Graffitti

«Περνάς μπροστά από νεαρούς άνδρες και κορίτσια που κάθονται στα σκαλιά, περιπλανιέσαι σαστισμένος ανάμεσα σε αυτούς τους αυστηρούς τοίχους που τα χέρια των φοιτητών έχουν αραβουργήσει με τεράστια κεφαλαία γράμματα και λεπτομερή γκράφιτι, ακριβώς όπως οι άνθρωποι των σπηλαίων ένιωθαν την ανάγκη να διακοσμήσουν τους κρύους τοίχους των σπηλαίων τους για να γίνουν κύριοι του βασανιστικού άγνωστου ορυκτού, να τα κάνουν οικεία, να τα αδειάσουν στον δικό τους εσωτερικό κόσμο, να τα προσαρτήσουν στη φυσική πραγματικότητα της ζωής». Ίταλο Καλβίνο

Η σημερινή ανάρτηση αφορά το γκράφιτι και το βιβλίο της Madeleine Pelling, Writing on the Wall / Γραφή πάνω στον Τοίχο ή Γράφοντας στον Τοίχο. Η Pelling είναι Βρετανίδα ιστορικός πολιτισμού, συγγραφέας, podcaster και συνεργάτιδα σε προγράμματα της τηλεόραση και του ραδιοφώνου, η οποία έχει λάβει ερευνητικές υποτροφίες στα πανεπιστήμια του Γέιλ, Εδιμβούργου και Μάντσεστερ, και είναι μέλος της Βασιλικής Ιστορικής Εταιρείας. Με αυτό το βιβλίο μας μεταφέρει πίσω στο χρόνο, ζωντανεύοντας την ατμόσφαιρα των χώρων και τα ιστορικά γεγονότα που αναλύει. Η Pelling έχει καταφέρει όχι μόνο να αφηγηθεί την ιστορία και την εξέλιξη του γκράφιτι, τοποθετώντας το παράλληλα στο επίκεντρο ιστορικών γεγονότων και αρχιτεκτονικών χώρων, αλλά και να ζωντανέψει τη ζοφερή πραγματικότητα και την ατμόσφαιρα των περιόδων στις οποίες αναφέρεται. Επιπλέον, στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου κάνει ένα σύντομο κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό σε σχέση με σύγχρονα γεγονότα κι εξελίξεις.

Η Pelling έχει αναζητήσει τις κρυμμένες φωνές της Βρετανίας κυρίως του 18ου αιώνα, μιας ταραγμένης και μεταβατικής ιστορικής περιόδου, και μιας εποχής που ο καθένας μπορούσε με ένα αιχμηρό αντικείμενο ή ένα κομμάτι κιμωλίας ή κάρβουνου να αφήσει το σημάδι του σε τοίχους, οροφές, παράθυρα, πόρτες, αλλά και δημόσια μνημεία. Μέσω των γκράφιτι που έκαναν τόσο οι φτωχοί όσο και οι πλούσιοι, οι απλοί άνθρωποι και οι πολίτες της ανώτερης τάξης και προσωπικότητες της βουλής, μπορούμε να εξετάσουμε αυτές τις κατά τα άλλα αόρατες ιστορίες και να αποκτήσουμε μια εικόνα για μια ταραχώδη εποχή στη βρετανική ιστορία. Η Pelling μας λέει ότι το γκράφιτι είναι μία από τις εκατοντάδες λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί τους τελευταίους αιώνες για να περιγράψουν αυτό το είδος έκφρασης κι επικοινωνίας μέσω λέξεων, συμβόλων και εικόνων – μια μορφή έκφρασης και επικοινωνίας που μπορούμε να βρούμε στο πέρασμα του χρόνου από τους Αρχαίους Αιγύπτιους μέχρι κι σήμερα. Συζητά τη σημασία του γκράφιτι στην αποκάλυψη ανείπωτων ιστοριών που διαφορετικά θα είχαν χαθεί στο χρόνο, και πώς αυτή η μορφή δημιουργίας κι έκφρασης μας επιτρέπει να ρίξουμε μια ματιά στο πώς ήταν η ζωή στα παρασκήνια.

Το βιβλίο είναι οργανωμένο σε τρία μέρη, τα οποία περιλαμβάνουν τρεις διαφορετικές περιόδους: (1688-1740), (1740-1780) και (1780-1800), εστιάζει τόσο στο περιεχόμενο όσο και στις τοποθεσίες των γκράφιτι, και επίσης περιλαμβάνει εικονογραφήσεις, φωτογραφίες και έργα τέχνης. Ξεκινά με τη σειρά χαρακτικών του William Hogarth, Τα Τέσσερα Στάδια της Σκληρότητας. Καθώς περιγράφει μια σκηνή, σε κάποιο σημείο γράφει: «Παράλληλα με αυτή τη συγκρουσιακή συνάντηση μεταξύ της υποτιθέμενης υψηλής και της κατώτερης ζωής, της βασιλικής ηθικής και της ποταπότητας των πληβείων, ένας τρίτος άνδρας γράφει στον τοίχο…». Συνεχίζει παρέχοντας μια σύντομη κοινωνικοοικονομική κριτική σχολιάζοντας: «Η σκηνή διαπερνά την κριτική των ανισοτήτων και των βαρβαροτήτων που ο Hogarth και οι σύγχρονοί του παρατηρούσαν παντού γύρω τους τον δέκατο όγδοο αιώνα». Θέτει ερωτήματα όπως το αν όσοι είχαν γεννηθεί μέσα σε μια ζωή φτώχειας και εγκλήματος ήταν προορισμένοι να τη διαιωνίσουν, και ποιος ήταν ο ρόλος της γραφής στον τοίχο στη διαμάχη μεταξύ των ζοφερών πραγματικοτήτων που αντιμετώπιζαν εκείνη την εποχή τόσοι πολλοί από τους φτωχούς του έθνους με τις αναδυόμενες ιδέες του Διαφωτισμού εκείνα τα χρόνια.

Μας εξηγεί ότι καθώς ο αλφαβητισμός αυξανόταν στον πληθυσμό γενικότερα και καθώς άρχισε να αναδύεται μια δημόσια σφαίρα [η οποία ορίζεται από χώρους όπως καφενεία, ταβέρνες, χώρους ποτού, οίκους ανοχής, και η οποία τροφοδοτείται από συζητήσεις], η γραφή σε τοίχους και άλλες επιφάνειες προσέφερε έναν σχετικά μη αστυνομευόμενο κι ελεγχόμενο τρόπο να ακουστεί κανείς. Τα μηνύματα σε αυτές τις επιφάνειες είχαν απομακρυνθεί από τα θρησκευτικά και οικιακά πλαίσια των προηγούμενων αιώνων για να μπορέσουν  ν’ αντικατοπτρίσουν τον νέο, πιο σύνθετο κόσμο, καθώς οι πόλεις και οι κωμοπόλεις ξαναχτίζονταν μετά τον εμφύλιο πόλεμο, την πανούκλα και, στην περίπτωση του Λονδίνου, την πυρκαγιά του προηγούμενου αιώνα, τροφοδοτούμενες από τον πλούτο μιας επεκτεινόμενης αυτοκρατορίας. Η Pelling γράφει ότι ζητήματα όπως το δικαστικό και το ποινικό σύστημα, μια ποικιλία ανισοτήτων και ζητημάτων κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, καθώς και ο θρησκευτικός χαρακτήρας του έθνους ή το πού τελείωνε η ​​εξουσία του μονάρχη και ξεκινούσε αυτή του Κοινοβουλίου, όλα συζητιούνταν και το αποτύπωμα αυτών των συζητήσεων υπήρχε σε τοίχους και άλλες επιφάνειες. Τα μηνύματα περιελάμβαναν οτιδήποτε, από πολιτικά συνθήματα και ζωγραφιές και σκίτσα, μέχρι ερωτικές επιστολές, σατιρικά ποιήματα και σημειώματα δυσαρέσκειας, θυμού, μίσους, αντίστασης και οικονομικής καταστροφής, συκοφαντικές κατηγορίες, θρησκευτικές ή προφητικές προειδοποιήσεις, ακόμη και κριτικές για υπηρεσίες σε πορνεία.

Διαβάζοντας το βιβλίο καταλαβαίνουμε πώς χαράσσοντας ή γράφοντας κάτι όχι μόνο στη σελίδα, αλλά και στον τοίχο, μπορούσε να αλλάξει ζωές, να μεταβάλει την κοινή γνώμη και τα συναισθήματα του κόσμου και να διαμορφώσει πολιτικά γεγονότα. Αυτό γίνεται εξαιρετικά σαφές καθώς διαβάζουμε πώς οι έντονες πολιτικές και θρησκευτικές συγκρούσεις της εποχής απεικονίζονταν σε γκράφιτι σε όλη τη χώρα, καθώς και στο πεδίο της μάχης, και πώς ένα απλό σημείωμα με κιμωλία μπόρεσε να πυροδοτήσει γεγονότα όπως η σύλληψη και η εκτέλεση μιας μετανάστριας, Ρωμαιοκαθολικής μαίας, γεγονός που στη συνέχεια συνέβαλε σε περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων Καθολικών-Προτεσταντών, την εκθρόνιση του Καθολικού Βασιλιά από τον Γουλιέλμο και τη Μαίρη στα τέλη του 1688, και σε ότι άλλο ακολούθησε.

Μία από τις πηγές της Pelling είναι μια δημοσιευμένη συλλογή από γκράφιτι που βρέθηκαν σε καφενεία, ταβέρνες, δρόμους και τουαλέτες του Λονδίνου, με τίτλο, The Merry-Thought; or, The Glass-Window and Bog-House Miscellany, από έναν ανώνυμο συγγραφέα το 1731. Αυτό το έργο θα γινόταν best seller, πιθανώς επειδή τα καταγραμμένα μηνύματα αντηχούσαν τις μη αρθρωμένες κοινές πτυχές, επιθυμίες, μυστικές σκέψεις, φόβους, απώλειες, παράπονα και προκαταλήψεις των αναγνωστών. Η Pelling σημειώνει ότι η γραφή στους τοίχους του Λονδίνου χρησίμευε ως μια ορατή υπενθύμιση της τραγικής ανισότητας που βασίλευε και της εύθραυστης ισορροπίας δυνάμεων. Γράφει: «Το Λονδίνο ήταν μια πόλη με δύο πρόσωπα: ένα αξιοσέβαστο, ευγενικό και πουδραρισμένο λούστρο και μια πιο άσχημη, σημαδεμένη πραγματικότητα που κρυβόταν από κάτω. Αυτοί οι κόσμοι δεν υπήρχαν μεμονωμένα, αλλά μάλλον δίπλα-δίπλα, μερικές φορές στους ίδιους δρόμους, σπίτια, ακόμη και δωμάτια». Εν τω μεταξύ, το 1720, η κατάρρευση της South Sea Company, η οποία αρχικά είχε συσταθεί για να προμηθεύει σκλάβους Αφρικανούς σε φυτείες στην Αμερική και η οποία είχε αποφέρει πολύ πλούτο, έλαβε χώρα, με καταστροφικές συνέπειες, όπου χάθηκαν πολλές περιουσίες και πολλοί χρεοκόπησαν.

Όσοι πάλι βρήκαν τους κόσμους τους συρρικνωμένους στο μέγεθος ενός κελιού φυλακής επίσης άφησαν τα ίχνη τους σε τοίχους κι επιφάνειες. Η Pelling μας λέει ότι οι φυλακές ήταν μικρόκοσμοι της κοινωνίας του βασιλιά Γεωργίου, μικρογραφίες, κλειστοί χώροι με τις δικές τους ξεχωριστές κουλτούρες και οικονομίες, όπου κράτος και υπήκοος συγκρούονταν. Γράφει ότι εκείνη την εποχή τα όρια μεταξύ κοινωνικής τάξης, εξουσίας και ηθικής θόλωναν τακτικά, και η φτώχεια, τα αυξανόμενα χρέη, οι προκαταλήψεις, η φιλοδοξία, η απληστία ή η εκδίκηση, μπορούσαν να ρίξουν «πολλούς Βρετανούς στο έλεος μιας διεφθαρμένης δικαιοσύνης και των σωφρονιστικών συστημάτων που είχαν ως αποστολή τη διατήρηση της τάξης σε μια ταχέως μεταβαλλόμενη κοινωνία. Προσθέτει ότι οι κίνδυνοι άδικης μεταχείρισης, δικαστικών σφαλμάτων κι εκμετάλλευσης ήταν υψηλοί, τα κελιά υγρά και άθλια, οι ασθένειες ήταν διάχυτες στις φυλακές, η δωροδοκία πολλαπλασιαζόταν, η μεταχείριση των κρατουμένων υπόκειντο στις ιδιοτροπίες και τις προσωπικότητες των δεσμοφυλάκων, άτομα που είχαν χρεοκοπήσει ή είχαν χρέη στοιβάζονταν μαζί με καταδίκους που είχαν διαπράξει σοβαρά εγκλήματα, οι κρατούμενοι είχαν λίγα δικαιώματα ή πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη, και χρησιμοποιούνταν ακόμη και ως ιατρικά πειραματόζωα. Οι επιχειρηματίες δεσμοφύλακες χρέωναν τέλη επισκέψεων, ώστε οι περίεργοι να μπορούν να κοιτάζουν μέσα στα κελιά, καθιστώντας τους κρατούμενους «περίεργα αντικείμενα προς παρατήρηση και χαρακτήρες προς επαναπροσδιορισμό στο μυαλό των μαζών».

Επιπλέον, πολλοί από τους κρατούμενους στις φυλακές ήταν καθ’ οδόν προς τις αποικίες, μια πρακτική που ενίσχυε το αποικιακό εργατικό δυναμικό παρέχοντας ικανά σώματα σε αποικίες στην Αμερική κι αργότερα στην Αυστραλία. Αυτοί πιθανά να ήταν μερικοί από τους τυχερούς, αφού εκείνη την εποχή 200 εγκλήματα επέσυραν τη θανατική ποινή! Οι κρατούμενοι χάραζαν τα αρχικά τους, τα ονόματά τους, ποιήματα και στιχάκια, τις προσευχές και τις εξομολογήσεις τους, τα περιγράμματα αντικειμένων όπως όπλα και αγχόνες, πλοία, κτίρια, ακόμη και περίτεχνους δρόμους, στην επιφάνεια των τοίχων της φυλακής. Η Pelling γράφει: «Το γκράφιτι ήταν η γλώσσα των αποκλεισμένων κι ένα ανεκτίμητο μέσο για την επιβολή αυτονομίας κι αντίστασης σε ένα σύστημα που επέτρεπε ελάχιστη διατήρηση του εαυτού». Με ένα κομμάτι κάρβουνο ή κιμωλία, φωτιά, αίμα ή οποιοδήποτε αιχμηρό αντικείμενο, οι κρατούμενοι έλεγαν τις ιστορίες τους για να διεκδικήσουν τον εαυτό τους ως θύματα ή θύτες, και τα σκαλίσματα και γραψίματα τους αποκαλύπτουν πολλά για το πώς οι κατάδικοι έβλεπαν τον εαυτό τους και την κοινωνία που τους είχε καταδικάσει και περιθωριοποιήσει. Σήμερα, μερικά από αυτά τα σημειώματα ή σχέδια έχουν βρει τον δρόμο τους σε έργα σύγχρονων καλλιτεχνών που προσπαθούν να απεικονίσουν αυτούς τους χώρους φυλάκισης, θολώνοντας τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας, υψηλής τέχνης και του υποτιθέμενου πρωτογονισμού αυτού του υλικού.

Ανιχνεύοντας την ιστορία του γκράφιτι, το βιβλίο μας επιτρέπει να επισκεφτούμε σημαντικά γεγονότα όπως η βιομηχανική επανάσταση και οι αλλαγές που έφερε, οι εξεγέρσεις των Ιακωβιτών στη Σκωτία και τη βόρεια Αγγλία, η σύγκρουση με τη Γαλλία και την Ισπανία και η επανάσταση στις αμερικανικές αποικίες, η βρετανική αναταραχή τον Ιούνιο του 1780 και ο φόβος εξέγερσης. Στη συνέχεια, το 1789, όταν μια βίαιη εξέγερση κατέκλυσε το Παρίσι, αδειάζοντας τη Βαστίλη από τους κρατούμενους της και σηματοδοτώντας τη συμβολική έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης, το άγχος σε όλη τη Μάγχη έφτασε σε νέα ύψη. Η Pelling γράφει ότι οι Βρετανοί χρησιμοποίησαν τα γκράφιτι ως όπλα για να αγωνιστούν για τους σκοπούς τους και ότι ο ρόλος των γκράφιτι έριξε μια μακρά σκιά στις τελευταίες δεκαετίες του δέκατου όγδοου αιώνα. Σημειώνει ότι τόσο η γραφή στον τοίχο όσο κι ένα αναδυόμενο ιερογλυφικό λεξιλόγιο είχαν αποδειχθεί «ένα τρομερό εργαλείο στο οπλοστάσιο των επαναστατών, που διατυπώνοντας την στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, επισημαίνοντας τη διαφορά και κατευθύνοντας τα πλήθη».

