Περιορισμοί………..

«Το ρήμα «σχεδιάζω / ζωγραφίζω» αναφέρεται σε μια πράξη τραβήγματος / έλξης. Εφαρμόστε το στη δημιουργία σημαδιών και θα εμφανιστούν δύο τέτοιες πράξεις. Ένα χέρι σέρνει έναν μαρκαδόρο (ή μολύβι) πάνω σε μια επιφάνεια. Σε κάποιο επίπεδο, εμπλέκεται η ανθρώπινη πρόθεση. Αλλά τα δοχεία αυτής της πρόθεσης – το μυαλό μας, οι επιταχυνόμενοι μύες μας – έλκονται και τα ίδια. Ενώ ασχολούμαστε με το σχέδιο, γνωρίζουμε ότι υπάρχει κάτι που δεν έχει ακόμη γίνει ορατό, κάποια επίδραση στην επιφάνεια που δεν έχει ακόμη συμβεί. Όσο διαρκεί η δραστηριότητα, υπάρχουν δέλεαρ μπροστά μας: αντικείμενα που βλέπουμε, είτε «εδώ μέσα» είτε «εκεί έξω», παρορμήσεις να εμφυσήσουμε ζωή και να διορθώσουμε. Η εμπειρία συνίσταται λιγότερο στο να έχεις τον έλεγχο και περισσότερο στην επιδίωξη.» Julian Bell, καλλιτέχνης, κριτικός τέχνης και συγγραφέας [https://www.lrb.co.uk/the-paper/v47/n06/julian-bell/on-drawing]

«Είναι η απουσία των γεγονότων που τρομάζει τους ανθρώπους: το κενό που ανοίγεις, μέσα στο οποίο ρίχνουν τους φόβους, τις φαντασιώσεις, τις επιθυμίες τους.» Hilary Mantel

«Είναι καλύτερο να μην δοκιμάζεις τους ανθρώπους, να μην τους αναγκάζεις να απελπίζονται. Κάνε τους να ευημερούν, από την υπερρευστότητα, θα είναι γενναιόδωροι. Οι χορτασμένες κοιλιές γεννούν ευγενικούς / μαλακούς τρόπους…» Hilary Mantel

Η σημερινή ανάρτηση αφορά το πρόσφατο βιβλίο του David Epstein, Inside the Box: How Constraints Make Us Better / Μέσα στο Κουτί: Πως οι περιορισμοί μας κάνουν καλύτερους. Για να είμαι ειλικρινής, δίσταζα λίγο να αγοράσω το βιβλίο. Πρώτον, η λέξη «περιορισμοί» στον τίτλο μου έφερε αρχικά στο νου το γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων σε όλο τον πλανήτη κατακλύζεται από περιορισμούς κάθε είδους και έλλειψη επιλογών και πόρων, κάτι που τις περισσότερες φορές οδηγεί σε σπατάλη ανθρώπινου δυναμικού και δυνατοτήτων για μια καλύτερη ζωή. Δεύτερον, σκέφτηκα πώς, όντας σε αυτή τη φάση και θέση στη ζωή μου, το θέμα ίσως να μην ήταν τόσο σχετικό και ότι θα μπορούσα να επιλέξω κάτι άλλο να διαβάσω, ίσως κάτι από τα αδιάβαστα βιβλία στα ράφια μου. Η χρήση της μεταφοράς «μέσα στο κουτί» στον τίτλο επίσης μου γέννησε κάποιους δισταγμούς. Ωστόσο, όταν τελικά διάβασα το βιβλίο, σκέφτηκα ότι η επιλογή των λέξεων από τον συγγραφέα είχε νόημα, και επίσης ότι ήταν ενδιαφέρον και χρήσιμο. Επίσης, πρέπει να πω εξαρχής ότι αυτό είναι ένα κάπως εκτενέστερο κείμενο, δεν είναι μια σύντομη ανασκόπηση του βιβλίου, αλλά μάλλον μια παρουσίαση των βασικών σημείων και ιδεών που αναλύονται σε αυτό, κι επειδή το βιβλίο είναι γεμάτο με πληροφορίες, όρους και ιδέες, ξεπέρασε την αρχική μου πρόθεση των δυο ή τριών σελίδων.

**Ο David Epstein είναι πτυχιούχος περιβαλλοντικών σπουδών και δημοσιογραφίας. Έχει γράψει για την αθλητική επιστήμη και την ανθρώπινη απόδοση. Δύο ευρέως διαβασμένα βιβλία του είναι: Το Αθλητικό Γονίδιο και Ευρυγνωσία, το οποίο έχει μεταφραστεί στα ελληνικά.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι το βιβλίο του Epstein αμφισβητεί τις κοινές πεποιθήσεις και τον τρέχοντα πολιτισμικό μύθο ότι η δημιουργικότητα, οι επιστημονικές ανακαλύψεις, οι νέες εφευρέσεις και τα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα απαιτούν απόλυτη ελευθερία ή απεριόριστους πόρους. Παρέχει μια σειρά από ιστορικά παραδείγματα και ερευνητικά ευρήματα, δημιουργώντας μια σύνθεση από ποικίλους τομείς όπως η τεχνολογία, η χημεία, η μηχανική, η υγεία και ιατρική έρευνα, ο αθλητισμός, οι επιχειρήσεις, ο στρατός, ο βιομηχανικός σχεδιασμός και η αρχιτεκτονική, η τέχνη, η ποίηση και η λογοτεχνία, ο σχεδιασμός της εκπαίδευσης και των κοινωνικών πολιτικών, οι προσωπικές σχέσεις, κλπ. Κατά μία έννοια, το βιβλίο του επιτρέπει τη δημιουργία συσχετίσεων μεταξύ διαφορετικών πλαισίων και χρονικών περιόδων, ένα είδος κατανόησης της «ευρύτερης εικόνας», αλλά και των προσωπικών μας ιστοριών. Μέσω παραδειγμάτων και ερευνητικών αναφορών, υποστηρίζει ότι ενώ μπορεί να πιστεύουμε ότι η απόλυτη ελευθερία και η πληθώρα επιλογών και πόρων μπορεί να είναι ο καλύτερος τρόπος για να είμαστε δημιουργικοί, καλλιτεχνικοί, καινοτόμοι ή επιχειρηματικοί, η παρουσία ορισμένων περιορισμών και η πράξη είναι αυτά που συχνά οδηγούν σε αποτελέσματα, επιτεύγματα, ολοκληρωμένα έργα, αίσθημα ικανοποίησης και εκπλήρωσης, ακόμη και σημαντικές ανακαλύψεις. Ο Epstein δεν προτείνει τον περιορισμό των ονείρων ή της ικανότητας της φαντασίας να δημιουργεί ιδέες και εμπνεύσεις, αλλά μάλλον προτείνει να μάθουμε πώς να χτίζουμε «καλύτερα κουτιά» που μπορούν να διευκολύνουν την πραγματοποίηση αυτών των ονείρων και ιδεών. Υποστηρίζει ότι η δημιουργικότητα, η αποτελεσματική επίλυση προβλημάτων και η ολοκλήρωση έργων επιτυγχάνονται συχνότερα όταν υπάρχουν όρια, όταν σκεφτόμαστε αργά, αλλά ενεργούμε γρήγορα, όταν είμαστε σε θέση να ξεπεράσουμε τα εμπόδια που υπάρχουν, και όταν υπάρχει υποστήριξη και συνεργασία.

Ο Epstein χρησιμοποιεί πολλά ερευνητικά ευρήματα για να υποστηρίξει τα επιχειρήματά του και μας εισάγει σε πολλούς όρους και φαινόμενα, αλλά τοποθετεί και τον εαυτό του στην αφήγηση. Γράφει ότι ήταν περίεργος να μάθει πώς και γιατί οι περιορισμοί μπορούν να είναι χρήσιμοι, επειδή μερικές από τις πιο διαμορφωτικές εμπειρίες της ζωής του περιστρέφονταν γύρω από δικούς του περιορισμούς και εμπόδια. Αναφέρεται, για παράδειγμα, στο πώς ένα εξαρθρωμένος και σπασμένος ώμος στο δημοτικό σχολείο, ενώ προσπαθούσε να πετάξει μια μπάλα, τον ανάγκασε  να χρησιμοποιήσει τεχνικές μνημονικών στην τάξη, πολύ πριν καν μάθει τι σήμαινε αυτή η λέξη, κάτι που τον βοήθησε κατά τη διάρκεια των μαθημάτων γαλλικών αρχικά, κι αργότερα σε άλλα πλαίσια. Αναφέρεται επίσης σε μεταγενέστερες εμπειρίες ζωής και σε άλλες γενικότερες ανησυχίες, της σύγχρονης πραγματικότητας με την ατελείωτη σύγκριση και απόσπαση της προσοχής μας.

Στη διάρκεια της αναζήτησης του για κατανόηση και γνώση, αναφέρει ότι έπεσε πάνω σε ένα απόσπασμα του γνωστού ψυχολόγου Mihaly Csikszentmihalyi, ο οποίος επινόησε τον όρο «flow / ροή» για να περιγράψει το αίσθημα της εμβύθισης σε μια δραστηριότητα, κι ο οποίος υποστηρίζει ότι αντί να αναρωτιόμαστε πάντα σχετικά με καλύτερες και περισσότερες επιλογές, η δέσμευση σε μια επιλογή, ειδικά στις σχέσεις, μπορεί να επιτρέψει την απελευθέρωση μεγάλης ποσότητας ενέργειας για τη ζωή, αντί να ανησυχούμε συνεχώς για το πώς να ζήσουμε. Σε παρόμοιο τόνο, ο ψυχολόγος σχέσεων Scott Stanley έχει καταγράψει μια σύγχρονη τάση «ολίσθησης έναντι λήψης αποφάσεων», όταν οι νέοι ενήλικες «ολισθαίνουν» σε σημαντικές αποφάσεις σχέσης χωρίς ποτέ να φθάνουν σε συνειδητή δέσμευση ο ένας στον άλλον. Ο Epstein γράφει ότι η αποφυγή μιας συνειδητής δέσμευσης μπορεί να διατηρήσει την αίσθηση ότι κάποιος διατηρεί τις επιλογές του ανοιχτές. Ωστόσο, τα ζευγάρια που «ολισθαίνουν» σε μια κλιμακούμενη δέσμευση καταλήγουν λιγότερο ικανοποιημένα μακροπρόθεσμα, είναι πιο πιθανό να πάρουν διαζύγιο αν παντρευτούν, κι επίσης, η συνεχής ενασχόληση με το αν υπάρχει κάτι καλύτερο εκεί έξω επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα της παρούσας εμπειρίας της ζωής.

Όπως ανέφερα, ο Epstein εισάγει τον αναγνώστη σε μια σειρά από φαινόμενα και όρους, τους οποίους θεωρεί σχετικούς με το θέμα, και παρέχει πληθώρα παραδειγμάτων από διάφορους τομείς. Θα αναφερθώ εν συντομία σε μερικά από αυτά παρακάτω.

