν, κι έτσι περνούσε πολύ χρόνο μόνη της κι ένιωθε λίγο αδέξια κοινωνικά. Όντας ιδιαίτερα έξυπνη, είχε επίσης παραλείψει μερικές τάξεις, αλλά το να περιβάλλεται από μεγαλύτερα παιδιά την έκανε να νιώθει ακόμα πιο αδέξια κοινωνικά. Η πρώτη της συνάντηση με πουλιά έγινε στην ηλικία των τεσσάρων ετών, όταν ο μπαμπάς της έφερε ένα μωρό παπαγαλάκι, ως έκπληξη δώρο για να της κάνει παρέα. Αργότερα, όταν μετακόμισαν, ο μπαμπάς της τοποθέτησε μια ταΐστρα πουλιών, ώστε να μπορούν να παρατείνουν την παρατήρηση πουλιών για το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. Περιγράφει πώς τα πουλιά έγιναν οι σύντροφοί της στο παιχνίδι. Ένα από τα διάφορα κατοικίδια πουλιά της απολάμβανε να κάθεται στο καρότσι της γραφομηχανής ενώ εκείνη χτυπούσε τα πλήκτρα, «τιναζόμενο ασταθώς με κάθε χτύπημα του σφυριού», ένα άλλο παιχνίδι που έπαιζε μαζί του ήταν να τακτοποιεί και να ανακατεύει τη συλλογή κουμπιών της μητέρας της.
Καθώς μεγάλωνε, πίστευε ότι θα ακολουθούσε καριέρα στις βιολογικές επιστήμες. Ο πατέρας της την είχε σίγουρα ενθαρρύνει προς αυτή την κατεύθυνση λόγω των δικών του ενδιαφερόντων και των δικών του ονείρων να γίνει βιοχημικός, κάτι που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ λόγω της Μεγάλης Ύφεσης και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ωστόσο, εκείνη είχε κολλήσει με τη χημεία. Της συνέστησαν να υποβάλει αίτηση στο MIT και έγινε δεκτή στην ηλικία των δεκαέξι ετών, κάτι που έφερε τις δικές του δυσκολίες όσον αφορά την κατανόηση του πώς να ζει μακριά από το σπίτι και πώς να διεξάγει μια κοινωνική ζωή. Σε αυτό το ακαδημαϊκό περιβάλλον υψηλής πίεσης, ο Charlie Bird ήταν η συντροφιά και παρηγοριά της. Στο MIT γοητεύτηκε όχι μόνο από τη θεωρητική χημεία, αλλά και από τον David, έναν μεταπτυχιακό φοιτητή, ο οποίος αργότερα έγινε σύζυγός της.
Η Pepperberg καταγράφει επίσης τα γεγονότα που την οδήγησαν από μια ακαδημαϊκή ζωή στη θεωρητική χημεία σε μια καριέρα στην έρευνα επικοινωνίας των ζώων. Μετά το MIT, υπέβαλε αίτηση κι έγινε δεκτή στο Harvard για να κάνει θεωρητική χημεία, ένα περιβάλλον υπερβολικά ανδροκρατούμενο εκείνη την εποχή. Αρραβωνιάστηκε επίσης τον David. Αντιμετώπισαν οικονομικές δυσκολίες, οι οποίες επιδεινώθηκαν όταν το σπίτι στο οποίο ζούσαν με όλα τα υπάρχοντά τους κάηκε και βρέθηκαν άστεγοι και χωρίς υπάρχοντα. Ο μεταδιδακτορικός σύμβουλος του Ντέιβιντ τους φιλοξένησε στο σπίτι του σε αντάλλαγμα για τη βοήθειά τους με τις δουλειές του σπιτιού και τη φροντίδα των δύο γιων του. Ήταν εκεί, κι ενώ παρακολουθούσαν ντοκιμαντέρ και άλλα εκπαιδευτικά προγράμματα, που άνοιξε ένας νέος κόσμος για αυτήν. Υπήρχε το έργο της Τζέιν Γκούντολ, Ευρωπαίοι ερευνητές είχαν κερδίσει το βραβείο Νόμπελ για τις μελέτες τους σχετικά με κάποια πτυχή της συμπεριφοράς των ζώων, και οι βιολόγοι είχαν αρχίσει ν’ ασχολούνται με την νοημοσύνη και τη σκέψη των ζώων. Εκείνη την περίοδο η Pepperberg συνειδητοποίησε ότι ήταν «έτοιμη να αφήσει στην άκρη χρόνια πανεπιστημιακής εργασίας, βαθιάς αφοσίωσης και προσπάθειας στη μελέτη της χημείας ως επαγγελματικής πορείας, και να ξεκινήσει ένα εγχείρημα για το οποίο είχε ελάχιστες γνώσεις και καμία εκπαίδευση».