Σε όλες τις επιφάνειες της Βρετανίας και των αποικιών της, τα γκράφιτι βοηθούσαν να τεθούν ερωτήματα σχετικά με τη φύση της ελευθερίας και ποιος τη δικαιούνταν και ποιος δεν την δικαιούνταν. Τον 18ο αιώνα, οι φτωχοί της υπαίθρου της Βρετανίας είχαν μεταβεί από τα χωράφια σε αστικά εργοστάσια, όπου οι περισσότεροι ζούσαν σε άθλιες συνθήκες. Αυτό οδήγησε τα εργατικά συνδικάτα να παραπονεθούν για την μηχανοποίηση της προηγουμένως εξειδικευμένης εργασίας και να υποστηρίξουν τα βασικά δικαιώματα και τους αξιοπρεπείς μισθούς. Το γκράφιτι, για άλλη μια φορά, προσέφερε έναν σχετικά μη λογοκριμένο και ανώνυμο τρόπο διαμαρτυρίας ενάντια στην εμπορευματοποίηση της ανθρώπινης εργασίας και την εξαφάνιση της χειροτεχνίας και της τοπικής κοινότητας. Εν τω μεταξύ, κατά τα πρώτα χρόνια του Ρομαντισμού, οι καλλιτέχνες εξερευνούσαν νέους τρόπους γραφής, ζωγραφικής και ύπαρξης, απαλλαγμένους από προηγούμενες καλλιτεχνικές και κοινωνικές συμβάσεις, και ως μέρος αυτής της πολιτισμικής αναδιαμόρφωσης, σημειώνει η Pelling, το γκράφιτι εξελισσόταν γρήγορα σε μια συντομογραφία της πνευματικής απελευθέρωσης.

Επιπλέον, και οι στρατιώτες, και στις δύο πλευρές των αγγλικών εμφυλίων πολέμων, αρέσκονταν στο να αφήνουν το στίγμα τους και τα ονόματα των μαχών που συμμετείχαν. Για τους στρατιώτες και τους ναύτες που υπηρετούσαν σε όλη τη Βρετανική Αυτοκρατορία, το γκράφιτι ήταν ένα εργαλείο για να σηματοδοτήσουν την ύπαρξή τους σε μια ζωή γεμάτη κινδύνους και χωρίς εγγύηση επιβίωσης. Η  Pelling μας λέει ότι μεταξύ των πιο παραγωγικών «γκραφιτάδων» της βρετανικής αυτοκρατορίας ήταν οι ναύτες της. Ωστόσο, καθώς αναδύονταν νέες ιδέες γύρω από την αξία της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας και της ανθρώπινης ζωής, και εν μέσω των αυξανόμενων εκκλήσεων για την κατάργηση της δουλείας, το γκράφιτι ασκούνταν επίσης από ένα ευρύ φάσμα ατόμων σε όλο τον αποικιακό κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των καταπιεσμένων και των σκλάβων.

Οι αιχμάλωτοι πολέμου επίσης γέμιζαν τους τοίχους των χώρων κράτησης τους, όπως κάστρα, πύργους και πλοία φυλακές. Η Pelling μας λέει ότι το 1815 περίπου 250, 000 χιλιάδες  αιχμάλωτοι πολέμου, κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά Γάλλοι, κρατούνταν στη Βρετανία. Μεταξύ αυτών των κρατουμένων ήταν και σκλάβοι άνδρες και γυναίκες από την Καραϊβική, οι οποίοι είχαν προσκληθεί να πολεμήσουν με αντάλλαγμα την ελευθερία τους. Μέσω της γραφής και των σχεδίων στον τοίχο, δήλωναν την εθνική και πολιτική τους αφοσίωση μέσα από τους καταπιεστικούς χώρους φυλάκισης. Τα γκράφιτι, γράφει η Pelling, μπορούσαν να παρακολουθήσουν την πρόοδο του αποικισμού σε στεριά και θάλασσα και να τεκμηριώσουν την αντίστασή, παρέχοντας μια αξιοσημείωτη καταγραφή της ανθρώπινης σκέψης, των συναισθημάτων και του αγώνα για ελευθερία.

Ένα διαφορετικό σύνολο κρατουμένων σε μια διαφορετική εποχή, κυρίως στις περιόδους των Τυδώρ και των Ελισαβετιανών, άφησε επίσης το στίγμα του στον τοίχο, μερικές φορές με πιο περίτεχνα γκράφιτι όπως αυτά στον Πύργο του Λονδίνου, ένα από τα πιο διάσημα ιστορικά κτίρια της Βρετανίας, το οποίο  εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται ως εργαλείο του κράτους τον 18ο αιώνα. Γκράφιτι σε κώδικες και σύμβολα καταδικασμένων βασιλισσών, μαρτύρων υπηρετών και υπηρετριών, και επαναστατών ανακαλύφθηκαν το 1796 από τον John Brand, για τον οποίο, γράφει η Pelling, «τα γκράφιτι των καταδικασμένων αντιπροσώπευαν όχι μόνο στιγμές στην πολιτική ιστορία – τις μηχανορραφίες της αυλής του δέκατου έκτου και δέκατου έβδομου αιώνα ειδικότερα – αλλά και την ανθρώπινη αγωνία / πόνο». Επίσης, εκείνη την εποχή, η εκτέλεση του γαλλικού βασιλικού ζεύγους είχε σκορπίσει πανικό στους Βρετανούς ευγενείς, και ο Brand γνώριζε την ασταθή πολιτική κατάσταση και το ότι, όπως σχολιάζει η Pelling, η συγγραφή ιστορίας ήταν (κι εξακολουθεί να είναι) μια ταραγμένη και περίπλοκη υπόθεση, και υπήρχαν ζητήματα αυθεντικότητας και πολιτικής που έπρεπε να ληφθούν υπόψη, επειδή αυτό το υλικό από το παρελθόν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να αποκαλύψει περισσότερες από μία αφηγήσεις ανάλογα με το ποιος τις έλεγε.

Στο βιβλίο περιλαμβάνεται επίσης μια ιστορία που καταδεικνύει πόσο συνδέονται οι προσωπικές ζωές και τα κοινωνικοοικονομικά πλαίσια αυτών. Μας αφηγείται την ιστορία ενός ιδιαίτερα σεβαστού στο επάγγελμά του κεραμικού ζωγράφου, κι ενός γενναιόδωρου κι αγαπημένου ατόμου, του James Doe, ο οποίος αυτοκτόνησε το 1979, αφού άφησε μια μακροσκελή επιστολή αυτοκτονίας, αν μπορούσε κανείς να την ονομάσει έτσι, κάτι που ήταν συνηθισμένο εκείνη την εποχή, όχι σε χαρτί αλλά στον τοίχο του τελευταίου μέρους που διέμενε. Η Pelling σημειώνει: «Η ιστορία του Doe ήταν μια ιστορία εφευρετικότητας, τέχνης, βιομηχανικής κατασκοπείας, ανισότητας και προδοσίας». Συζητά πώς μια βαθιά προσωπική προδοσία από έναν φίλο που αυτός είχε συνδράμει όταν φυλακίστηκε για βιομηχανική κατασκοπεία, διακινδυνεύοντας τη δική του φήμη και τις οικονομίες του, οδήγησε τελικά στην απώλεια της φήμης, της απασχόλησης και των χρημάτων του, και πώς αυτή η πραγματικότητα ήταν συνδεδεμένη με την αναταραχή που προκαλούσε η βιομηχανική επανάσταση, καθώς η μηχανοποιημένη παραγωγή έσβηνε γρήγορα τις ανθρώπινες ιστορίες πίσω από τα κατασκευασμένα αντικείμενα, εξαφάνιζε παραδοσιακές μορφές εργασίας κι οδηγούσε στη μείωση παραγωγής τροφίμων, στην έλλειψη τροφής και στην πείνα. Η Pelling σχολιάζει: «η βιομηχανική άνθηση δημιουργούσε γρήγορα ένα τεράστιο και πεινασμένο αστικό εργατικό δυναμικό που υποστηριζόταν από έναν συρρικνούμενο αγροτικό πληθυσμό».

Ο συσχετισμός ενός μηνύματος στον τοίχο ή σε μια επιφάνεια και της αυτοκτονίας στο βιβλίο μου έφερε στο νου τον λυκειάρχη και καθηγητή χημείας στο σχολείο που φοιτούσα. Την πρώτη μέρα λοιπόν του σχολείου κατά τη διάρκεια της πρωινής συγκέντρωσης κι αφού είχε τελειώσει η προσευχή, μας καλωσόρισε με μια «διδακτική ιστορία». Έδειξε ένα απόφθεγμα του Νίτσε γραμμένο ψηλά στον τοίχο ενός κτιρίου, ψηλότερο από τους τοίχους του σχολείου μας, και μας είπε ότι η μαθήτρια που το είχε γράψει είχε αυτοκτονήσει, προσθέτοντας ότι ο λόγος που την οδήγησε σε αυτή την πράξη ήταν το ότι διάβαζε Νίτσε. Φυσικά, η ιστορία του ήταν ένα άκομψο ψέμα, επειδή δεν θα ήταν πρακτικά εφικτό ένα κορίτσι να γράψει τη συγκεκριμένη φράση με τόσο μεγάλα γράμματα, τόσο ψηλά. Θα απαιτούσε μια επαγγελματική σκαλωσιά τουλάχιστον. Αλλά δυστυχώς αυτή ήταν η πρώτη του συμβουλή προσπαθώντας να χρωματίσει ίσως την προσέγγισή μας σε αυτού του είδους των αναγνωσμάτων, κι υψώνοντας έναν ασυνείδητο τοίχο ή φόβο ανάπτυξης της κριτικής μας σκέψης.

Συμπερασματικά, σύμφωνα με την Pelling, η γραφή λέξεων, συνθημάτων, συμβόλων και εικόνων σε τοίχους, παράθυρα, σοκάκια, εκκλησίες, μνημεία, φυλακές, τουαλέτες, πλοία, βράχους και δέντρα, πύργους και κάστρα έχει εξυπηρετήσει πολλούς σκοπούς κι έχει συχνά προσφέρει μια διέξοδο σε συναισθήματα και δημιουργικότητα. Γράφει ότι το γκράφιτι, το οποίο είχε αναπτύξει τα δικά του λεξιλόγια και κώδικες, αμφισβήτησε την εξουσία κι έκανε ορατές τις αδικίες, τις ανισότητες και τα παράπονα των αόρατων, επέτρεψε στη Βρετανία να συνομιλεί και να γελάει με τον εαυτό της, να αμφισβητεί το κατεστημένο και να αντιδρά σε γεγονότα, από τις εξεγέρσεις των Ιακωβιτών μέχρι τον Ρομαντισμό, να ενώνει κοινότητες και να τις διαλύει, να διαδίδει εκστρατείες μίσους και μηνύματα αγάπης. Εξελίχθηκε από κάτι καθημερινό κι ασήμαντο σε ένα πιο αποτελεσματικό πολιτικό εργαλείο που σε διάφορες στιγμές θεωρήθηκε απόδειξη εγκληματικότητας ή καταδικάστηκε από τις αρχές. Χρησιμοποιήθηκε επίσης ως πράξη αυτομνημόνευσης και μέσο καταγραφής μικροϊστοριών, στιγμών από την ατομική ζωή. Έφερε στο προσκήνιο την εγγύτητα μεταξύ υψηλής τέχνης και γκράφιτι, καθώς και τις οριοθετήσεις της κοινωνικής τάξης που αυτό περικλείει, και συχνά αποτέλεσε ένα αρχείο και μέσο καταγραφής πόνου, απώλειας και ταλαιπωρίας, σωματικής και δημιουργικής εργασίας, καθώς κι ένα μέσο που κατάφερε να μεταφέρει μηνύματα και μνήμη στο παρόν.

 Η μετάφραση είναι διαθέσιμη (30/06/2026)

Περπατώντας 

 

«Ξέρεις ότι είσαι ζωντανός / ή. Κάνεις τεράστια βήματα, προσπαθώντας να νιώσεις την στρογγυλάδα του πλανήτη ανάμεσα στα πόδια σου.» Annie Dillard

«Παίρνω και βγάζω περίπατο την ψυχή μου // κάθε που αρχίζει να σκληραίνει το χαμόγελό της. // Μου το λέει πεθύμησα τη βροχή, // τον ήλιο πάνω απ’ τα βουνά ή ανάμεσα απ’ τα σύννεφα // και τον αγέρα που γεννιέται αδιάκοπα στα δάση  // όλος αρώματα και ουσίες, γάλα και μουσική.» Νικηφόρος Βρεττάκος

«Το περπάτημα στη φύση είναι η πιο βαθιά προσευχή. Κάθε βήμα κι ένα ευχαριστώ στον ήλιο και στο χώμα».  Οδυσσέας Ελύτης

Η σημερινή ανάρτηση αφορά το περπάτημα, αυτή την έμφυτη ανθρώπινη ικανότητα να κινούμαστε στα δύο μας πόδια, διάσημους περιπατητές και το βιβλίο του Frédéric Gros, A Philosophy of Walking / Μια Φιλοσοφία του Περπατήματος. Συνοδεύεται επίσης από πέντε σχετικά σχέδια-κολάζ που έφτιαξα ενώ διάβαζα κι έγραφα για το περπάτημα.

Ο Frédéric Gros, γεννηθείς το 1965, είναι καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας στο Institut d’Etudes Politiques de Paris, διετέλεσε καθηγητής του Πανεπιστημίου Paris XII, δίδαξε στην Εθνική Σχολή Δικαστών, αλλά και στις φυλακές της Sante και της Fresnes, κι επιμελείται την έκδοση των έργων του Μισέλ Φουκώ. Επίσης, είναι ειδικός στην ιστορία της ψυχιατρικής και της βίας του πολέμου, και δεινός περιπατητής.

Ένας λόγος που επέλεξα το βιβλίο είναι επειδή μου αρέσει το περπάτημα. Μου αρέσει για τα οφέλη που προσφέρει στην υγεία, κι επειδή μ’ αρέσει να βρίσκομαι στη φύση, για την αίσθηση ελευθερίας που μου δίνει, για την ευκαιρία που μου παρέχει να παρατηρώ τον κόσμο, επειδή είναι ένας καλός τρόπος για να κάνω ένα διάλειμμα και μια εύκολη μορφή άσκησης, κι απλώς για την ευχαρίστηση του να μην κάνω τίποτα, εκτός από το να περπατάω κάτω από ανοιχτούς ουρανούς. Προσπαθώ να περπατάω αρκετές ώρες την εβδομάδα, και μερικές φορές διανύω μεγαλύτερες αποστάσεις, αλλά δεν είμαι περιπατήτρια μεγάλων αποστάσεων ή ορειβάτης, δεν βαδίζω ολόκληρες μέρες και δεν πεζοπορώ στην άγρια ​​φύση, ούτε κατασκηνώνω μόνη μου το βράδυ στη φύση, όπως οι άνθρωποι που αναφέρονται στο βιβλίο, οι οποίοι περπατούσαν σταθερά και μ’ ένταση κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Ένας άλλος λόγος που επέλεξα το βιβλίο ήταν ότι βρήκα ενδιαφέρουσα την εξερεύνηση της σύνδεσης μεταξύ περπατήματος και φιλοσοφίας. Ο Gros καταφέρνει να υφάνει φιλοσοφικές ιδέες, βιογραφικά στοιχεία ιστορικών προσώπων και το πώς το έργο τους συχνά συνδεόταν με το περπάτημα, ακόμη κι εξαρτιόταν από αυτό. Επιπλέον, περιλαμβάνει τις δικές του εμπειρίες και σκέψεις σχετικά με το περπάτημα τόσο στην ύπαιθρο όσο και σε αστικούς χώρους, και συνδυάζει την κοινωνικοπολιτική κριτική με μια πιο λυρική γραφή κι όμορφες περιγραφές. Κάθε κεφάλαιο ξεκινά με μια σχετική εικόνα.