Ένα παράδειγμα στο οποίο επανέρχεται, είναι αυτό μιας εταιρείας της δεκαετίας του 1990, της General Magic, με τρεις από τους ιδρυτές της να είναι θρύλοι της Apple, η οποία κατάφερε να συγκεντρώσει μια ονειρική ομάδα από λαμπρούς ανθρώπους της τεχνολογίας και εκατομμύρια δολάρια σε επενδύσεις, αλλά δεν έφερε τίποτα στην αγορά και αντ’ αυτού κατέρρευσε υπό το βάρος της φιλοδοξίας, του ενθουσιασμού και της έλλειψης οποιασδήποτε δομής ή περιορισμού. Ο Epstein περιγράφει τον αρχικό ενθουσιασμό και την πίστη σε μια νοοτροπία “όλα είναι δυνατά”, μια συμμαχία με εταιρείες όπως η Sony, η Motorola και πολλές άλλες, μια κουλτούρα μηχανικών που κοιμόντουσαν στο πάτωμα στα γραφεία τους και οραματίζονταν, προέβλεπαν την οικονομία της πληροφορίας, σχεδίαζαν και κατασκεύαζαν πρώιμα πληκτρολόγια αφής, προδρόμους emojii, το cloud και αυτό που θα γινόταν το μελλοντικό iPhone, αλλά που δεν είχαν κανέναν σαφή πελάτη στο μυαλό τους, κανένα έσοδο, καμία προθεσμία ή οποιοδήποτε είδος οριοθέτησης. Δούλευαν σε οτιδήποτε τους τραβούσε την προσοχή, είχαν περισσότερες ιδέες από όσες θα μπορούσαν να μετατρέψουν σε προϊόντα που θα μπορούσαν να φτάσουν στην αγορά, πρόσθεταν συνεχώς και σκέφτονταν με παραληρηματική ταχύτητα, αλλά ενεργούσαν αργά, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα μια χαοτική κατάσταση που τελικά έφερε την κατάρρευση. Όπως σχολίασε κι ένας φοιτητής αφού παρακολούθησε ένα ντοκιμαντέρ της Sarah Kerruish, η ομάδα «προσπαθούσε να φάει ένα ολόκληρο κέικ αντί να το κόψει σε κομμάτια».

Ένας από τους όρους και τα φαινόμενα που περιγράφονται στο βιβλίο περιλαμβάνουν κάτι που ο Epstein αποκαλεί «κατάρα της αφθονίας», όπου πάρα πολλά χρήματα, ταλέντο, επιλογές, πόροι ή ελευθερία χωρίς καμία οριοθέτηση και περιορισμό μπορούν να προκαλέσουν χάος και σύγχυση. Συζητά την έμφυτη ανθρώπινη τάση μας να προσθέτουμε αντί να αφαιρούμε, ακόμη και όταν το τελευταίο θα εξυπηρετούσε καλύτερα την κατάσταση κι αναφέρεται σε αυτό που είναι γνωστό ως «φαινόμενο του χριστουγεννιάτικου δέντρου», το οποίο υποδηλώνει ότι ως άνθρωποι έχουμε μια γνωστική προκατάληψη να λύνουμε προβλήματα προσθέτοντας αντί να αφαιρούμε, σαν να κρεμάμε όλο και περισσότερα στολίδια σε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, κάτι που είναι «συχνά εις βάρος της συνοχής και της χρηστικότητας».

Αναφέρεται στο πείραμα Lego του Leidy Klotz (οur resistance to subtractive change), όπου δόθηκε σε ενήλικες μια κατασκευή Lego που έπρεπε να ενισχυθεί για να κρατήσει ένα τούβλο πάνω από το κεφάλι μιας φιγούρας δράσης του Star Wars, και όπου κάθε κομμάτι Lego που πρόσθεσαν οι συμμετέχοντες μείωνε την ανταμοιβή τους. Παρά ταύτα, οι περισσότεροι πρόσθεσαν κομμάτια, παρόλο που η αφαίρεση μόνο ενός προφανώς επισφαλούς κομματιού θα είχε λύσει το πρόβλημα. Αναφέρεται και στον Νόμο του Μπρουκς [ο Φρεντ Μπρουκς ηγήθηκε της ανάπτυξης των υπολογιστών IBM που χρησιμοποίησε η NASA για να στείλει ανθρώπους στη Σελήνη], ο οποίος υποδηλώνει ότι η προσθήκη ανθρώπων σε ένα έργο που έχει ήδη καθυστερήσει θα φέρει επιπρόσθετη καθυστέρηση. Όσον αφορά τη γραφή και την ανάγκη για επιμέλεια, αναφέρει ότι οι δημοσιογράφοι χρησιμοποιούν τη μακάβρια φράση «πνίξτε τα γατάκια σας» προκειμένου να αναφερθούν στην αφαίρεση προτάσεων που δεν εξυπηρετούν τον αναγνώστη.

Μια άλλη ιδέα που αναπτύσσει προέρχεται από την έρευνα του Bent Flyvbjerg σχετικά με τις καταστροφές έργων, όπου το μοτίβο «σκεφτείτε γρήγορα, δράστε αργά» αντιπαραβάλλεται με την πιο επιτυχημένη προσέγγιση «σκεφτείτε αργά, δράστε γρήγορα». Το μοτίβο καταστροφών που έχει καταγράψει ο Flyvbjerg καταδεικνύει ότι «όταν υπάρχουν λίγοι περιορισμοί, τα συναρπαστικά έργα γίνονται πολύ μεγάλα πολύ γρήγορα» κι έχει επίσης καταγράψει ότι όταν τελικά τα πολύ μεγαλεπήβολα έργα πετυχαίνουν, ακολουθούν την πορεία: «Σκεφτείτε αργά, δράστε γρήγορα». Ένα άλλο φαινόμενο που αναφέρει ο Epstein είναι αυτό που οι παραγωγοί της Pixar ονόμασαν «το όμορφα σκιασμένο σεντς (κέρμα)», που είναι η τάση να αφιερώνονται μέρες ή εβδομάδες, βελτιώνοντας κάποια μικροσκοπική λεπτομέρεια παρόμοια με τη σκίαση σε ένα κέρμα που το κοινό, σε αυτή την περίπτωση, δεν θα πρόσεχε ποτέ. Ο Ed Catmull, συνιδρυτής και πρόεδρος της Pixar, παρέχει ένα παράδειγμα, όπου βλέπουμε πώς η υπερβολική ευσυνειδησία και δημιουργικότητα εκ μέρους της ομάδας ή των καλλιτεχνών λειτούργησε εναντίον τους, καθώς έχασαν την επαφή με τους μεγαλύτερους στόχους.

Ένα άλλο σημείο που θίγει ο Epstein στο βιβλίο είναι η ανάγκη να επιλέγονται τμήματα μεγαλύτερων ή σύνθετων προβλημάτων που μπορούν να αντιμετωπιστούν αντί να χάνεται κανείς στην πολυπλοκότητα και την απεραντοσύνη του προβλήματος. Μας λέει ότι ο βραβευμένος με Νόμπελ Χέρμπερτ Σάιμον, πρωτοπόρος της γνωστικής ψυχολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης, έχει δείξει ότι οι άνθρωποι (και οι υπολογιστές) είναι αναγκασμένοι να λύνουν προβλήματα με ατελείς πληροφορίες. Ο Σάιμον χρησιμοποιεί την έννοια «χώρος του προβλήματος / problem space», τον οποίο ο Epstein γράφει ότι είναι «μια μεταφορική περιοχή στην οποία πρέπει να πλοηγηθεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος για να μεταβεί από κάποια αρχική κατάσταση ενός προβλήματος σε κάποια λύση», αλλά για άγνωστες προκλήσεις και σύνθετα προβλήματα, «ο χώρος προβλημάτων είναι τόσο απέραντος και αχαρτογράφητος….». Ο Simon μας λέει ότι η πρόκληση είναι να καταφέρουμε να επιλέξουμε σωστά «ένα πολύ μικρό μέρος του συνολικού λαβυρίνθου επίλυσης προβλημάτων, για εξερεύνηση».

Ο Epstein αναλύει επίσης την ιδέα ότι οι άνθρωποι είναι «γνωστικοί τσιγκούνηδες» και λόγω των περιορισμένων γνωστικών μας δυνατοτήτων, τείνουμε να αναζητούμε λύσεις που είναι εύκολες και διαισθητικές. Ειδικά, όταν έχουμε πολλή ελευθερία, τείνουμε να καταφεύγουμε σε απλές ή οικείες λύσεις, κάτι που δεν είναι απαραίτητα μια καλή στρατηγική σε πιο σύνθετες καταστάσεις. Ο γνωστικός επιστήμονας Daniel Willingham έχει γράψει ότι, σε αντίθεση με αυτό που πιστεύουμε, «ο εγκέφαλος έχει σχεδιαστεί για να σας γλιτώνει από το να σκέφτεστε». Κι επειδή ο εγκέφαλος έχει τη φυσική τάση να εξοικονομεί ενέργεια και να αποφεύγει την επίπονη σκέψη, η πλήρης ελευθερία συνήθως οδηγεί σε μη πρωτότυπες και οικείες ιδέες, ενώ κάποιο επίπεδο περιορισμών αναγκάζει τον εγκέφαλο να ασχοληθεί με τη βαθύτερη επίλυση προβλημάτων. Αναφέρεται επίσης στο φαινόμενο Einstellung, έναν ψυχολογικό όρο για την ενστικτώδη τάση μας να χρησιμοποιούμε μόνο οικείες μεθόδους για την επίλυση προβλημάτων ή την πραγματοποίηση πραγμάτων, ακόμη και αν υπάρχουν καλύτερες επιλογές, κι ότι η υπερβολική ελευθερία οδηγεί σε κομφορμισμό. Ο Epstein υποστηρίζει ότι αυτή η τάση εμφανίζεται σε κάθε μελέτη σχετική με τη δημιουργικότητα. Για παράδειγμα, σε μια διάσημη μελέτη δημιουργίας παιχνιδιών, οι σχεδιαστές εργάστηκαν σκληρότερα και ήταν πιο δημιουργικοί όταν τους δόθηκαν πέντε τυχαία επιλεγμένα στοιχεία και τους ζητήθηκε να τα ενσωματώσουν όλα, παρά όταν μπορούσαν να κάνουν οτιδήποτε.

Ένα άλλο αφηγηματικό νήμα που διατρέχει όλο το βιβλίο αφορά τον Ρώσο χημικό Ντμίτρι Μεντελέγιεφ και το πώς δημιούργησε τον περιοδικό πίνακα, ο οποίος δεν του ήρθε πλήρως διαμορφωμένος σε ένα όνειρο όπως είναι ο μύθος, αλλά ήταν αποτέλεσμα ενός συμβολαίου βιβλίου, μιας προθεσμίας, και της ανάγκης να γράψει ένα εγχειρίδιο για αρχάριους, κάτι που τον ώθησε να σκεφτεί μέσα από ένα παιδαγωγικό πρίσμα. Ο Epstein γράφει ότι όσο λαμπρός κι εφευρετικός κι αν ήταν ο Μεντελέγιεφ, η ανακάλυψή του συνέβη μόνο «όταν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα αυθαίρετα σχήματα που του έρχονταν εύκολα στο μυαλό και να αφοσιωθεί στη σκληρή δουλειά του στοχευμένου, δημιουργικού πειραματισμού», και επίσης ότι η τυποποίηση του έδωσε τη δυνατότητα να συνεργάζεται με ανθρώπους που δεν γνώριζε, γεγονός που διευκόλυνε την απρόσωπη ανταλλαγή γνώσεων.

Ο Epstein παρέχει πολλά ακόμη παραδείγματα επιστημόνων και εφευρετών όπως ο Thomas Edison, ο Albert Einstein, ο Charles Darwin και αρκετοί άλλοι, των οποίων οι ανακαλύψεις γεννήθηκαν εντός περιοριστικών πλαισίων. Αναφέρει επίσης παραδείγματα από την υγεία και την ιατρική έρευνα. Για παράδειγμα, μια έρευνα που αναφέρθηκε από τον χειρουργό και συγγραφέα Atul Gawande, η οποία διεξήχθη σε άτομα που δεν είχαν λάβει διάγνωση και σε άτομα που είχαν πρόσφατα διαγνωστεί με καρκίνο, υποδηλώνει ότι όταν οι άνθρωποι είναι άρρωστοι προτιμούν ως επί το πλείστον λιγότερες επιλογές όσον αφορά τα μέσα θεραπείας. Όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των φαρμακευτικών προϊόντων και των συμπληρωμάτων, ο Epstein γράφει ότι όταν πρόκειται για την εξαγωγή αληθινών συμπερασμάτων από μια συγκεκριμένη μελέτη, η υπερβολική ελευθερία αποβαίνει καταστροφική. Αυτό το πρόβλημα της ελευθερίας του ερευνητή που οδηγεί σε ψευδή συμπεράσματα είναι πλέον γνωστό ότι είναι διαδεδομένο στην επιστήμη, και η εποχή των μεγάλων δεδομένων και του λογισμικού μεγάλων βάσεων δεδομένων καθιστά ευκολότερο από ποτέ τον συνδυασμό στατιστικών στοιχείων για την επιδίωξη θετικών αποτελεσμάτων που πιθανότατα είναι απλώς ανακριβή συμπεράσματα τύχης. Αναφέρεται επίσης στη μελέτη του Wansink γνωστή ως η «μελέτη του απύθμενου μπολ», και στον όρο “HARKing” που σημαίνει Hypothesizing After the Results are Known / Κάνοντας Υποθέσεις Μετά τη Λήψη των Αποτελεσμάτων.

Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου είναι αφιερωμένο στον κόσμο της Τέχνης, όπου προτείνεται ότι η δημιουργικότητα και τα επιτεύγματα, υποστηρίζονται από κάποιο επίπεδο περιορισμών, είτε επιβεβλημένων είτε επιβαλλόμενων από τους ίδιους τους δημιουργούς, αντί για απόλυτη ελευθερία και απεριόριστους πόρους. Θα αναφέρω μερικά παραδείγματα, αλλά το βιβλίο είναι πλούσιο σε παραδείγματα σημαντικών προσωπικοτήτων σε αυτό το χώρο. Ο Epstein γράφει ότι τείνουμε να συνδέουμε τη δημιουργικότητα με την απόλυτη ελευθερία και τον αυθορμητισμό, αλλά αυτό συνήθως «μας στέλνει στο γνωστό μονοπάτι της «ελάχιστης αντίστασης», κι έτσι δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ορισμένοι από τους μεγάλους δημιουργούς στην ιστορία συσσώρευσαν οικειοθελώς τεχνητούς περιορισμούς για να αναγκαστούν να εισέλθουν σε νέους δημιουργικούς χώρους.

Ο Μπαχ, ίσως ο σημαντικότερος μουσικός όλων των εποχών, δημιούργησε αριστουργήματα με αυστηρούς  περιορισμούς που ο ίδιος δημιούργησε. Ο Epstein γράφει: «Ο Μπαχ κατασκεύασε τα δικά του μουσικά δωμάτια απόδρασης. Αυτό οδήγησε σε δημιουργίες τόσο διαχρονικές». Αναφέρεται επίσης σε μουσικούς όπως ο Ιγκόρ Στραβίνσκι, αλλά και σε προσωπικότητες όπως ο τραγουδοποιός μπλουζ, τραγουδιστής και κιθαρίστας Ρόμπερτ Τζόνσον, και ο πιανίστας κλασικής και τζαζ, Κιθ Τζάρετ, του οποίου η θρυλική συναυλία του στην Κολωνία της Γερμανίας και η τεράστια επιτυχία του σχετικού άλμπουμ ξεκίνησαν με ένα πιάνο κακής ποιότητας που επέβαλε μεγάλους περιορισμούς, τους οποίους ο μουσικός έπρεπε με κάποιο τρόπο να παρακάμψει.

Σχετικά με τη λογοτεχνία και την ποίηση, ο Epstein συζητά το «μοντέλο δημιουργικότητας Green Eggs and Ham», που υποδηλώνει ότι η εργασία με περιορισμούς μπορεί να αποφέρει περισσότερα δημιουργικά αποτελέσματα, και παίρνει το όνομά του από το διάσημο παιδικό βιβλίο Green Eggs and Ham / Πράσινα Αυγά και Ζαμπόν του Theodor Geisel ή Dr. Seuss, το οποίο προέκυψε ως αποτέλεσμα του ότι ζητήθηκε από τον συγγραφέα να γράψει εντός συγκεκριμένων περιορισμών, για παράδειγμα να χρησιμοποιήσει μια συγκεκριμένη λίστα λέξεων, και ούτω καθεξής. Και φυσικά, ένα κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στην Αγγλίδα συγγραφέα Βιρτζίνια Γουλφ. Η Γουλφ, γράφει ο Epstein, έθεσε ως στόχο να εγκαταλείψει όλα όσα είχε γράψει μέχρι τότε, αλλά έπρεπε να βρει τον τρόπο. Ήθελε να απομακρυνθεί από τα μπεστ σέλερ της εποχής της, συμπεριλαμβανομένης και των δικών της, και περιέγραφε αυτή τη διαδικασία σαν να παίρνει κανείς ένα εργαλείο στο οποίο βασιζόταν μια γενιά και να το πετά έξω από το παράθυρο, χωρίς να ξέρει με τι θα το αντικαθιστούσε. Πρόθεσή της ήταν να αποτυπώσει τα ερεθίσματα, τις εντυπώσεις και τις σκέψεις που εισέρχονται ή κινούνται μέσα στο μυαλό μας, και το μυαλό των χαρακτήρων της, μια δεδομένη στιγμή. Θα απάλλασσε τα βιβλία της από γραμμικές πλοκές και θα προσπαθούσε να αποτυπώσει την πολυπλοκότητα και το χάος τόσο της σύγχρονης ζωής όσο και της εσωτερικής μας ζωής. Ο Epstein παραθέτει λόγια της Γουλφ, η οποία έγραψε για την περιγραφή των χαρακτήρων: «Μας έδωσαν ένα σπίτι με την ελπίδα ότι θα μπορέσουμε να βγάλουμε συμπεράσματα για τα ανθρώπινα όντα που ζουν εκεί». Αναφέρεται στην Stokes, η οποία διέκρινε μια διαδικασία δύο φάσεων, την οποία ονόμασε «ζεύγη περιορισμών», στο συγκεκριμένο είδος δημιουργικότητας που αναζητούσε η Βιρτζίνια Γουλφ. Η πρώτη φάση περιλαμβάνει τη σκόπιμη μη χρήση γνωστών προσεγγίσεων (περιορισμοί αποκλεισμού) και η δεύτερη φάση περιλαμβάνει τη δημιουργία μιας νέας μεθόδου δημιουργίας ή πράξης (περιορισμοί προώθησης).

Από την άλλη πλευρά, ο Ιάπωνας μυθιστοριογράφος Χαρούκι Μουρακάμι, ο οποίος διηύθυνε ένα τζαζ κλαμπ και ήταν σχεδόν τριάντα ετών όταν άρχισε να γράφει, μπλόκαρε τη μητρική του γλώσσα ως αυτό-επιβαλλόμενο περιορισμό για να κάνει τη γραφή του πιο ακριβή και σαφή. Έγραφε στα εξαιρετικά περιορισμένα αγγλικά του και στη συνέχεια τα μετέφραζε στα ιαπωνικά. Ο Epstein γράφει ότι ο Μουρακάμι αναδύθηκε με «έναν δημιουργικό ρυθμό ξεκάθαρα δικό του» και αυτό έγινε ένα διεθνές φαινόμενο. Αναφέρεται και σε άλλα είδη της Ιαπωνικής έκφρασης και δημιουργίας, καθώς και στην παραδοσιακή πρακτική της λιτότητας στην ιαπωνική τέχνη που οδήγησε στη ζωγραφική sumi-e, στην οποία μερικές πινελιές μαύρου μελανιού απεικονίζουν ένα τοπίο· στο θέατρο Noh, με την περιορισμένη χρήση του διαλόγου· στους ιαπωνικούς βραχώδεις ή ζεν κήπους και, φυσικά, στα σύντομα ποιήματα χαϊκού, τα οποία γράφει ο Epstein, ώθησαν τους ποιητές να κοιτάξουν προσεκτικά τον κόσμο γύρω τους και να αποτυπώσουν και να μοιραστούν μια μεμονωμένη σκηνή ή μια φευγαλέα εντύπωση σε ενεστώτα χρόνο….

Ένα άλλο θέμα που αναλύεται στο βιβλίο είναι η ιδέα ότι η δημιουργικότητα και η πρωτοτυπία είναι συνώνυμες, μια ιδέα που στην πραγματικότητα γεννήθηκε στην ρομαντική περίοδο (τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα). Ο Epstein γράφει: «Καλύπτει δύο γενιές καλλιτεχνών που εξιδανικεύουν την έννοια του μοναχικού, εμπνευσμένου δημιουργού. Πριν από αυτό, τα έργα που είχαν προηγηθεί θεωρούνταν ιδανική πλατφόρμα για δημιουργικότητα και για σύνδεση με το κοινό, όχι εμπόδιο». Πριν από αυτό το κίνημα, κάθε νέος δημιουργός εμφυσούσε παλιές ιστορίες ή υλικό με τις δικές του νέες ή προσωπικές ιδέες και με αυτόν τον τρόπο συνέδεε το νέο με το ήδη οικείο. Αναλύει αυτό το θέμα αναφερόμενος στο έργο του Σαίξπηρ, του Τζέιμς Τζόυς, του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, και άλλων.

Για παράδειγμα, στο έργο του «Οδυσσέας», ο James Joyce πρόσθεσε καινοτομίες στη γλώσσα και την προοπτική σε μια πολύ παλιά δομή. Ο Epstein αναφέρεται στον  Ιρλανδό συγγραφέα Frank Delaney, ο οποίος έγραψε ότι ο «Οδυσσέας» «τεντώνεται στον καμβά της Οδύσσειας του Ομήρου» και στη συνέχεια ο Stanley Kubrick τέντωσε την δική του «Οδύσσεια του Διαστήματος» πάνω στον ίδιο καμβά. Έτσι, και οι δύο έχτισαν πάνω σε μια αφήγηση που ήταν ενσωματωμένη στον πολιτισμό και με την οποία το κοινό ήταν ήδη εξοικειωμένο. Παρομοίως, ο Σαίξπηρ, έβαλε το δικό του δημιουργικό στίγμα σε οικείο υλικό. Ο Epstein σημειώνει ότι στην εποχή του Σαίξπηρ, η δημιουργικότητα συνδεόταν περισσότερο με την ικανότητα βελτίωσης ενός έργου που υπήρχε παρά με την καθαρή πρωτοτυπία.

Πριν διαβάσω το βιβλίο δεν είχα σκεφτεί πραγματικά σε ποιο βαθμό τα κηρύγματα και οι πολιτικές ομιλίες του Martin Luther King βασίζονται σε παλαιότερα κηρύγματα και σε υλικό που γράφτηκε από άλλους. Το γεγονός είναι ότι ένας μεγάλος αριθμός κοινών τίτλων, δομών, ανεκδότων και φράσεων έχει βρεθεί μεταξύ των κηρυγμάτων του King και εκείνων άλλων ιεροκηρύκων, και ακόμη και η διάλεξή του για το βραβείο Νόμπελ περιέχει κάποια στοιχεία από γραπτά και κηρύγματα άλλων. Ο Epstein εξηγεί ότι ο Κινγκ χρησιμοποίησε μια ρητορική τεχνική συνηθισμένη στο κήρυγμα, την τυπολογία, η οποία χρησιμοποιεί ιστορικά πρόσωπα που αντιπροσώπευαν ένα συγκεκριμένο βιβλικό αρχέτυπο με το οποίο το κοινό είναι ήδη εξοικειωμένο, όπως ο Μωυσής ο απελευθερωτής, και στη συνέχεια προχωρά σε άλλες εκδοχές του Μωυσή, για παράδειγμα, τον Αβραάμ Λίνκολν, ο οποίος όπως ο Μωυσής ήταν απελευθερωτής σκλάβων, ή τον Γκάντι, ο οποίος αγωνίστηκε για να απελευθερώσει τους ανθρώπους από «την Αίγυπτο της αποικιοκρατίας». Αυτή η χρήση υλικού που ήταν οικείο στο κοινό του παρείχε το «σχοινί», το οποίο πρέπει να ρίξει κανείς στο κοινό αν θέλει να το πείσει για κάτι καινούριο.

