Θερμές ευχές     

Η σημερινή ανάρτηση είναι σχετική με την ιστορία της καλοσύνης, και πιο συγκεκριμένα αφορά δύο βιβλία που διάβασα τις τελευταίες εβδομάδες: “On Kindness”, μια πραγματεία των Adam Phillips και Barbara Taylor [ψυχαναλυτή και ιστορικό αντίστοιχα], κι ένα πio πολυσέλιδο βιβλίο με τίτλο “Humankind: A Hopeful History” [Ανθρωπότητα: Μια Ελπιδοφόρα Ιστορία] ** του Rutger Bregman [ιστορικού]. Επίσης, έχω συμπεριλάβει τρία πρόσφατα σχέδια.

**Η λέξη  Humankind αποτελείται από τις λέξεις άνθρωπος και είδος, όμως η δεύτερη λέξη μπορεί να σημαίνει και καλός και συμπονετικός

Εν συντομία,

ο Rutger Bregman ασχολείται με μια διεπιστημονική μελέτη ιστορικών γεγονότων, επιστημονικών μελετών, ιδίως στον τομέα της κοινωνικής ψυχολογίας, και φιλοσοφικής επιχειρηματολογίας, και βασίζεται στην οικονομία, την ψυχολογία, τη βιολογία, την ανθρωπολογία και διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα. Επίσης, ασχολείται με την παλιά και πάντα επίκαιρη διαμάχη για την ανθρώπινη φύση μεταξύ του Jean Jacques Rousseau και του Thomas Hobbes και υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι είναι θεμελιωδώς καλoί και ότι η αγνόηση αυτού του γεγονότος δεν ωφελεί την ανθρωπότητα, καθώς η διατήρηση αρνητικών προσδοκιών από τους ανθρώπους οδηγεί όλο και περισσότερους ανθρώπους να ασπάζονται τον κυνισμό. Ο Bregman προσφέρει μια διαφορετική οπτική γωνία, καταφεύγοντας σε διαφορετικές πηγές, προκειμένου να μας απαλλάξει από μια δογματικά κυνική και σε κάποιο βαθμό διαστρεβλωμένη άποψη για την ανθρώπινη φύση. Αποδομεί κακές επιστημονικές μελέτες και πειράματα [Ζιμπάρντο, Μίλγκραμ, Μουζαφέρ Σερίφ, κ.λπ.], παρερμηνευμένα ευρήματα, προκατειλημμένα ρεπορτάζ και διαστρεβλωμένα ιστορικά γεγονότα. Το βιβλίο του σίγουρα μας βοηθά να θέσουμε ερωτήματα, ν’ αναλογιστούμε το τι θεωρούμε δεδομένο και πόσες πληροφορίες απορροφούμε χωρίς αμφισβήτηση, κάτι που μπορεί κανείς να υποθέσει ότι ήταν και η πρόθεση του συγγραφέα. Συνολικά, το βιβλίο του Bregman αποτελεί ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ της έμφυτης ανθρώπινης ευπρέπειας / καλοσύνης και της ανθρώπινης αρετής.

Στα δοκίμιά τους, με τίτλο On Kindness / Περί Καλοσύνης, οι Adam Phillips και Barbara Taylor παρουσιάζουν μια ανάλυση της καλοσύνης στην ιστορία, στη ζωή και στον σύγχρονο κόσμο. Ερευνούν γιατί η πίστη μας στην καλοσύνη έχει κλονιστεί και γιατί πειθόμαστε τόσο εύκολα ότι ο ανταγωνισμός την έχει αντικαταστήσει, γιατί η καλοσύνη μας δίνει την αίσθηση απειλής και γιατί, παρά τη λαχτάρα μας για αυτήν, αρνούμαστε την ευχαρίστηση της καλοσύνης και δυσκολευόμαστε να την (από)δεχτούμε. Ο Philips και η Taylor αναλύουν πώς η καλοσύνη αποτελεί το θεμέλιο των μεγάλων θρησκειών και φιλοσοφιών του κόσμου κι εξετάζουν τις απολαύσεις και τους κινδύνους της καλοσύνης. Αντλώντας έμπνευση από την ιστορία, τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, την ψυχανάλυση και τη σύγχρονη κοινωνική θεωρία, διερευνούν γιατί μας έχουν διδάξει να αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας ως θεμελιωδώς ανταγωνιστικούς και κακούς, και πώς και γιατί έχουμε επιλέξει τη μοναξιά αντί της σύνδεσης. Υποστηρίζουν ότι μια ζωή όπου ζούμε με ενστικτώδη, ενσυναισθητική / συμπονετική ταύτιση με τους άλλους είναι αυτή που λαχταράμε και πρέπει να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να τη ζήσει.

Ελπίζω να γράψω περισσότερα για τα βιβλία και την καλοσύνη στην επόμενη ανάρτηση. Εν τω μεταξύ, θα συμπεριλάβω δύο αποσπάσματα από τα βιβλία τους.