Οι σύγχρονοι άνθρωποι περπατούν πάνω στη γη κάπου 300.000 χιλιάδες χρόνια, και οι παλιότεροι ανθρώπινοι πρόγονοί μας για δισεκατομμύρια χρόνια. Κατά μία έννοια, η ικανότητά μας να περπατάμε με συνέπεια σε όρθια θέση έχει συμβάλει στην εξέλιξή μας, κι έχει καθορίσει την εξέλιξη μας ως είδος. Το γεγονός ότι ορισμένοι άνθρωποι δεν μπορούν να περπατήσουν λόγω προβλημάτων υγείας ή αναπηριών, δεν επηρεάζει το εξελικτικό πλεονέκτημα του να βαδίζουμε στα δυο μας πόδια. Διαχρονικά, οι στοχαστές και οι συγγραφείς γνώριζαν την ευχαρίστηση και τα οφέλη του περπατήματος και της αναρρίχησης σε βουνά και λόφους. Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι συνέδεσαν τη σκέψη με το περπάτημα, κι ο Αριστοτέλης ίδρυσε την Περιπατητική Σχολή, μια φιλοσοφική σχολή που ιδρύθηκε το 335 π.Χ. στην αρχαία Αθήνα. Στην πραγματικότητα, τόσο ο Αριστοτέλης, ο οποίος είχε το παρατσούκλι Περιπατητικός, όσο κι ο Σωκράτης χρησιμοποιούσαν το περπάτημα ως παιδαγωγική διαδικασία για να σκέφτονται και να διδάσκουν, κι όπως ο Σωκράτης, έτσι και ο Αριστοτέλης διεξήγαγε τις διαλέξεις του περπατώντας.

Ο πατέρας της σύγχρονης εξελικτικής θεωρίας, Κάρολος Δαρβίνος, επίσης είχε συμπεριλάβει το περπάτημα στην πνευματική του ρουτίνα κι έκανε καθημερινούς περιπάτους. Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν έκανε μεγάλους περιπάτους στο Πρίνστον, συχνά ξυπόλητος. Είχε πει: «Αφιερώνω χρόνο σε μεγάλους περιπάτους στην παραλία, ώστε να μπορώ να ακούω τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι μου». Ο Δανός υπαρξιστής φιλόσοφος, που αναφέρεται και παρακάτω, Søren Kierkegaard, αγαπούσε τους μοναχικούς περιπάτους στην πόλη και είχε πει: «Πάνω απ’ όλα, μην χάνετε την επιθυμία σας να περπατάτε. Κάθε μέρα, περπατώντας φθάνω σε μια κατάσταση ευεξίας κι απομακρύνομαι από κάθε ασθένεια. Περπατώντας έχω οδηγηθεί στις καλύτερες σκέψεις μου και δεν γνωρίζω καμία σκέψη τόσο βαριά που να μην μπορεί κανείς να απομακρυνθεί από αυτή [περπατώντας]. Αλλά αν κάθεται κανείς ακίνητος, κι όσο περισσότερο κάθεται κανείς ακίνητος, τόσο πιο κοντά έρχεται στο να νιώσει άρρωστος. Έτσι, αν κάποιος απλώς συνεχίζει να περπατάει, όλα θα πάνε καλά». Ο Ludwig van Beethoven έκανε μεγάλους καθημερινούς περιπάτους με στυλό και χαρτί για να γράφει εμπνεύσεις για τις συμφωνίες του. Ήταν λάτρης της φύσης και το περπάτημα τον βοηθούσε να καθαρίσει το μυαλό του και συνέβαλλε στη δημιουργική διαδικασία. Ο Charles Dickens ήταν επίσης παθιασμένος περιπατητής. Στη βιογραφία του, ο Peter Ackroyd λέει ότι περπατούσε συνήθως δώδεκα μίλια σε δυόμισι ώρες. Ο Ντίκενς έγραψε: «Είμαι ταξιδιώτης της πόλης και της υπαίθρου και βρίσκομαι πάντα στο δρόμο». Συχνά περπατούσε για ώρες και κατά τη διάρκεια της νύχτας. Αυτοί οι νυχτερινοί περίπατοι ήταν ουσιαστικό μέρος της γραφής του, επειδή του επέτρεπαν να εξοικειωθεί με διάφορα μέρη του Λονδίνου, να απορροφήσει την ατμόσφαιρά του και να συναντήσει ανθρώπους από τα πιο επικίνδυνα ​​μέρη της πόλης.

Στο βιβλίο της, Wanderlust, στο οποίο έχω αναφερθεί σε παλαιότερη ανάρτηση, η Rebecca Solnit εξερευνά πώς είναι να βρίσκεσαι έξω στον κόσμο εκτελώντας τη βασική ανθρώπινη πράξη του  περπατήματος. Παρουσιάζοντας το θέμα της, υφαίνει ιστορίες και γεγονότα, καθώς και ποικίλους λόγους για τους οποίους περπατάει κανείς, από θρησκευτικά προσκυνήματα και πορείες διαμαρτυρίας, μέχρι ορειβασία, πεζοπορία και περιπλάνηση. Η Solnit αναφέρεται σε φιλοσόφους, προσωπικότητες της λογοτεχνίας, ακτιβιστές και άλλους, κι εξετάζει την αλληλεπίδραση του σώματός μας και του κόσμου, καθώς και την ελευθερία και την ευχαρίστηση που μπορεί να μας προσφέρει το περπάτημα. Ο Frédéric Gros, περιπατητής μεγάλων αποστάσεων και ο ίδιος, στο ίδιο πνεύμα, περιλαμβάνει ιστορίες άλλων, διανθισμένες με τις δικές του εμπειρίες πεζοπορίας και ορειβασίας, ενώ παράλληλα αναλογίζεται γιατί τόσοι πολλοί από τους πιο παραγωγικούς συγγραφείς και φιλοσόφους στην ιστορία υπήρξαν όλοι φανατικοί περιπατητές. Παρέχει παραδείγματα κυρίως από τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία, τη θρησκεία και τα πολιτικά κινήματα.

Το βιβλίο αποδείχθηκε ένα πολύ ενδιαφέρον ανάγνωσμα, αλλά  γέννησε κι ορισμένα ερωτήματα, όπως το γιατί οι ιστορίες γυναικών δεν έχουν συμπεριληφθεί σε αυτόν τον τόμο, καθώς σίγουρα υπήρξαν διάσημες γυναίκες από την αρχαιότητα, οι οποίες ήταν ένθερμες περιπατήτριες και πεζοπόροι, και οι οποίες μάλιστα έχουν γράψει για τις εμπειρίες τους. Φυσικά, ένας συγγραφέας πρέπει να επιλέξει μια περιοχή εστίασης και, ως εκ τούτου, ένα βιβλίο δεν μπορεί να περιέχει τα πάντα. Επηρεάζεται αναπόφευκτα από τις προσωπικές προτιμήσεις και το πεδίο εξειδίκευσης του συγγραφέα, καθώς και από το γεγονός ότι το συγκεκριμένο θέμα είναι δυνατόν να συζητηθεί σε σχέση με πολλά άλλα θέματα. Επιπλέον, η συμπερίληψη παραδειγμάτων γυναικών θα απαιτούσε ίσως μια συζήτηση σχετικά με το γιατί οι γυναίκες έχουν παραλειφθεί ως επί το πλείστον από αυτήν την αφήγηση και τους λόγους για τους οποίους οι φωνές τους έχουν αγνοηθεί στην πεζοπορική λογοτεχνία, τους κοινωνικούς περιορισμούς που αντιμετώπισαν κι ακόμη αντιμετωπίζουν οι γυναίκες (και περιθωριοποιημένες ομάδες, οι ηλικιωμένοι ή τα άτομα με αναπηρίες), καθώς και τα ζητήματα ασφάλειας που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες όταν περπατάνε μόνες σε δημόσιους χώρους. Στο βιβλίο της, Wanderers: History of Women Walking, η Kerri Andrews, συγγραφέας και πεζοπόρος η ίδια, εστιάζει σε δέκα διάσημες γυναίκες και περιγράφει τις προκαταλήψεις ή τις απειλές που υφίστανται οι γυναίκες για τις οποίες το περπάτημα ήταν σημαντικό.

Ο Gros δεν έχει συμπεριλάβει καν γυναίκες φιλοσόφους και λογοτεχνικές προσωπικότητες όπως η συμπατριώτισσα του, Σιμόν ντε Μποβουάρ, ή η Βελγο-Γαλλίδα εξερευνήτρια, Alexandra David-Néel. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ (1908–1986), μια διάσημη Γαλλίδα υπαρξίστρια φιλόσοφος, ήταν επίσης φανατική πεζοπόρος. Το 1931 ξεκίνησε μεγάλες πεζοπορίες. Η Μποβουάρ γράφει για το πώς συντονίστηκε με το σώμα της και το περιβάλλον της, πώς απολάμβανε τη σωματική άσκηση στο τέλος της ημέρας, και πώς η πεζοπορία στα βουνά διαμόρφωσε την κατανόησή της για την σωματοποιημένη  υποκειμενικότητα. Η  Alexandra David-Néel, γεννημένη το 1868, ήταν η πρώτη ξένη γυναίκα που εξερεύνησε το Θιβέτ. Το 1924, σε ηλικία 55 ετών, μεταμφιέστηκε σε ζητιάνα, διέσχισε τα παγωμένα Ιμαλάια, κι έφτασε στην ιερή πόλη της Λάσα, η οποία εκείνη την εποχή ήταν απαγορευμένη στους ξένους.

Υπάρχουν πολλές ακόμη διάσημες γυναίκες. Για να αναφέρουμε, μόνο μερικές Ευρωπαίες, η Iris Murdoch είναι επίσης μια άλλη σημαντική μυθιστοριογράφος και φιλόσοφος, η οποία ήταν φανατική περιπατήτρια, και η Virginia Woolf, η διάσημη συγγραφέας και δοκιμιογράφος του 20ού αιώνα, έκανε μεγάλους περιπάτους στο Λονδίνο και την ύπαιθρο για να βάλει σε τάξη τις ιδέες της, και οι περίπατοι της διαμόρφωσαν τη γραφή της και ενέπνευσαν το δοκίμιό της, “Street Haunting”. Η Woolf πίστευε ότι το μοναχικό περπάτημα ήταν απαραίτητο για την ελευθερία και τη δημιουργικότητα των γυναικών. Υπάρχουν πολλές ακόμη σημαντικές προσωπικότητες όπως η Harriet Martineau (1802–1876), μια παραγωγική συγγραφέας, κοινωνιολόγος και υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας του 19ου αιώνα που εξερεύνησε εκτενώς τα Χάιλαντς της Σκωτίας και την Περιοχή των Λιμνών με τα πόδια. Στο βιβλίο της, The Living Mountain, η Nan Shepherd, η Σκωτσέζα συγγραφέας και φανατική πεζοπόρος, απαθανάτισε τη σωματική και πνευματική της σύνδεση με το περπάτημα. Στην Jane Austen επίσης άρεσε να περπατάει, ιδιαίτερα με την αδερφή της, και το περπάτημα φαίνεται να είναι αναπόσπαστο κομμάτι των μυθιστορημάτων της.

Πολλές Ελληνίδες συγγραφείς έχουν περπατήσει και σκαρφαλώσει σε βουνά από την αρχαιότητα. Ένα παράδειγμα, που αναφέρεται συνοπτικά στο βιβλίο στο κεφάλαιο για τους Κυνικούς φιλοσόφους (των οποίων το όνομα προέρχεται από την ελληνική λέξη κύων που σημαίνει σκύλος) είναι η αρχαία φιλόσοφος Ιππαρχία η Κυνική. Καταγόταν από πλούσια Θρακική οικογένεια, παντρεύτηκε τον Κυνικό φιλόσοφο Κράτη γύρω στο 325 π.Χ., και υιοθέτησαν έναν τρόπο ζωής οικειοθελούς φτώχειας και ζωής στο περιθώριο της κοινωνίας, απαρνούμενοι τα υπάρχοντά τους και τους τυπικούς έμφυλους ρόλους της εποχής. Η Ιππαρχία παρακολουθούσε συμπόσια που προορίζονταν μόνο για άνδρες, συζητούσε φιλοσοφία στην αγορά, και περπατούσε και δίδασκε στους δρόμους της Αθήνας με τον Κράτη. Η Έλλη Αλεξίου (1894-1988), συγγραφέας και εκπαιδευτικός, περπάτησε και εξερεύνησε τα μέρη στα οποία βρέθηκε και ενσωμάτωσε τις παρατηρήσεις της στα γραπτά της, και οι εμπειρίες και περιπέτειες της Γαλάτειας Καζαντζάκη (1881-1962) επίσης αντικατοπτρίζονται στο γραπτό της. Τέλος, μια σύγχρονη ιστορικός και συγγραφέας που μου έρχεται στο νου είναι η Λένα Διβάνη, η οποία έγραψε κι ένα βιβλίο, Τι έμαθα περπατώντας στον κόσμο, το οποίο αφορά τις πεζοπορικές και αναρριχητικές της εμπειρίες σε μέρη όπως η Νέα Ζηλανδία, η Κούβα, η Αιθιοπία, το Βιετνάμ, η Βενεζουέλα, η Ινδία, η Παταγονία, κι αλλού.

Ωστόσο, για να επιστρέψω στο βιβλίο, ο Gros περιλαμβάνει ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο για τον Άγγλο ποιητή William Wordsworth, ο οποίος συνέθεσε τα μακροσκελή λυρικά του ποιήματα περπατώντας, κι έπαιρνε τους δρόμους σαν φτωχός, όχι από ανάγκη αλλά για ευχαρίστηση, κι όπως μας λέει ο Gros, η ακατανοησία και η εχθρότητα που αντιμετώπισε ο ποιητής υπογραμμίζει τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ του σοβαρού περπατήματος και του απογευματινού περιπάτου που έκαναν οι άνθρωποι της τάξης του. Στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, το περπάτημα ήταν κυρίως η μοίρα των φτωχών, των αλητών ή των περιοδευόντων θεατρικών ομάδων και των πλανόδιων πωλητών. Παραθέτει ένα απόσπασμα του Christopher Morley, ο οποίος έγραψε ότι ο Wordsworth ήταν ένας από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν τα πόδια του στην υπηρεσία της φιλοσοφίας. Σε αυτό το κεφάλαιο, ο Gros αναφέρει την αδερφή του Wordsworth, Ντόροθι, αλλά δεν την αναφέρει ως την ημερολογιογράφο του 18ου αιώνα, η οποία ήταν επίσης φανατική περιπατήτρια και εξερευνήτρια της φύσης, και η οποία συχνά συνόδευε τον αδελφό της στους μακρινούς περιπάτους του.

Ο Gros γράφει για τη χαρά και την ευεξία που μπορεί να μας προσφέρει το περπάτημα, για την αίσθηση ελευθερίας που μπορεί να μας προσφέρει η πεζοπορία και η ορειβασία σε πιο δύσβατα τοπία, για το πώς το περπάτημα μπορεί να διευκολύνει τη σκέψη και να μας φέρει πιο κοντά στην πιο πρωτόγονη ανθρώπινη φύση μας, για το περπάτημα σε αστικές και αγροτικές περιοχές, σε πάρκα και στην άγρια ​​φύση, το περπάτημα ως αναχώρηση και το περπάτημα ως επιστροφή, την ευχαρίστηση της επιστροφής και της ανάπαυσης μετά από μια μεγάλη βόλτα, για θρησκευτικά προσκυνήματα, πορείες διαμαρτυρίας και το περπάτημα ως μέσο ειρηνικής πολιτικής ανυπακοής, τις δικές του εμπειρίες και πολλά άλλα. Εξερευνά την έννοια του περπατήματος, τους διαφορετικούς λόγους και τρόπους με τους οποίους περπατάμε, και μας εισάγει σε φιλοσόφους, ποιητές και συγγραφείς, και άλλες ιστορικές προσωπικότητες για τις οποίες αυτό ήταν σημαντικό και κρίσιμο για το έργο τους, και οι οποίοι μερικές φορές βάδιζαν ακόμη και μέχρι σημείου κατάρρευσης. Τέλος μας προτρέπει να θυμόμαστε την ευδαιμονία του νηπίου όταν κάνει τα πρώτα του βήματα και την λαχτάρα του να κινηθεί μόνο του, και μας προσκαλεί να εξετάσουμε τη δική μας εμπειρία σχετικά με το περπάτημα.