Η Ιζαμπέλ Αλιέντε, η ανιψιά του Σαλβαδόρ Αλιέντε, είναι μια συγγραφέας που έχει δημοσιευτεί και μεταφραστεί ευρέως, Όταν το 1973 ο Σαλβαδόρ Αλιέντε ανατράπηκε με ένα βίαιο στρατιωτικό πραξικόπημα με επικεφαλής τον Αουγκούστο Πινοσέτ που υποστηρίχθηκε έντονα από τον Χένρι Κίσινγκερ, άρχισε να φροντίζει για την ασφαλή διέλευση ατόμων που βρίσκονταν στις «λίστες καταζητούμενων», κάτι που συνέχισε να κάνει μέχρι που η μητέρα και ο πατριός της γλίτωσαν οριακά τη δολοφονία, και στη συνέχεια, όταν η ίδια άρχισε να δέχεται απειλές θανάτου, κατέφυγε στη Βενεζουέλα. Δεν έχω διαβάσει τίποτα της Αλιέντε από το 2009, και θυμάμαι την ημερομηνία επειδή έδινα εξετάσεις για πτυχίο από το Ανοικτό Πανεπιστήμιο της Αγγλίας και προετοιμαζόμουν για την εγγραφή σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα στην Αθήνα, κι ένα βιβλίο της Αλιέντε μου κρατούσε συντροφιά στα διαλείμματα από τη μελέτη και την απομνημόνευση, αποτελούσε ένα είδος περισπασμού από την κούραση και το στρες. Ενώ λοιπόν διάβαζα για την Αλιέντε σε αυτό το βιβλίο, θυμήθηκα εκείνη την περίοδο, παρακολούθησα ξανά το «Το Σπίτι των Πνευμάτων», μια ταινία του 1993 βασισμένη στο πρώτο βιβλίο της Αλιέντε που ξεκίνησε ως επιστολή στον ετοιμοθάνατο παππού της, τον οποίο δεν μπορούσε να επισκεφθεί.

Ο Epstein γνωρίζει προσωπικά την Ιζαμπέλ Αλιέντε και περιγράφει τους αυτοεπιβαλλόμενους περιορισμούς και την αυστηρή ρουτίνα που θέτει σε εφαρμογή η συγγραφέας για να εξαλείψει τους περισπασμούς. Όπως και η Μάγια Άντζελου, η οποία προτιμούσε να γράφει σε δωμάτια ξενοδοχείων με γυμνούς τοίχους, αλλά και πολλοί άλλοι συγγραφείς, η Αλιέντε, η οποία έχει υπάρξει παραγωγική συγγραφέας για πάνω από σαράντα χρόνια και συνεχίζει να δουλεύει στην όγδοη δεκαετία της ζωής της, χρειάζεται απομόνωση και ησυχία για να γράψει. Ο Epstein γράφει ότι για «σαράντα και πλέον χρόνια εξαιρετικής παραγωγής της, βασιζόταν σε προσεκτικά επιμελημένο χώρο, ρυθμό και πειθαρχία». Κάθε χρόνο, ξεκινώντας από τις 8 Ιανουαρίου, προετοιμάζει τον χώρο της όπου μπορεί να εργαστεί μακριά από την οικογένεια και άλλους περισπασμούς και ασχολείται με πρακτικές που τη βοηθούν να παραμένει συγκεντρωμένη, αυτό που, ο Epstein γράφει, οι κοινωνικοί επιστήμονες αποκαλούν «συσκευή δέσμευσης», η οποία είναι ένας αυτοεπιβαλλόμενος περιορισμός της ελευθερίας στην υπηρεσία ενός ευρύτερου στόχου. Όπως γνωρίζουμε τώρα, για λόγους επιβίωσης, ο εγκέφαλός μας εξελίχθηκε ώστε να είναι εξαιρετικά αφηρημένος, να δίνει προσοχή σε τυχόν νέα ερεθίσματα και ήχους, και όπως ήταν αναμενόμενο, η έρευνα έχει διαπιστώσει ότι η προσοχή είναι στην πραγματικότητα ένα θεμελιώδες εμπόδιο (bottleneck), και ότι οι άνθρωποι γίνονται πιο δημιουργικοί και αποτελεσματικοί στην εργασία τους όταν απομακρύνονται οι περισπασμοί.

Όσον αφορά την τέχνη, και ειδικότερα τη ζωγραφική, ο Epstein αναφέρεται στον ζωγράφο Κλοντ Μονέ, ο οποίος προώθησε τη χρήση αντιθέτων αποχρώσεων και απέκλεισε το μαύρο. Έτσι, ο περιορισμός που χρησιμοποίησε ήταν να αποκλείσει το μαύρο χρώμα, καθώς το μαύρο ήταν ο πιο συνηθισμένος τρόπος για να δημιουργηθεί αντίθεση σκούρου/φωτεινού ή απουσία φωτός. Ο Epstein αφηγείται ένα περιστατικό όπου στην κηδεία του Μονέ «ένας φίλος αντικατέστησε το μαύρο κάλυμμα που ήταν τυλιγμένο πάνω από το φέρετρο με ένα λουλουδάτο ύφασμα, αναφωνώντας: “Όχι μαύρο για τον Μονέ!”». Οι Πάμπλο Πικάσο και Ζωρζ Μπρακ προκάλεσαν τους εαυτούς τους να απεικονίσουν ένα αντικείμενο από πολλαπλές οπτικές γωνίες ταυτόχρονα, και έτσι γεννήθηκε ο Κυβισμός. Και, σύμφωνα με τον βραβευμένο με Πούλιτζερ βιογράφο του, Steven Naifeh (αναφέρεται στον Epstein), ο διάσημος ζωγράφος Τζάκσον Πόλοκ δεν μπορούσε να σχεδιάσει ρεαλιστικά, οπότε βρήκε έναν άλλο τρόπο. Είναι γνωστός για τη «ζωγραφική δράσης» και την «τεχνική σταξίματος», όπου αραιωμένο χρώμα πιτσιλίζεται (τινάζεται) ή χύνεται στον καμβά που βρίσκεται στο πάτωμα.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο Epstein έχει χρησιμοποιήσει παραδείγματα και έρευνες από όλους τους τομείς της ζωής για να υποστηρίξει τα επιχειρήματά του, από την αύξηση της αθλητικής απόδοσης σε μια ποικιλία αθλημάτων, μέχρι τον βιομηχανικό σχεδιασμό και τον σχεδιασμό πιο αποτελεσματικής προστατευτικής θωράκισης για στρατιώτες και πιο λειτουργικών πιλοτηρίων για πιλότους, μέχρι τη μείωση των χιλιομέτρων για τους οδηγούς φορτηγών και τον σχεδιασμό εκπαιδευτικών και κοινωνικών πολιτικών. Ένα παράδειγμα από τον τομέα του αθλητισμού είναι η Constraints-Led Approach / Προσέγγιση Βάσει Περιορισμών, όπου η ιδέα είναι να τεθούν περιορισμοί που ωθούν τους μαθητές να βρουν τη δική τους καλύτερη λύση, και πώς αυτό χρησιμοποιήθηκε σε έναν όμιλο κολύμβησης Ολυμπιακής ανάπτυξης στην Αυστραλία. Ο δε σχεδιασμός προστατευτικής θωράκισης για στρατιώτες που δεν θα τους βάραινε και θα επέτρεπε ευελιξία στην κίνηση ήταν ένα μακρύ ταξίδι, και όπως είπε ένας αξιωματούχος του στρατού, είχαν «κάνει τους στρατιώτες χελώνες», καθώς τόσο οι γυναίκες όσο και οι άνδρες υπέμεναν την ογκώδη και βαριά θωράκισή τους, η οποία τελικά δεν ήταν αποτελεσματική στην προστασία ούτε διευκόλυνε την κίνηση. Μέρος του προβλήματος ήταν ότι λειτουργούσαν με το «μέσο μέγεθος» ή το «μέσο όρο».

Ο Epstein μας εισάγει στην ιστορία του σχεδιασμού για να διευκολύνει την κατανόησή μας και τη σύνδεση γεγονότων σε διαφορετικούς χώρους και εποχές. Μας λέει πώς στα τέλη του 19ου – αρχές του 20ού αιώνα, ο Frederick Winslow Taylor βοήθησε στη διάδοση της ιδέας ότι οι ατομικές διαφορές πρέπει να αγνοούνται. Μπορούμε να δούμε τις επιπτώσεις αυτού παντού γύρω μας. Έγραψε: «Στο παρελθόν ο άνθρωπος ήταν πρώτος. στο μέλλον το σύστημα πρέπει να είναι πρώτο» επειδή επικεντρώθηκε στην οργάνωση της εργασίας στα εργοστάσια και πίστευε ότι τα αποτελεσματικά συστήματα μπορούσαν να ξεπεράσουν τις ατομικές διαφορές, και ότι αν το άτομο δεν ταίριαζε, σήμαινε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με αυτό, όχι με το σύστημα. Στη συνέχεια επέλεξε ιδιαίτερα δυνατούς και αθλητικούς ή έμπειρους εργάτες και σχεδίασε συστήματα με αυτούς ως πρότυπο. παρομοίως, τη δεκαετία του 1920, ο διάσημος αρχιτέκτονας Le Corbusier ισχυρίστηκε ότι ο σχεδιασμός για «τον χοντρό άνθρωπο, τον αδύνατο άνθρωπο, το κοντό, το μακρύ» ήταν μη πρακτικός. Ο Epstein αναφέρεται επίσης στο βιβλίο του Todd Rose «Το τέλος του μέσου όρου», όπου ο συγγραφέας αναφέρει ότι ο σχεδιασμός πιλοτηρίων τζετ με βάση τον μέσο όρο μεγέθους πιλότου αποδείχθηκε καταστροφικός και τραγικός.

Ωστόσο, με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ανθρώπινές ιδιαιτερότητες και οι ατομικές διαφορές έπρεπε να ληφθούν υπόψη για τη μείωση των απωλειών και την αύξηση της απόδοσης των στρατιωτών. Ο καθολικός σχεδιασμός / universal design, ο οποίος επικεντρώνεται στις διαφορές και τις ιδιαιτερότητες των χρηστών, είναι ένας τρόπος εστίασης στις πιο σημαντικές διαφορές και, λαμβάνοντας υπόψη τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι πιο «ακραίοι χρήστες» (οι ηλικιωμένοι, οι πολύ νέοι, οι πολύ μεγάλοι ή ψηλοί ή οι πολύ μικροί ή κοντοί, ή τα άτομα με ειδικές ανάγκες, κ.ο.κ.) είναι πολύ πιο λειτουργικός. Ο Epstein γράφει ότι το να σκεφτόμαστε πρώτα τον χρήστη με τους περισσότερους περιορισμούς δεν είναι απλώς ένας καλός τρόπος για να σχεδιάσουμε θωράκιση σώματος ή συσκευές κουζίνας ή ακόμα και ιστότοπους, αλλά και πάρκα, μουσεία, σχέδια μαθημάτων και δημόσιες πολιτικές. Μας λέει πώς ο Dreyfuss, ένας εξέχων βιομηχανικός σχεδιαστής, έβαζε τον άνθρωπο πριν από το αντικείμενο και πώς το Μουσείο Guggenheim απέκτησε το ιδιαίτερο σχήμα του επειδή ο Frank Lloyd Wright αντιπαθούσε τα εμπόδια στην κίνηση μέσα στα μουσεία. Εξετάζει πώς η εκπαίδευση και η ικανότητα κριτικής σκέψης επωφελούνται επίσης από αυτό το είδος σχεδιασμού. Συζητά επίσης πώς αυτή η προσέγγιση στα πράγματα θα πρέπει να καθοδηγεί τον σχεδιασμό των δημόσιων πολιτικών και πώς, για παράδειγμα, το 2023, μια ομάδα ερευνητών στη Βραζιλία και τις ΗΠΑ έδειξε ότι καλοπροαίρετες πολιτικές συχνά αποτυγχάνουν επειδή έχουν σχεδιαστεί για τον ανύπαρκτο «ιδανικό πολίτη» και όχι για τους πραγματικούς πολίτες με τις κοινές και ατομικές ιδιαιτερότητες τους.

