Η νοημοσύνη των παπαγάλων

«Πράγματι, μας είχε δώσει μια γεύση από έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο που υπήρχε πάντα αλλά παρέμενε πέρα ​​από το οπτικό μας πεδίο: τον κόσμο της νοημοσύνης των ζώων». Irene Pepperberg

«Ένα πλούσιο κοινωνικό πλαίσιο είναι απαραίτητο για τη διδασκαλία της επικοινωνίας και των επικοινωνιακών δεξιοτήτων….» Irene Pepperberg

Η σημερινή ανάρτηση αφορά τις αναπτυγμένες γνωστικές και συναισθηματικές ικανότητες του Αφρικανικού Γκρίζου παπαγάλου, ο οποίος πήρε το όνομά του από το “Project ALEX: Avian Language EΧperiment (Πείραμα Γλώσσας των Πτηνών)”. Πιο συγκεκριμένα, θα αναφερθώ στο έργο και το βιβλίο της Irene M. Pepperberg, Alex & Me: How a Scientist and a Parrot Discovered a Hidden World of Animal Intelligence—and Formed a Deep Bond in the Process (Ο Alex κι Εγώ: Πως μια επιστήμων κι ένας παπαγάλος ανακάλυψαν τον κρυμμένο κόσμο της νοημοσύνης των ζώων-κι ανέπτυξαν έναν βαθύ δεσμό στη διάρκεια της διαδικασίας). Η Irene Pepperberg, γεννήθηκε το 1949, έχει διδακτορικό στη Χημική Φυσική από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Έρευνας στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης. Στο παρελθόν έχει διεξάγει έρευνες κι έχει διδάξει σε πανεπιστήμια, όπως το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, το Πανεπιστήμιο Brandeis, το Ινστιτούτο Radcliffe, το MIT Media Lab, το Πανεπιστήμιο της Αριζόνα, το Purdue, και άλλα. Το έργο της περιλαμβάνει τη μελέτη των μηχανισμών μάθησης των παπαγάλων και των αποτελεσμάτων αυτής της μάθησης, έχει λάβει τιμητικές διακρίσεις και βραβεία, κι έχει παρουσιαστεί σε εφημερίδες, σε περιοδικά και στην τηλεόραση, στις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την Ασία. Ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του Alex υπήρξε μια έκρηξη δημόσιας αναγνώρισης σε όλο τον κόσμο.

Για χιλιετίες οι παπαγάλοι έχουν γοητεύσει τους ανθρώπους κι έχουν ζήσει δίπλα τους, και μάλιστα στο παρελθόν θεωρούνταν εξωτικά είδη πολυτελείας και σύμβολα κοινωνικής θέσης, και συχνά ανήκαν σε ευγενείς. Οι παπαγάλοι κατέχουν σημαντική συμβολική σημασία σε πολλές θρησκείες και πολιτισμούς. Σε πίνακες ζωγραφικής συχνά απεικονίζονταν με γυναίκες, και στη χριστιανική τέχνη ο παπαγάλος ενίοτε λειτούργησε και ως σύμβολο της Παναγίας. Συμβολίζει και άλλα πράγματα, όπως στην ελληνορθόδοξη εικόνα του μοναχού Αγίου Πορφυρίου, ο οποίος απεικονίζεται με έναν παπαγάλο στον ώμο του.  Σ’ ένα γνωστό του πίνακα ο Jan Van Eyck απεικονίζει την Παναγία με τον Ιησού να κρατάει έναν πράσινο παπαγάλο. Οι παπαγάλοι έχουν εμφανιστεί και στις σελίδες λογοτεχνικών έργων και πιο πρόσφατα έχουν πρωταγωνιστήσει και σε ταινίες. Στην ψυχολογία, ο παπαγάλος έχει χρησιμοποιηθεί ως σύμβολο ή μεταφορά για διάφορες ιδέες. Στην ψυχολογία του Γιουνγκ, για παράδειγμα, ένας παπαγάλος μπορεί να αντιπροσωπεύει συμπεριφορές μιμητισμού και την έλλειψη μιας αληθινής ή  αυθεντικής ταυτότητας. Ο παπαγάλος μπορεί να αντιπροσωπεύει τον φόβο του να μην είναι κανείς ο αληθινός του εαυτός, ή την υιοθέτηση των απόψεων, των πεποιθήσεων, των αφηγήσεων και των προσδοκιών των άλλων.