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου του, ο Rutger Bregman γράφει:

«Αυτό είναι ένα βιβλίο για μια ριζοσπαστική ιδέα. Μια ιδέα που είναι γνωστό εδώ και καιρό ότι προκαλεί νευρικότητα στους ηγέτες. Μια ιδέα που απορρίπτεται από θρησκείες και ιδεολογίες, αγνοείται από τα μέσα ενημέρωσης και σβήνεται από τα χρονικά της παγκόσμιας ιστορίας. Ταυτόχρονα, είναι μια ιδέα που νομιμοποιείται σχεδόν από κάθε κλάδο της επιστήμης. Μια ιδέα που επιβεβαιώνεται από την εξελικτική ιστορία και την καθημερινή ζωή. Μια ιδέα τόσο εγγενής στην ανθρώπινη φύση που περνάει απαρατήρητη. Μακάρι να είχαμε το θάρρος να την πάρουμε πιο σοβαρά, είναι μια ιδέα που μπορεί να ξεκινήσει μια επανάσταση. Να ανατρέψει την κοινωνία. Γιατί μόλις καταλάβετε τι πραγματικά σημαίνει, δεν είναι τίποτα λιγότερο από κάτι σαν ναρκωτικό που σου αλλάζει το μυαλό κι εξασφαλίζει ότι δεν θα ξαναδείς ποτέ τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο. Τι είναι λοιπόν αυτή η ριζοσπαστική ιδέα; Ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, κατά βάθος, είναι αρκετά καλοί……

Θέλω να επισημάνω τρεις προειδοποιήσεις. Πρώτον, το να υπερασπίζεσαι την ανθρώπινη καλοσύνη είναι σαν να αντιστέκεσαι σε μια Λερναία Ύδρα – αυτό το μυθολογικό τέρας με τα επτά κεφάλια που φύτρωνε δύο κεφάλια για κάθε ένα που έκοβε ο Ηρακλής. Ο κυνισμός λειτουργεί κάπως έτσι. Για κάθε μισανθρωπικό επιχείρημα που διαλύεις, δύο ακόμη θα εμφανιστούν στη θέση του. Η veneer theory / «θεωρία της επιφανειακότητας» είναι ένα ζόμπι που συνεχώς επιστρέφει. Δεύτερον, το να υπερασπίζεσαι την ανθρώπινη καλοσύνη σημαίνει ότι παίρνεις θέση ενάντια στις δυνάμεις του κατεστημένου. Για τους ισχυρούς, μια ελπιδοφόρα άποψη για την ανθρώπινη φύση είναι εντελώς απειλητική. Ανατρεπτική. Στασιαστική. Υπονοεί ότι δεν είμαστε εγωιστικά θηρία που χρειάζονται χαλιναγώγηση, περιορισμό και ρύθμιση. Υπονοεί ότι χρειαζόμαστε ένα διαφορετικό είδος ηγεσίας….. Τρίτον, το να υπερασπίζεσαι την ανθρώπινη καλοσύνη σημαίνει να υπομένεις μια θύελλα χλευασμού. Θα σε πουν αφελή. Αδαή…….. Βασικά, είναι πιο εύκολο να είσαι κυνικός….»

Περί  Καλοσύνης από τους Adam Phillips και Barbara Taylor

«Η καλοσύνη, θα μπορούσε κανείς να πει, περιπλέκει τις σχέσεις μας με τους άλλους με ιδιαίτερα ανεπαίσθητους και ικανοποιητικούς τρόπους· και για έναν πολύ απλό λόγο. Οι πράξεις καλοσύνης καταδεικνύουν, με τον πιο ξεκάθαρο δυνατό τρόπο, ότι είμαστε ευάλωτα και εξαρτημένα ζώα που δεν έχουμε καλύτερους πόρους από το να έχουμε ο ένας τον άλλον. Αν η καλοσύνη έπρεπε προηγουμένως να νομιμοποιηθεί από έναν Θεό ή θεούς ή να εντοπιστεί σε γυναίκες και παιδιά, είναι επειδή έπρεπε να ανατεθεί· κι έπρεπε να ανατεθεί και να επικυρωθεί, και να ιεροποιηθεί, και να εξιδανικευτεί, και να συναισθηματικοποιηθεί επειδή προέρχεται από το μέρος του εαυτού μας που μας φοβίζει περισσότερο, το μέρος που γνωρίζει πόση σιγουριά και (γνήσια) επιβεβαίωση απαιτείται για να διατηρήσουμε την αίσθηση βιωσιμότητάς μας. Η αντίστασή μας στην καλοσύνη είναι η αντίστασή μας στο να συναντήσουμε αυτό που συναντά η καλοσύνη μέσα μας και αυτό που συναντάμε σε άλλους ανθρώπους όντας καλοί μαζί τους. Και, φυσικά, η αντίστασή μας στο να δούμε τα όρια αυτού που μπορεί να κάνει η καλοσύνη για εμάς…