Σχετικά με εμπόδια ή σημεία συμφόρησης σε ένα σύστημα (bottlenecks) ο Epstein περιλαμβάνει και τις δικές του αθλητικές εμπειρίες στην αφήγηση του. Αναφέρεται  στο δικό του εμπόδιο / bottleneck, το οποίο ήταν ότι δεν μπορούσε να ανακάμψει από σκληρές προπονήσεις τόσο γρήγορα όσο άλλα μέλη της ομάδας. Ένα άλλο παράδειγμα από τον αθλητισμό που δείχνει πώς η ανίχνευση περιορισμών και ο σχεδιασμός γύρω από αυτούς μπορεί να αυξήσει την απόδοση, αφορά την Sheila Taormina, πρώην αθλήτρια που αγωνίστηκε σε τέσσερις Ολυμπιακούς Αγώνες και ήταν η πρώτη γυναίκα που προκρίθηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες σε τρία διαφορετικά αθλήματα, και η οποία άλλαξε την πορεία της αθλητικής της καριέρας, αφού διέκρινε και αντιμετώπισε το δικό της περιορισμό που αφορούσε το ότι δεν ήταν αρκετά δυνατή σε σχέση με άλλες κολυμβήτριες. Σχετικά με την εκπαίδευση, αναφέρεται στον Daniel Willingham, ο οποίος στο βιβλίο του, Why Don’t Students Like School?/ Γιατί δεν αρέσει το σχολείο στους μαθητές?, γράφει ότι η «έλλειψη χώρου στη μνήμη εργασίας / working memory είναι ένα θεμελιώδες εμπόδιο της ανθρώπινης νόησης», γύρω από το οποίο θα έπρεπε να σχεδιάζεται όλη η μάθηση, αλλά συνήθως δεν γίνεται αυτό, καθώς όλοι οι μαθητές και μαθητευόμενοι όλων των ειδών μοιράζονται έναν κοινό γνωστικό περιορισμό που σχετίζεται με τη μνήμη εργασίας, ο οποίος υποτιμάται στο σχεδιασμό της διδασκαλίας. Επίσης ο Epstein παρέχει παραδείγματα εταιρειών και εργαστηρίων που κατάφεραν να επιλύσουν προβλήματα και να αυξήσουν την παραγωγικότητα εντοπίζοντας το σημείο συμφόρησης (bottleneck) στο σύστημα. Παραθέτει τα λόγια του Eli Goldratt, ο οποίος ισχυρίζεται ότι ένα μόνο σημείο συμφόρησης μπορεί να καθορίσει την τύχη ολόκληρου του συστήματος.

Αναφέρονται γυναίκες συγγραφείς που αντιμετώπισαν κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας ή αντιμετωπίζουν κάποια χρόνια κατάσταση, το είδος των περιορισμών που δεν επέβαλλαν οι ίδιες στον εαυτό τους και που κανείς δεν θα επιθυμούσε ή δεν θα ευχόταν στους άλλους, και πώς αυτές συνέχισαν να δημιουργούν ή πώς λόγω αυτών των περιορισμών οδηγήθηκαν σε κάτι νέο ή διαφορετικό. Η συγγραφέας, Hilary Mantel, που αναφέρεται στο βιβλίο, έχει πει: «Σθένος… Σημαίνει σταθερότητα σκοπού. Σημαίνει αντοχή. Σημαίνει να έχεις τη δύναμη να ζεις με αυτό που σε περιορίζει». Στο νου μου ήρθε αμέσως ο Γάλλος καλλιτέχνης, Henri Matisse, και το πώς οι δημιουργίες του οι βασισμένες σε κολάζ και το έργο της τελευταίας περιόδου, ήταν αποτέλεσμα της ανάγκης του να δημιουργεί, ενώ παράλληλα αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και αδυναμία.

Το τελευταίο και σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, μέρος του βιβλίου επικεντρώνεται στη συνεργασία και την ικανοποίηση, και στο πώς η ανάπτυξη και η εξέλιξη, αλλά και η προσωπική ικανοποίηση, εξαρτώνται από την παρουσία θεσμών και κανόνων, καθώς και από την υποστήριξη και συνεργασία. Ένα παράδειγμα που αφορά την αγορά και τις επιχειρήσεις προέρχεται από την Αφρική. Ο Epstein γράφει για μια επιδέξια και έμπειρη γυναίκα μοδίστρα (ράφτρα), η οποία διατηρεί τη δική της μικρή επιχείρηση στη Λουσάκα, την πρωτεύουσα της Ζάμπια, και της οποίας οι προοπτικές ανάπτυξης υπονομεύονται από το γεγονός ότι δεν μπορεί να συνεργαστεί με άνδρες επειδή την έχουν απογοητεύσει ή την έχουν ληστέψει κάθε φορά που συνεργάζεται μαζί τους. Αυτή, γράφει ο Epstein, είναι μια κοινή ιστορία μεταξύ των γυναικών επιχειρηματιών στη Λουσάκα, όπου μόνο ένα μικρό ποσοστό γυναικών εμπιστεύεται τους άνδρες όσον αφορά τις επιχειρήσεις και που συχνά αντιμετωπίζουν απειλές παρενόχλησης ή βίας, καθώς και αρνητικά στερεότυπα για την επιχειρηματική τους οξυδέρκεια, τα οποία μειώνουν τη διαπραγματευτική τους δύναμη. Ο Epstein αντιπαραβάλλει την κατάσταση στη Λουσάκα με την αγορά του Σοβέτο, όπου οι γυναίκες αισθάνονται πολύ πιο ασφαλείς και συνεργάζονται με τους άνδρες. Οι οικονομολόγοι διαπίστωσαν ότι η αγορά του Σοβέτο είχε «επικεφαλείς της αγοράς», που εκλέγονταν από συναδέλφους εμπόρους και ήταν επιφορτισμένοι με την ταχεία εκδίκαση των διαφορών και την επιβολή των συμφωνιών. Μέσω κανόνων δημιουργούνται ζώνες συνεργασίας, όπου είναι δυνατό οι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων να εμπιστεύονται αγνώστους και, ως αποτέλεσμα, τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες συνεργάζονται περισσότερο και το χάσμα μεταξύ των φύλων στη συνεργασία μειώνεται. Παρομοίως, το 2008, το κοινοβούλιο της Ζάμπια δημιούργησε ένα δικαστήριο μικροδιαφορών στο κέντρο της Λουσάκα, έτσι ώστε οι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων να μπορούν να υποβάλλουν καταγγελίες γρήγορα, φθηνά και χωρίς νομική εκπροσώπηση, όπου και πάλι το χάσμα μεταξύ των φύλων στη συνεργασία όχι μόνο εξαφανίστηκε αλλά στην πραγματικότητα αντιστράφηκε, με τις γυναίκες να συνεργάζονται περισσότερο από τους άνδρες.

Ωστόσο, το πρόβλημα της έλλειψης συνεργασίας επηρεάζει αρνητικά τους πάντες, παντού, και η συνεργασία αποτελεί μια σημαντική πτυχή της ευρύτερης ζωής, και δεν αφορά μόνο την οικονομική ανάπτυξη. Η επιτυχημένη συνεργασία βασίζεται στην εμπιστοσύνη, στο αίσθημα ασφάλειας και σε κάποιο βαθμό προβλεψιμότητας στη συμπεριφορά των αγνώστων, και βασίζεται σε κανόνες και θεσμούς, οι οποίοι τελικά αποτελούν περιορισμούς, αλλά είναι απαραίτητοι για τη συνεργασία στην κοινωνία των πολιτών και τη δημιουργία υγιέστερων χώρων εργασίας και οικονομικών αγορών. Ο Epstein γράφει ότι ιστορικά η απρόσωπη ανταλλαγή είναι μια σχετικά σύγχρονη εφεύρεση και ότι το να πείσεις τους ανθρώπους να συνεργαστούν, αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν «παιχνίδι εμπιστοσύνης», αποτελεί μια πρόκληση στην καρδιά της οικονομικής ανάπτυξης. Σημειώνει ότι «οι θεσμοί είναι οι κανόνες του παιχνιδιού σε μια κοινωνία, είναι οι ανθρώπινα επινοημένοι περιορισμοί» και είναι «ανάλογοι με τους κανόνες του παιχνιδιού σε ένα ανταγωνιστικό ομαδικό άθλημα»,  και ότι αν ως κοινωνία θέλουμε να είμαστε σε θέση να επωφεληθούμε από τα καλύτερα ταλέντα, τα οποία μπορεί να βρίσκονται στους ανθρώπους που είναι οι πιο ευάλωτοι, τότε πρέπει να είμαστε σε θέση να προστατεύσουμε την ευαλωτότητα που μπορεί η εμπιστοσύνη να επιφέρει.

Άλλοι όροι που ερευνά ο Epstein στο βιβλίο είναι η «μεγιστοποίηση και ικανοποίηση»  / “maximizing and satisficingκαι η τελειομανία. Ο Herbert Simon, ο οποίος τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ στα οικονομικά, ισχυρίζεται ότι οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν πάντα ατελείς πληροφορίες σχετικά με τις επιλογές τους, ενώ παράλληλα έχουν περιορισμένη ικανότητα να προβλέπουν τις συνέπειες των επιλογών τους και, ως εκ τούτου, αντί να «μεγιστοποιούν» ή να προσπαθούν να κάνουν την τέλεια επιλογή από όλες τις διαθέσιμες εναλλακτικές, πρέπει να κάνουν μια «αρκετά καλή» επιλογή και να υποστηρίζουν την επιλογή, καθώς η αναζήτηση της τέλειας επιλογής συχνά σκορπά τις ήδη περιορισμένες γνωστικές μας δυνάμεις και αυξάνει το άγχος και τη δυσαρέσκεια, και μπορεί επίσης να έχει παραλυτική επίδραση. Η τελειομανία και η μεγιστοποίηση βρίσκονται σε άνοδο και, παρόλο που δεν είναι το ίδιο, σχετίζονται. Ο Epstein αναφέρεται σε μελέτες για να υποστηρίξει τα επιχειρήματα στο βιβλίο. Μία έρευνα, η οποία περιελάμβανε πάνω από σαράντα χιλιάδες φοιτητές στις ΗΠΑ, τον Καναδά και το Ηνωμένο Βασίλειο, κατέγραψε μια δραματική αύξηση τα τελευταία χρόνια στις τάσεις τελειομανίας, ιδίως στην «κοινωνικά προκαθορισμένη τελειομανία», που είναι το συναίσθημα ότι πρέπει να είσαι άψογος για να κερδίσεις την έγκριση ή την αποδοχή των άλλων.

‍Υπάρχουν πολλές ακόμη ιδέες που εξερευνώνται στο βιβλίο, αλλά πρέπει να ολοκληρώσω αυτό το κομμάτι, και έτσι θα απαριθμήσω σύντομα μερικά σημαντικά εναπομείναντα θέματα, όπως η απότομη αύξηση του άγχους, της κατάθλιψης και του αυτοτραυματισμού μεταξύ των νέων που έχει συμβεί ειδικά σε ορισμένα από τα πλουσιότερα μέρη του κόσμου, πώς η ατομικοποιημένη και χωρίς κανόνες εικονική ζωή είναι επιβλαβής για την ανάπτυξη, και ιδιαίτερα για την ανάπτυξη των παιδιών, οι καλύτεροι προγνωστικοί παράγοντες για την υγεία, την ευημερία και τη μακροζωία, καθώς και οι παράγοντες που έχουν οδηγήσει στην κατάρρευση της συμμετοχής στα κοινά και την κοινότητα, ο κίνδυνος του αποσυγχρονισμού σε ολόκληρη την κοινωνία (society-wide desynchronization), πώς ορισμένες δομές και περιορισμοί διευκολύνουν την απόκτηση νοήματος από τη ζωή μας και η σημασία των «αφηγηματικών αξιών», όπως η αγάπη, η συμπόνια, η ειλικρίνεια, η φιλοξενία, η γενναιοδωρία, η αφοσίωση, το θάρρος, η υπευθυνότητα, η εφευρετικότητα, η ακεραιότητα, η επιμονή, η περιέργεια, η επιμέλεια, το χιούμορ και άλλες, οι οποίες βοηθούν «να καθοδηγήσουμε τις επιλογές μας, να δώσουμε συνέχεια στις ταυτότητές μας και να εμβαθύνουμε στο νόημα των ιστοριών της ζωής μας». Ο Epstein κλείνει το βιβλίο του υπενθυμίζοντάς μας τη σημασία της επιλογής αφηγηματικών αξιών που μας βοηθούν να κατανοήσουμε το ταξίδι μας και της καθιέρωσης εννοιολογικών ορίων που κάνουν τη ζωή διαχειρίσιμη, συνεκτική και ουσιαστική.