Στη γνωστική συμπεριφορική θεραπεία / CBT, η εικόνα ενός παπαγάλου στον ώμο κάποιου μπορεί να αντιπροσωπεύει τον εσωτερικό κριτή, σαν να έχει κανείς κυριολεκτικά κάποιον στον ώμο του να ψιθυρίζει επίμονα επικριτικές αξιολογήσεις και να κάνει αρνητική αυτοκριτική. Η Μεταφορά του Δηλητηριασμένου Παπαγάλου / Poisoned Parrot Metaphor είναι ένα εργαλείο για την επεξεργασία της αρνητικής αυτοκριτικής μέσω της γνωστικής αποσυγχώνευσης / cognitive defusion που είναι η διαδικασία αναγνώρισης ότι μια σκέψη είναι συχνά μια μη χρήσιμη εσωτερική φωνή ή αυτόματη εσωτερική φλυαρία, και αντί να την εκλάβουμε λανθασμένα ως την απόλυτη αλήθεια, απλώς την αναγνωρίζουμε και δημιουργούμε κάποια απόσταση από αυτήν. Στη συμπεριφορική ψυχολογία και στην εκπαίδευση, η μάθηση με παπαγαλία / learning parrot fashion υποδηλώνει μηχανική απομνημόνευση, μη βαθιά κατανόηση, ή την άσκοπη επανάληψη πραγμάτων που δεν κατανοούμε πραγματικά. Τέλος, στα οικογενειακά συστήματα ή στη σχεσιακή ψυχολογία, αντιπροσωπεύει το συναισθηματικό καθρέφτισμα, την απορρόφηση ή την εσωτερίκευση των συναισθηματικών καταστάσεων των άλλων, επειδή οι παπαγάλοι που ζουν με ανθρώπους, όντας ιδιαίτερα κοινωνικά, συναισθηματικά και ενσυναισθητικά πλάσματα, μπορούν να αντικατοπτρίζουν τη συναισθηματική κατάσταση του περιβάλλοντός τους και συχνά όταν είναι στρεσαρισμένοι μπορεί να καταφύγουν σε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές όπως το μάδημα των φτερών τους. Η Pepperberg γράφει ότι οι παπαγάλοι μπορούν να γίνουν αρκετά ψυχωτικοί και συχνά μαδάνε τα φτερά τους όταν είναι αγχωμένοι.

Πριν εμβαθύνω στο βιβλίο, θα διηγηθώ μια προσωπική εμπειρία. Πριν από δύο δεκαετίες, συμφώνησα να φροντίσω τα κατοικίδια πουλιά μιας καθηγήτριας που εργάζονταν στο σχολείο ξένων γλωσσών που είχα τότε. Η Μισέλ είχε έρθει στο νησί με τον Έλληνα αρραβωνιαστικό της, τον Κώστα, ο οποίος είχε δύο εξωτικά πουλιά, έναν Αφρικανικό γκρίζο παπαγάλο κι ένα άλλο μικρότερο πουλί. Επρόκειτο να παντρευτούν το καλοκαίρι μετά το τέλος της σχολικής χρονιάς και όταν ήρθε αυτή η στιγμή χρειάζονταν κάποιον να φροντίζει τα κατοικίδιά τους. Έτσι, ένα απόγευμα έφτασαν στην πόρτα μου με δύο κλουβιά και προμήθειες τροφής για πουλιά, και όλα πήγαιναν καλά μέχρι που έφυγαν και ένας απελπισμένος παπαγάλος άρχισε να φωνάζει το όνομα του ιδιοκτήτη του. Αυτό κράτησε κάνα δύο μέρες κι ήταν σπαρακτικό να βλέπει κανείς την ένταση της νοσταλγίας αυτού του μικρού πλάσματος. Ευτυχώς, δεν έχασε την όρεξή του, ούτε κι άρχισε να μαδά τα φτερά του, και σύντομα προσαρμόστηκε στη νέα κατάσταση. Σε μια προσπάθεια να καταπραΰνω αυτό που φαινόταν σαν άγχος αποχωρισμού, του μιλούσα συχνά και περνούσα όσο περισσότερο χρόνο μπορούσα στον ίδιο χώρο μαζί του. Σύντομα άρχισε να με εμπιστεύεται και με άφηνε να ξύνω το κεφάλι του και να του γαργαλάω τον λαιμό, κάτι που του άρεσε ιδιαίτερα, τόσο που απέκτησε τη συνήθεια να πιέζει το κεφαλάκι του στα κάγκελα του κλουβιού όλο και πιο συχνά. Ανταποκρινόμουν κάθε φορά που τον έβλεπα, ταυτόχρονα του ψιθύριζα γλυκόλογα, κυρίως «σ’ αγαπάω», και μετά από λίγες μέρες άρχισε κι αυτός να λέει «σ’ αγαπάω», ειδικά αφού πρώτα είχε πάρει τη δόση του από χάδια.