Έτσι, οι απολαύσεις της καλοσύνης που υποστηρίζονται σε αυτό το βιβλίο δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι οι απολαύσεις της ηθικής ανωτερότητας, ή της κυριαρχικής ευεργεσίας ή της απατηλής προστασίας των καλών / θετικών συναισθημάτων. Ούτε οι πράξεις καλοσύνης πρέπει να θεωρούνται πράξεις θέλησης, προσπάθειας ή ηθικής απόφασης. Η καλοσύνη προέρχεται από αυτό που ο Φρόιντ ονόμασε – σε διαφορετικό πλαίσιο – «μετά την εκπαίδευση, δηλαδή, μια αναζωογονημένη επίγνωση κάποιου πράγματος που είναι ήδη αισθητό και γνωστό». Και αυτή η «μετεκπαίδευση», της οποίας ίσως αποτελεί μέρος αυτό το βιβλίο, συνεπάγεται την αναγνώριση της καλοσύνης ως ενός συνεχούς πειρασμού στην καθημερινή ζωή στον οποίο αντιστεκόμαστε. Όχι έναν πειρασμό να θυσιαστούμε, αλλά να συμπεριλάβουμε τον εαυτό μας με τους άλλους. Όχι έναν πειρασμό να απαρνηθούμε ή να αγνοήσουμε τις επιθετικές πτυχές του εαυτού μας, αλλά να δούμε την καλοσύνη ως αλληλέγγυα με την ανθρώπινη ανάγκη και με την πολύ παράδοξη αίσθηση αδυναμίας και δύναμης που προκαλεί η ανθρώπινη ανάγκη. Οι πράξεις καλοσύνης μας εμπλέκουν σε διαφορετικά είδη συζητήσεων. Η αντίστασή μας σε αυτές τις συζητήσεις υποδηλώνει ότι μπορεί να ενδιαφερόμαστε περισσότερο για αυτές, μπορεί στην πραγματικότητα να θέλουμε πολύ περισσότερα από αυτές, από ό,τι επιτρέπουμε στον εαυτό μας να ξέρει».

Δεκέμβρης 2025

«Η νεαρή γυναίκα μπροστά μου, με το κοριτσάκι της στο καρότσι, σηκώνει το κεφάλι, χαμογελάει. Σκύβει προς το παιδί. Κοίτα τα φώτα αγάπη μου!» Annie Ernaux

Σήμερα δημοσιεύω κάτι που άρχισα να γράφω πριν από λίγο καιρό, ενώ διάβαζα το βιβλίο το οποίο αναφέρω παρακάτω, αλλά ολοκλήρωσα σήμερα. Η ανάρτηση είναι πιο σύντομη από ότι συνήθως, αλλά ήμουν λίγο πιεσμένη χρονικά καθώς ήθελα να κάνω πράγματα όπως εξετάσεις αίματος κι επισκέψεις σε οδοντίατρο που είχα παραμελήσει, και κάποια πράγματα στο σπίτι πριν το τέλος της χρονιάς. Το βιβλίο έναυσμα της σημερινής ανάρτησης είναι της Γαλλίδας συγγραφέα Annie Ernaux, Κοίτα τα Φώτα, Αγάπη μου / Regarde les lumières, mon amour, κι αφορά την υπεραγορά ή το σούπερ μάρκετ, ένα χώρο που ο Marc Augé, όρισε ως «μη τόπο». Το βιβλίο είναι ένα ημερολογιακό κείμενο όπου η συγγραφέας καταγράφει τις σκέψεις, τις εμπειρίες και τις παρατηρήσεις της κατά τη διάρκεια των επισκέψεων της στο κατάστημα Auchan της γειτονιάς της μεταξύ Νοεμβρίου 2012 και Οκτωβρίου 2013.

Το θέμα της μελέτης της είναι ένας «μη-τόπος» (non-place) της σύγχρονης ζωής όπως η υπέρ αγορά που η συγγραφέας μετατρέπει σε φακό μέσα από τον οποίο εξετάζει κι αναλύει τη σύγχρονη ζωή, τις ταξικές και έμφυλες διαφορές, τις κοινωνικές ταυτότητες, τον καταναλωτισμό, την οικονομία, τη φθηνή εργασία στις αναπτυσσόμενες χώρες, κι άλλα θέματα. Ο όρος «μη τόπος» που επινόησε ο Γάλλος ανθρωπολόγος, Marc Augé, αναφέρεται σε χώρους παροδικότητας όπου οι άνθρωποι παραμένουν ανώνυμοι. Παραδείγματα «μη τόπων» θα μπορούσαν να είναι τα αεροδρόμια, οι αυτοκινητόδρομοι, τα εμπορικά κέντρα, τα σούπερ μάρκετ, οι αίθουσες αναμονής, κλπ. Σύμφωνα με τον Augé η έννοια του «μη τόπου» όπου οι άνθρωποι παραμένουν ανώνυμοι, διαφέρει από την έννοια του «ανθρωπολογικού τόπου», ο οποίος προσφέρει στους ανθρώπους έναν χώρο που ενδυναμώνει την ταυτότητά τους, κι όπου μπορούν να συναντήσουν άλλους ανθρώπους με τους οποίους μοιράζονται κοινωνικές αναφορές.

Σε αυτό το βιβλίο όπως και στ’ άλλα βιβλία της, η Ernaux είναι θαρραλέα, οξυδερκής, λιτή, και αμφισβητεί, συνδέοντας πάντα το προσωπικό με το πολιτικό. Το αφήγημα μοιάζει να επαναλαμβάνεται αντανακλώντας ίσως τον κυκλικό κι επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα των αγορών και εποχών. Δεν περιγράφει απλώς, αλλά μας δίνει μια μαρτυρία ενός συγκεκριμένου πλαισίου εντός συγκεκριμένου χρόνου. Καταγράφει, ερμηνεύει κι αναλύει. Μας λέει ότι μάλλον το πνεύμα των καιρών αποφασίζει τι αξίζει να θυμόμαστε, κι ότι μόνο πρόσφατα τα σούπερ μάρκετ θεωρούνται χώροι αντάξιοι αναπαράστασης στην τέχνη παρόλο που «…. δεν υπάρχει άλλος χώρος, δημόσιος ή ιδιωτικός, όπου τόσα πολλά άτομα τόσο διαφορετικά ως προς την ηλικία, το εισόδημα, την κουλτούρα, την γεωγραφική και εθνοτική προέλευση, το look, κινούνται και συγχρωτίζονται».