Ένας καθηγητής στο τμήμα βιολογίας του Χάρβαρντ, γράφει, κατάφερε να την προσανατολίσει και έτσι έμαθε για το πρωτοποριακό έργο σχετικά με την επικοινωνία ανθρώπου-χιμπατζή. Συνειδητοποίησε ότι κανείς δεν δούλευε με πουλιά και ότι θα ήταν επίσης ευκολότερο επειδή μπορούσαν να μάθουν ομιλία, ειδικότερα ο Αφρικανικός γκρίζος παπαγάλος, ο οποίος μάθαινε πιο εύκολα και ήταν ο πιο καθαρός ομιλητής. Η Pepperberg εξηγεί ότι εκείνη την εποχή το δόγμα που επικρατούσε στην ψυχολογία, γνωστό ως συμπεριφορισμός, θεωρούσε τα ζώα ως αυτόματα, με μικρή ή καθόλου ικανότητα για μάθηση ή σκέψη, και η βιολογία κυριαρχούταν από θεωρίες που ισχυρίζονταν ότι μεγάλο μέρος της συμπεριφοράς των ζώων ήταν έμφυτα προγραμματισμένο. Αλλά αυτό, μας λέει, ήταν αντίθετο με το ένστικτό της και την κοινή λογική, κι ένιωθε ότι ήταν προφανές ότι τόσο η επικοινωνία όσο και η εκμάθηση επικοινωνίας είναι μια κοινωνική διαδικασία. Εκείνη την εποχή, έπεσε πάνω σε μια εργασία του Γερμανού ηθολόγου Dietmar Todt σχετικά με αυτό που ο ίδιος ονόμαζε model /rival program of training (πρότυπο/ανταγωνιστικό πρόγραμμα εκπαίδευσης), όπου αντί ένα ζώο να έχει έναν εκπαιδευτή, έχει δύο, και ο εκπαιδευτής Β είναι το «πρότυπο» για το ζώο-υποκείμενο και ο «ανταγωνιστής» του για την προσοχή του εκπαιδευτή Α.
Αυτό είναι το μοντέλο που η Pepperberg προσάρμοσε για να εργαστεί με τον Alex, κι η τεχνική που αποδείχθηκε ως πιο αποτελεσματική. Η ιδέα ήταν ότι θα μάθαινε σε ένα κοινωνικό πλαίσιο. Αυτή και ο/η βοηθός της ρωτούσαν ο ένας τον άλλον σχετικά με τη λέξη που αντιστοιχούσε σε ένα αντικείμενο, με τον Alex να παρατηρεί. Μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες, γράφει, από την έναρξη της εκπαίδευσης, «ο Alex χρησιμοποιούσε αναμφισβήτητα φωνητικές ετικέτες (λέξεις) για να αναγνωρίσει συγκεκριμένα αντικείμενα. Δεν μιμούνταν απλώς». Η πρώτη λέξη που κατάλαβε ήταν το χαρτί επειδή του άρεσε να μασάει χαρτί και συχνά του έδιναν κομμάτια να μασήσει. Σύντομα ο Alex μπορούσε να αναγνωρίσει αντικείμενα που είχε εκπαιδευτεί να ονομάζει όπως ξύλο, δέρμα και κλειδί, και με τα χρόνια έμαθε να αναγνωρίζει πάνω από εκατό λέξεις. Έμαθε να ονομάζει τα χρώματα, αλλά ίσως ενδιαφερόταν λιγότερο γι’ αυτά, σημειώνει η Pepperberg, επειδή όλα είχαν την ίδια γεύση, ενώ τα διαφορετικά αντικείμενα είχαν διαφορετικές γεύσεις και υφές. Μέσα από ανέκδοτες ιστορίες, η Pepperberg περιγράφει την επίδειξη μιας ποικιλίας ικανοτήτων και την συνεχή απόκτηση νέας μάθησης. Για παράδειγμα, ήταν σε θέση να αναγνωρίζει και να ονομάζει σωστά συνδυασμούς νέων αντικειμένων και χρωμάτων, κάτι που στη γλωσσολογία είναι γνωστό ως segmentation/ τμηματοποίηση, που σημαίνει ότι ήταν σε θέση να αποσυναρμολογεί κομμάτια δύο