Νησιά και Νησιωτικότητα

«Κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί…, είπε ο John Donne**, και θα μπορούσε κανείς να προσθέσει ότι ακόμα κι αν ήταν, κανένα νησί δεν είναι απαλλαγμένο από τις εισβολές της θάλασσας, όπως κανένας άνθρωπος δεν είναι απαλλαγμένος από την επίδραση των κοινωνικών δυνάμεων και της ζωής γύρω του». Khwaja Ahmad Abbas (Ινδός σκηνοθέτης, μυθιστοριογράφος, σεναριογράφος και δημοσιογράφος, δημιουργός βραβευμένων ταινιών)

** Άγγλος ποιητής και κληρικός John Donne (1572-1631)

«Εμείς με τη ζωές μας είμαστε σαν νησιά στη θάλασσα ή σαν δέντρα στο δάσος… Αλλά και τα δέντρα ανακατεύουν τις ρίζες τους στο σκοτάδι υπόγεια». William James, πρωτοπόρος ψυχολόγος και φιλόσοφος

«Πρώτα υπήρχε η θάλασσα.  //  Γεννήθηκα ανάμεσα σε νησιά, νησί κι εγώ  // Πρόσκαιρα αναδυόμενο……»  (Από το ποίημα, Τα Βουνά, του Τίτου Πατρίκιου)

Το σημερινό άρθρο αφορά τα νησιά και τη νησιωτικότητα. Θα αναλύσω το θέμα αντλώντας επιχειρήματα και ιδέες από υλικό που έχω διαβάσει πρόσφατα, καθώς και τη δική μου εμπειρία σ’ ένα μικρό νησί για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες. Έχοντας λοιπόν ζήσει στο νησί σχεδόν όλη την ενήλικη ζωή μου, πλέον σκέφτομαι τον εαυτό μου ως μόνιμη κάτοικο. Όμως ο δεσμός που αναπόφευκτα έχει αναπτυχθεί μέσα στο χρόνο με αυτόν το μικρό τόπο μάλλον δεν μπορεί να είναι τόσο δυνατός όσο των ανθρώπων που κατάγονται από το νησί.. Οι φυσικοί τόποι που όλοι κατοικούμε κατά κάποιο τρόπο μας κατοικούν, η δική μου ταυτότητα τόπου περιλαμβάνει τη δική μου γενέτειρα, τους τόπους γέννησης των γονιών μου, την Αθήνα και το νησί στο οποίο ζω. Όλοι κουβαλάμε μαζί μας τα μέρη που ζήσαμε ή αγαπάμε σαν φορητές πατρίδες. Πολλές από τις πτυχές της νησιωτικής ζωής που ορίζουν αυτό που ονομάζουμε νησιωτικότητα σαφώς έχουν επιρροή στη ζωή μου, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, αλλά είναι πιθανώς πιο ακριβές να πούμε ότι ο καθένας από εμάς βιώνει, κατανοεί και διαχειρίζεται τα νησιά και την νησιωτικότητα με τον δικό του μοναδικό τρόπο και, όπως υποδηλώνουν οι μελέτες για τα νησιά, δεν υπάρχει μια καθολική νησιωτική εμπειρία, καθώς τόσο οι άνθρωποι όσο και τα μεμονωμένα νησιά είναι μοναδικά.

Στο πρώτο άρθρο (1) με τίτλο Κατανόηση της «Νησιωτικότητας», το οποίο πηγάζει από ένα διαδικτυακό συνέδριο που διοργάνωσαν το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και το Πανεπιστήμιο της Μάλτας το 2020, η νησιωτικότητα διερευνάται μέσα από το πρίσμα διαφορετικών επιστημονικών κλάδων. Η δεύτερη δημοσίευση που βρήκα σε ένα διαδικτυακό περιοδικό που εκδίδεται από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, έχει τίτλο Προσβασιμότητα και Ελκυστικότητα των Νησιών του Αιγαίου (2). Υπάρχει επικάλυψη στις έννοιες και τα ζητήματα που διερευνούν και οι δύο δημοσιεύσεις, αλλά η μία εξετάζει τη νησιωτικότητα σε ένα γενικότερο παγκόσμιο πλαίσιο και η άλλη επικεντρώνεται στα ελληνικά νησιά του Αιγαίου. Επίσης, έχω συμπεριλάβει ένα σύντομο απόσπασμα από μια τρίτη εργασία με τον τίτλο: Αν δεν υπήρχαν νησιά, θα ήταν απαραίτητο να τα εφεύρουμε: Αντιμετωπίζοντας τις αποκλίνουσες αποδόσεις της νησιωτικότητας στις νησιωτικές μελέτες  /  If Islands Did Not Exist, It Would Be Necessary to Invent Them: Grappling With Divergent Ascriptions of Islandness in Island Studies των Grydehøj, A., Su, P., Markussen, U., & Mausio, A. (3)

1. Στο πρώτο άρθρο εικάζεται εξαρχής ότι η νησιωτικότητα είναι μια αμφιλεγόμενη έννοια μεταξύ επιστημονικών κλάδων, πολιτισμών και του τρόπου με τον οποίο γίνεται κατανοητή η νησιωτική ταυτότητα. Το άρθρο διερευνά ορισμένες από τις διαφορετικές έννοιες και ιδέες χωρίς να έχει πρόθεση να τις ενοποιήσει ή να τις συμφιλιώσει, «με στόχο να διατηρήσει τις πολλαπλές αντιλήψεις για τη νησιωτικότητα σε δημιουργική ένταση», κι επίσης τονίζει ότι οι διαφορετικές απόψεις για τη νησιωτικότητα απαιτούν πάντα να αναλογιστούμε το πλαίσιο όπου χρησιμοποιείται ο όρος.

Οι συγγραφείς αναγνωρίζουν ότι το σημείο εισόδου στις νησιωτικές σπουδές είναι το μικρό μέγεθος, καθώς και το γεγονός ότι το μικρό εξαρτάται τόσο από το πλαίσιο όσο και από την κοσμοθεωρία. Και παρόλο που η νησιωτικότητα συχνά υπονοεί μικρό μέγεθος, η ιδέα ότι όλα τα νησιά είναι μικρά δεν είναι ακριβής. Για παράδειγμα, αναφέρουν την Παπούα Νέα Γουινέα που αποτελεί το μισό ενός τεράστιου νησιού κι έχει πληθυσμό περίπου 10 εκατομμύρια, που είναι υψηλότερος από τον πληθυσμό ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών. Το μικρό μέγεθος μπορεί επίσης να αποτελεί χαρακτηριστικό της ευαλωτότητας ή της αδυναμίας, ερμηνείες που «βοηθούν στην ενίσχυση μιας παγκόσμιας αφήγησης ότι οι νησιωτικοί λαοί θεωρούν τους εαυτούς τους και τα νησιά τους ευάλωτα, που οδηγεί σε άγχος και απώλεια αυτοπεποίθησης». Ωστόσο, αυτή η αφήγηση περί ευαλωτότητας συχνά απορρίπτεται από πολλούς νησιώτες, όπως και η κοσμοθεωρία που απεικονίζει «τον ωκεανό ως φράγμα και τη γη ως ασφάλεια».

Υπάρχει ποικιλία στον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνικό-επιστημονικοί κλάδοι αντιμετωπίζουν το μικρό μέγεθος. Για τους γεωγράφους, το μικρό μέγεθος των μικρών νησιών ερμηνεύεται παράλληλα με άλλα χωρικά χαρακτηριστικά. Κάποιοι έχουν χρησιμοποιήσει έννοιες όπως η νησιωτικότητα και η απομόνωση για να εξηγήσουν τον τρόπο με τον οποίο η απόσταση επηρεάζει τις κοινωνικές πρακτικές και τους τρόπους προσαρμογής των μέσων διαβίωσης, λαμβάνοντας υπόψη την κλιματική αλλαγή και τις κοινωνικοοικονομικές επιρροές. Άλλοι γεωγράφοι ενδιαφέρονται για την απόσταση μεταξύ μικρών νησιών και μητροπολιτικών κρατών, καθώς και για τις επιπτώσεις αυτής στο παγκόσμιο σύστημα.

Επίσης, παρόλο που το νησί ως γεωγραφική έννοια χρησιμοποιείται εδώ και χιλιετίες για να ορίσει μια χερσαία μάζα που περιβάλλεται από νερό, προκύπτουν ερωτήματα ως προς το γιατί, για παράδειγμα, η Γροιλανδία θεωρείται το μεγαλύτερο νησί στον κόσμο, ενώ η Αυστραλία ονομάζεται ήπειρος. Υποστηρίζεται ότι οι ήπειροι μπορεί να υποδηλώνουν δύναμη, ενώ τα νησιά συχνά χαρακτηρίζονται ως απομακρυσμένα, απομονωμένα με δυσκολίες. Συζητούν επίσης την πρόσφατη πανδημία σε σχέση με την ανισότητα ισχύος και πόρων μεταξύ μικρών κρατών ή μικρών νησιών και μεγαλύτερων κρατών, και πώς η κατανομή εμβολίων μεταξύ κρατών ή τόπων ήταν αποτέλεσμα «μιας σύνθετης αλληλεπίδρασης διπλωματίας, δημόσιας υγείας, δημόσιας γνώμης και οικονομίας, μεταξύ άλλων παραγόντων».

Οι ανθρωπολόγοι έχουν θεωρήσει τα νησιά ως φυσικά φυτώρια πολιτισμικής εξέλιξης και έχουν διερευνήσει τις σχέσεις μεταξύ θαλάσσιων και ηπειρωτικών πολιτισμών, με έμφαση στον κεντρικό ρόλο του ωκεανού. Ορισμένοι ανθρωπολόγοι εκτιμούν την περιφερειακότητα των μικρών νησιών επειδή αυτό αυξάνει την πιθανότητα να μείνουν «ανέγγιχτα» από τις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης. Και άλλοι, πιο πρόσφατα, έχουν αναζητήσει τρόπους για να προστατεύσουν αυτούς τους διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης στον κόσμο από τις δυνάμεις του εκσυγχρονισμού και της παγκοσμιοποίησης ή τον πατερναλισμό των κατοίκων των ηπειρωτικών περιοχών. Επιπλέον, ερευνούν τη νησιωτικότητα ως πολιτισμό, και την έννοια της νησιωτικής ταυτότητας, η οποία μπορεί να εκφραστεί με ποικίλους τρόπους, καθώς και τις διάφορες αφηγήσεις όπου τα νησιά θεωρούνται οι Άλλοι. Οι οικονομολόγοι, από την άλλη πλευρά, συνήθως θεωρούν το μικρό μέγεθος ως πρόκληση, επειδή οι οικονομίες των νησιών δεν μπορούν να επωφεληθούν από οικονομίες κλίμακας και είναι επιρρεπείς σε «εξωγενείς κραδασμούς». Από την άλλη πλευρά, η ανάπτυξη του τουρισμού μπορεί να δημιουργήσει υψηλά επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο, σοβαρά προβλήματα προκύπτουν όταν ένα νησί εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό μόνο από τον τουρισμό.