Του άρεσε επίσης να τσιμπολογάει τις άκρες των δακτύλων μας, εκδήλωνε προτιμήσεις και συναισθήματα, ειδικά ζήλια, όταν χάϊδευα τον σκύλο, για παράδειγμα. Έδειχνε τη δυσαρέσκειά του βγάζοντας κραυγές ή επαναλαμβάνοντας το όνομα του σκύλου με τσιριχτό τρόπο. Ωστόσο, όταν τους άφηνα μόνους, φώναζε το όνομά του σκύλου με πιο απαλό τόνο, έμοιαζε περισσότερο με τη δική μου φωνή, και ο σκύλος πλησίαζε και καθόταν δίπλα στο κλουβί του. Εκείνη την εποχή δεν είχα διαβάσει τίποτα για τις γνωστικές ικανότητες ή συναισθηματικές εκδηλώσεις των παπαγάλων, αλλά η εμπειρία μαζί του μου έδειξε ότι συνέβαινε κάτι περισσότερο από απλή μιμητική συμπεριφορά. Κατά τη διάρκεια των λίγων εβδομάδων που πέρασε μαζί μας, έμαθε λέξεις και σύντομες φράσεις, και το πιο συναρπαστικό από όλα ήταν το πώς μιμούνταν τους ήχους του πιάνου. Του άρεσε να ακούει μουσική και κάθε φορά που ο γιος μου καθόταν στο πιάνο να εξασκηθεί, τον συνόδευε παράγοντας παρόμοιους ήχους.

Όταν πλέον ήρθε η ώρα να επιστρέψει στους δικούς του, νιώσαμε λύπη, ιδιαίτερα εγώ, αλλά είμαστε και λίγο ανακουφισμένοι γιατί ο παπαγάλος είχε αποκτήσει τη συνήθεια να φωνάζει «σ’ αγαπάω» ή άλλα πράγματα, όλο και πιο νωρίς κάθε πρωί. Ίσως και να τον είχα κακομάθει λίγο, ανταποκρινόμενη στις συνεχώς αυξανόμενες εκκλήσεις του για προσοχή. Πιστεύαμε επίσης ότι θα χαιρόταν να επιστρέψει στους ιδιοκτήτες του, αλλά όταν η Μισέλ και εγώ μιλήσαμε ξανά, μου είπε ότι το πουλί φαινόταν κάπως θλιμμένο, δεν είχε όρεξη για φαγητό κι επαναλάμβανε όλα τα καινούρια πράγματα που είχε μάθει, και μάλιστα  ακουγόταν σαν εμένα. Η Pepperberg αναφέρει ότι οι παπαγάλοι δεν μιλούν μόνο καθαρά, αλλά η ομιλία τους είναι σχεδόν πανομοιότυπη με αυτή των ιδιοκτητών τους και πώς ο Alex μιλούσε με τη δική της προφορά.

Το βιβλίο που θα παρουσιάσω σήμερα αφορά δυο πρωτοπόρους, έναν άνθρωπο και ένα πτηνό, οι οποίοι άνοιξαν ένα παράθυρο στον κρυφό κόσμο της νοημοσύνης των ζώων, και ιδιαίτερα των Αφρικανικών Γκρίζων παπαγάλων. Το βιβλίο της Pepperberg είναι ένα συγκινητικό αυτοβιογραφικό αφήγημα, στο οποίο αυτή διηγείται την ιστορία της σχέσης της με τον Alex, έναν Αφρικανικό Γκρίζο παπαγάλο, ο οποίος επέδειξε μια αξιοσημείωτη ικανότητα επικοινωνίας, κατανόησης σύνθετων ιδεών και έμαθε πάνω από εκατό λέξεις στη σχετικά σύντομη ζωή του. Επέδειξε γλωσσικές ικανότητες και δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων και ήταν ικανός για σκέψη και πρόθεση, πράγματα που προηγουμένως θεωρούνταν ότι αφορούσαν αποκλειστικά τους ανθρώπους. Πριν από την έρευνα και το έργο της Pepperberg, πίστευαν ότι τα πουλιά δεν είχαν δυνατότητες για γλώσσα και συνείδηση κι επικρατούσε η άποψη ότι οι παπαγάλοι δεν ήταν έξυπνοι, αλλά απλώς μιμούνταν τους ανθρώπινους ήχους καλύτερα από άλλα πουλιά. Ωστόσο, η Pepperberg και οι βοηθοί και μαθητές της απέδειξαν ότι παρόλο που ένας Αφρικανικός γκρίζος παπαγάλος έχει έναν εγκέφαλο στο μέγεθος ενός καρυδιού χωρίς το κέλυφος, έχει αναπτυγμένες γνωστικές, μαθηματικές και συναισθηματικές ικανότητες, παρόμοιες με εκείνες των πρωτευόντων θηλαστικών ή των εξάχρονων παιδιών, κάτι που δεν είναι μικρό επίτευγμα για έναν τόσο μικρό εγκέφαλο. Οι γκρίζοι παπαγάλοι έχουν τη δυνατότητα να μαθαίνουν εκατοντάδες λέξεις, να κατανοούν έννοιες όπως αριθμοί, χρώματα, σχήματα, μέγεθος και το μηδέν, και μπορούν να εκδηλώνουν συναισθηματικές αντιδράσεις όπως χαρά, φόβο, θλίψη, ενσυναίσθηση, ευερεθιστότητα, ζήλια και ούτω καθεξής.