φράσεων και να τα επανασυναρμολογεί κατάλληλα. Ο Ελβετός ψυχολόγος Jean Piaget είχε υποστηρίξει ότι όταν τα παιδιά μαθαίνουν κάτι καινούργιο, χρειάζονται χρόνο για την αφομοίωση του πριν το χρησιμοποιήσουν με ευκολία. Μόλις λοιπόν άρχισαν να καταγράφουν τη μοναχική βραδινή φλυαρία του Alex, ανακάλυψαν ότι κι ο Alex συχνά «εξασκούνταν» μόνος του με νεοαποκτηθείσες λέξεις μέχρι να φτάσει στην τελειότητα, παρόλο που νωρίτερα μέσα στην ημέρα είχε αποτύχει εντελώς να πει κάποια νέα λέξη.
Η κατανόηση εννοιών, όπως η «ύλη» ή το υλικό, το χρώμα και το σχήμα, λέει η Pepperberg, αποτελεί υψηλότερο επίπεδο νόησης, και ότι ήταν άλλο πράγμα για τον Alex να αναγνωρίζει ένα αντικείμενο και να πει «ξύλο τεσσάρων γωνιών», για παράδειγμα, αλλά εντελώς διαφορετικό για αυτόν να δει ένα κομμάτι κόκκινου δέρματος τεσσάρων γωνιών και να απαντήσει σωστά σε ξεχωριστές ερωτήσεις όπως «Τι χρώμα;» ή «Τι σχήμα;», επειδή αυτό απαιτούσε από τον Alex να κατανοήσει την έννοια του χρώματος και του σχήματος ως κατηγορίες. Μια άλλη ικανότητα που επέδειξε σε κάποιο σημείο ήταν ο συνδυασμός επιμέρους τμημάτων δύο λέξεων για να σχηματίσει μια νέα λέξη (blending). Ο Alex είχε μάθει μόνος του τις λέξεις σταφύλι, μπανάνα και κεράσι, επειδή ονομάζανε όλα όσα τον τάιζαν. Το «μήλο» επρόκειτο να είναι η τέταρτη ετικέτα φρούτου, αλλά ο Alex αρνιόταν πεισματικά να πει μήλο. Στη συνέχεια, γράφει η Pepperberg, «στα μέσα Μαρτίου του 1985, κοίταξε το μήλο αρκετά προσεκτικά, με κοίταξε και είπε «Banerry». Τελικά κατάλαβαν ότι είχε συνδυάσει τις λέξεις ban (από banana / μπανάνα) και erry (από cherry / κεράσι), πιθανώς επειδή είχε λίγο γεύση μπανάνας και έμοιαζε με ένα μεγάλο κόκκινο κεράσι.
Ο Alex ήταν επίσης ικανός να κατανοήσει την έννοια του ίδιου και του διαφορετικού, κάτι που είναι αρκετά περίπλοκο από γνωστική άποψη. Η Pepperberg λέει ότι ο David Premack είχε ήδη δοκιμάσει με χιμπατζήδες, αλλά το μόνο που έπρεπε να κάνει το ζώο ήταν να υποδείξει αν δύο αντικείμενα ήταν ίδια ή διαφορετικά. Ωστόσο, ο Alex προχώρησε ένα βήμα παραπέρα στις δοκιμές τους, επειδή ήταν σε θέση πει ακριβώς τι ήταν ίδιο ή διαφορετικό: το χρώμα, το σχήμα ή το υλικό. Μετά από αυτό προχώρησαν σε σχετικές έννοιες, όπως η διαφορά μεγέθους, και ο Alex το κατάλαβε και αυτό. Εργάστηκαν πάνω στη μονιμότητα των αντικειμένων: την κατανόηση ότι ένα αντικείμενο συνεχίζει να υπάρχει ακόμα και όταν είναι κρυμμένο, μια ικανότητα που αναπτύσσεται σταδιακά στα παιδιά κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους, κι ο Alex είχε καλή κατανόηση και αυτού, και μάλιστα διασκέδαζε με τις διαδικασίες των τεστ. Υπάρχει επίσης μια ενδιαφέρουσα ιστορία για την εμπειρία του Alex με τον καθρέφτη και πώς έμαθε το γκρι χρώμα.