Το βιβλίο αποτελείται από ημερολογιακές εγγραφές στις οποίες η συγγραφέας καταγράφει τις παρατηρήσεις της για τους πελάτες, τους υπαλλήλους και ταμίες που όρθιες σκανάρουν προϊόντα ασταμάτητα σαν ένα είδος ιμάντα παραγωγής, τις βιτρίνες, τα προϊόντα: τρόφιμα, παιχνίδια, ρούχα, ηλεκτρονικά, βιβλία, απορρυπαντικά, τις τιμές, την καταναλωτική κίνηση κατά τη διάρκεια διαφόρων περιόδων του χρόνου, αλλά και ζητήματα που αφορούν την ανεργία και τη μείωση προσωπικού, την ακρίβεια, τις εθνοτικές ομάδες και μετανάστες που συναντά, την οργάνωση των διαδρόμων, τις διαφημίσεις, τις εκπτώσεις, τα προϊόντα προσφοράς, την μετατροπή των γιορτών σε εμπορικές λειτουργίες, και τα καθημερινά μικρά ανθρώπινα δράματα.

Για την Ernaux αυτός ο ανώνυμος χώρος αποκαλύπτει ζητήματα που αφορούν την οικονομία, την εξουσία, τις διαφορές φύλου, την επιθυμία, τις ιεραρχίες στον εργασιακό χώρο. Γράφει: «Η υπεραγορά διασχίζεται όντως από την Ιστορία…….Κοινωνικοπολιτισμική ιστορία του γούστου και της μόδας, της τεχνολογίας. Γεωπολιτική ιστορία των μεταναστεύσεων….». Δεν παρατηρεί τους άλλους μόνο, αλλά εγκιβωτίζει και τον εαυτό της στο αφήγημα της, αναλύοντας τις αγορές της, τις επιλογές ταμείου και τις μάρκες που επιλέγει. Με αφορμή όλα αυτά στοχάζεται πάνω στην ταξική, εθνοτική και έμφυλη ταυτότητα. Γνωρίζει ότι το σούπερ μάρκετ είναι και έμφυλος χώρος, οπού οι γυναίκες συχνά έχουν την ευθύνη των αγορών των νοικοκυριών ή της οικογένειας. Η Ernaux εδώ, όπως και σε όλα τα βιβλία της, αναλύει τις ταξικές διαστάσεις του πλαισίου που ερευνά, περιγράφει πως το περιεχόμενο μέσα στα καρότσια αποκαλύπτει την κοινωνική θέση, την οικονομική δυνατότητα, την εθνοτική ταυτότητα, και πως μερικά προϊόντα δηλώνουν στέρηση και άλλα κύρος. Παρατηρεί πως οι πάγκοι με τις εκπτώσεις και τις προσφορές προσελκύουν συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες.

Περιγράφει και τον χρόνο αναμονής στο ταμείο, εκεί όπου βρισκόμαστε πολύ κοντά ο ένας στον άλλο, παρατηρούμενοι και παρατηρούντες. Τα είδη που αφήνουμε στον ιμάντα αποκαλύπτουν όχι μόνο το εισόδημα μας, αλλά τις διατροφικές συνήθειες, τη δομή της οικογένειας μας ή του νοικοκυριού μας, τα ενδιαφέροντα και τις συνήθειες μας, τη σβελτάδα μας ή την αδεξιότητα μας, την ευγένεια και μέριμνα μας για τους άλλους ή την αδιαφορία. Κι όταν μια άγνωστη γυναίκα την αναγνωρίζει, τότε νιώθει να γίνεται η ίδια ένα αντικείμενο παρατήρησης και περιέργειας, καθώς κάθε προϊόν μέσα στο καλάθι της φανερώνει στοιχεία των συνηθειών και προτιμήσεων της, τον δικό της τρόπο ζωής. Η υπεραγορά έτσι καθίσταται ένας χώρος όπου όλοι εν δυνάμει είμαστε εκτεθειμένοι στο βλέμμα των άλλων.

Προς το τέλος της αφήγησης η Ernaux μας μιλάει και για την γοητεία αυτών των μεγάλων εμπορικών χώρων και της συλλογικής ζωής που εκτυλίσσεται σε αυτούς, και που μπορεί στο μέλλον να χαθεί με τη διάδοση των διαδικτυακών παραγγελιών και της παράδοσης στην πόρτα του πελάτη. Κι ίσως τα σημερινά παιδιά, ως ενήλικες, να νοσταλγούν τα ψώνια του Σαββάτου στις υπεραγορές, όπως οι άνω κάποιας ηλικίας νοσταλγούν τα παντοπωλεία της παλιάς γειτονιάς τους. Οι γονείς της Ernaux είχαν ένα μικρό παντοπωλείο και αυτός ήταν ένα σημαντικός χώρος της παιδικής και εφηβικής της ηλικίας.