Οι άνθρωποι περπατούν για διαφορετικούς λόγους: για ευχαρίστηση, για άσκηση, για τα οφέλη στην υγεία, για να επιτύχουν μια αίσθηση ελευθερίας, για περισσότερη διαύγεια, συγκέντρωση και ηρεμία, από ανάγκη, από αίσθηση περιπέτειας και διάθεση εξερεύνησης, ως μορφή διαφυγής, για να σκεφτούν, για να δουν τον κόσμο, για να γιορτάσουν, για να διαμαρτυρηθούν και να διαδηλώσουν ή για να αναζητήσουν τον Θεό. Περπατούν για την ειρήνη και παρελαύνουν σε στρατιωτικές παρελάσεις. Εξετάζει πώς το περπάτημα μας παρέχει την ευκαιρία να προχωρήσουμε πιο αργά σε μια γρήγορη και γεμάτη περισπασμούς εποχή, ή την ελευθερία που μας επιτρέπει να βιώσουμε η πεζοπορία και ο ύπνος στην ύπαιθρο, σε μια κατασκήνωση ή καταφύγιο, για παράδειγμα, πώς μπορεί να μας βοηθήσει να ξεφύγουμε από την υπερβολικά καθιστική ζωή μας σε κλειστούς χώρους. Αναλύει τα οφέλη του μοναχικού περπατήματος και την αποδοχή της σιωπής για λίγο. Μας λέει ότι η μονοτονία της σωματικής προσπάθειας, η επαναλαμβανόμενη διαδικασία, απελευθερώνει το μυαλό και μπορεί να φέρει ηρεμία, αλλά και να τροφοδοτήσει την παραγωγή σκέψης και δημιουργικής εργασίας. Αυτή η στοιχειώδης πρακτική, λέει, μας δίνει χαρά και ευχαρίστηση, καθαρίζει το μυαλό μας και επιτρέπει το δέος και το θαυμασμό, μας απελευθερώνει και αυξάνει την αυτενέργεια μας. Γράφει ότι υπάρχει η αναβλητική ελευθερία που συνοδεύει το περπάτημα, και ότι ακόμη και μια απλή σύντομη βόλτα επιτρέπει σε κάποιον να «αποβάλει το βάρος των φροντίδων… να ξεφύγει από τους περιορισμούς της εργασίας, να αποτινάξει τον ζυγό της ρουτίνας». Ακόμη κάνει αναφορά στο ότι ίσως να περπατάμε έχοντας επίγνωση ότι αν όχι τα γηρατειά, ο θάνατος σίγουρα, θα μας στερήσει την ελευθερία να περπατάμε.

Ο Gros εξετάζει διάφορες πολιτισμικές μορφές πεζοπορίας, όπως τα θρησκευτικά προσκυνήματα, και διαδρομές και τοποθεσίες προσκυνήματος στον κόσμο που για τους Χριστιανούς ήταν η Ρώμη, η Ιερουσαλήμ ή το Σαντιάγο ντε Κομποστέλα. Οι προσκυνητές περπατούν για διάφορους λόγους, μας λέει, αλλά αυτό που έχουν κοινό είναι ότι βαδίζουν, καταβάλλουν προσπάθεια, αφήνουν πίσω τους ζωές και ανθρώπους, τουλάχιστον για ένα διάστημα. Οι προσκυνητές ιστορικά συνήθιζαν να περπατούν, συχνά σε μακρινούς προορισμούς, για λόγους σχετικούς με την πίστη τους, για να προσφέρουν ευχαριστίες, για να ζητήσουν μεσολάβηση εάν ένας συγγενής ασθενούσε σοβαρά ή εάν οι ίδιοι ήταν σοβαρά άρρωστοι, ως μετάνοια για σοβαρά λάθη ή αμαρτίες, και στο παρελθόν ακόμη και για εγκλήματα που είχαν μείνει ατιμώρητα. Υπήρξαν επίσης μοναχοί που πέρασαν ολόκληρη τη ζωή τους περπατώντας σε στενά ορεινά μονοπάτια. Μερικοί, γράφει, εξακολουθούν να βρίσκονται στο Άγιο Όρος. Ο Gros γράφει ότι πίσω από κάθε προσκύνημα μπορούμε να βρούμε μια ουτοπία και μια ιστορία εσωτερικής μεταμόρφωσης, αναγέννησης και παρουσίας ή κοσμικής αναγέννησης, που επιτυγχάνεται μέσω της πεζοπορίας και της ανοχής των δεινών. Ως παράδειγμα της ουτοπίας της αναγέννησης μέσω του περπατήματος, για παράδειγμα, αναφέρεται στο προσκύνημα στο όρος Καϊλάς στο Θιβέτ, το οποίο θεωρείται από πολλές ανατολίτικες θρησκείες ως ιερός τόπος και το κέντρο του σύμπαντος. Ως παράδειγμα της ουτοπίας της κοσμικής αναγέννησης, γράφει για τη μεγάλη πεζοπορία πεγιότ που πραγματοποιείται ετησίως από τον λαό Χουιτσόλ του Μεξικού, και όπου ο στόχος του προσκυνήματος τους είναι να φτάσουν στη Γουιρικούτα, τη Γη των Προγόνων, όπου φυτρώνει το πεγιότ.

Το περπάτημα μπορεί να έχει και πολιτική διάσταση. Ο Gros αναλύει πώς συστήματα και δομές, όπως η κοινωνική τάξη ή ο καπιταλισμός, καθορίζουν το πώς, το γιατί και το που περπατάμε, αλλά δεν εστιάζει  στο πώς ο σεξισμός, ο ρατσισμός, η περιθωριοποίηση των ανθρώπων και διάφορες μορφές αστυνόμευσης συχνά επίσης εμποδίζουν τη διαδικασία του περπατήματος. Ωστόσο, καταδεικνύει τη σύνδεση μεταξύ του περπατήματος και της ειρηνικής πολιτικής ανυπακοής σε διάφορα ιστορικά πλαίσια. Για παράδειγμα, αναφέρεται στην πολιτική φιλοσοφία και πρακτική του Γκάντι. Ο Γκάντι περπάτησε μεγάλες αποστάσεις και πεζοπόρησε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του στην Ινδία, στην Αφρική, στην Ευρώπη, επιλέγοντας το περπάτημα είτε ως προτιμώμενο μέσο μετακίνησης είτε ως τρόπο προσέγγισης των ανθρώπων και συμμετοχής τους σε ειρηνικές πορείες διαμαρτυρίας. Ένα παράδειγμα είναι η πορεία του αλατιού. Οι Βρετανοί είχαν το μονοπώλιο στη συγκομιδή αλατιού στην Ινδία και κανείς δεν επιτρεπόταν να το εμπορεύεται ή ακόμα και να το συλλέγει για προσωπική χρήση. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτό, όταν βρισκόταν φυσικό αλάτι κοντά σε πληθυσμούς, οι οποίοι μπορεί να το έπαιρναν για δική τους χρήση, καταστρέφονταν τα κοιτάσματα.

Περιλαμβάνονται στο βιβλίο αρκετές αναφορές σε φιλοσόφους, όπως ο Φρίντριχ Νίτσε, ο οποίος ήταν ένας παθιασμένος και ακούραστος περιπατητής, και περπατούσε τόσο για να ανακουφίσει τον σωματικό πόνο όσο και για να ενισχύσει την ικανότητα σκέψης του. Εργαζόταν περπατώντας ή σκαρφαλώνοντας βουνά, συνθέτοντας μερικά από τα σπουδαία έργα του κατά τη διάρκεια αυτών των μεγάλων περιπάτων. Ο φιλόσοφος του 18ου αιώνα, Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, του οποίου το έργο είναι γεμάτο με τους περιπάτους του, ισχυριζόταν ότι δεν μπορούσε να σκεφτεί και να εργαστεί χωρίς το περπάτημα. Η μακρά αναζήτησή του και οι περίπατοί του στο δάσος στο δεύτερο μέρος της ζωής του, γράφει ο Gros, τον οδήγησαν στη συνειδητοποίηση ότι «η κακία, η καχυποψία και το μίσος δεν έχουν τις ρίζες τους στην πρωτογενή αγριότητα: μπολιαστήκαμε με αυτά, κλειδωμένοι καθώς είμαστε στον τεχνητό κήπο του κόσμου, και δεν έχουν σταματήσει ποτέ να εξαπλώνονται από τότε. Αυτή ήταν η ανακάλυψη αυτών των περιπάτων χωρίς τέλος». Γράφει και για το συνηθισμένο περπάτημα του Ιμμανουήλ Καντ. Κάθε μέρα η ίδια βόλτα, στο ίδιο μέρος, την ίδια ώρα. Η ζωή του, γράφει ο Gros, «ήταν τόσο ακριβής όσο και οι γραμμές ενός μουσικού χειρογράφου». Η διαδρομή του μέσα από το πάρκο στην τότε Πρωσία ονομάστηκε «Ο Περίπατος του Φιλοσόφου». Ο Gros γράφει επίσης για τον Χένρι Ντέιβιντ Θορώ, τον συγγραφέα του Walden, μιας συνοπτικής περιγραφής των δύο χρόνων που έζησε στο δάσος, και της πρώτης φιλοσοφικής πραγματείας για το περπάτημα, και παρουσιάζει τις ιδέες του για το περπάτημα, την απλότητα, τη λιτότητα, την άγρια ​​φύση, το κέρδος και το όφελος. Ο Θορώ ισχυρίστηκε ότι το περπάτημα, για παράδειγμα, μπορεί να μην φέρει κανένα κέρδος, αλλά είναι πολύ ωφέλιμο.

Επίσης αναφέρεται στο περπάτημα ως μέσο διαφυγής ή ως συνυφασμένο με τη μελαγχολία. Περιλαμβάνει ένα δοκίμιο για τον Γάλλο ποιητή Αρθούρο Ρεμπώ και την έντονη επιθυμία του να ξεφύγει από την ακινησία, και σχολιάζει ότι βρίσκει στον Ρεμπώ αυτή την αίσθηση του περπατήματος ως φυγής. Ο Ρεμπώ περπάτησε και ταξίδεψε, πεισματικά και με πάθος, σε όλη τη σύντομη ζωή του. Είχε πει για τον εαυτό του: «Είμαι ένας πεζός, τίποτα περισσότερο». Σχετικά με τον Ζεράρ ντε Νερβάλ, ο Gros λέει ότι το περπάτημα είχε γίνει μέρος μιας ενεργού μελαγχολίας. Γράφει: «Υπάρχει ένα αίσθημα μελαγχολίας στη στάση του Νερβάλ απέναντι στο περπάτημα». Υπάρχει επίσης ένα κεφάλαιο στο βιβλίο σχετικά με την κοινωνική παθολογικοποίηση του περπατήματος και τις παθολογικές μορφές περπατήματος, όπως η «δρομομανία» τον 19ο αιώνα, όροι που στις μέρες μας, έχουν χάσει το νόημα τους. Υποθέτω ότι σήμερα, ορισμένες από αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να λάμβαναν διαγνώσεις όπως επιληπτικά ή διασχιστικά επεισόδια. Ο Gros αναλογίζεται: «Είναι ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε γιατί το περπάτημα παθολογικοποιήθηκε με αυτόν τον τρόπο κι είναι δελεαστικό να κάνουμε παραλληλισμούς με τη σύγχρονη ποινικοποίηση των περιπλανόμενων και των άστεγων», και προσθέτει ότι «οι αρχές και οι αξιοσέβαστοι καθιστικοί πολίτες» ήταν πάντα καχύποπτοι απέναντι στους ατρόμητους περιπατητές. Κι όπως γνωρίζουμε, όλα τα αυταρχικά καθεστώτα περιορίζουν την ελευθερία κίνησης.

Ο Gros αναφέρεται στη μονοτονία και την επαναλαμβανόμενη φύση του περπατήματος σε διάφορα σημεία του βιβλίου, στο πώς η πράξη του να βάζεις απλώς το ένα πόδι μπροστά από το άλλο επιτρέπει στο μυαλό να περιπλανηθεί και να ηρεμήσει. Απελευθερώνει το νου κι του επιτρέπει να είναι παρόν, να είναι ακίνητο, να απορροφά και να παρατηρεί, και να συνειδητοποιεί τη σχέση μας με το τοπίο και το περιβάλλον μας, κι ότι είμαστε μέρος του. Γράφει: «Όταν περπατάμε, δεν είναι τόσο ότι πλησιάζουμε, αλλά περισσότερο ότι τα πράγματα εκεί έξω γίνονται όλο και πιο επίμονα στο σώμα μας. Το τοπίο είναι ένα σύνολο γεύσεων, χρωμάτων, αρωμάτων που απορροφά το σώμα». Γράφοντας για την επανάληψη, κάνει συγκρίσεις μεταξύ του περπατήματος και της διαδικασίας της ψαλμωδίας και επανάληψης θρησκευτικών ψαλμών. Όπως και με το περπάτημα, γράφει, η επανάληψη ψαλμών μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη συγκέντρωση και ηρεμία. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι η βραδύτητα του περπατήματος μας επιτρέπει να παρατηρούμε, να βλέπουμε, να μυρίζουμε, να αισθανόμαστε. Γράφει: «Επανάληψη, βραδύτητα, απαλότητα: και ο περιπατητής χαϊδεύει το τοπίο για ώρες ολόκληρες με τα πόδια και τα μάτια του». Μιλάει για το πώς «η βιασύνη και η ταχύτητα επιταχύνουν τον χρόνο, ο οποίος περνάει πιο γρήγορα, και δύο ώρες βιασύνης μειώνουν την ημέρα… Μπορείς να στοιβάξεις ένα βουνό από πράγματα σε μια ώρα. Οι μέρες αργού περπατήματος είναι πολύ μεγάλες: σε κάνουν να ζεις περισσότερο επειδή έχεις επιτρέψει σε κάθε ώρα, κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο να αναπνεύσει….».

Περιγράφει επίσης πώς το περπάτημα μπορεί να είναι και μια προσωρινή απόδραση από την ταυτότητα μας, καθώς το περπάτημα είναι μια μορφή αυτούσιας ζωής. Παρέχει μια σύντομη αίσθηση απόδρασης, ελευθερίας, κι εγκατάλειψης των πραγμάτων, και φέρνει μια κούραση που δημιουργεί γαλήνη. Ο Gros σημειώνει: «…οι περίπλοκες ταυτότητές μας, τα πρόσωπα και οι μάσκες μας. Τίποτα από αυτά δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ, επειδή το περπάτημα δεν απαιτεί ποτέ τίποτα άλλο παρά το σώμα… Δεν είσαι πλέον ένας ρόλος ή μια κατάσταση… αλλά ένα σώμα, ένα σώμα που νιώθει τις αιχμηρές πέτρες στα μονοπάτια, το χάδι του ψηλού χόρτου και τη φρεσκάδα του ανέμου». Το να μην έχεις τίποτα άλλο να κάνεις παρά να περπατάς καθιστά δυνατή την ανάκτηση της καθαρής αίσθησης ύπαρξης, την ανακάλυψη της απλής χαράς της ύπαρξης, και υπάρχουν στιγμές μετά από ένα χρονικό διάστημα περπατήματος που το σώμα βιώνει τη δική του ελαφρότητα. Αυτή η χαλάρωση, ωστόσο, της ταυτότητας απαιτεί ορισμένες προϋποθέσεις και μπορεί να μην είναι δυνατή για όλους σε κάθε πλαίσιο, ειδικά σε αστικές περιοχές, όπου οι άνθρωποι μπορεί να μην αισθάνονται πάντα ασφαλείς, και όπου η κίνηση μπορεί να μην είναι πάντα απαλλαγμένη από διάφορους περιορισμούς ή εμπόδια.