Δούλεψαν πάνω στα φωνήματα, τους μεμονωμένους ήχους που αποτελούν μια ολοκληρωμένη λέξη, εκπαιδεύοντας τον Alex να προφέρει φωνήματα, όχι επειδή ήθελε να τον μάθει να διαβάζει, αλλά για να δει αν καταλάβαινε ότι οι ετικέτες/λέξεις αποτελούνται από ήχους που μπορούν να συνδυαστούν με διαφορετικούς τρόπους για να σχηματίσουν νέες λέξεις, και ο Alex «πράγματι κατάλαβε ότι οι λέξεις αποτελούνται από υπομονάδες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν με διαφορετικούς τρόπους». Έπρεπε να το αποδείξουν επιστημονικά, οπότε ακολούθησαν τον συνηθισμένο τους τρόπο: «Τι χρώμα είναι το ‘ch’ / τς;» και «Ποιος ήχος είναι το μοβ;» Ωστόσο, ο Alex, γράφει η Pepperberg «ξεπέρασε το σημείο που βρίσκονταν με την εκπαίδευσή του, η οποία ήταν τα μεμονωμένα φωνήματα» και πρόφερε τα μέρη μιας ολοκληρωμένης λέξης. Εργάστηκε επίσης με τον Alex στην αναγνώριση και κατανόηση των αριθμών και της πρόσθεσης. Ο Alex μπορούσε πράγματι να προσθέσει, αλλά μπορούσε επίσης να κατανοήσει την έννοια του μηδέν, την οποία η Pepperberg ισχυρίζεται ότι είναι «μια εξαιρετικά αφηρημένη έννοια. Η λέξη για το μηδέν εισήλθε στη δυτική κουλτούρα μόνο τον 17ο αιώνα». Επιπλέον, η χρήση του «none» / κανένα από τον Alex σε μια περίπτωση ήταν εξ ολοκλήρου δική του επινόηση. Κατανόησε επίσης τη λέξη ξύλο με καμία γωνία για τον κύκλο. Και όταν ήρθε η ώρα για αυτό που ονομάζεται ισοδυναμία, με άλλα λόγια, να κατανοήσει ότι μια καμπύλη που είναι ο αριθμός πέντε ή έξι, λόγου χάρη, αντιπροσωπεύει πέντε ή έξι πράγματα, το κατάλαβε μόνος του, χωρίς προηγούμενη εκπαίδευση.
Το 2005, ο Pepperberg συνεργάστηκε με τον Patrick Cavanagh, καθηγητή ψυχολογίας στο Χάρβαρντ, για να διερευνήσουν αν ο Alex βλέπει κυριολεκτικά τον κόσμο όπως οι άνθρωποι και αν ο εγκέφαλός του βιώνει τις οπτικές ψευδαισθήσεις όπως οι δικοί μας εγκέφαλοι. Η Pepperberg συνεργάστηκε επίσης με τη Linda Schinke-Llano, ειδική στην εκμάθηση δεύτερης γλώσσας στους ανθρώπους, εξετάζοντας πώς η εκμάθηση αγγλικών λέξεων από τον Alex έριχνε φως σε αυτή τη διαδικασία. Διερεύνησε επίσης ερωτήματα όπως το πώς ο Alex παρήγαγε ήχους που μοιάζουν με λέξεις όταν η ανατομία του είναι τόσο διαφορετική από τους ανθρώπους στην φωνητική οδό, τη γλώσσα, την κατοχή ράμφους και την απουσία χειλιών. Χρησιμοποιήθηκε ειδικός εξοπλισμός για την καταγραφή και ανάλυση των ήχων που έκανε όταν απαντούσε στις ερωτήσεις μας, και τα υπερηχογραφήματα των φωνητικών εκφωνήσεων του Alex έμοιαζαν πολύ με αυτά που παρήγαγε η ίδια, δείχνοντας ότι η ανθρώπινη ομιλία δεν είναι τόσο μοναδική όσο θεωρούνταν εδώ και καιρό, και εγείροντας επίσης ερωτήματα σχετικά με τη φύση της γλώσσας και πώς εξελίχθηκε σε αυτό που είναι στους ανθρώπους.