Οι δε πολιτικοί επιστήμονες έχουν αντιφατικές απόψεις για τις επιπτώσεις του μικρού μεγέθους και της νησιωτικότητας. Oρισμένοι συγγραφείς ισχυρίζονται ότι στατιστικά τα μικρά νησιά είναι πιο πιθανό να είναι φιλελεύθερα κράτη, κι άλλοι πιστεύουν ότι αυτή η ειδυλλιακή ερμηνεία δεν είναι απαραίτητα πάντα αληθινή, επειδή η μικρή έκταση, ο μικρός πληθυσμός και η νησιωτικότητα μπορούν να διευκολύνουν και αυταρχικά στυλ ηγεσίας, εάν οι κυρίαρχες αξίες και οι πολιτισμικοί κανόνες κινητοποιηθούν εναντίον της μειονότητας ή εκείνων με διαφορετικές απόψεις. Επιπλέον, υπάρχουν πολλές μελέτες περιπτώσεων που υποστηρίζουν τη δημιουργία ισχυρών πολιτιστικών κοινοτικών δεσμών που έχουν αναπτυχθεί στα νησιά (Ioannis Vogiatzakis (Ιωάννης Βογιατζάκης), Pungetti & Mannion 2008; Donaldson 2018; Keesing 1980; και άλλοι). Υπάρχει επίσης αναφορά στην επινοητικότητα που απαιτείται για την επιβίωση σε νησιωτικές συνθήκες. Στο Γκόζο, ένα νησί του αρχιπελάγους της Μάλτας, υπάρχει μια πολιτισμική έννοια που σημαίνει «διόρθωση των πραγμάτων» που σχετίζεται με αυτήν την έννοια, και στα νησιά Φίτζι υπάρχει η συγκρίσιμη έννοια της «συλλογικής εργασίας για το κοινό όφελος». Ωστόσο, υποστηρίζεται ότι η πραγματικότητα συχνά είναι πιο περίπλοκη και ότι υπάρχουν συγκρούσεις και αντιπαλότητες και εντός των νησιωτικών κοινοτήτων, και υποστηρίζεται ότι μερικές φορές αυτά τα τυπικά ευεργετικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά μπορεί να μην ευνοούν τη δημοκρατία (Baldacchino, 2005).

Ένα σκοτεινό σημείο που θίγεται στο άρθρο είναι το πώς το μικρό μέγεθος και η περικύκλωση των νησιών από νερό, έχει ιστορικά οδηγήσει είτε στη χρήση τους ως εργαστήρια επιδημιολογικών μελετών, είτε στη διεξαγωγή πειραμάτων στο έδαφος τους. Παραδείγματα που παρέχονται στο άρθρο είναι τα νησιά Bernier και Dorre στα ανοικτά των ακτών της Αυστραλίας, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα για τη φυλάκιση αυτόχθονων Αυστραλών για να περιοριστεί υποτίθεται η εξάπλωση της σύφιλης, «αν και ιστορικά και προφορικά αρχεία αποκαλύπτουν ότι λίγοι από τους φυλακισμένους είχαν στην πραγματικότητα αυτή την ασθένεια (Stingemore και Meyer 2009)», και τα Νησιά Μάρσαλ που χρησιμοποιήθηκαν από τον στρατό των ΗΠΑ για δοκιμές πυρηνικών όπλων, εκθέτοντας τους νησιώτες σε πυρηνικό νέφος προκειμένου να παρατηρήσουν τις επιπτώσεις χωρίς τη συνειδητή συγκατάθεση τους (McElfish, Hallgren & Yamada, 2015). Φυσικά τα νησιά έχουν χρησιμοποιηθεί κι ως τόποι εξορίας και περιθωριοποίησης σ’ όλο τον κόσμο και σε βάθος χρόνου. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, στο σχετικά κοντινό παρελθόν, μικρά νησιά, ένα πολύ κοντά σε αυτό που κατοικώ, χρησιμοποιούνταν ως τόποι εξορίας πολιτικών κρατούμενων, και η Σπιναλόγκα, ένα μικρό νησί, με μακρά ιστορία κι ο δεύτερος πιο δημοφιλής τουριστικός προορισμός στην Κρήτη σήμερα, χρησιμοποιήθηκε ως αποικία λεπρών τον 20ό αιώνα.

Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή ή απεικονίζεται η νησιωτικότητα από συγγραφείς και καλλιτέχνες, στο άρθρο παρουσιάζεται ένα απόσπασμα του Nicholas Allen (2017), ο οποίος γράφοντας για την Ιρλανδία αναφέρεται στην ακτή ως «το διαπερατό φράγμα μέσω του οποίου λαμβάνει χώρα μια σειρά από πολιτισμικές ανταλλαγές, λογοτεχνικές, ιστορικές, πολιτικές και περιβαλλοντικές». Η Τασμανή ζωγράφος Michaye Boulter γοητεύεται από αυτό το όριο και την αλληλεπίδραση μεταξύ νερού και γης, και ο συγγραφέας David Weale βλέπει την άκρη της γης ως τόπο σύνδεσης», μια ισχυρή ερωτογενή ζώνη, όπου η γη και η θάλασσα συνευρίσκονται…». Αναφέρονται επίσης στη Rachel Carson, η οποία γράφει για τη βαθιά ριζωμένη σύνδεσή μας με τη θάλασσα, και ότι παρά την χερσαία ύπαρξή μας ως θηλαστικά, «εισερχόμαστε σε αυτήν με τη νόηση και τη φαντασία μας». Τέλος, έρευνα που διεξήχθηκε σε παράκτιες κοινότητες στο Ηνωμένο Βασίλειο υπογραμμίζει πώς οι παράκτιες περιοχές και η κοντινή απόσταση από την ακτή βιώνονται ως θεραπευτικά τοπία που συμβάλλουν στην ευημερία μας.

Ένα ερώτημα που επίσης απασχολεί τις νησιωτικές σπουδές είναι εάν ένα νησί ορίζεται περισσότερο από τη γη, το νερό ή και τα δύο. Για παράδειγμα, η γεωγραφική, κοινωνική και ψυχολογική οριοθέτηση άλλων οριοθετημένων τόπων, όπως οι ορεινές κοινότητες ή οι κοιλάδες, είναι παρόμοια, αλλά δεν προκύπτει από το ότι περιβάλλονται από νερό. Η οριοθέτηση από τη θάλασσα έχει συνδεθεί με μια ισχυρή ταύτιση με την αίσθηση του τόπου, αλλά αυτό ισχύει και για άλλα οριοθετημένα μέρη. Η νησιωτικότητα γίνεται επίσης όλο και περισσότερο αντιληπτή ως «νοητική ή ψυχολογική κατάσταση» (Randall, 2021), μια αίσθηση ταυτότητας που δεν ορίζεται απαραίτητα από την οριοθέτηση του νερού. Τα αστικά νησιά αμφισβητούν επίσης την έννοια της απόστασης, καθώς συνδέονται φυσικά και διοικητικά με την ηπειρωτική χώρα, επομένως σε αυτήν την περίπτωση η συνεκτικότητα και η εγγύτητα μπορεί να είναι τα πιο εμφανή χαρακτηριστικά της νησιωτικότητας. Άλλες πτυχές που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι η κινητικότητα και η ακινησία. Οι μελέτες επεκτείνονται επίσης σε χώρους που μοιάζουν με νησιά, καθώς και στο πώς η τοποθέτηση του νησιού ως Άλλου, μπορεί να οδηγήσει στην περιθωριοποίηση ή στην απόδοση εξαιρετικότητας.

Συμπέρασμα

Το άρθρο μας υπενθυμίζει την ανάγκη να ασκήσουμε κριτική στον τρόπο με τον οποίο εκτιμάμε το μικρό μέγεθος και να λάβουμε υπόψη και τα οφέλη και τις προκλήσεις του μικρού, καθώς και το γεγονός ότι μπορεί να επιτρέψει την ευελιξία στη λήψη αποφάσεων, αλλά  και να οδηγήσει σε στασιμότητα. Επίσης, η κατανόηση και ο ορισμός της φυσικής και κοινωνικής οντότητας της νησιωτικότητας είναι υποκειμενικές διεργασίες και το άτομο που εκάστοτε ορίζει φέρει προκαταλήψεις και προκαθορισμένες απόψεις. Τονίζεται επίσης ότι η έννοια της νησιωτικότητας περιέχει αντιφάσεις και τα νησιά μπορεί να έχουν μικρές οικονομίες ή να είναι παγκόσμιες δυνάμεις όπως η Σιγκαπούρη ή το Χονγκ Κονγκ, καθώς και ότι οι νησιωτικοί πολιτισμοί μπορεί να δίνουν έμφαση στην κινητικότητα και την μετακίνηση, ενώ παράλληλα παραμένουν βαθιά ριζωμένοι και συνδεδεμένοι με τον τόπο. Ομοίως, η θάλασσα μπορεί να γίνει αντιληπτή ως εμπόδιο, αλλά και ως δρόμος προς τον υπόλοιπο κόσμο, και υπάρχουν πολιτισμοί που βλέπουν τη γη και τη θάλασσα ως συνδεδεμένες. Τέλος, όπως αναφέρθηκε στην αρχή, δεν υπάρχει πρόθεση να συμβιβαστούν οι διαφορετικές πραγματικότητες, έννοιες και αφηγήσεις, αλλά αντίθετα τονίζεται η ανάγκη ενσωμάτωσης του πλαισίου, καθώς και η ανάγκη για μια πιο ανοιχτή και ειλικρινή αναγνώριση αυτών των διαφορών, και των τρόπων με τους οποίους μπορούν να ενεργοποιηθούν για να ορίσουν τα ζητήματα των νησιών.

2.Γενικά η νησιωτικότητα ορίζεται ως ο ιδιαίτερος γεωγραφικός, οικονομικός και κοινωνικός χαρακτήρας των νησιωτικών περιοχών, ο οποίος καθορίζεται από την εδαφική ασυνέχεια, την απομόνωση και τη δύσκολη πρόσβαση, την περιφερειακότητα. Είναι ένας περιεκτικός όρος που όπως είδαμε παραπάνω μπορεί να ορισθεί γεωμορφολογικά, ψυχολογικά, κοινωνικά, πολιτισμικά, οικονομικά, πολιτικά και διοικητικά, και ενεργειακά. Στη δεύτερη εργασία στην οποία θα αναφερθώ η νησιωτικότητα αναφέρεται στα «αντικειμενικά» χαρακτηριστικά των νησιών, αλλά και σε μια «αίσθηση».

Τα «αντικειμενικά» χαρακτηριστικά θα μπορούσαν να διακριθούν; α) στο μικρό μέγεθος (που αφορά τα περισσότερα Ελληνικά νησιά) του πληθυσμού και της έκτασης που συνεπάγεται περιορισμένη ποσότητα και ποικιλία πόρων, και που πρακτικά σημαίνει μειωμένη παραγωγική δραστηριότητα μεγάλης κλίμακας, καθώς και μικρή και διασπαρμένη αγορά, β) στην απομόνωση λόγω ασυνέχειας του χώρου που συνεπάγεται αυξημένο κόστος σε όλες τις μετακινήσεις και οικονομικές λειτουργίες. Στη δε περίπτωση των νησιωτικών συμπλεγμάτων παρατηρείται το φαινόμενο της «διπλής νησιωτικότητας» των μικρότερων νησιών, που σ’ ένα βαθμό εξαρτώνται από κάποιο νησί που λειτουργεί ως τοπικό κέντρο, γ) στο ιδιόμορφο κι εύθραυστο φυσικό και πολιτισμικό περιβάλλον. Λόγω της απομόνωσης δημιουργούνται βιότοποι από σπάνια ενδημικά είδη και απομονωμένες κοινότητες με ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά, τρόπο ζωής και τρόπους διαχείρισης των πόρων, και δ) στην ιδιαίτερη βιωματική ταυτότητα των νησιών που αναφέρεται στις συμβολικές και ψυχολογικές διαστάσεις των νησιών και στο πως οι κάτοικοι και οι επισκέπτες αντιλαμβάνονται αυτά. Για παράδειγμα, η εικόνα των νησιών του Αιγαίου στα κείμενα των σχολικών βιβλίων κινείται σε δίπολα, την απομόνωση και την ελευθερία και απεραντοσύνη της θάλασσας ή ως ελκυστικοί τόποι διακοπών και μέρη απομόνωσης το χειμώνα. Ένα ακόμη ερώτημα που ίσως θα έπρεπε να ερευνάται παράλληλα είναι αν η νησιωτικότητα αφορά μόνο τα προβλήματα και τις δυσκολίες που προκύπτουν από αυτήν ή αν μπορεί να είναι και ελκυστική και αξιοποιήσιμη ιδιαιτερότητα.