Σε ένα από τα πιο πολιτικά του κεφάλαια με τίτλο Βαδίζοντας Μαζί, γράφει: «Τα καθεστώτα διχάζουν και ενώνουν ταυτόχρονα. Το να ζηλεύουμε τον πλησίον μας και το να μισούμε τους ξένους είναι δύο συμπληρωματικές παρορμήσεις που μας κάνουν να ξεχνάμε το αρχικό σκάνδαλο…: τον διαχωρισμό μεταξύ ηγεμόνων και κυβερνώμενων, πλουσίων και φτωχών… Όλα κρατούνται στη θέση τους με το να κραδαίνουν το φάντασμα του εχθρού ή του ξένου, δημιουργώντας ένα προπέτασμα καπνού και καλύπτοντας την άδικη διαίρεση της κοινωνίας». Υπάρχει επίσης ένα κεφάλαιο για τη σχέση μεταξύ περπατήματος και ευγνωμοσύνης. Ο Gros γράφει: «Ο Επίκουρος έχει μια λέξη για αυτό: χάρις… Χάρις: Είμαι ο αποδέκτης ενός δώρου, στο οποίο απαντώ με ευγνωμοσύνη. Ο τουρίστας που βιάζεται και ο επίμονος περιπατητής δεν βλέπουν το ίδιο πράγμα. Ο πρώτος παίρνει, συλλαμβάνει, καταγράφει, συσσωρεύει και επεκτείνει τη βάση δεδομένων του. Ο δεύτερος προσφέρει ευχαριστίες και παραδίδεται στην εμπειρία». Υπάρχουν κι άλλα θέματα που συζητούνται στο βιβλίο, όπως το περπάτημα ως επιβίωση. Αναφέρεται στο μυθιστόρημα του Κόρμακ ΜακΚάρθι, «Ο Δρόμος», την ιστορία της περιπλάνησης ενός πατέρα κι ενός μικρού γιου με τα πόδια σε ένα περιβάλλον αποκαλυπτικό, όπου δεν έχουν τίποτα στο οποίο να προσκολληθούν παρά μόνο την ελπίδα, την ανθρωπιά τους και την αγάπη τους ο ένας για τον άλλον.

Ένας άλλος φιλόσοφος που περιλαμβάνεται στο βιβλίο είναι ο Κίρκεγκορ, ο οποίος πέρασε τη ζωή του περπατώντας, σκεπτόμενος και γράφοντας, κι ο οποίος έβλεπε ότι κάθε «στάδιο στην πορεία της ζωής» υπονοούσε έναν συγκεκριμένο τρόπο βάδισης (τον αισθητικό, τον ηθικό, τον θρησκευτικό). Ο Gros ξεκινά το κεφάλαιο με μια ανάμνηση από την παιδική ηλικία του Κίρκεγκορ ή ίσως μια μεταφορική ιστορία. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η ιστορία μας μιλάει για ένα παιδί που ήθελε να βγει στον δρόμο για να τρέξει και να παίξει, και ο αυστηρός και ελεγκτικός πατέρας του το ανάγκασε να περπατήσει μαζί του σε ένα μακρύ δωμάτιο, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, ασταμάτητα, ενώ φαντάζονταν  και μιλούσαν για τα πράγματα που μπορεί να έβλεπαν και να συναντούσαν στους δρόμους της Κοπεγχάγης. Υπάρχει επίσης μια σύντομη αναφορά στο τραύμα του φιλοσόφου που σχετίζεται με την Υπόθεση Corsair, η οποία επηρέασε τη σκέψη και το έργο του Κίρκεγκορ, έτσι ώστε  να ασκήσει κριτική στον ρόλο των μέσων μαζικής ενημέρωσης και στην κοινωνική διαδικασία ισοπέδωσης στην οποία η μοναδικότητα του ατόμου καθίσταται ανύπαρκτη, και να υποστηρίξει περαιτέρω τον ατομικισμό σε πείσμα πολλών συντριπτικών κοινωνικών πιέσεων.

Προς το τέλος του βιβλίου, ο Gros αναφέρεται και στον Προυστ και τους περιπάτους αναψυχής, αυτούς που κάναμε ως παιδιά και αυτούς που κάνουμε ως ενήλικες για να χαλαρώσουμε, σε πάρκα, σε πεζοδρόμια και γύρω από τη γειτονιά μας. Μας γυρίζει πίσω στο χρόνο, στο Παρίσι, όταν η είσοδος στους επιμελημένους δημόσιους κήπους αρχικά απαγορευόταν στο πλήθος και επιτρεπόταν μόνο στην υψηλή κοινωνία, και συζητά επίσης την προέλευση του flâneur, του κατοίκου της πόλης που περιπλανιέται χωρίς προορισμό σε μια πόλη, για να την βιώσει, να απολαύσει τα αξιοθέατα, τις μυρωδιές και το αστικό τοπίο. Ο Gros γράφει: «Ο flâneur εμφανίστηκε σε μια εποχή που η πόλη είχε αποκτήσει αρκετή κλίμακα για να γίνει τοπίο. Μπορούσε να διασχιστεί σαν να ήταν βουνό, με τα περάσματα του, τις αντιστροφές της οπτικής γωνίας, τους κινδύνους και τις εκπλήξεις του επίσης. Είχε γίνει δάσος, ζούγκλα» και προσθέτει ότι αυτή η μορφή περιπάτου προϋποθέτει την παρουσία τριών συνθηκών: την πόλη, το πλήθος και την κυριαρχία των εμπορευμάτων. Στο τελευταίο κεφάλαιο για την κούραση και τους λόγους για τους οποίους ο ίδιος περπατάει, μας λέει: το περπάτημα «φθείρει απαλά το σώμα σαν να το γυαλίζουν, με αποτέλεσμα μια λαμπερή κόπωση».

Περιορισμοί………..

«Το ρήμα «σχεδιάζω / ζωγραφίζω» αναφέρεται σε μια πράξη τραβήγματος / έλξης. Εφαρμόστε το στη δημιουργία σημαδιών και θα εμφανιστούν δύο τέτοιες πράξεις. Ένα χέρι σέρνει έναν μαρκαδόρο (ή μολύβι) πάνω σε μια επιφάνεια. Σε κάποιο επίπεδο, εμπλέκεται η ανθρώπινη πρόθεση. Αλλά τα δοχεία αυτής της πρόθεσης – το μυαλό μας, οι επιταχυνόμενοι μύες μας – έλκονται και τα ίδια. Ενώ ασχολούμαστε με το σχέδιο, γνωρίζουμε ότι υπάρχει κάτι που δεν έχει ακόμη γίνει ορατό, κάποια επίδραση στην επιφάνεια που δεν έχει ακόμη συμβεί. Όσο διαρκεί η δραστηριότητα, υπάρχουν δέλεαρ μπροστά μας: αντικείμενα που βλέπουμε, είτε «εδώ μέσα» είτε «εκεί έξω», παρορμήσεις να εμφυσήσουμε ζωή και να διορθώσουμε. Η εμπειρία συνίσταται λιγότερο στο να έχεις τον έλεγχο και περισσότερο στην επιδίωξη.» Julian Bell, καλλιτέχνης, κριτικός τέχνης και συγγραφέας [https://www.lrb.co.uk/the-paper/v47/n06/julian-bell/on-drawing]

«Είναι η απουσία των γεγονότων που τρομάζει τους ανθρώπους: το κενό που ανοίγεις, μέσα στο οποίο ρίχνουν τους φόβους, τις φαντασιώσεις, τις επιθυμίες τους.» Hilary Mantel

«Είναι καλύτερο να μην δοκιμάζεις τους ανθρώπους, να μην τους αναγκάζεις να απελπίζονται. Κάνε τους να ευημερούν, από την υπερρευστότητα, θα είναι γενναιόδωροι. Οι χορτασμένες κοιλιές γεννούν ευγενικούς / μαλακούς τρόπους…» Hilary Mantel

Η σημερινή ανάρτηση αφορά το πρόσφατο βιβλίο του David Epstein, Inside the Box: How Constraints Make Us Better / Μέσα στο Κουτί: Πως οι περιορισμοί μας κάνουν καλύτερους. Για να είμαι ειλικρινής, δίσταζα λίγο να αγοράσω το βιβλίο. Πρώτον, η λέξη «περιορισμοί» στον τίτλο μου έφερε αρχικά στο νου το γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων σε όλο τον πλανήτη κατακλύζεται από περιορισμούς κάθε είδους και έλλειψη επιλογών και πόρων, κάτι που τις περισσότερες φορές οδηγεί σε σπατάλη ανθρώπινου δυναμικού και δυνατοτήτων για μια καλύτερη ζωή. Δεύτερον, σκέφτηκα πώς, όντας σε αυτή τη φάση και θέση στη ζωή μου, το θέμα ίσως να μην ήταν τόσο σχετικό και ότι θα μπορούσα να επιλέξω κάτι άλλο να διαβάσω, ίσως κάτι από τα αδιάβαστα βιβλία στα ράφια μου. Η χρήση της μεταφοράς «μέσα στο κουτί» στον τίτλο επίσης μου γέννησε κάποιους δισταγμούς. Ωστόσο, όταν τελικά διάβασα το βιβλίο, σκέφτηκα ότι η επιλογή των λέξεων από τον συγγραφέα είχε νόημα, και επίσης ότι ήταν ενδιαφέρον και χρήσιμο. Επίσης, πρέπει να πω εξαρχής ότι αυτό είναι ένα κάπως εκτενέστερο κείμενο, δεν είναι μια σύντομη ανασκόπηση του βιβλίου, αλλά μάλλον μια παρουσίαση των βασικών σημείων και ιδεών που αναλύονται σε αυτό, κι επειδή το βιβλίο είναι γεμάτο με πληροφορίες, όρους και ιδέες, ξεπέρασε την αρχική μου πρόθεση των δυο ή τριών σελίδων.

**Ο David Epstein είναι πτυχιούχος περιβαλλοντικών σπουδών και δημοσιογραφίας. Έχει γράψει για την αθλητική επιστήμη και την ανθρώπινη απόδοση. Δύο ευρέως διαβασμένα βιβλία του είναι: Το Αθλητικό Γονίδιο και Ευρυγνωσία, το οποίο έχει μεταφραστεί στα ελληνικά.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι το βιβλίο του Epstein αμφισβητεί τις κοινές πεποιθήσεις και τον τρέχοντα πολιτισμικό μύθο ότι η δημιουργικότητα, οι επιστημονικές ανακαλύψεις, οι νέες εφευρέσεις και τα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα απαιτούν απόλυτη ελευθερία ή απεριόριστους πόρους. Παρέχει μια σειρά από ιστορικά παραδείγματα και ερευνητικά ευρήματα, δημιουργώντας μια σύνθεση από ποικίλους τομείς όπως η τεχνολογία, η χημεία, η μηχανική, η υγεία και ιατρική έρευνα, ο αθλητισμός, οι επιχειρήσεις, ο στρατός, ο βιομηχανικός σχεδιασμός και η αρχιτεκτονική, η τέχνη, η ποίηση και η λογοτεχνία, ο σχεδιασμός της εκπαίδευσης και των κοινωνικών πολιτικών, οι προσωπικές σχέσεις, κλπ. Κατά μία έννοια, το βιβλίο του επιτρέπει τη δημιουργία συσχετίσεων μεταξύ διαφορετικών πλαισίων και χρονικών περιόδων, ένα είδος κατανόησης της «ευρύτερης εικόνας», αλλά και των προσωπικών μας ιστοριών. Μέσω παραδειγμάτων και ερευνητικών αναφορών, υποστηρίζει ότι ενώ μπορεί να πιστεύουμε ότι η απόλυτη ελευθερία και η πληθώρα επιλογών και πόρων μπορεί να είναι ο καλύτερος τρόπος για να είμαστε δημιουργικοί, καλλιτεχνικοί, καινοτόμοι ή επιχειρηματικοί, η παρουσία ορισμένων περιορισμών και η πράξη είναι αυτά που συχνά οδηγούν σε αποτελέσματα, επιτεύγματα, ολοκληρωμένα έργα, αίσθημα ικανοποίησης και εκπλήρωσης, ακόμη και σημαντικές ανακαλύψεις. Ο Epstein δεν προτείνει τον περιορισμό των ονείρων ή της ικανότητας της φαντασίας να δημιουργεί ιδέες και εμπνεύσεις, αλλά μάλλον προτείνει να μάθουμε πώς να χτίζουμε «καλύτερα κουτιά» που μπορούν να διευκολύνουν την πραγματοποίηση αυτών των ονείρων και ιδεών. Υποστηρίζει ότι η δημιουργικότητα, η αποτελεσματική επίλυση προβλημάτων και η ολοκλήρωση έργων επιτυγχάνονται συχνότερα όταν υπάρχουν όρια, όταν σκεφτόμαστε αργά, αλλά ενεργούμε γρήγορα, όταν είμαστε σε θέση να ξεπεράσουμε τα εμπόδια που υπάρχουν, και όταν υπάρχει υποστήριξη και συνεργασία.

Ο Epstein χρησιμοποιεί πολλά ερευνητικά ευρήματα για να υποστηρίξει τα επιχειρήματά του και μας εισάγει σε πολλούς όρους και φαινόμενα, αλλά τοποθετεί και τον εαυτό του στην αφήγηση. Γράφει ότι ήταν περίεργος να μάθει πώς και γιατί οι περιορισμοί μπορούν να είναι χρήσιμοι, επειδή μερικές από τις πιο διαμορφωτικές εμπειρίες της ζωής του περιστρέφονταν γύρω από δικούς του περιορισμούς και εμπόδια. Αναφέρεται, για παράδειγμα, στο πώς ένα εξαρθρωμένος και σπασμένος ώμος στο δημοτικό σχολείο, ενώ προσπαθούσε να πετάξει μια μπάλα, τον ανάγκασε  να χρησιμοποιήσει τεχνικές μνημονικών στην τάξη, πολύ πριν καν μάθει τι σήμαινε αυτή η λέξη, κάτι που τον βοήθησε κατά τη διάρκεια των μαθημάτων γαλλικών αρχικά, κι αργότερα σε άλλα πλαίσια. Αναφέρεται επίσης σε μεταγενέστερες εμπειρίες ζωής και σε άλλες γενικότερες ανησυχίες, της σύγχρονης πραγματικότητας με την ατελείωτη σύγκριση και απόσπαση της προσοχής μας.

Στη διάρκεια της αναζήτησης του για κατανόηση και γνώση, αναφέρει ότι έπεσε πάνω σε ένα απόσπασμα του γνωστού ψυχολόγου Mihaly Csikszentmihalyi, ο οποίος επινόησε τον όρο «flow / ροή» για να περιγράψει το αίσθημα της εμβύθισης σε μια δραστηριότητα, κι ο οποίος υποστηρίζει ότι αντί να αναρωτιόμαστε πάντα σχετικά με καλύτερες και περισσότερες επιλογές, η δέσμευση σε μια επιλογή, ειδικά στις σχέσεις, μπορεί να επιτρέψει την απελευθέρωση μεγάλης ποσότητας ενέργειας για τη ζωή, αντί να ανησυχούμε συνεχώς για το πώς να ζήσουμε. Σε παρόμοιο τόνο, ο ψυχολόγος σχέσεων Scott Stanley έχει καταγράψει μια σύγχρονη τάση «ολίσθησης έναντι λήψης αποφάσεων», όταν οι νέοι ενήλικες «ολισθαίνουν» σε σημαντικές αποφάσεις σχέσης χωρίς ποτέ να φθάνουν σε συνειδητή δέσμευση ο ένας στον άλλον. Ο Epstein γράφει ότι η αποφυγή μιας συνειδητής δέσμευσης μπορεί να διατηρήσει την αίσθηση ότι κάποιος διατηρεί τις επιλογές του ανοιχτές. Ωστόσο, τα ζευγάρια που «ολισθαίνουν» σε μια κλιμακούμενη δέσμευση καταλήγουν λιγότερο ικανοποιημένα μακροπρόθεσμα, είναι πιο πιθανό να πάρουν διαζύγιο αν παντρευτούν, κι επίσης, η συνεχής ενασχόληση με το αν υπάρχει κάτι καλύτερο εκεί έξω επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα της παρούσας εμπειρίας της ζωής.

Όπως ανέφερα, ο Epstein εισάγει τον αναγνώστη σε μια σειρά από φαινόμενα και όρους, τους οποίους θεωρεί σχετικούς με το θέμα, και παρέχει πληθώρα παραδειγμάτων από διάφορους τομείς. Θα αναφερθώ εν συντομία σε μερικά από αυτά παρακάτω.