Μέσα από πολλές ανέκδοτες ιστορίες, η Pepperberg περιγράφει επίσης την προσωπικότητα του αγαπημένου της φτερωτού συναδέλφου και την επίδειξη συναισθημάτων και προθέσεων. Του Alex του άρεσε να χορεύει, έκανε αστεία και ήταν παιχνιδιάρης και στοργικός, αλλά ήταν επίσης αυταρχικός και απαιτητικός, αν δεν ανταμειβόταν άμεσα, και κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους που ήταν μαζί, είχε διάφορους τρόπους να εκφράζει δυσαρέσκεια ή κάποιου είδους αρνητικότητα, κι όταν κατέκτησε μια λειτουργική χρήση του «όχι», το χρησιμοποιούσε για να πετύχει το δικό του. Αν για παράδειγμα ο Alex έλεγε «Θέλω σταφύλι» και του δινόταν ένα άλλο φρούτο, το έφτυνε και επαναλάμβανε επίμονα «Θέλω σταφύλι» μέχρι να του δοθεί. Επίσης, βαριόταν και εκνευριζόταν όταν του ζητούσαν να επαναλάβει πράγματα κατά τη διάρκεια πειραμάτων, κάτι που είναι αναμενόμενο, επειδή «η επιστήμη χρειάζεται δοκιμές ξανά και ξανά – στην πραγματικότητα, μερικές φορές εξήντα ή και περισσότερες φορές, πριν η απάντηση αποκτήσει στατιστική νομιμότητα και πριν οι επιστήμονες πάρουν κάποιον στα σοβαρά».
Κάποτε, όταν η Pepperberg του φώναξε για κάτι, εκείνος τρόμαξε λίγο, την κοίταξε και είπε «Λυπάμαι… λυπάμαι», κάτι που προφανώς είχε μάθει από αυτήν όταν αυτή είχε προηγουμένως ζητήσει συγγνώμη από αυτόν ή από άλλους. Βέβαια θέτει το ερώτημα αν ο παπαγάλος μπορούσε να νιώσει τύψεις ή αν ήταν απλώς ένας τρόπος εκτόνωσης του θυμού της, αλλά σε κάθε περίπτωση, εξακολουθεί να είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος επικοινωνίας. Ο Alex μάθαινε πολύ περισσότερες φράσεις απλά παρατηρώντας τους άλλους χωρίς να τις έχει διδαχθεί, τις οποίες χρησιμοποιούσε κατάλληλα, όπως όταν της είπε ένα βράδυ, όταν ήταν ιδιαίτερα αναστατωμένη και στενοχωρημένη μετά από μια συνάντηση εργασίας, «να ηρεμήσει». Κάποια στιγμή, η Pepperberg αφηγείται μια συγκινητική ιστορία όταν ο Alex έπρεπε να μείνει στο νοσοκομείο για λίγο. Κάθε μέρα, όταν τον επισκεπτόταν, της έλεγε «Έλα εδώ. Θέλω να γυρίσω πίσω», «Δώσε προσοχή. Έλα εδώ. Θέλω να γυρίσω πίσω!». Στον Alex άρεσε επίσης να περνάει χρόνο μόνος του στους δικούς του χώρους, είχε τις δικές του καθημερινές δραστηριότητες, παιχνίδια με τα οποία έπαιζε και πράγματα που του άρεσε να κάνει. Για παράδειγμα, του άρεσε να πηγαίνει μια μικρή εκδρομή σε ένα χώρο κοντά στο εργαστήρι τους για να κοιτάζει ένα δέντρο και να παρατηρεί τα πουλιά. Τουλάχιστον δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα, μας λέει η Pepperberg, ο Alex έλεγε «Πάμε να δω δέντρο».