Ursula Le Guin’s writing / Γραπτά της Ούρσουλα Λε Γκεν

«Αυτή είναι η προδοσία του καλλιτέχνη: η άρνηση να παραδεχτεί την κοινοτοπία του κακού και την τρομερή πλήξη του πόνου». Από το βιβλίο Αυτοί που φεύγουν από την Ομελάς της Ursula Le Guin (Ούρσουλα Λε Γκεν)

Η Ursula Le Guin καλεί τους / τις «συγγραφείς που μπορούν να δουν εναλλακτικές λύσεις για το πώς ζούμε τώρα και μπορούν να δουν πέρα από την τρομοκρατημένη κοινωνία μας και τις εμμονικές τεχνολογίες της, άλλους τρόπους ύπαρξης. Θα χρειαστούμε συγγραφείς που θυμούνται την ελευθερία – ποιητές, οραματιστές – ρεαλιστές μιας ευρύτερης πραγματικότητας».

 “Δεν θα κατανοήσουμε την αδικία που ζούμε αν δεν φανταστούμε τη δικαιοσύνη, ούτε θα είμαστε ελεύθεροι αν δεν μπορούμε να φανταστούμε την ελευθερία. Δεν μπορούμε να απαιτούμε να κατακτήσει τη δικαιοσύνη και την ελευθερία κάποιος που στερήθηκε την ευκαιρία να τις φανταστεί ως εφικτές. Ursula Le Guin

Α. The Ones Who Walk Away from Omelas / Αυτοί που φεύγουν από την Ομελάς της Ούρσουλα Κ. Λε Γκεν

Σήμερα θα αναφερθώ σε ένα μικρό βιβλίο που διάβασα της Le Guin (1929-2018), μια από τις μεγάλες Αμερικανίδες συγγραφείς και μια σημαντική γυναίκα συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας. Κάτοχος πολλαπλών λογοτεχνικών βραβείων, έγραψε επίσης δημοσιογραφικά κείμενα και μελέτες, ποίηση και παιδικά βιβλία, και κυρίως επιστημονική φαντασία, μέσω της οποίας ερμήνευσε κι έφερε στο φως αλληγορικά την κοινωνική πραγματικότητα, τις αντιθέσεις και κοινωνικές δυναμικές, και τις τεχνολογικές και υπαρξιακές προκλήσεις του είδους μας.

Η ιστορία της, Αυτοί που φεύγουν από την Ομελάς, είναι το πρώτο δικό της κείμενο που διάβασα. Το 1974 αυτή η ιστορία κέρδισε το βραβείο Hugo για το καλύτερο διήγημα. Είναι μια σύντομη φιλοσοφική ιστορία που διαβάζεται σαν αλληγορία ή παραμύθι, και μέχρι να φτάσεις στο τέλος της αφήγησης έχεις συνειδητοποιήσει ότι είναι μια από εκείνες τις ιστορίες που πιθανότατα δεν θα ξεχάσεις ποτέ. Η ιστορία είναι καθαρή αφήγηση, δεν υπάρχει δράση ή ανάπτυξη χαρακτήρων, κι ένα μέρος της περιγράφει τις προετοιμασίες της κοινότητας για ένα καλοκαιρινό φεστιβάλ, και τον τρόπο με τον οποίο έχει στηθεί αυτή η γεμάτη χαρά κοινότητα. Ωστόσο, είναι επίσης αρκετά ασαφής ώστε να δίνει στον αναγνώστη χώρο να φανταστεί τη δική του ουτοπία. Καταγράφει τη ζωή των κατοίκων της Ομελάς, μιας ουτοπικής πόλης, όπου όλοι ζουν με άνεση, ασφάλεια και ευτυχία. Η Le Guin γράφει: «Δεν ήταν απλοικοί άνθρωποι, βλέπετε, αν και ήταν ευτυχισμένοι… Δεν χρησιμοποιούσαν σπαθιά ούτε κρατούσαν σκλάβους. Δεν ήταν βάρβαροι. Δεν γνωρίζω τους κανόνες και τους νόμους της κοινωνίας τους, αλλά υποψιάζομαι ότι ήταν εξαιρετικά λίγοι… Ήταν ώριμοι, έξυπνοι, παθιασμένοι ενήλικες των οποίων η ζωή δεν ήταν άθλια». Σε αυτή την ουτοπική γη όλα φαίνονται υπέροχα, εκτός από μια φρικτή λεπτομέρεια. Η ευτυχία του καθενός εξαρτάται από το μαρτύριο και τον βασανισμό ενός εννιάχρονου ή δεκάχρονου παιδιού.

Στην εισαγωγή του βιβλίου, η Le Guin μας λέει ότι η κεντρική ιδέα αυτού του ψυχομύθου, του αποδιοπομπαίου τράγου, εμφανίζεται στους Αδελφούς Καραμάζοφ του Ντοστογιέφσκι και στο Ο Ηθικός Φιλόσοφος και η Ηθική Ζωή του William James. Σημειώνει ότι ο μεν Ντοστογιέφσκι διατύπωσε το ερώτημα με θρησκευτικούς όρους, ο δε James φιλοσοφικά. Γράφει: «Ο Ιβάν του Ντοστογιέφσκι ρωτά τον Αλιόσα (κι εμάς) «Θα συμφωνούσατε να υλοποιήσετε το σχέδιο, θα δεχόσασταν την ευτυχία, με αυτόν τον όρο»; Ο William James θέτει το ίδιο ερώτημα: «…….. εκατομμύρια που είναι μόνιμα ευτυχισμένοι με τον απλό όρο ότι μια συγκεκριμένη χαμένη ψυχή στο περιθώριο των πραγμάτων θα ζούσε μια ζωή μοναχικού βασανισμού, τι άλλο εκτός από ένα συγκεκριμένο κι ανεξάρτητο είδος συναισθήματος μπορεί να είναι αυτό που θα μας έκανε να νιώσουμε αμέσως, ακόμα κι αν μια παρόρμηση αναδυόταν μέσα μας να αρπάξουμε την ευτυχία που μας προσφέρεται, πόσο αποκρουστική θα ήταν η απόλαυσή του όταν γινόταν σκόπιμα αποδεκτή ως καρπός μιας τέτοιας συμφωνίας»;