Ένα παράδειγμα στο οποίο επανέρχεται, είναι αυτό μιας εταιρείας της δεκαετίας του 1990, της General Magic, με τρεις από τους ιδρυτές της να είναι θρύλοι της Apple, η οποία κατάφερε να συγκεντρώσει μια ονειρική ομάδα από λαμπρούς ανθρώπους της τεχνολογίας και εκατομμύρια δολάρια σε επενδύσεις, αλλά δεν έφερε τίποτα στην αγορά και αντ’ αυτού κατέρρευσε υπό το βάρος της φιλοδοξίας, του ενθουσιασμού και της έλλειψης οποιασδήποτε δομής ή περιορισμού. Ο Epstein περιγράφει τον αρχικό ενθουσιασμό και την πίστη σε μια νοοτροπία “όλα είναι δυνατά”, μια συμμαχία με εταιρείες όπως η Sony, η Motorola και πολλές άλλες, μια κουλτούρα μηχανικών που κοιμόντουσαν στο πάτωμα στα γραφεία τους και οραματίζονταν, προέβλεπαν την οικονομία της πληροφορίας, σχεδίαζαν και κατασκεύαζαν πρώιμα πληκτρολόγια αφής, προδρόμους emojii, το cloud και αυτό που θα γινόταν το μελλοντικό iPhone, αλλά που δεν είχαν κανέναν σαφή πελάτη στο μυαλό τους, κανένα έσοδο, καμία προθεσμία ή οποιοδήποτε είδος οριοθέτησης. Δούλευαν σε οτιδήποτε τους τραβούσε την προσοχή, είχαν περισσότερες ιδέες από όσες θα μπορούσαν να μετατρέψουν σε προϊόντα που θα μπορούσαν να φτάσουν στην αγορά, πρόσθεταν συνεχώς και σκέφτονταν με παραληρηματική ταχύτητα, αλλά ενεργούσαν αργά, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα μια χαοτική κατάσταση που τελικά έφερε την κατάρρευση. Όπως σχολίασε κι ένας φοιτητής αφού παρακολούθησε ένα ντοκιμαντέρ της Sarah Kerruish, η ομάδα «προσπαθούσε να φάει ένα ολόκληρο κέικ αντί να το κόψει σε κομμάτια».

Ένας από τους όρους και τα φαινόμενα που περιγράφονται στο βιβλίο περιλαμβάνουν κάτι που ο Epstein αποκαλεί «κατάρα της αφθονίας», όπου πάρα πολλά χρήματα, ταλέντο, επιλογές, πόροι ή ελευθερία χωρίς καμία οριοθέτηση και περιορισμό μπορούν να προκαλέσουν χάος και σύγχυση. Συζητά την έμφυτη ανθρώπινη τάση μας να προσθέτουμε αντί να αφαιρούμε, ακόμη και όταν το τελευταίο θα εξυπηρετούσε καλύτερα την κατάσταση κι αναφέρεται σε αυτό που είναι γνωστό ως «φαινόμενο του χριστουγεννιάτικου δέντρου», το οποίο υποδηλώνει ότι ως άνθρωποι έχουμε μια γνωστική προκατάληψη να λύνουμε προβλήματα προσθέτοντας αντί να αφαιρούμε, σαν να κρεμάμε όλο και περισσότερα στολίδια σε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, κάτι που είναι «συχνά εις βάρος της συνοχής και της χρηστικότητας».

Αναφέρεται στο πείραμα Lego του Leidy Klotz (οur resistance to subtractive change), όπου δόθηκε σε ενήλικες μια κατασκευή Lego που έπρεπε να ενισχυθεί για να κρατήσει ένα τούβλο πάνω από το κεφάλι μιας φιγούρας δράσης του Star Wars, και όπου κάθε κομμάτι Lego που πρόσθεσαν οι συμμετέχοντες μείωνε την ανταμοιβή τους. Παρά ταύτα, οι περισσότεροι πρόσθεσαν κομμάτια, παρόλο που η αφαίρεση μόνο ενός προφανώς επισφαλούς κομματιού θα είχε λύσει το πρόβλημα. Αναφέρεται και στον Νόμο του Μπρουκς [ο Φρεντ Μπρουκς ηγήθηκε της ανάπτυξης των υπολογιστών IBM που χρησιμοποίησε η NASA για να στείλει ανθρώπους στη Σελήνη], ο οποίος υποδηλώνει ότι η προσθήκη ανθρώπων σε ένα έργο που έχει ήδη καθυστερήσει θα φέρει επιπρόσθετη καθυστέρηση. Όσον αφορά τη γραφή και την ανάγκη για επιμέλεια, αναφέρει ότι οι δημοσιογράφοι χρησιμοποιούν τη μακάβρια φράση «πνίξτε τα γατάκια σας» προκειμένου να αναφερθούν στην αφαίρεση προτάσεων που δεν εξυπηρετούν τον αναγνώστη.

Μια άλλη ιδέα που αναπτύσσει προέρχεται από την έρευνα του Bent Flyvbjerg σχετικά με τις καταστροφές έργων, όπου το μοτίβο «σκεφτείτε γρήγορα, δράστε αργά» αντιπαραβάλλεται με την πιο επιτυχημένη προσέγγιση «σκεφτείτε αργά, δράστε γρήγορα». Το μοτίβο καταστροφών που έχει καταγράψει ο Flyvbjerg καταδεικνύει ότι «όταν υπάρχουν λίγοι περιορισμοί, τα συναρπαστικά έργα γίνονται πολύ μεγάλα πολύ γρήγορα» κι έχει επίσης καταγράψει ότι όταν τελικά τα πολύ μεγαλεπήβολα έργα πετυχαίνουν, ακολουθούν την πορεία: «Σκεφτείτε αργά, δράστε γρήγορα». Ένα άλλο φαινόμενο που αναφέρει ο Epstein είναι αυτό που οι παραγωγοί της Pixar ονόμασαν «το όμορφα σκιασμένο σεντς (κέρμα)», που είναι η τάση να αφιερώνονται μέρες ή εβδομάδες, βελτιώνοντας κάποια μικροσκοπική λεπτομέρεια παρόμοια με τη σκίαση σε ένα κέρμα που το κοινό, σε αυτή την περίπτωση, δεν θα πρόσεχε ποτέ. Ο Ed Catmull, συνιδρυτής και πρόεδρος της Pixar, παρέχει ένα παράδειγμα, όπου βλέπουμε πώς η υπερβολική ευσυνειδησία και δημιουργικότητα εκ μέρους της ομάδας ή των καλλιτεχνών λειτούργησε εναντίον τους, καθώς έχασαν την επαφή με τους μεγαλύτερους στόχους.

Ένα άλλο σημείο που θίγει ο Epstein στο βιβλίο είναι η ανάγκη να επιλέγονται τμήματα μεγαλύτερων ή σύνθετων προβλημάτων που μπορούν να αντιμετωπιστούν αντί να χάνεται κανείς στην πολυπλοκότητα και την απεραντοσύνη του προβλήματος. Μας λέει ότι ο βραβευμένος με Νόμπελ Χέρμπερτ Σάιμον, πρωτοπόρος της γνωστικής ψυχολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης, έχει δείξει ότι οι άνθρωποι (και οι υπολογιστές) είναι αναγκασμένοι να λύνουν προβλήματα με ατελείς πληροφορίες. Ο Σάιμον χρησιμοποιεί την έννοια «χώρος του προβλήματος / problem space», τον οποίο ο Epstein γράφει ότι είναι «μια μεταφορική περιοχή στην οποία πρέπει να πλοηγηθεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος για να μεταβεί από κάποια αρχική κατάσταση ενός προβλήματος σε κάποια λύση», αλλά για άγνωστες προκλήσεις και σύνθετα προβλήματα, «ο χώρος προβλημάτων είναι τόσο απέραντος και αχαρτογράφητος….». Ο Simon μας λέει ότι η πρόκληση είναι να καταφέρουμε να επιλέξουμε σωστά «ένα πολύ μικρό μέρος του συνολικού λαβυρίνθου επίλυσης προβλημάτων, για εξερεύνηση».

Ο Epstein αναλύει επίσης την ιδέα ότι οι άνθρωποι είναι «γνωστικοί τσιγκούνηδες» και λόγω των περιορισμένων γνωστικών μας δυνατοτήτων, τείνουμε να αναζητούμε λύσεις που είναι εύκολες και διαισθητικές. Ειδικά, όταν έχουμε πολλή ελευθερία, τείνουμε να καταφεύγουμε σε απλές ή οικείες λύσεις, κάτι που δεν είναι απαραίτητα μια καλή στρατηγική σε πιο σύνθετες καταστάσεις. Ο γνωστικός επιστήμονας Daniel Willingham έχει γράψει ότι, σε αντίθεση με αυτό που πιστεύουμε, «ο εγκέφαλος έχει σχεδιαστεί για να σας γλιτώνει από το να σκέφτεστε». Κι επειδή ο εγκέφαλος έχει τη φυσική τάση να εξοικονομεί ενέργεια και να αποφεύγει την επίπονη σκέψη, η πλήρης ελευθερία συνήθως οδηγεί σε μη πρωτότυπες και οικείες ιδέες, ενώ κάποιο επίπεδο περιορισμών αναγκάζει τον εγκέφαλο να ασχοληθεί με τη βαθύτερη επίλυση προβλημάτων. Αναφέρεται επίσης στο φαινόμενο Einstellung, έναν ψυχολογικό όρο για την ενστικτώδη τάση μας να χρησιμοποιούμε μόνο οικείες μεθόδους για την επίλυση προβλημάτων ή την πραγματοποίηση πραγμάτων, ακόμη και αν υπάρχουν καλύτερες επιλογές, κι ότι η υπερβολική ελευθερία οδηγεί σε κομφορμισμό. Ο Epstein υποστηρίζει ότι αυτή η τάση εμφανίζεται σε κάθε μελέτη σχετική με τη δημιουργικότητα. Για παράδειγμα, σε μια διάσημη μελέτη δημιουργίας παιχνιδιών, οι σχεδιαστές εργάστηκαν σκληρότερα και ήταν πιο δημιουργικοί όταν τους δόθηκαν πέντε τυχαία επιλεγμένα στοιχεία και τους ζητήθηκε να τα ενσωματώσουν όλα, παρά όταν μπορούσαν να κάνουν οτιδήποτε.

Ένα άλλο αφηγηματικό νήμα που διατρέχει όλο το βιβλίο αφορά τον Ρώσο χημικό Ντμίτρι Μεντελέγιεφ και το πώς δημιούργησε τον περιοδικό πίνακα, ο οποίος δεν του ήρθε πλήρως διαμορφωμένος σε ένα όνειρο όπως είναι ο μύθος, αλλά ήταν αποτέλεσμα ενός συμβολαίου βιβλίου, μιας προθεσμίας, και της ανάγκης να γράψει ένα εγχειρίδιο για αρχάριους, κάτι που τον ώθησε να σκεφτεί μέσα από ένα παιδαγωγικό πρίσμα. Ο Epstein γράφει ότι όσο λαμπρός κι εφευρετικός κι αν ήταν ο Μεντελέγιεφ, η ανακάλυψή του συνέβη μόνο «όταν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα αυθαίρετα σχήματα που του έρχονταν εύκολα στο μυαλό και να αφοσιωθεί στη σκληρή δουλειά του στοχευμένου, δημιουργικού πειραματισμού», και επίσης ότι η τυποποίηση του έδωσε τη δυνατότητα να συνεργάζεται με ανθρώπους που δεν γνώριζε, γεγονός που διευκόλυνε την απρόσωπη ανταλλαγή γνώσεων.

Ο Epstein παρέχει πολλά ακόμη παραδείγματα επιστημόνων και εφευρετών όπως ο Thomas Edison, ο Albert Einstein, ο Charles Darwin και αρκετοί άλλοι, των οποίων οι ανακαλύψεις γεννήθηκαν εντός περιοριστικών πλαισίων. Αναφέρει επίσης παραδείγματα από την υγεία και την ιατρική έρευνα. Για παράδειγμα, μια έρευνα που αναφέρθηκε από τον χειρουργό και συγγραφέα Atul Gawande, η οποία διεξήχθη σε άτομα που δεν είχαν λάβει διάγνωση και σε άτομα που είχαν πρόσφατα διαγνωστεί με καρκίνο, υποδηλώνει ότι όταν οι άνθρωποι είναι άρρωστοι προτιμούν ως επί το πλείστον λιγότερες επιλογές όσον αφορά τα μέσα θεραπείας. Όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των φαρμακευτικών προϊόντων και των συμπληρωμάτων, ο Epstein γράφει ότι όταν πρόκειται για την εξαγωγή αληθινών συμπερασμάτων από μια συγκεκριμένη μελέτη, η υπερβολική ελευθερία αποβαίνει καταστροφική. Αυτό το πρόβλημα της ελευθερίας του ερευνητή που οδηγεί σε ψευδή συμπεράσματα είναι πλέον γνωστό ότι είναι διαδεδομένο στην επιστήμη, και η εποχή των μεγάλων δεδομένων και του λογισμικού μεγάλων βάσεων δεδομένων καθιστά ευκολότερο από ποτέ τον συνδυασμό στατιστικών στοιχείων για την επιδίωξη θετικών αποτελεσμάτων που πιθανότατα είναι απλώς ανακριβή συμπεράσματα τύχης. Αναφέρεται επίσης στη μελέτη του Wansink γνωστή ως η «μελέτη του απύθμενου μπολ», και στον όρο “HARKing” που σημαίνει Hypothesizing After the Results are Known / Κάνοντας Υποθέσεις Μετά τη Λήψη των Αποτελεσμάτων.

Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου είναι αφιερωμένο στον κόσμο της Τέχνης, όπου προτείνεται ότι η δημιουργικότητα και τα επιτεύγματα, υποστηρίζονται από κάποιο επίπεδο περιορισμών, είτε επιβεβλημένων είτε επιβαλλόμενων από τους ίδιους τους δημιουργούς, αντί για απόλυτη ελευθερία και απεριόριστους πόρους. Θα αναφέρω μερικά παραδείγματα, αλλά το βιβλίο είναι πλούσιο σε παραδείγματα σημαντικών προσωπικοτήτων σε αυτό το χώρο. Ο Epstein γράφει ότι τείνουμε να συνδέουμε τη δημιουργικότητα με την απόλυτη ελευθερία και τον αυθορμητισμό, αλλά αυτό συνήθως «μας στέλνει στο γνωστό μονοπάτι της «ελάχιστης αντίστασης», κι έτσι δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ορισμένοι από τους μεγάλους δημιουργούς στην ιστορία συσσώρευσαν οικειοθελώς τεχνητούς περιορισμούς για να αναγκαστούν να εισέλθουν σε νέους δημιουργικούς χώρους.

Ο Μπαχ, ίσως ο σημαντικότερος μουσικός όλων των εποχών, δημιούργησε αριστουργήματα με αυστηρούς  περιορισμούς που ο ίδιος δημιούργησε. Ο Epstein γράφει: «Ο Μπαχ κατασκεύασε τα δικά του μουσικά δωμάτια απόδρασης. Αυτό οδήγησε σε δημιουργίες τόσο διαχρονικές». Αναφέρεται επίσης σε μουσικούς όπως ο Ιγκόρ Στραβίνσκι, αλλά και σε προσωπικότητες όπως ο τραγουδοποιός μπλουζ, τραγουδιστής και κιθαρίστας Ρόμπερτ Τζόνσον, και ο πιανίστας κλασικής και τζαζ, Κιθ Τζάρετ, του οποίου η θρυλική συναυλία του στην Κολωνία της Γερμανίας και η τεράστια επιτυχία του σχετικού άλμπουμ ξεκίνησαν με ένα πιάνο κακής ποιότητας που επέβαλε μεγάλους περιορισμούς, τους οποίους ο μουσικός έπρεπε με κάποιο τρόπο να παρακάμψει.