Οι συγγραφείς επιθυμούν με την εργασία αυτή να προσεγγίσουν με ποσοτικά δεδομένα το πρόβλημα της προσπελασιμότητας και απομόνωσης των νησιών του Αιγαίου από την ηπειρωτική περιοχή. Όσον αφορά τους μόνιμους κατοίκους επιχειρήθηκε με τη χρήση δεικτών μια πρώτη προσέγγιση προκειμένου να εκτιμηθούν δύο άξονες της ελκυστικότητας: η απομόνωση–προσβασιμότητα και η ύπαρξη–πρόσβαση σε βασικές υποδομές και υπηρεσίες. Μεταξύ άλλων  ένα σημαντικό πρόβλημα είναι η χαμηλή συχνότητα δρομολογίων πλοίων που «εξορίζει» τα νησιά και συμβάλλει στην αίσθηση της απομόνωσης, ιδιαίτερα τον χειμώνα, καθώς και το υψηλό κόστος των ναύλων. Η Ελλάδα είναι μια κατ’ εξοχή νησιωτική (και ορεινή) χώρα. Συνολικά υπάρχουν περίπου 6.000  νησιά, νησίδες και βραχονησίδες, αλλά κατοικημένα είναι μόνο τα 227. Λόγω αυτής της ιδιομορφίας διαθέτει μια από τις μεγαλύτερες ακτογραμμές στον κόσμο, και η ακτογραμμή της ξεπερνά τα 15.000 χιλιόμετρα, παρόλα αυτά υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις και προβλήματα πρόσβασης και μετακίνησης, ιδίως τους χειμερινούς μήνες, καθώς και το υψηλό κόστος των ναύλων. Η πρόσβαση σε νοσοκομεία ή άλλες δημόσιες υπηρεσίες είναι ιδιαίτερα δύσκολη για τους κατοίκους των μικρότερων ή φτωχότερων νησιών καθώς οι κάτοικοι συχνά είναι υποχρεωμένοι να ταξιδέψουν σε άλλα νησιά ή στην ηπειρωτική χώρα.

Ένας όρος που εξετάζεται σε αυτή την εργασία είναι η ελκυστικότητα ενός τόπου που μπορεί να θεωρηθεί η εικόνα που έχουν για τον τόπο διάφορες ομάδες πληθυσμού. Ερωτήσεις που χρειάζεται να διερευνηθούν είναι: ελκυστικότητα για που, ελκυστικότητα για ποιον και ελκυστικότητα πότε, καθώς η ελκυστικότητα μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου. Επίσης προκειμένου να μετρηθεί η ελκυστικότητα πρέπει να διευκρινιστεί η μέθοδος εκτίμησης και μέτρησης. Μία πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση εκτίμησης της ελκυστικότητας θα πρέπει να συνδυάζει τις μεθόδους των ανθρωπιστικών επιστημών με τη χρησιμοποίηση δεικτών, οι οποίοι θα δείχνουν την πραγματική κατάσταση μίας περιοχής όπως είναι η απόσταση, τα μέσα πρόσβασης, το επίπεδο απασχόλησης, ο αριθμός νοσοκομείων, η ύπαρξη δημοσίων υπηρεσιών, κ.λπ..

Άλλα ζητήματα πέραν από αυτά που ερευνά η παραπάνω εργασία είναι και η αποψίλωση των νησιών, η εσωτερική μετανάστευση των κατοίκων είτε, για παράδειγμα, ως συνέπεια της εγκατάλειψης των παραδοσιακών αγροτικών και άλλων δραστηριοτήτων, είτε της αδυναμίας προσφοράς στους νησιώτες βασικών παροχών όπως είναι η υγεία και η παιδεία, σε επίπεδο ανάλογο με αυτό που θεωρείται ως ικανοποιητικό στις σύγχρονες κοινωνίες. Μια πραγματικότητα που δεν μπορούμε ν’ αγνοήσουμε είναι και το ότι κατά το πλείστον στατιστικά τα νησιά της ΕΕ εδώ και δεκαετίες παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές με τις ηπειρωτικές περιοχές σε πολλούς τομείς. Η μεταπολεμική σημαντική πληθυσμιακή μείωση φαίνεται να έχει περιορισθεί πιο πρόσφατα κυρίως λόγω της ανάπτυξης του τουρισμού, της αγροδιατροφής (αγροτικής παραγωγής και βιομηχανίας τροφίμων και ποτών) που αποτελεί μια άλλη σημαντική δραστηριότητα στα νησιά, αλλά και λόγω μιας προσπάθειας δημιουργίας καλύτερων συνθηκών ζωής μέσω δημιουργίας περισσότερων βασικών δομών και υπηρεσιών, ώστε να μπορούν να παραμείνουν στα νησιά τόσο οι ντόπιοι, αλλά επίσης να είναι ελκυστικοί τόποι μόνιμης εγκατάστασης και μη ντόπιων.

Θα ολοκληρώσω τη σημερινή ανάρτηση με ένα απόσπασμα από μια τρίτη εργασία (3), η οποία υποδηλώνει ότι πρέπει να διατηρούμε ανοιχτό μυαλό και να σεβόμαστε τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν, κατανοούν ή ορίζουν τις έννοιες νησί, νησιώτης και νησιωτικότητα. Για παράδειγμα, ρωτώντας τον σύζυγό μου πώς αυτός μικρός βίωνε τον τόπο καταγωγής του μου είπε ότι δεν το αντιλαμβανόταν ιδιαίτερα ως νησί λόγω του μεγάλου μεγέθους του, αλλά και της εγγύτητας και σύνδεσής του με την ηπειρωτική χώρα μέσω γεφυρών. Αντιθέτως εγώ πάντοτε το θεωρούσα νησί, απλά επειδή περιβάλλεται από νερό. Είναι ενδιαφέρον ότι σύμφωνα με ένα σχετικά πρόσφατο νομοσχέδιο για τη νησιωτική πολιτική της χώρας και τη μελλοντική ανάπτυξη του νησιού, αναγνωρίστηκε νομικά ως νησί το 2020.

Οι Grydehøj, Markussen και Mausio υποστηρίζουν ότι η νησιωτικότητα δεν είναι έμφυτο χαρακτηριστικό όλων των τεμαχίων γης που περιβάλλονται από νερό και πολλοί άνθρωποι που κατοικούν σε τέτοια κομμάτια γης δεν τα θεωρούν νησιά, η δεν θεωρούν τους εαυτούς τους νησιώτες, ή δεν θεωρούν τη νησιωτικότητα σημαντική για τη ζωή τους. Επιπλέον, μας λένε ότι οι ιδέες σχετικά με το τι υποδηλώνει η νησιωτικότητα διαφέρουν μεταξύ πολιτισμών, εποχών και τόπων, κι ότι ακόμη και μελετητές των νησιωτικών σπουδών μπορεί να θεωρούν ότι ορισμένες μορφές φυσικής γεωγραφίας προσδιορίζουν την νησιωτικότητα περισσότερο από άλλες.

Προσθέτουν: «Τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ότι αρνούμαστε ότι πολλοί άνθρωποι που ζουν σε νησιά είναι περήφανοι ή αισθάνονται την επιθυμία να υπερασπιστούν τον νησιωτικό χαρακτήρα. Ορισμένες ιστορίες, γεωγραφίες, κληρονομιές και δίκτυα διεθνικών σχέσεων των νησιών, είναι πιο πιθανό να εμπνεύσουν τέτοιες εννοιολογήσεις από άλλες. Αλλά αυτό ακριβώς είναι το θέμα. Η δημοφιλής και ακαδημαϊκή προσπάθεια να κατανοήσουμε τα νησιά, τους νησιώτες και τον νησιωτικό χαρακτήρα υποδηλώνει μια καθολική νησιωτική εμπειρία, παρόλο που πολλές από τις νησιωτικές σπουδές επιμένουν (σωστά, πιστεύουμε) ότι το κάθε νησί είναι μοναδικό. Θα ήταν ενδιαφέρον να μάθουμε γιατί ορισμένοι άνθρωποι χαρακτηρίζουν τα μέρη τους ως νησιά, το πώς βλέπουν τον νησιωτικό χαρακτήρα ως κάτι αγαπητό και πολύτιμο, και το πώς υιοθετούν μια νησιωτική ταυτότητα. Για να γίνει αυτό, ωστόσο, απαιτείται οι ερευνητές να μην θεωρούν δεδομένη την νησιωτικότητα, να μην υποθέτουν ότι «μικρά κομμάτια γης που περιβάλλονται από νερό» είναι απλώς νησιά. Είναι σαφές ότι ορισμένα τέτοια μέρη δεν είναι νησιά για τους ανθρώπους των οποίων οι απόψεις γι’ αυτά σίγουρα έχουν τη μεγαλύτερη σημασία (τους «νησιώτες») και είναι σαφές ότι οι αντιλήψεις των νησιωτών για το «νησί» μπορεί να διαφέρουν από εκείνες των εξωτερικών παρατηρητών. Πιστεύουμε ότι οι νησιωτικές σπουδές είναι σημαντικές, ωστόσο, πιστεύουμε επίσης ότι είναι σημαντικό οι μελετητές να αναλογίζονται με προσοχή το γιατί και το πώς η νησιωτικότητα έχει σημασία σε συγκεκριμένους τόπους…»

References

  1. Aideen Foley, Laurie Brinklow, Jack Corbett, Ilan Kelman, Carola Klöck, Stefano Moncada, Michelle Mycoo, Patrick Nunn, Jonathan Pugh, Stacy-ann Robinson, Verena Tandrayen-Ragoobur & Rory Walshe (2023): Understanding “Islandness,” Annals of the American Association of Geographers, DOI: 10.1080/24694452.2023.2193249
  1. Γιάννης Σπιλάνης, Θανάσης Κίζος, Ιουλία Κονδύλη, Νίκος Μισαηλίδης (Πανεπιστήμιο Αιγαίου); Προσπελασιμότητα και Ελκυστικότητα των Νησιών του Αιγαίου, Περιοδικό αειχώρος, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας, file: ///C:/Users/User/Downloads/art5b-2.pdf
  2. Grydehøj, A., Su, P., Markussen, U., & Mausio, A. (2025): If Islands Did Not Exist, It Would Be Necessary to Invent Them: Grappling With Divergent Ascriptions of Islandness in Island Studies. Island Studies Journal, 20(2), 1–22, https://doi.org/10.24043/001c.137602

Για την Ημέρα της Μητέρας

«Το να δίνεται στις γυναίκες εκπαίδευση, εργασία, δυνατότητα να ελέγχουν το εισόδημά τους, να κληρονομούν και να κατέχουν περιουσία, ωφελεί την κοινωνία. Αν μια γυναίκα είναι ενδυναμωμένη, τα παιδιά της και η οικογένειά της θα είναι σε καλύτερη θέση. Όταν ευημερούν οι οικογένειες, ευημερεί το χωριό και τελικά ολόκληρη η χώρα.»  Ιζαμπέλ Αλιέντε

   Ένα πρόσφατο σχέδιο που έφτιαξα και μερικές εικόνες από τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους φωτογράφοι, γνωστοί και άγνωστοι, και καλλιτέχνες έχουν αντιληφθεί, σκιτσάρει, σκαλίσει ή ζωγραφίσει τη μητρότητα, και τις μητέρες και τα παιδιά:

Πίνακας της Αμερικανίδας ζωγράφου Άλις Νιλ (1900-1984) που απεικονίζει τη νύφη της με το μωρό της· φωτογραφία της Ελληνίδας φωτογράφου Βούλας Παπαϊωάννου (1898-1990)· φωτογραφία αγνώστου φωτογράφου της αδελφής της Βιρτζίνια Γουλφ, ζωγράφου και διακοσμήτριας εσωτερικών χώρων, Βανέσα Μπελ (1879-1961), με ένα από τα παιδιά της το 1928· ένα σχέδιο και μια ξυλογραφία, Οι Μητέρες, της Κάθε Κόλβιτς (1867-1945)· ένας πίνακας από την Μπλε περίοδο του Πάμπλο Πικάσο (1881-1973).