Η ιστορία της μου έφερε στο νου και το γνωστό διήγημα της Shirley Jackson, «Το Λαχείο», που εκδόθηκε το 1948, το οποίο απεικονίζει μια μικρή, συνηθισμένη κοινότητα να διεξάγει την καθιερωμένη ετήσια λαχειοφόρο της. Αυτό το φαινομενικά εορταστικό γεγονός κορυφώνεται με τον «νικητή», ή αλλιώς τον τυχαία επιλεγμένο αποδιοπομπαίο τράγο, να λιθοβολείται μέχρι θανάτου από τους υπόλοιπους χωρικούς, όλους, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών, στα οποία οι ενήλικες δίνουν μικρά βότσαλα. Η ιστορία κάνει ορατές την τυφλή τήρηση της παράδοσης, την άγνοια και τις προλήψεις, τον φόβο εγκατάλειψης ενός μακροχρόνιου κοινωνικού τελετουργικού, την αγωνία της αλλαγής, την κοινωνική συμμόρφωση και την ικανότητα διάπραξης βίας από φαινομενικά καλούς κι αξιοσέβαστους ανθρώπους.

Στην ιστορία της Le Guin, το παιδί αποδιοπομπαίος τράγος είναι κλειδωμένο σε ένα σκοτεινό υπόγειο. Κάθεται γυμνό μεσ’ τη σιωπή και τη βρωμιά, τρομοκρατημένο από σκούπες και σφουγγαρίστρες. Η τροφή επαρκεί ίσα για να κρατηθεί ζωντανό. Μερικές φορές λέει: «Παρακαλώ, αφήστε με να βγω. Θα είμαι καλό παιδί!». Η ανάγνωση της περιγραφής της κακοποίησης και των βασάνων που αντιμετωπίζει το παιδί είναι δύσκολη. Αυτό το τρομερό γεγονός αποκαλύπτεται σε όλους τους κατοίκους της Ομελάς στην παιδική τους ηλικία. Κάποιοι άνθρωποι επισκέπτονται το παιδί για να δουν την πραγματικότητα, αλλά κανείς δεν επιτρέπεται να επικοινωνήσει ή να δείξει καλοσύνη στο παιδί, για χάρη της συλλογικής ευτυχίας. Για λίγο, φαίνεται ότι η Λε Γκεν προσπαθεί ακόμη και να πείσει τον αναγνώστη να θεωρήσει αυτό το είδος αδικίας και σκληρότητας απαραίτητο για την ευημερία της πλειοψηφίας. Αυτό μοιάζει υπερβολικά με τις δικαιολογίες και τις εκλογικεύσεις που γίνονται στην πραγματική ζωή.

Το να είναι μάρτυρες του πόνου του παιδιού επηρεάζει τους ανθρώπους διαφορετικά, κάτι που επίσης αληθεύει και στην πραγματική ζωή. Κάποιοι είναι αδιάφοροι και μάλιστα πρόθυμοι να συμβάλουν περισσότερο στον πόνο του παιδιού, οι περισσότεροι απλώς αποδέχονται αυτή τη θλιβερή αναγκαιότητα και μαθαίνουν να την αγνοούν, ακόμα κι αν θεωρούν τους εαυτούς τους καλούς ανθρώπους, κι όπως μπορεί κανείς να μαντέψει από τον τίτλο, κάποιοι δεν μπορούν να αποσυνδέσουν αυτή τη γνώση ή να ξεχάσουν τι έχουν δει. Η αντίληψή τους για την ουτοπική πόλη τους θρυμματίζεται και δεν μπορούν να αντέξουν το βάρος της ζωής στις πλάτες ενός ανήμπορου, βασανισμένου παιδιού. Δεν είναι πρόθυμοι να κάνουν τον ηθικό συμβιβασμό. Η Le Guin γράφει: «Κατά καιρούς ένα από τα έφηβα κορίτσια ή αγόρια που πηγαίνουν να δουν το παιδί δεν γυρίζει σπίτι για να κλάψει ή να οργιστεί, στην πραγματικότητα δεν γυρίζει καθόλου σπίτι. Μερικές φορές επίσης ένας άνδρας ή μια γυναίκα πολύ μεγαλύτερη σιωπά για μία ή δύο μέρες και μετά φεύγει από το σπίτι». Φεύγουν, αλλά δεν ξέρουμε πού πηγαίνουν ή τι βρίσκουν εκεί.