Σχετικά με τη λογοτεχνία και την ποίηση, ο Epstein συζητά το «μοντέλο δημιουργικότητας Green Eggs and Ham», που υποδηλώνει ότι η εργασία με περιορισμούς μπορεί να αποφέρει περισσότερα δημιουργικά αποτελέσματα, και παίρνει το όνομά του από το διάσημο παιδικό βιβλίο Green Eggs and Ham / Πράσινα Αυγά και Ζαμπόν του Theodor Geisel ή Dr. Seuss, το οποίο προέκυψε ως αποτέλεσμα του ότι ζητήθηκε από τον συγγραφέα να γράψει εντός συγκεκριμένων περιορισμών, για παράδειγμα να χρησιμοποιήσει μια συγκεκριμένη λίστα λέξεων, και ούτω καθεξής. Και φυσικά, ένα κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στην Αγγλίδα συγγραφέα Βιρτζίνια Γουλφ. Η Γουλφ, γράφει ο Epstein, έθεσε ως στόχο να εγκαταλείψει όλα όσα είχε γράψει μέχρι τότε, αλλά έπρεπε να βρει τον τρόπο. Ήθελε να απομακρυνθεί από τα μπεστ σέλερ της εποχής της, συμπεριλαμβανομένης και των δικών της, και περιέγραφε αυτή τη διαδικασία σαν να παίρνει κανείς ένα εργαλείο στο οποίο βασιζόταν μια γενιά και να το πετά έξω από το παράθυρο, χωρίς να ξέρει με τι θα το αντικαθιστούσε. Πρόθεσή της ήταν να αποτυπώσει τα ερεθίσματα, τις εντυπώσεις και τις σκέψεις που εισέρχονται ή κινούνται μέσα στο μυαλό μας, και το μυαλό των χαρακτήρων της, μια δεδομένη στιγμή. Θα απάλλασσε τα βιβλία της από γραμμικές πλοκές και θα προσπαθούσε να αποτυπώσει την πολυπλοκότητα και το χάος τόσο της σύγχρονης ζωής όσο και της εσωτερικής μας ζωής. Ο Epstein παραθέτει λόγια της Γουλφ, η οποία έγραψε για την περιγραφή των χαρακτήρων: «Μας έδωσαν ένα σπίτι με την ελπίδα ότι θα μπορέσουμε να βγάλουμε συμπεράσματα για τα ανθρώπινα όντα που ζουν εκεί». Αναφέρεται στην Stokes, η οποία διέκρινε μια διαδικασία δύο φάσεων, την οποία ονόμασε «ζεύγη περιορισμών», στο συγκεκριμένο είδος δημιουργικότητας που αναζητούσε η Βιρτζίνια Γουλφ. Η πρώτη φάση περιλαμβάνει τη σκόπιμη μη χρήση γνωστών προσεγγίσεων (περιορισμοί αποκλεισμού) και η δεύτερη φάση περιλαμβάνει τη δημιουργία μιας νέας μεθόδου δημιουργίας ή πράξης (περιορισμοί προώθησης).

Από την άλλη πλευρά, ο Ιάπωνας μυθιστοριογράφος Χαρούκι Μουρακάμι, ο οποίος διηύθυνε ένα τζαζ κλαμπ και ήταν σχεδόν τριάντα ετών όταν άρχισε να γράφει, μπλόκαρε τη μητρική του γλώσσα ως αυτό-επιβαλλόμενο περιορισμό για να κάνει τη γραφή του πιο ακριβή και σαφή. Έγραφε στα εξαιρετικά περιορισμένα αγγλικά του και στη συνέχεια τα μετέφραζε στα ιαπωνικά. Ο Epstein γράφει ότι ο Μουρακάμι αναδύθηκε με «έναν δημιουργικό ρυθμό ξεκάθαρα δικό του» και αυτό έγινε ένα διεθνές φαινόμενο. Αναφέρεται και σε άλλα είδη της Ιαπωνικής έκφρασης και δημιουργίας, καθώς και στην παραδοσιακή πρακτική της λιτότητας στην ιαπωνική τέχνη που οδήγησε στη ζωγραφική sumi-e, στην οποία μερικές πινελιές μαύρου μελανιού απεικονίζουν ένα τοπίο· στο θέατρο Noh, με την περιορισμένη χρήση του διαλόγου· στους ιαπωνικούς βραχώδεις ή ζεν κήπους και, φυσικά, στα σύντομα ποιήματα χαϊκού, τα οποία γράφει ο Epstein, ώθησαν τους ποιητές να κοιτάξουν προσεκτικά τον κόσμο γύρω τους και να αποτυπώσουν και να μοιραστούν μια μεμονωμένη σκηνή ή μια φευγαλέα εντύπωση σε ενεστώτα χρόνο….

Ένα άλλο θέμα που αναλύεται στο βιβλίο είναι η ιδέα ότι η δημιουργικότητα και η πρωτοτυπία είναι συνώνυμες, μια ιδέα που στην πραγματικότητα γεννήθηκε στην ρομαντική περίοδο (τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα). Ο Epstein γράφει: «Καλύπτει δύο γενιές καλλιτεχνών που εξιδανικεύουν την έννοια του μοναχικού, εμπνευσμένου δημιουργού. Πριν από αυτό, τα έργα που είχαν προηγηθεί θεωρούνταν ιδανική πλατφόρμα για δημιουργικότητα και για σύνδεση με το κοινό, όχι εμπόδιο». Πριν από αυτό το κίνημα, κάθε νέος δημιουργός εμφυσούσε παλιές ιστορίες ή υλικό με τις δικές του νέες ή προσωπικές ιδέες και με αυτόν τον τρόπο συνέδεε το νέο με το ήδη οικείο. Αναλύει αυτό το θέμα αναφερόμενος στο έργο του Σαίξπηρ, του Τζέιμς Τζόυς, του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, και άλλων.

Για παράδειγμα, στο έργο του «Οδυσσέας», ο James Joyce πρόσθεσε καινοτομίες στη γλώσσα και την προοπτική σε μια πολύ παλιά δομή. Ο Epstein αναφέρεται στον  Ιρλανδό συγγραφέα Frank Delaney, ο οποίος έγραψε ότι ο «Οδυσσέας» «τεντώνεται στον καμβά της Οδύσσειας του Ομήρου» και στη συνέχεια ο Stanley Kubrick τέντωσε την δική του «Οδύσσεια του Διαστήματος» πάνω στον ίδιο καμβά. Έτσι, και οι δύο έχτισαν πάνω σε μια αφήγηση που ήταν ενσωματωμένη στον πολιτισμό και με την οποία το κοινό ήταν ήδη εξοικειωμένο. Παρομοίως, ο Σαίξπηρ, έβαλε το δικό του δημιουργικό στίγμα σε οικείο υλικό. Ο Epstein σημειώνει ότι στην εποχή του Σαίξπηρ, η δημιουργικότητα συνδεόταν περισσότερο με την ικανότητα βελτίωσης ενός έργου που υπήρχε παρά με την καθαρή πρωτοτυπία.

Πριν διαβάσω το βιβλίο δεν είχα σκεφτεί πραγματικά σε ποιο βαθμό τα κηρύγματα και οι πολιτικές ομιλίες του Martin Luther King βασίζονται σε παλαιότερα κηρύγματα και σε υλικό που γράφτηκε από άλλους. Το γεγονός είναι ότι ένας μεγάλος αριθμός κοινών τίτλων, δομών, ανεκδότων και φράσεων έχει βρεθεί μεταξύ των κηρυγμάτων του King και εκείνων άλλων ιεροκηρύκων, και ακόμη και η διάλεξή του για το βραβείο Νόμπελ περιέχει κάποια στοιχεία από γραπτά και κηρύγματα άλλων. Ο Epstein εξηγεί ότι ο Κινγκ χρησιμοποίησε μια ρητορική τεχνική συνηθισμένη στο κήρυγμα, την τυπολογία, η οποία χρησιμοποιεί ιστορικά πρόσωπα που αντιπροσώπευαν ένα συγκεκριμένο βιβλικό αρχέτυπο με το οποίο το κοινό είναι ήδη εξοικειωμένο, όπως ο Μωυσής ο απελευθερωτής, και στη συνέχεια προχωρά σε άλλες εκδοχές του Μωυσή, για παράδειγμα, τον Αβραάμ Λίνκολν, ο οποίος όπως ο Μωυσής ήταν απελευθερωτής σκλάβων, ή τον Γκάντι, ο οποίος αγωνίστηκε για να απελευθερώσει τους ανθρώπους από «την Αίγυπτο της αποικιοκρατίας». Αυτή η χρήση υλικού που ήταν οικείο στο κοινό του παρείχε το «σχοινί», το οποίο πρέπει να ρίξει κανείς στο κοινό αν θέλει να το πείσει για κάτι καινούριο.

Η Ιζαμπέλ Αλιέντε, η ανιψιά του Σαλβαδόρ Αλιέντε, είναι μια συγγραφέας που έχει δημοσιευτεί και μεταφραστεί ευρέως, Όταν το 1973 ο Σαλβαδόρ Αλιέντε ανατράπηκε με ένα βίαιο στρατιωτικό πραξικόπημα με επικεφαλής τον Αουγκούστο Πινοσέτ που υποστηρίχθηκε έντονα από τον Χένρι Κίσινγκερ, άρχισε να φροντίζει για την ασφαλή διέλευση ατόμων που βρίσκονταν στις «λίστες καταζητούμενων», κάτι που συνέχισε να κάνει μέχρι που η μητέρα και ο πατριός της γλίτωσαν οριακά τη δολοφονία, και στη συνέχεια, όταν η ίδια άρχισε να δέχεται απειλές θανάτου, κατέφυγε στη Βενεζουέλα. Δεν έχω διαβάσει τίποτα της Αλιέντε από το 2009, και θυμάμαι την ημερομηνία επειδή έδινα εξετάσεις για πτυχίο από το Ανοικτό Πανεπιστήμιο της Αγγλίας και προετοιμαζόμουν για την εγγραφή σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα στην Αθήνα, κι ένα βιβλίο της Αλιέντε μου κρατούσε συντροφιά στα διαλείμματα από τη μελέτη και την απομνημόνευση, αποτελούσε ένα είδος περισπασμού από την κούραση και το στρες. Ενώ λοιπόν διάβαζα για την Αλιέντε σε αυτό το βιβλίο, θυμήθηκα εκείνη την περίοδο, παρακολούθησα ξανά το «Το Σπίτι των Πνευμάτων», μια ταινία του 1993 βασισμένη στο πρώτο βιβλίο της Αλιέντε που ξεκίνησε ως επιστολή στον ετοιμοθάνατο παππού της, τον οποίο δεν μπορούσε να επισκεφθεί.

Ο Epstein γνωρίζει προσωπικά την Ιζαμπέλ Αλιέντε και περιγράφει τους αυτοεπιβαλλόμενους περιορισμούς και την αυστηρή ρουτίνα που θέτει σε εφαρμογή η συγγραφέας για να εξαλείψει τους περισπασμούς. Όπως και η Μάγια Άντζελου, η οποία προτιμούσε να γράφει σε δωμάτια ξενοδοχείων με γυμνούς τοίχους, αλλά και πολλοί άλλοι συγγραφείς, η Αλιέντε, η οποία έχει υπάρξει παραγωγική συγγραφέας για πάνω από σαράντα χρόνια και συνεχίζει να δουλεύει στην όγδοη δεκαετία της ζωής της, χρειάζεται απομόνωση και ησυχία για να γράψει. Ο Epstein γράφει ότι για «σαράντα και πλέον χρόνια εξαιρετικής παραγωγής της, βασιζόταν σε προσεκτικά επιμελημένο χώρο, ρυθμό και πειθαρχία». Κάθε χρόνο, ξεκινώντας από τις 8 Ιανουαρίου, προετοιμάζει τον χώρο της όπου μπορεί να εργαστεί μακριά από την οικογένεια και άλλους περισπασμούς και ασχολείται με πρακτικές που τη βοηθούν να παραμένει συγκεντρωμένη, αυτό που, ο Epstein γράφει, οι κοινωνικοί επιστήμονες αποκαλούν «συσκευή δέσμευσης», η οποία είναι ένας αυτοεπιβαλλόμενος περιορισμός της ελευθερίας στην υπηρεσία ενός ευρύτερου στόχου. Όπως γνωρίζουμε τώρα, για λόγους επιβίωσης, ο εγκέφαλός μας εξελίχθηκε ώστε να είναι εξαιρετικά αφηρημένος, να δίνει προσοχή σε τυχόν νέα ερεθίσματα και ήχους, και όπως ήταν αναμενόμενο, η έρευνα έχει διαπιστώσει ότι η προσοχή είναι στην πραγματικότητα ένα θεμελιώδες εμπόδιο (bottleneck), και ότι οι άνθρωποι γίνονται πιο δημιουργικοί και αποτελεσματικοί στην εργασία τους όταν απομακρύνονται οι περισπασμοί.

Όσον αφορά την τέχνη, και ειδικότερα τη ζωγραφική, ο Epstein αναφέρεται στον ζωγράφο Κλοντ Μονέ, ο οποίος προώθησε τη χρήση αντιθέτων αποχρώσεων και απέκλεισε το μαύρο. Έτσι, ο περιορισμός που χρησιμοποίησε ήταν να αποκλείσει το μαύρο χρώμα, καθώς το μαύρο ήταν ο πιο συνηθισμένος τρόπος για να δημιουργηθεί αντίθεση σκούρου/φωτεινού ή απουσία φωτός. Ο Epstein αφηγείται ένα περιστατικό όπου στην κηδεία του Μονέ «ένας φίλος αντικατέστησε το μαύρο κάλυμμα που ήταν τυλιγμένο πάνω από το φέρετρο με ένα λουλουδάτο ύφασμα, αναφωνώντας: “Όχι μαύρο για τον Μονέ!”». Οι Πάμπλο Πικάσο και Ζωρζ Μπρακ προκάλεσαν τους εαυτούς τους να απεικονίσουν ένα αντικείμενο από πολλαπλές οπτικές γωνίες ταυτόχρονα, και έτσι γεννήθηκε ο Κυβισμός. Και, σύμφωνα με τον βραβευμένο με Πούλιτζερ βιογράφο του, Steven Naifeh (αναφέρεται στον Epstein), ο διάσημος ζωγράφος Τζάκσον Πόλοκ δεν μπορούσε να σχεδιάσει ρεαλιστικά, οπότε βρήκε έναν άλλο τρόπο. Είναι γνωστός για τη «ζωγραφική δράσης» και την «τεχνική σταξίματος», όπου αραιωμένο χρώμα πιτσιλίζεται (τινάζεται) ή χύνεται στον καμβά που βρίσκεται στο πάτωμα.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο Epstein έχει χρησιμοποιήσει παραδείγματα και έρευνες από όλους τους τομείς της ζωής για να υποστηρίξει τα επιχειρήματά του, από την αύξηση της αθλητικής απόδοσης σε μια ποικιλία αθλημάτων, μέχρι τον βιομηχανικό σχεδιασμό και τον σχεδιασμό πιο αποτελεσματικής προστατευτικής θωράκισης για στρατιώτες και πιο λειτουργικών πιλοτηρίων για πιλότους, μέχρι τη μείωση των χιλιομέτρων για τους οδηγούς φορτηγών και τον σχεδιασμό εκπαιδευτικών και κοινωνικών πολιτικών. Ένα παράδειγμα από τον τομέα του αθλητισμού είναι η Constraints-Led Approach / Προσέγγιση Βάσει Περιορισμών, όπου η ιδέα είναι να τεθούν περιορισμοί που ωθούν τους μαθητές να βρουν τη δική τους καλύτερη λύση, και πώς αυτό χρησιμοποιήθηκε σε έναν όμιλο κολύμβησης Ολυμπιακής ανάπτυξης στην Αυστραλία. Ο δε σχεδιασμός προστατευτικής θωράκισης για στρατιώτες που δεν θα τους βάραινε και θα επέτρεπε ευελιξία στην κίνηση ήταν ένα μακρύ ταξίδι, και όπως είπε ένας αξιωματούχος του στρατού, είχαν «κάνει τους στρατιώτες χελώνες», καθώς τόσο οι γυναίκες όσο και οι άνδρες υπέμεναν την ογκώδη και βαριά θωράκισή τους, η οποία τελικά δεν ήταν αποτελεσματική στην προστασία ούτε διευκόλυνε την κίνηση. Μέρος του προβλήματος ήταν ότι λειτουργούσαν με το «μέσο μέγεθος» ή το «μέσο όρο».