Η Pepperberg ξεκινά την αφήγησή της από το τέλος με τον πρόωρο θάνατο του Alex, ο οποίος πέθανε σε ηλικία 31 ετών [οι Αφρικανικοί γκρίζοι παπαγάλοι μπορούν να ζήσουν έως και 60 χρόνια σε αιχμαλωσία]. Το βράδυ πριν πεθάνει ο Alex, όταν ήρθε η ώρα για την Pepperberg να φύγει από το εργαστήρι, αντάλλαξαν τις συνηθισμένες φράσεις αποχαιρετισμού.

Ο Alex της είπε: «Να είσαι καλά. Σ’ αγαπώ»,

«Κι εγώ σ’ αγαπώ», απάντησε αυτή.

«Θα έρθεις αύριο;» είπε ο Alex.

«Ναι», είπε αυτή, «θα έρθω αύριο».

Ο θάνατός του Alex έφερε μεγάλη προσοχή από τα μέσα ενημέρωσης και χείμαρρους μηνυμάτων και επιστολών από ανθρώπους από όλα τα κοινωνικά στρώματα, καθώς και τη δική της συνειδητοποίηση του πόσο βαθύς ήταν ο δεσμός και η αγάπη της για τον Alex. Γράφει: «το αίσθημα απώλειας, θλίψης και εγκατάλειψης που ράγισε βαθιά την καρδιά και την ψυχή μου με το θάνατο του συναδέλφου μου, βάρους μιας λίβρας, και φίλου μου για τρεις δεκαετίες, ήταν σε βαθμό και ένταση που δεν είχα ποτέ προβλέψει, ούτε μπορούσα να φανταστώ… Δεν έχω νιώσει ποτέ τέτοιο πόνο ούτε έχω χύσει περισσότερα δάκρυα…».

Στη συνέχεια η Pepperberg μας πηγαίνει πίσω στο χρόνο και στην παιδική της ηλικία. Ήταν μοναχοπαίδι και ζούσε με τους γονείς της, Αμερικανούς πρώτης γενιάς. Και οι δύο γονείς της είχαν περάσει σοβαρές στερήσεις μεγαλώνοντας κι ο πατέρας της είχε βιώσει τραύματα πολέμου. Η μητέρα της, γράφει, ήταν μάλλον απόμακρη και αγανακτισμένη που είχε εγκαταλείψει την εργασία της για να γίνει νοικοκυρά. Ο πατέρας της δίδασκε στο δημοτικό σχολείο κατά τη διάρκεια της ημέρας, σπούδαζε χάρη σ’ ένα νομοσχέδιο για ένα μεταπτυχιακό το βράδυ, και φρόντιζε την άρρωστη μητέρα του, πράγμα που σήμαινε ότι δεν τον έβλεπε πολύ. Περνούσε τον λίγο ελεύθερο χρόνο του σμιλεύοντας πήλινες φιγούρες και πρόσωπα και φροντίζοντας τα λουλούδια που καλλιεργούσε μέσα σε κουτιά και γλάστρες. Δεν υπήρχαν άλλα παιδιά στη γειτονιά τους στο Μπρούκλιν, κι έτσι περνούσε πολύ χρόνο μόνη της κι ένιωθε λίγο αδέξια κοινωνικά. Όντας ιδιαίτερα έξυπνη, είχε επίσης παραλείψει μερικές τάξεις, αλλά το να περιβάλλεται από μεγαλύτερα παιδιά την έκανε να νιώθει ακόμα πιο αδέξια κοινωνικά. Η πρώτη της συνάντηση με πουλιά έγινε στην ηλικία των τεσσάρων ετών, όταν ο μπαμπάς της έφερε ένα μωρό παπαγαλάκι, ως έκπληξη δώρο για να της κάνει παρέα. Αργότερα, όταν μετακόμισαν, ο μπαμπάς της τοποθέτησε μια ταΐστρα πουλιών, ώστε να μπορούν να παρατείνουν την παρατήρηση πουλιών για το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. Περιγράφει πώς τα πουλιά έγιναν οι σύντροφοί της στο παιχνίδι. Ένα από τα διάφορα κατοικίδια πουλιά της απολάμβανε να κάθεται στο καρότσι της γραφομηχανής ενώ εκείνη χτυπούσε τα πλήκτρα, «τιναζόμενο ασταθώς με κάθε χτύπημα του σφυριού», ένα άλλο παιχνίδι που έπαιζε μαζί του ήταν να τακτοποιεί και να ανακατεύει τη συλλογή κουμπιών της μητέρας της.