Η ιστορία έχει ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους και πιθανότατα οι ερμηνείες μας χρωματίζονται από τις πεποιθήσεις και τις εμπειρίες μας, την κουλτούρα μας και τα αναγνώσματα μας. Μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι αναφέρεται στην κοινωνική πρακτική της μετατροπής ατόμων σε αποδιοπομπαίους τράγους και στο τίμημα που πληρώνουν πολλοί για την άνεση άλλων. Θα μπορούσε επίσης να αντανακλά την ανάγκη της κοινότητας να προβάλλει τη δυστυχία της, ώστε να διατηρηθεί η ευημερία της συλλογικότητας. Το γεγονός ότι οι νόμοι της Ομελάς επιβάλλουν τον περιορισμό του παιδιού θα μπορούσε επίσης να υποδηλώνει ότι το κοινωνικό κακό και η αδικία είναι θεσμοθετημένα. Κάποιοι αναρωτιόνται αν η ιστορία υποδεικνύει τα βάσανα του Ιησού για την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Άλλοι υποστηρίζουν ότι υποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο είναι δομημένα τα κοινωνικοοικονομικά και πολιτικά μας συστήματα, όπου η ευτυχία και η άνεση πολλών εξαρτώνται από τα βάσανα όσων βρίσκονται εκτός οικονομίας ή πολιτικών διαδικασιών, κι όπου μεγάλος αριθμός ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών, και κοινότητες, είναι θύματα άδικων και σκληρών κοινωνικοπολιτικών πραγματικοτήτων. Θα μπορούσε επίσης να είναι μια αλληγορία του νου, των συνειδητών πτυχών και του ασυνείδητου ή ανεπιθύμητου υλικού που σπρώχνεται προς τα κάτω ή του πόνου που κρύβεται στο υπόγειο του οικοδομήματος του νου.

Η Λε Γκεν προσφέρει μια βαθιά ματιά στον κόσμο και στον εαυτό μας και, κατά κάποιο τρόπο, έχει δημιουργήσει έναν καθρέφτη για τους αναγνώστες, προκαλώντας τους/μας να σκεφτούμε πώς θα έμοιαζε μια ουτοπία ή δίκαιη κοινωνία, και τι θα μπορούσαμε να αποδεχτούμε ή να ανεχτούμε και τι θα έπρεπε να απορρίψουμε αν θέλαμε να διατηρήσουμε την ανθρωπιά μας. Αναπόφευκτα, προκύπτει και το θέμα της ενοχής, το πώς να ζήσει κανείς γνωρίζοντας ότι ζει σε βάρος άλλων που υποφέρουν, τι μπορούμε να κάνουμε, τι είναι ρεαλιστικά εφικτό. Σε κάθε περίπτωση, στο τέλος της ανάγνωσής, μένουμε με πολλά ερωτήματα χωρίς εύκολες απαντήσεις: Είναι μια κοινότητα που βασίζεται στον πόνο ενός ατόμου μια πραγματική ουτοπία; Πού πηγαίνουν όσοι απομακρύνονται από την πόλη; Είναι όσοι εμπλέκονται στη διαδικασία της αναζήτησης αποδιοπομπαίου τράγου ελεύθεροι ή είναι δεμένοι με τα θύματά τους; Είναι η διαιώνιση της πρακτικής της αναζήτησης αποδιοπομπαίου τράγου πραγματικά απαραίτητη για την κοινωνική ευημερία και ευτυχία; Τι είναι καλό και τι κακό; Τι είναι πραγματική ευτυχία;

Β. Στις δύο προηγούμενες αναρτήσεις σχετικά με το θέμα δημιουργίας αποδιοπομπαίων τράγων δεν κατάφερα να συμπεριλάβω αναφορές σε συγκεκριμένα πλαίσια, όπως οι ομάδες εκπαίδευσης στο χώρο της κλινικής ψυχολογίας, η θεραπεία, και ιδιαίτερα η ομαδική θεραπεία, όπου η δυναμική αυτή συμβαίνει συχνά, αλλά μπορεί, αν αντιμετωπιστεί με επιδέξιο και ηθικό τρόπο, κι αν ο θεραπευτής είναι σε θέση να αναγνωρίσει και να αποτρέψει παράγοντες που απειλούν τη συνοχή της ομάδας [π.χ. συνεχείς απουσίες και καθυστερήσεις, αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων, διασπαστική έξω-ομαδική κοινωνικοποίηση και υπο-ομαδοποίηση], να παρέχει ευκαιρίες για διαφοροποίηση, ενσωμάτωση και ανάπτυξη.

Ένα σχετικό άρθρο είναι το “Scapegoating in Group Psychotherapy / Η Διαδικασία Δημιουργίας Αποδιοπομπαίων Τράγων στην Ψυχοθεραπεία” της J. Kelly Moreno, PhD, στη διεύθυνση: https://files.core.ac.uk/download/pdf/32428352.pdf

Απόσπασμα από τον επίλογο του άρθρου:

«Το φαινόμενο της δημιουργίας αποδιοπομπαίων τράγων είναι πανταχού παρών. Εμφανίζεται σε ζευγάρια, οικογένειες, οργανισμούς κι ευρύτερα κοινωνικά συστήματα. Εμφανίζεται επίσης σε μικρές ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των ψυχοθεραπευτικών ομάδων. Ανεξερεύνητη και μη επεξεργασμένη, η διαδικασία αυτή είναι καταστροφική – μέσω της προβολικής ταύτισης και άλλων αμυντικών μηχανισμών, ένα μέλος εκδηλώνει συναισθήματα και συμπεριφορές που ανήκουν αλλού. Όταν αυτές οι προβολές δεν ανακτώνται / επιστρέφονται, προκαλείται ζημιά στον επιλεγμένο αποδιοπομπαίο τράγο, και υπονομεύεται το βάθος και η πρόοδος της εργασίας της ομάδας. Αρχικά, οι θεραπευτές μπορεί να μπουν στον πειρασμό να ενταχθούν στην ομάδα στοχεύοντας ή επιτιθέμενοι στο αποκλίνον μέλος. Πράγματι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ορισμένοι άνθρωποι είναι εξοικειωμένοι στις προβολές της ομάδας και κατά συνέπεια, τα απεσταλμένα μηνύματα απορροφώνται εύκολα. Μια αποτελεσματική ηγεσία, ωστόσο, θα καταλάβει πώς η συμπεριφορά του αποδιοπομπαίου τράγου σχετίζεται με ανάλογα ζητήματα των άλλων μελών της ομάδας. Επιπλέον, οι έμπειροι θεραπευτές θα είναι σε θέση να βοηθήσουν τα άτομα που έχουν αναλάβει το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου να ξεπεράσουν ένα ρόλο με τον οποίο μπορεί να είναι παθολογικά εξοικειωμένοι».