Ο Alex επιδείκνυε επίσης κτητικότητα και ζήλια για την προσοχή της προς άλλους παπαγάλους και ανθρώπους, και φυσικά μπορούσε να είναι ανταγωνιστικός και να υπερασπίζεται το χώρο του. Η Pepperberg γράφει ότι αυτά τα χαρακτηριστικά είναι φυσικά στους Γκρίζους, «ειδικά στα κυρίαρχα πουλιά, όπως αναμφισβήτητα ήταν ο Alex…», κι ότι «Μόλις ο Alex έμαθε πώς να ονομάζει αντικείμενα και να ζητάει πράγματα, απολάμβανε τον έλεγχο που του έδινε αυτό πάνω στο περιβάλλον του, την ικανότητα να χειραγωγεί τους ανθρώπους γύρω του…». Και παρόλο που αρχικά ήταν διστακτικός απέναντι σε ξένους, έμαθε ότι ζητώντας πράγματα είχε τον έλεγχο του περιβάλλοντός του, απλώς επειδή όταν ζητούσε πράγματα του δίνονταν και αυτό του άρεσε. Κατά τη διάρκεια ενός πειράματος, η Pepperberg συνειδητοποίησε περαιτέρω ότι ενώ το νεότερο πουλί βασιζόταν στην εγγενή νοημοσύνη του είδους του για να πάρει το καρύδι που ήθελε, κι έτσι τραβούσε το σπάγκο για να το φέρει πιο κοντά, ο Alex, αντίθετα, βασιζόμενος στο δικαίωμά του, αρνιόταν να τραβήξει το σπάγκο και ζητούσε επίμονα αυτό που ήθελε, περιμένοντας να το πάρει.
Περιγράφει την εισαγωγή άλλων νεαρών παπαγάλων στο εργαστήρι και πώς η αυταρχική προσωπικότητα του Alex κατά καιρούς εμπόδιζε την εκπαίδευση ή τις πειραματικές διαδικασίες. Ο Alex άλλοτε φώναζε αμέσως τη σωστή απάντηση σε μια ερώτηση ενώ οι Άλο και Κίο προσπαθούσαν, κι άλλοτε τους επέπληττε: «Κάνεις λάθος». Δουλεύοντας με αυτά τα δύο πουλιά, η Pepperberg συνειδητοποίησε ότι και τα πουλιά, όπως και οι άνθρωποι, κουβαλάνε ψυχολογικά βάρη ανάλογα με το τι έχουν βιώσει με προηγούμενους ιδιοκτήτες, κι επίσης ότι το ένα από τα δύο πουλιά εμφάνιζε μια εκδοχή ΔΕΠΥ. Αυτό την οδήγησε στην απόφασή της να πάρει ένα νεαρό πουλί, να το μεγαλώσει κυριολεκτικά, αλλά η ανατροφή αυτού του μικρού πουλιού, λέει, δεν έμοιαζε με καμία άλλη εμπειρία που είχε ποτέ με πουλιά, επειδή έπρεπε να είναι το υποκατάστατο της μητέρας του. Όλα τα παπαγαλάκια που είχε ως παιδί είχαν ξεπεταχτεί και απογαλακτιστεί, αλλά τώρα έπρεπε να ταΐζουν τον Griffin / Γκρίφιν με το χέρι αρκετές φορές την ημέρα και να τον κουβαλούν μαζί τους τον περισσότερο καιρό, επειδή χρειαζόταν τη ζεστασιά τους κι εξαρτιόταν απόλυτα από αυτήν και τους βοηθούς της για να επιβιώσει. Τα σχέδιά της να πάρει ο Alex τον ρόλο του γονέα και δάσκαλο του Γκρίφιν λειτούργησαν μόνο μέχρι ενός σημείου, και ο Γκρίφιν συνήθως μάθαινε πιο αποτελεσματικά όταν είχε δύο ανθρώπους δασκάλους αντί για έναν άνθρωπο και τον Αlex, ο οποίος συχνά έδινε τη σωστή απάντηση όταν ο Γκρίφιν δίσταζε λίγο, του έλεγε «Πες καλύτερα» όταν έλεγε το σωστό ή απλώς τον μπέρδευε ξεφουρνίζοντας μια λίστα από λάθος απαντήσεις.