Καθώς μεγάλωνε, πίστευε ότι θα ακολουθούσε καριέρα στις βιολογικές επιστήμες. Ο πατέρας της την είχε σίγουρα ενθαρρύνει προς αυτή την κατεύθυνση λόγω των δικών του ενδιαφερόντων και των δικών του ονείρων να γίνει βιοχημικός, κάτι που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ λόγω της Μεγάλης Ύφεσης και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ωστόσο, εκείνη είχε κολλήσει με τη χημεία. Της συνέστησαν να υποβάλει αίτηση στο MIT και έγινε δεκτή στην ηλικία των δεκαέξι ετών, κάτι που έφερε τις δικές του δυσκολίες όσον αφορά την κατανόηση του πώς να ζει μακριά από το σπίτι και πώς να διεξάγει μια κοινωνική ζωή. Σε αυτό το ακαδημαϊκό περιβάλλον υψηλής πίεσης, ο Charlie Bird ήταν η συντροφιά και παρηγοριά της. Στο MIT γοητεύτηκε όχι μόνο από τη θεωρητική χημεία, αλλά και από τον David, έναν μεταπτυχιακό φοιτητή, ο οποίος αργότερα έγινε σύζυγός της.

Η Pepperberg καταγράφει επίσης τα γεγονότα που την οδήγησαν από μια ακαδημαϊκή ζωή στη θεωρητική χημεία σε μια καριέρα στην έρευνα επικοινωνίας των ζώων. Μετά το MIT, υπέβαλε αίτηση κι έγινε δεκτή στο Harvard για να κάνει θεωρητική χημεία, ένα περιβάλλον υπερβολικά ανδροκρατούμενο εκείνη την εποχή. Αρραβωνιάστηκε επίσης τον David. Αντιμετώπισαν οικονομικές δυσκολίες, οι οποίες επιδεινώθηκαν όταν το σπίτι στο οποίο ζούσαν με όλα τα υπάρχοντά τους κάηκε και βρέθηκαν άστεγοι και χωρίς υπάρχοντα. Ευτυχώς, ο μεταδιδακτορικός σύμβουλος του Ντέιβιντ τους φιλοξένησε στο σπίτι του σε αντάλλαγμα για τη βοήθειά τους με τις δουλειές του σπιτιού και τη φροντίδα των δύο γιων του. Ήταν εκεί, κι ενώ παρακολουθούσαν ντοκιμαντέρ και άλλα εκπαιδευτικά προγράμματα, που άνοιξε ένας νέος κόσμος για αυτήν. Υπήρχε το έργο της Τζέιν Γκούντολ, Ευρωπαίοι ερευνητές είχαν κερδίσει το βραβείο Νόμπελ για τις μελέτες τους σε κάποια πτυχή της συμπεριφοράς των ζώων, και οι βιολόγοι είχαν αρχίσει ν’ ασχολούνται με την νοημοσύνη και τη σκέψη των ζώων. Εκείνη την περίοδο η Pepperberg συνειδητοποίησε ότι ήταν «έτοιμη να αφήσει στην άκρη χρόνια πανεπιστημιακής εργασίας, βαθιάς αφοσίωσης και προσπάθειας στη μελέτη της χημείας ως επαγγελματικής πορείας, και να ξεκινήσει ένα εγχείρημα για το οποίο είχε ελάχιστες γνώσεις και καμία εκπαίδευση».

Ένας καθηγητής στο τμήμα βιολογίας του Χάρβαρντ, γράφει, κατάφερε να την προσανατολίσει και έτσι έμαθε για το πρωτοποριακό έργο σχετικά με την επικοινωνία ανθρώπου-χιμπατζή. Συνειδητοποίησε ότι κανείς δεν δούλευε με πουλιά και ότι θα ήταν επίσης ευκολότερο επειδή μπορούσαν να μάθουν ομιλία, ειδικότερα ο Αφρικανικός γκρίζος παπαγάλος, ο οποίος μάθαινε πιο εύκολα και ήταν ο πιο καθαρός ομιλητής. Η Pepperberg εξηγεί ότι εκείνη την εποχή το δόγμα που επικρατούσε στην ψυχολογία, γνωστό ως συμπεριφορισμός, θεωρούσε τα ζώα ως αυτόματα, με μικρή ή καθόλου ικανότητα για μάθηση ή σκέψη, και η βιολογία κυριαρχούταν από θεωρίες που ισχυρίζονταν ότι μεγάλο μέρος της συμπεριφοράς των ζώων ήταν έμφυτα προγραμματισμένο. Αλλά αυτό, μας λέει, ήταν αντίθετο με το ένστικτό της και την κοινή λογική, κι ένιωθε ότι ήταν προφανές ότι τόσο η επικοινωνία όσο και η εκμάθηση επικοινωνίας είναι μια κοινωνική διαδικασία. Εκείνη την εποχή, έπεσε πάνω σε μια εργασία του Γερμανού ηθολόγου Dietmar Todt σχετικά με αυτό που ο ίδιος ονόμαζε model /rival program of training (πρότυπο/ανταγωνιστικό πρόγραμμα εκπαίδευσης), όπου αντί ένα ζώο να έχει έναν εκπαιδευτή, έχει δύο, και ο εκπαιδευτής Β είναι το «πρότυπο» για το ζώο-υποκείμενο και ο «ανταγωνιστής» του για την προσοχή του εκπαιδευτή Α.