Ο Epstein μας εισάγει στην ιστορία του σχεδιασμού για να διευκολύνει την κατανόησή μας και τη σύνδεση γεγονότων σε διαφορετικούς χώρους και εποχές. Μας λέει πώς στα τέλη του 19ου – αρχές του 20ού αιώνα, ο Frederick Winslow Taylor βοήθησε στη διάδοση της ιδέας ότι οι ατομικές διαφορές πρέπει να αγνοούνται. Μπορούμε να δούμε τις επιπτώσεις αυτού παντού γύρω μας. Έγραψε: «Στο παρελθόν ο άνθρωπος ήταν πρώτος. στο μέλλον το σύστημα πρέπει να είναι πρώτο» επειδή επικεντρώθηκε στην οργάνωση της εργασίας στα εργοστάσια και πίστευε ότι τα αποτελεσματικά συστήματα μπορούσαν να ξεπεράσουν τις ατομικές διαφορές, και ότι αν το άτομο δεν ταίριαζε, σήμαινε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με αυτό, όχι με το σύστημα. Στη συνέχεια επέλεξε ιδιαίτερα δυνατούς και αθλητικούς ή έμπειρους εργάτες και σχεδίασε συστήματα με αυτούς ως πρότυπο. παρομοίως, τη δεκαετία του 1920, ο διάσημος αρχιτέκτονας Le Corbusier ισχυρίστηκε ότι ο σχεδιασμός για «τον χοντρό άνθρωπο, τον αδύνατο άνθρωπο, το κοντό, το μακρύ» ήταν μη πρακτικός. Ο Epstein αναφέρεται επίσης στο βιβλίο του Todd Rose «Το τέλος του μέσου όρου», όπου ο συγγραφέας αναφέρει ότι ο σχεδιασμός πιλοτηρίων τζετ με βάση τον μέσο όρο μεγέθους πιλότου αποδείχθηκε καταστροφικός και τραγικός.

Ωστόσο, με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ανθρώπινές ιδιαιτερότητες και οι ατομικές διαφορές έπρεπε να ληφθούν υπόψη για τη μείωση των απωλειών και την αύξηση της απόδοσης των στρατιωτών. Ο καθολικός σχεδιασμός / universal design, ο οποίος επικεντρώνεται στις διαφορές και τις ιδιαιτερότητες των χρηστών, είναι ένας τρόπος εστίασης στις πιο σημαντικές διαφορές και, λαμβάνοντας υπόψη τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι πιο «ακραίοι χρήστες» (οι ηλικιωμένοι, οι πολύ νέοι, οι πολύ μεγάλοι ή ψηλοί ή οι πολύ μικροί ή κοντοί, ή τα άτομα με ειδικές ανάγκες, κ.ο.κ.) είναι πολύ πιο λειτουργικός. Ο Epstein γράφει ότι το να σκεφτόμαστε πρώτα τον χρήστη με τους περισσότερους περιορισμούς δεν είναι απλώς ένας καλός τρόπος για να σχεδιάσουμε θωράκιση σώματος ή συσκευές κουζίνας ή ακόμα και ιστότοπους, αλλά και πάρκα, μουσεία, σχέδια μαθημάτων και δημόσιες πολιτικές. Μας λέει πώς ο Dreyfuss, ένας εξέχων βιομηχανικός σχεδιαστής, έβαζε τον άνθρωπο πριν από το αντικείμενο και πώς το Μουσείο Guggenheim απέκτησε το ιδιαίτερο σχήμα του επειδή ο Frank Lloyd Wright αντιπαθούσε τα εμπόδια στην κίνηση μέσα στα μουσεία. Εξετάζει πώς η εκπαίδευση και η ικανότητα κριτικής σκέψης επωφελούνται επίσης από αυτό το είδος σχεδιασμού. Συζητά επίσης πώς αυτή η προσέγγιση στα πράγματα θα πρέπει να καθοδηγεί τον σχεδιασμό των δημόσιων πολιτικών και πώς, για παράδειγμα, το 2023, μια ομάδα ερευνητών στη Βραζιλία και τις ΗΠΑ έδειξε ότι καλοπροαίρετες πολιτικές συχνά αποτυγχάνουν επειδή έχουν σχεδιαστεί για τον ανύπαρκτο «ιδανικό πολίτη» και όχι για τους πραγματικούς πολίτες με τις κοινές και ατομικές ιδιαιτερότητες τους.

Σχετικά με εμπόδια ή σημεία συμφόρησης σε ένα σύστημα (bottlenecks) ο Epstein περιλαμβάνει και τις δικές του αθλητικές εμπειρίες στην αφήγηση του. Αναφέρεται  στο δικό του εμπόδιο / bottleneck, το οποίο ήταν ότι δεν μπορούσε να ανακάμψει από σκληρές προπονήσεις τόσο γρήγορα όσο άλλα μέλη της ομάδας. Ένα άλλο παράδειγμα από τον αθλητισμό που δείχνει πώς η ανίχνευση περιορισμών και ο σχεδιασμός γύρω από αυτούς μπορεί να αυξήσει την απόδοση, αφορά την Sheila Taormina, πρώην αθλήτρια που αγωνίστηκε σε τέσσερις Ολυμπιακούς Αγώνες και ήταν η πρώτη γυναίκα που προκρίθηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες σε τρία διαφορετικά αθλήματα, και η οποία άλλαξε την πορεία της αθλητικής της καριέρας, αφού διέκρινε και αντιμετώπισε το δικό της περιορισμό που αφορούσε το ότι δεν ήταν αρκετά δυνατή σε σχέση με άλλες κολυμβήτριες. Σχετικά με την εκπαίδευση, αναφέρεται στον Daniel Willingham, ο οποίος στο βιβλίο του, Why Don’t Students Like School?/ Γιατί δεν αρέσει το σχολείο στους μαθητές?, γράφει ότι η «έλλειψη χώρου στη μνήμη εργασίας / working memory είναι ένα θεμελιώδες εμπόδιο της ανθρώπινης νόησης», γύρω από το οποίο θα έπρεπε να σχεδιάζεται όλη η μάθηση, αλλά συνήθως δεν γίνεται αυτό, καθώς όλοι οι μαθητές και μαθητευόμενοι όλων των ειδών μοιράζονται έναν κοινό γνωστικό περιορισμό που σχετίζεται με τη μνήμη εργασίας, ο οποίος υποτιμάται στο σχεδιασμό της διδασκαλίας. Επίσης ο Epstein παρέχει παραδείγματα εταιρειών και εργαστηρίων που κατάφεραν να επιλύσουν προβλήματα και να αυξήσουν την παραγωγικότητα εντοπίζοντας το σημείο συμφόρησης (bottleneck) στο σύστημα. Παραθέτει τα λόγια του Eli Goldratt, ο οποίος ισχυρίζεται ότι ένα μόνο σημείο συμφόρησης μπορεί να καθορίσει την τύχη ολόκληρου του συστήματος.

Αναφέρονται γυναίκες συγγραφείς που αντιμετώπισαν κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας ή αντιμετωπίζουν κάποια χρόνια κατάσταση, το είδος των περιορισμών που δεν επέβαλλαν οι ίδιες στον εαυτό τους και που κανείς δεν θα επιθυμούσε ή δεν θα ευχόταν στους άλλους, και πώς αυτές συνέχισαν να δημιουργούν ή πώς λόγω αυτών των περιορισμών οδηγήθηκαν σε κάτι νέο ή διαφορετικό. Η συγγραφέας, Hilary Mantel, που αναφέρεται στο βιβλίο, έχει πει: «Σθένος… Σημαίνει σταθερότητα σκοπού. Σημαίνει αντοχή. Σημαίνει να έχεις τη δύναμη να ζεις με αυτό που σε περιορίζει». Στο νου μου ήρθε αμέσως ο Γάλλος καλλιτέχνης, Henri Matisse, και το πώς οι δημιουργίες του οι βασισμένες σε κολάζ και το έργο της τελευταίας περιόδου, ήταν αποτέλεσμα της ανάγκης του να δημιουργεί, ενώ παράλληλα αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και αδυναμία.

Το τελευταίο και σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, μέρος του βιβλίου επικεντρώνεται στη συνεργασία και την ικανοποίηση, και στο πώς η ανάπτυξη και η εξέλιξη, αλλά και η προσωπική ικανοποίηση, εξαρτώνται από την παρουσία θεσμών και κανόνων, καθώς και από την υποστήριξη και συνεργασία. Ένα παράδειγμα που αφορά την αγορά και τις επιχειρήσεις προέρχεται από την Αφρική. Ο Epstein γράφει για μια επιδέξια και έμπειρη γυναίκα μοδίστρα (ράφτρα), η οποία διατηρεί τη δική της μικρή επιχείρηση στη Λουσάκα, την πρωτεύουσα της Ζάμπια, και της οποίας οι προοπτικές ανάπτυξης υπονομεύονται από το γεγονός ότι δεν μπορεί να συνεργαστεί με άνδρες επειδή την έχουν απογοητεύσει ή την έχουν ληστέψει κάθε φορά που συνεργάζεται μαζί τους. Αυτή, γράφει ο Epstein, είναι μια κοινή ιστορία μεταξύ των γυναικών επιχειρηματιών στη Λουσάκα, όπου μόνο ένα μικρό ποσοστό γυναικών εμπιστεύεται τους άνδρες όσον αφορά τις επιχειρήσεις και που συχνά αντιμετωπίζουν απειλές παρενόχλησης ή βίας, καθώς και αρνητικά στερεότυπα για την επιχειρηματική τους οξυδέρκεια, τα οποία μειώνουν τη διαπραγματευτική τους δύναμη. Ο Epstein αντιπαραβάλλει την κατάσταση στη Λουσάκα με την αγορά του Σοβέτο, όπου οι γυναίκες αισθάνονται πολύ πιο ασφαλείς και συνεργάζονται με τους άνδρες. Οι οικονομολόγοι διαπίστωσαν ότι η αγορά του Σοβέτο είχε «επικεφαλείς της αγοράς», που εκλέγονταν από συναδέλφους εμπόρους και ήταν επιφορτισμένοι με την ταχεία εκδίκαση των διαφορών και την επιβολή των συμφωνιών. Μέσω κανόνων δημιουργούνται ζώνες συνεργασίας, όπου είναι δυνατό οι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων να εμπιστεύονται αγνώστους και, ως αποτέλεσμα, τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες συνεργάζονται περισσότερο και το χάσμα μεταξύ των φύλων στη συνεργασία μειώνεται. Παρομοίως, το 2008, το κοινοβούλιο της Ζάμπια δημιούργησε ένα δικαστήριο μικροδιαφορών στο κέντρο της Λουσάκα, έτσι ώστε οι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων να μπορούν να υποβάλλουν καταγγελίες γρήγορα, φθηνά και χωρίς νομική εκπροσώπηση, όπου και πάλι το χάσμα μεταξύ των φύλων στη συνεργασία όχι μόνο εξαφανίστηκε αλλά στην πραγματικότητα αντιστράφηκε, με τις γυναίκες να συνεργάζονται περισσότερο από τους άνδρες.

Ωστόσο, το πρόβλημα της έλλειψης συνεργασίας επηρεάζει αρνητικά τους πάντες, παντού, και η συνεργασία αποτελεί μια σημαντική πτυχή της ευρύτερης ζωής, και δεν αφορά μόνο την οικονομική ανάπτυξη. Η επιτυχημένη συνεργασία βασίζεται στην εμπιστοσύνη, στο αίσθημα ασφάλειας και σε κάποιο βαθμό προβλεψιμότητας στη συμπεριφορά των αγνώστων, και βασίζεται σε κανόνες και θεσμούς, οι οποίοι τελικά αποτελούν περιορισμούς, αλλά είναι απαραίτητοι για τη συνεργασία στην κοινωνία των πολιτών και τη δημιουργία υγιέστερων χώρων εργασίας και οικονομικών αγορών. Ο Epstein γράφει ότι ιστορικά η απρόσωπη ανταλλαγή είναι μια σχετικά σύγχρονη εφεύρεση και ότι το να πείσεις τους ανθρώπους να συνεργαστούν, αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν «παιχνίδι εμπιστοσύνης», αποτελεί μια πρόκληση στην καρδιά της οικονομικής ανάπτυξης. Σημειώνει ότι «οι θεσμοί είναι οι κανόνες του παιχνιδιού σε μια κοινωνία, είναι οι ανθρώπινα επινοημένοι περιορισμοί» και είναι «ανάλογοι με τους κανόνες του παιχνιδιού σε ένα ανταγωνιστικό ομαδικό άθλημα»,  και ότι αν ως κοινωνία θέλουμε να είμαστε σε θέση να επωφεληθούμε από τα καλύτερα ταλέντα, τα οποία μπορεί να βρίσκονται στους ανθρώπους που είναι οι πιο ευάλωτοι, τότε πρέπει να είμαστε σε θέση να προστατεύσουμε την ευαλωτότητα που μπορεί η εμπιστοσύνη να επιφέρει.

Άλλοι όροι που ερευνά ο Epstein στο βιβλίο είναι η «μεγιστοποίηση και ικανοποίηση»  / “maximizing and satisficingκαι η τελειομανία. Ο Herbert Simon, ο οποίος τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ στα οικονομικά, ισχυρίζεται ότι οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν πάντα ατελείς πληροφορίες σχετικά με τις επιλογές τους, ενώ παράλληλα έχουν περιορισμένη ικανότητα να προβλέπουν τις συνέπειες των επιλογών τους και, ως εκ τούτου, αντί να «μεγιστοποιούν» ή να προσπαθούν να κάνουν την τέλεια επιλογή από όλες τις διαθέσιμες εναλλακτικές, πρέπει να κάνουν μια «αρκετά καλή» επιλογή και να υποστηρίζουν την επιλογή, καθώς η αναζήτηση της τέλειας επιλογής συχνά σκορπά τις ήδη περιορισμένες γνωστικές μας δυνάμεις και αυξάνει το άγχος και τη δυσαρέσκεια, και μπορεί επίσης να έχει παραλυτική επίδραση. Η τελειομανία και η μεγιστοποίηση βρίσκονται σε άνοδο και, παρόλο που δεν είναι το ίδιο, σχετίζονται. Ο Epstein αναφέρεται σε μελέτες για να υποστηρίξει τα επιχειρήματα στο βιβλίο. Μία έρευνα, η οποία περιελάμβανε πάνω από σαράντα χιλιάδες φοιτητές στις ΗΠΑ, τον Καναδά και το Ηνωμένο Βασίλειο, κατέγραψε μια δραματική αύξηση τα τελευταία χρόνια στις τάσεις τελειομανίας, ιδίως στην «κοινωνικά προκαθορισμένη τελειομανία», που είναι το συναίσθημα ότι πρέπει να είσαι άψογος για να κερδίσεις την έγκριση ή την αποδοχή των άλλων.

‍Υπάρχουν πολλές ακόμη ιδέες που εξερευνώνται στο βιβλίο, αλλά πρέπει να ολοκληρώσω αυτό το κομμάτι, και έτσι θα απαριθμήσω σύντομα μερικά σημαντικά εναπομείναντα θέματα, όπως η απότομη αύξηση του άγχους, της κατάθλιψης και του αυτοτραυματισμού μεταξύ των νέων που έχει συμβεί ειδικά σε ορισμένα από τα πλουσιότερα μέρη του κόσμου, πώς η ατομικοποιημένη και χωρίς κανόνες εικονική ζωή είναι επιβλαβής για την ανάπτυξη, και ιδιαίτερα για την ανάπτυξη των παιδιών, οι καλύτεροι προγνωστικοί παράγοντες για την υγεία, την ευημερία και τη μακροζωία, καθώς και οι παράγοντες που έχουν οδηγήσει στην κατάρρευση της συμμετοχής στα κοινά και την κοινότητα, ο κίνδυνος του αποσυγχρονισμού σε ολόκληρη την κοινωνία (society-wide desynchronization), πώς ορισμένες δομές και περιορισμοί διευκολύνουν την απόκτηση νοήματος από τη ζωή μας και η σημασία των «αφηγηματικών αξιών», όπως η αγάπη, η συμπόνια, η ειλικρίνεια, η φιλοξενία, η γενναιοδωρία, η αφοσίωση, το θάρρος, η υπευθυνότητα, η εφευρετικότητα, η ακεραιότητα, η επιμονή, η περιέργεια, η επιμέλεια, το χιούμορ και άλλες, οι οποίες βοηθούν «να καθοδηγήσουμε τις επιλογές μας, να δώσουμε συνέχεια στις ταυτότητές μας και να εμβαθύνουμε στο νόημα των ιστοριών της ζωής μας». Ο Epstein κλείνει το βιβλίο του υπενθυμίζοντάς μας τη σημασία της επιλογής αφηγηματικών αξιών που μας βοηθούν να κατανοήσουμε το ταξίδι μας και της καθιέρωσης εννοιολογικών ορίων που κάνουν τη ζωή διαχειρίσιμη, συνεκτική και ουσιαστική.