Το βιβλίο παρακολουθεί το ταξίδι τους με όλα τα θετικά αλλά και τα πολύ δύσκολα.
Η Pepperberg και ο Alex έμειναν μαζί παρά τις πολλές δυσκολίες για πολλά χρόνια: πολλές ώρες εργασίας, οικονομικές θυσίες και ανασφάλεια, απογοητεύσεις, νομαδική ζωή, μετακόμιση από το ένα πανεπιστήμιο ή εργαστήριο στο άλλο, προσπάθεια αναγνώρισης και χρηματοδότησης για έρευνα, ελπίδα εύρεσης μόνιμης στέγης και για τους δυο, αγώνας για να κερδίσει την αποδοχή αυτού που για πολλά χρόνια θεωρούνταν αντισυμβατική μελέτη, αλλά και για να επιβιώσει από ανταγωνισμούς και μάχες στον ακαδημαϊκό κόσμο, την ασθένεια του Alex και την ανάγκη οργάνωσης μιας καμπάνιας συγκέντρωσης χρημάτων για να βοηθήσει με το κόστος της θεραπείας του, μια περίοδο χωρίς δουλειά και χωρίς χώρο για να στεγάσει τα πουλιά, και προκαταλήψεις. Το θέμα της γλώσσας, σχολιάζει, ήταν πάντα ένα αμφιλεγόμενο θέμα, επιστημονικά και συναισθηματικά, τόσο για ορισμένους επιστήμονες όσο και για απλούς πολίτες, επειδή η ομιλούμενη γλώσσα θεωρούνταν από καιρό ιερή και ως κάτι αποκλειστικά ανθρώπινο, ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό που διαφοροποιούσε τους ανθρώπους από όλα τα άλλα πλάσματα. Επίσης, όπως σχολιάζει, βρισκόταν «έξω από τη ζώνη άνεσης της κυρίαρχης επιστήμης, πολύ αιχμηρή στα ερωτήματα που έθετα [ε], αδύνατο να ενταχτώ [εί] σε εύκολες κατηγορίες…» επειδή, παρόλο που ασχολούνταν με την ψυχολογία, τη γλωσσολογία, την ανθρωπολογία και τη συμπεριφορά των ζώων, δεν μπορούσε να ενταχθεί σε καμία από αυτές.
Το 1991 έγινε αναπληρώτρια καθηγήτρια στην Αριζόνα. Γράφει ότι ήταν η πρώτη «πραγματική δουλειά» της ασυνήθιστης καριέρας της και η πρώτη ευκαιρία για ασφάλεια που της παρείχε αυτή η θητεία. Ερωτεύτηκε το μέρος και αγόρασε κι ένα σπίτι σε μια αγροτική περιοχή έξω από την πόλη. Το 1991, η Pepperberg ίδρυσε επίσης το Ίδρυμα Alex, έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό για να συγκεντρώσει χρήματα για να υποστηρίξει όλο αυτό το έργο και για να γνωστοποιήσει τα ευρήματα της σε ένα ευρύτερο κοινό. Δημοσίευσε επίσης το βιβλίο The Alex Studies, από τις εκδόσεις του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ. Στο τέλος αυτής της δεκαετίας έλαβε πρόσκληση από το ερευνητικό εργαστήριο του MIT, επειδή εκείνη την εποχή αρκετοί άνθρωποι εκεί μελετούσαν τους υπολογιστές ως συστήματα μάθησης κι ήλπιζαν να χρησιμοποιήσουν τις μελέτες της με τους παπαγάλους ως μοντέλα. Μετά από έναν επώδυνο χωρισμό από τον Alex και τον Griffin, κάτι που ήταν αρκετά δύσκολο για τον Alex, τον πρώτο χρόνο που προσκλήθηκε να εργαστεί για το ερευνητικό εργαστήριο του MIT, ο Alex και ο Griffin επιτέλους έφτασαν στο Media Lab το φθινόπωρο του 2000.