Αυτό είναι το μοντέλο που η Pepperberg προσάρμοσε για να εργαστεί με τον Alex, κι η τεχνική που αποδείχθηκε ως πιο αποτελεσματική. Η ιδέα ήταν ότι θα μάθαινε σε ένα κοινωνικό πλαίσιο. Αυτή και ο/η βοηθός της ρωτούσαν ο ένας τον άλλον σχετικά με τη λέξη που αντιστοιχούσε σε ένα αντικείμενο, με τον Alex να παρατηρεί. Μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες, γράφει, από την έναρξη της εκπαίδευσης, «ο Alex χρησιμοποιούσε αναμφισβήτητα φωνητικές ετικέτες (λέξεις) για να αναγνωρίσει συγκεκριμένα αντικείμενα. Δεν μιμούνταν απλώς». Η πρώτη λέξη που κατάλαβε ήταν το χαρτί επειδή του άρεσε να μασάει χαρτί και συχνά του έδιναν κομμάτια να μασήσει. Σύντομα ο Alex μπορούσε να αναγνωρίσει αντικείμενα που είχε εκπαιδευτεί να ονομάζει όπως ξύλο, δέρμα και κλειδί, και με τα χρόνια έμαθε να αναγνωρίζει πάνω από εκατό λέξεις. Έμαθε να ονομάζει τα χρώματα, αλλά ίσως ενδιαφερόταν λιγότερο γι’ αυτά, σημειώνει η Pepperberg, επειδή όλα είχαν την ίδια γεύση, ενώ τα διαφορετικά αντικείμενα είχαν διαφορετικές γεύσεις και υφές. Μέσα από ανέκδοτες ιστορίες, η Pepperberg περιγράφει την επίδειξη μιας ποικιλίας ικανοτήτων και την συνεχή απόκτηση νέας μάθησης. Για παράδειγμα, ήταν σε θέση να αναγνωρίζει και να ονομάζει σωστά συνδυασμούς νέων αντικειμένων και χρωμάτων, κάτι που στη γλωσσολογία είναι γνωστό ως segmentation/ τμηματοποίηση, που σημαίνει ότι ήταν σε θέση να αποσυναρμολογήσει κομμάτια δύο φράσεων και να τα επανασυναρμολογήσει κατάλληλα. Ο Ελβετός ψυχολόγος Jean Piaget είχε υποστηρίξει ότι όταν τα παιδιά μαθαίνουν κάτι καινούργιο, χρειάζονται χρόνο για την αφομοίωση του πριν το χρησιμοποιήσουν με ευκολία. Μόλις λοιπόν άρχισαν να καταγράφουν τη μοναχική βραδινή φλυαρία του Alex, ανακάλυψαν ότι κι ο Alex συχνά «εξασκούνταν» μόνος του με νεοαποκτηθείσες λέξεις μέχρι να φτάσει στην τελειότητα, παρόλο που νωρίτερα μέσα στην ημέρα είχε αποτύχει εντελώς να πει κάποια νέα λέξη.

Η κατανόηση εννοιών, όπως η «ύλη» ή το υλικό, το χρώμα και το σχήμα, λέει η Pepperberg, αποτελεί υψηλότερο επίπεδο νόησης, και ότι ήταν άλλο πράγμα για τον Alex να αναγνωρίζει ένα αντικείμενο και να πει «ξύλο τεσσάρων γωνιών», για παράδειγμα, αλλά εντελώς διαφορετικό για αυτόν να δει ένα κομμάτι κόκκινου δέρματος τεσσάρων γωνιών και να απαντήσει σωστά σε ξεχωριστές ερωτήσεις όπως «Τι χρώμα;» ή «Τι σχήμα;», επειδή αυτό απαιτούσε από τον Alex να κατανοήσει την έννοια του χρώματος και του σχήματος ως κατηγορίες. Μια άλλη ικανότητα που επέδειξε σε κάποιο σημείο ήταν ο συνδυασμός επιμέρους τμημάτων δύο λέξεων για να σχηματίσει μια νέα λέξη (blending). Ο Alex είχε μάθει μόνος του τις λέξεις σταφύλι, μπανάνα και κεράσι, επειδή ονομάζανε όλα όσα τον τάιζαν. Το «μήλο» επρόκειτο να είναι η τέταρτη ετικέτα φρούτου, αλλά ο Alex αρνιόταν πεισματικά να πει μήλο. Στη συνέχεια, γράφει η Pepperberg, «στα μέσα Μαρτίου του 1985, κοίταξε το μήλο αρκετά προσεκτικά, με κοίταξε και είπε «Banerry». Τελικά κατάλαβαν ότι είχε συνδυάσει τις λέξεις ban (από banana / μπανάνα) και erry (από cherry / κεράσι), πιθανώς επειδή είχε λίγο γεύση μπανάνας και  έμοιαζε με ένα μεγάλο κόκκινο κεράσι.