Υπάρχει επίσης το ζήτημα που αφορά τις διαδικασίες δημιουργίας αποδιοπομπαίων τράγων σε σχέση με τις γυναίκες, τον μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων που έχουν στο πέρασμα του χρόνου φορτωθεί αυτόν το ρόλο. Ο Arthur Colman (βλ. προηγούμενες αναρτήσεις) κάνει μια σύντομη αναφορά σε αυτό το θέμα στην TED ομιλία του. Ίσως επιστρέψω σε αυτό το θέμα σε προσεχή ανάρτηση.

Γ. Τέλος, κάτι ακόμη από την Ursula Le Guin, σχετικά με τα γηρατειά, το πέρασμα του χρόνου, την αλλαγή, την απώλεια και τη φθορά των πραγμάτων, που διάβασα τις τελευταίες εννέα εβδομάδες που μεσολάβησαν από τον θάνατο του πατέρα μου σε ηλικία ενενήντα εννέα ετών. Έφυγε τελευταίος κι έτσι βίωσε τον θάνατο των πέντε αδελφών του και της συζύγου του. Πώς το αντιμετώπισε αυτό εντός του; Τι ένιωθε και τι σκεφτόταν για την αναπόφευκτη αλλαγή και τη φθορά των πραγμάτων, την απώλεια, και το πλησίασμα του τέλους του δικού του κύκλου;

Δυο ποιήματα της Ursula Le Guin

Πρόγονοι

Είμαι τόσο μακριά από τους προγόνους μου τώρα // στα βαθιά μου γεράματα που νιώθω περισσότερο μια [ένας] από αυτούς // παρά απόγονός τους. Ο χρόνος έρχεται // με έναν σωματικό τρόπο που δεν καταλαβαίνω. Η ηλικία αναιρείται // και παίζει τον Ουροβόρο*……

* Ο όρος Ouroboros / Ουροβόρος προέρχεται από τις αρχαίες ελληνικές λέξεις «οὐρά» και «βόρος» (που τρώει/καταβροχθίζει), και από την αρχαία Αιγυπτιακή εικονογραφία. Απεικονίζει ένα φίδι ή δράκο που τρώει τη δική του ουρά, συμβολίζοντας τον κύκλο της ζωής και του θανάτου, την ατέρμονη δημιουργία και καταστροφή. την αιώνια αναγέννηση.

Φύλλα

Τα χρόνια κάνουν περίεργα πράγματα στην ταυτότητα. // Τι σημαίνει να λέμε  // Είμαι αυτό το παιδί στη φωτογραφία // στο Kishamish το 1935;  // Θα μπορούσαμε κάλλιστα να πούμε ότι είμαι η σκιά // ενός φύλλου της ακακίας                        που κόπηκε πριν από εβδομήντα χρόνια // που κινείται στη σελίδα που διαβάζει το παιδί. // Θα μπορούσαμε κάλλιστα να πούμε ότι είμαι οι λέξεις που διάβασε // ή οι λέξεις που έγραψα σε άλλα χρόνια, // τρεμόπαιγμα σκιάς και ηλιακού φωτός // καθώς ο άνεμος κινείται μέσα από τα φύλλα.

Το 2010, σε ηλικία 81 ετών, η Le Guin ξεκίνησε ένα ιστολόγιο / blog, εμπνευσμένη από την ανάγνωση του ιστολογίου του Χοσέ Σαραμάγκου. Παρακάτω είναι ένα μικρό απόσπασμα από την ανάρτησή της, Μάιoς 2013, στη διεύθυνση: https://www.ursulakleguin.com/blog/tag/aging

«Το μόνο που ζητώ από τους ανθρώπους που δεν είναι ακόμα πραγματικά ηλικιωμένοι, είναι να σκεφτούν και αυτοί το ερώτημα του ovenbird / εξάουρου** – και να προσπαθήσουν να μην υποβαθμίζουν τα γηρατειά. Αφήστε την ηλικία να είναι ηλικία. Αφήστε τον ηλικιωμένο συγγενή σας ή τον ηλικιωμένο φίλο σας να είναι αυτό που είναι…. »

**Το ερώτημα του εξάουρου (μικρό ωδικό πτηνό): Τι νόημα να δώσει κανείς σε κάτι που φθίνει; / What to make of a diminished thing?  στο ποίημα του Robert Frost, είναι μια μεταφορά για το πώς να αντιμετωπίσει και να νοηματοδοτήσει κανείς την αναπόφευκτη απώλεια, αλλαγή και φθορά στη ζωή και την τέχνη.