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, είχε πολλούς πόρους για να μελετήσει τους τρόπους με τους οποίους η τεχνολογία θα μπορούσε να κρατήσει τους οικόσιτους παπαγάλους χαρούμενους και σε νοητική διέγερση κατά τις ώρες που οι ιδιοκτήτες τους ήταν στη δουλειά, προκειμένου να αποφύγουν το άγχος. Όπως το θέτει η ίδια, «Είναι σαν να βάζεις ένα τετράχρονο παιδί σε ένα παρκοκρέβατο το πρωί και να το αφήνεις εκεί όλη μέρα μόνο του». Επίσης, οι παπαγάλοι δεν έχουν εξημερωθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια, όπως οι γάτες ή οι σκύλοι, είναι άγρια ζώα και όταν συρρικνώνουμε τον κόσμο τους στο μέγεθος ενός κλουβιού ή ακόμα κι ενός δωματίου, στρεσάρονται υπερβολικά και συχνά εμφανίζουν αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές. Μέρος της δουλειάς της ήταν να ερευνήσει εάν οι τρεις παπαγάλοι, ο Alex, ο Griffin και ο Wart που ανήκε στο εργαστήριο του MIT, θα αλληλεπιδρούσαν με συσκευές κι αν θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να επιλέξουν μεταξύ λειτουργιών όπως εικόνες, βίντεο, μουσική ή παιχνίδια, χρησιμοποιώντας ένα joystick. Ο Wart έγινε αρκετά ικανός στην αναζήτηση όλων των διαθέσιμων επιλογών, όπως και ο Alex, ο οποίος ενώ έδειχνε ελάχιστο ενδιαφέρον για τις εικόνες, αγαπούσε ιδιαίτερα τη μουσική και σφύριζε τους σκοπούς που άκουγε, όμως ο Griffin έδειξε ελάχιστο ενδιαφέρον.
Αυτό το αυτοβιογραφικό βιβλίο αντικατοπτρίζει το ταξίδι της Pepperberg με τον Alex, για τρεις δεκαετίες και περιέχει την αγάπη, την απώλεια, τη θλίψη, την ανασφάλεια, τα επιτεύγματα, την αναγνώριση και τη γνώση ότι ο κόσμος κατοικείται από σκεπτόμενα πλάσματα και ότι τα ζώα είναι κάτι πολύ περισσότερο από τα άβουλα αυτόματα που η κυρίαρχη επιστήμη τα θεωρούσε για τόσο καιρό. Γράφει: «Ένας απέραντος κόσμος ζωικής νόησης υπάρχει εκεί έξω, όχι μόνο στους Αφρικανικούς γκρίζους παπαγάλους αλλά και σε άλλα πλάσματα. Είναι ένας κόσμος σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτος από την επιστήμη». Διερευνά επίσης τις φιλοσοφικές επιπτώσεις της αναγνώρισης της νοημοσύνης στα μη ανθρώπινα ζώα και της αλληλεξαρτώμενης ύπαρξης κάθε μορφής ζωής στον πλανήτη, και το πώς η δική της πρωτοποριακή έρευνα και η έρευνα άλλων σχετικά με τις νοητικές ικανότητες των πτηνών και των μη ανθρώπινων ζώων έχουν αμφισβητήσει μακροχρόνιες υποθέσεις σχετικά με τη νόηση των ζώων. Αφηγείται τα μαθήματα που της δίδαξε ο Alex όλα αυτά τα χρόνια. Της έδειξε ότι ο μικρός του εγκέφαλος ήταν συνειδητός με κάποιο τρόπο, δηλαδή ικανός για πρόθεση. Της δίδαξε επίσης ότι οι άνθρωποι είναι μέρος της φύσης, όχι ξεχωριστοί από τη φύση, μια έννοια που μας έχει δώσει την άδεια να καταστρέφουμε ή να εκμεταλλευόμαστε κάθε πτυχή του φυσικού κόσμου χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τις συνέπειες για τις μελλοντικές γενιές ή τα άλλα είδη. Προς το τέλος του βιβλίου γράφει: «Η ξαφνική, απροσδόκητη αναχώρηση του Alex με άφησε έκπληκτη για τα επιτεύγματά του και με έκανε να αναρωτιέμαι τι άλλο θα είχε κατορθώσει αν είχε μείνει στη ζωή. Έφυγε στο απόγειο των δυνάμεών του…… Πράγματι, μας είχε δώσει μια γεύση από έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο που υπήρχε πάντα αλλά παρέμενε πέρα από το οπτικό μας πεδίο: τον κόσμο της νοημοσύνης των ζώων».