Ο Alex ήταν επίσης ικανός να κατανοήσει την έννοια του ίδιου και του διαφορετικού, κάτι που είναι αρκετά περίπλοκο από γνωστική άποψη. Η Pepperberg λέει ότι ο David Premack είχε ήδη δοκιμάσει με χιμπατζήδες, αλλά το μόνο που έπρεπε να κάνει το ζώο ήταν να υποδείξει αν δύο αντικείμενα ήταν ίδια ή διαφορετικά. Ωστόσο, ο Alex προχώρησε ένα βήμα παραπέρα στις δοκιμές τους, επειδή ήταν σε θέση πει ακριβώς τι ήταν ίδιο ή διαφορετικό: το χρώμα, το σχήμα ή το υλικό. Μετά από αυτό προχώρησαν σε σχετικές έννοιες, όπως η διαφορά μεγέθους, και ο Alex το κατάλαβε και αυτό. Εργάστηκαν πάνω στη μονιμότητα των αντικειμένων: την κατανόηση ότι ένα αντικείμενο συνεχίζει να υπάρχει ακόμα και όταν είναι κρυμμένο, μια ικανότητα που αναπτύσσεται σταδιακά στα παιδιά κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους, κι ο Alex είχε καλή κατανόηση και αυτού, και μάλιστα διασκέδαζε με τις διαδικασίες των τεστ. Υπάρχει επίσης μια ενδιαφέρουσα ιστορία για την εμπειρία του Alex με τον καθρέφτη και πώς έμαθε το γκρι χρώμα.

Δούλεψαν πάνω στα φωνήματα, τους μεμονωμένους ήχους που αποτελούν μια ολοκληρωμένη λέξη, εκπαιδεύοντας τον Alex να προφέρει φωνήματα, όχι επειδή ήθελε να τον μάθει να διαβάζει, αλλά για να δει αν καταλάβαινε ότι οι ετικέτες/λέξεις αποτελούνται από ήχους που μπορούν να συνδυαστούν με διαφορετικούς τρόπους για να σχηματίσουν νέες λέξεις, και ο Alex «πράγματι κατάλαβε ότι οι λέξεις αποτελούνται από υπομονάδες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν με διαφορετικούς τρόπους». Έπρεπε να το αποδείξουν επιστημονικά, οπότε ακολούθησαν τον συνηθισμένο τους τρόπο: «Τι χρώμα είναι το ‘ch’ / τς;» και «Ποιος ήχος είναι το μοβ;» Ωστόσο, ο Alex, γράφει η Pepperberg «ξεπέρασε το σημείο που βρίσκονταν με την εκπαίδευσή του, η οποία ήταν τα μεμονωμένα φωνήματα» και πρόφερε τα μέρη μιας ολοκληρωμένης λέξης. Εργάστηκε επίσης με τον Alex στην αναγνώριση και κατανόηση των αριθμών και της πρόσθεσης. Ο Alex μπορούσε πράγματι να προσθέσει, αλλά μπορούσε επίσης να κατανοήσει την έννοια του μηδέν, την οποία η Pepperberg ισχυρίζεται ότι είναι «μια εξαιρετικά αφηρημένη έννοια. Η λέξη για το μηδέν εισήλθε στη δυτική κουλτούρα μόνο τον 17ο αιώνα». Επιπλέον, η χρήση του «none» / κανένα από τον Alex σε μια περίπτωση ήταν εξ ολοκλήρου δική του επινόηση. Κατανόησε επίσης τη λέξη ξύλο με καμία γωνία για τον κύκλο. Και όταν ήρθε η ώρα για αυτό που ονομάζεται ισοδυναμία, με άλλα λόγια, να κατανοήσει ότι μια καμπύλη που είναι ο αριθμός πέντε ή έξι, λόγου χάρη, αντιπροσωπεύει πέντε ή έξι πράγματα, το κατάλαβε μόνος του, χωρίς προηγούμενη εκπαίδευση.

Το 2005, ο Pepperberg συνεργάστηκε με τον Patrick Cavanagh, καθηγητή ψυχολογίας στο Χάρβαρντ, για να διερευνήσουν αν ο Alex βλέπει κυριολεκτικά τον κόσμο όπως οι άνθρωποι και αν ο εγκέφαλός του βιώνει τις οπτικές ψευδαισθήσεις όπως οι δικοί μας εγκέφαλοι. Η Pepperberg συνεργάστηκε επίσης με τη Linda Schinke-Llano, ειδική στην εκμάθηση δεύτερης γλώσσας στους ανθρώπους, εξετάζοντας πώς η εκμάθηση αγγλικών λέξεων από τον Alex έριχνε φως σε αυτή τη διαδικασία. Διερεύνησε επίσης ερωτήματα όπως το πώς ο Alex παρήγαγε ήχους που μοιάζουν με λέξεις όταν η ανατομία του είναι τόσο διαφορετική από τους ανθρώπους στην φωνητική οδό, τη γλώσσα, την κατοχή ράμφους και την απουσία χειλιών. Χρησιμοποιήθηκε ειδικός εξοπλισμός για την καταγραφή και ανάλυση των ήχων που έκανε όταν απαντούσε στις ερωτήσεις μας, και τα υπερηχογραφήματα των φωνητικών εκφωνήσεων του Alex έμοιαζαν πολύ με αυτά που παρήγαγε η ίδια, δείχνοντας ότι η ανθρώπινη ομιλία δεν είναι τόσο μοναδική όσο θεωρούνταν εδώ και καιρό, και εγείροντας επίσης ερωτήματα σχετικά με τη φύση της γλώσσας και πώς εξελίχθηκε σε αυτό που είναι στους ανθρώπους.

Μέσα από πολλές ανέκδοτες ιστορίες, η Pepperberg περιγράφει επίσης την προσωπικότητα του αγαπημένου της φτερωτού συναδέλφου και την επίδειξη συναισθημάτων και  προθέσεων. Του Alex του άρεσε να χορεύει, έκανε αστεία σε αυτήν και σε άλλους, και ήταν παιχνιδιάρης και στοργικός, αλλά ήταν επίσης αυταρχικός και απαιτητικός, αν δεν ανταμειβόταν άμεσα, και κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους που ήταν μαζί, είχε διάφορους τρόπους να εκφράζει δυσαρέσκεια ή κάποιου είδους αρνητικότητα, κι όταν κατέκτησε μια λειτουργική χρήση του «όχι», το χρησιμοποιούσε για να πετύχει το δικό του. Αν για παράδειγμα ο Alex έλεγε «Θέλω σταφύλι» και του δινόταν ένα άλλο φρούτο, το έφτυνε και επαναλάμβανε επίμονα «Θέλω σταφύλι» μέχρι να του δοθεί. Επίσης, βαριόταν και εκνευριζόταν όταν του ζητούσαν να επαναλάβει πράγματα κατά τη διάρκεια πειραμάτων, κάτι που είναι αναμενόμενο, επειδή «η επιστήμη χρειάζεται δοκιμές ξανά και ξανά – στην πραγματικότητα, μερικές φορές εξήντα ή και περισσότερες φορές, πριν η απάντηση αποκτήσει στατιστική νομιμότητα και πριν οι επιστήμονες πάρουν κάποιον στα σοβαρά».

Κάποτε, όταν η Pepperberg του φώναξε για κάτι, εκείνος τρόμαξε λίγο, την κοίταξε και είπε «Λυπάμαι… λυπάμαι», κάτι που προφανώς είχε μάθει από αυτήν όταν αυτή είχε προηγουμένως ζητήσει συγγνώμη από αυτόν ή από άλλους. Βέβαια θέτει το ερώτημα αν ο παπαγάλος μπορούσε να νιώσει τύψεις ή αν ήταν απλώς ένας τρόπος εκτόνωσης του θυμού της, αλλά σε κάθε περίπτωση, εξακολουθεί να είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος επικοινωνίας. Ο Alex μάθαινε πολύ περισσότερες φράσεις απλά παρατηρώντας τους άλλους χωρίς να τις έχει διδαχθεί, τις οποίες χρησιμοποιούσε κατάλληλα, όπως όταν της είπε ένα βράδυ, όταν ήταν ιδιαίτερα αναστατωμένη και στενοχωρημένη μετά από μια συνάντηση εργασίας, «να ηρεμήσει». Κάποια στιγμή, η Pepperberg αφηγείται μια συγκινητική ιστορία όταν ο Alex έπρεπε να μείνει στο νοσοκομείο για λίγο. Κάθε μέρα, όταν τον επισκεπτόταν, της έλεγε «Έλα εδώ. Θέλω να γυρίσω πίσω», «Δώσε προσοχή. Έλα εδώ. Θέλω να γυρίσω πίσω!». Στον Alex άρεσε επίσης να περνάει χρόνο μόνος του στους δικούς του χώρους, είχε τις δικές του καθημερινές δραστηριότητες, παιχνίδια με τα οποία έπαιζε και πράγματα που του άρεσε να κάνει. Για παράδειγμα, του άρεσε να πηγαίνει μια μικρή εκδρομή σε ένα δωμάτιο κοντά στο εργαστήρι τους για να κοιτάζει ένα δέντρο και να παρατηρεί τα πουλιά. Τουλάχιστον δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα, μας λέει η Pepperberg, ο Alex έλεγε «Πάμε να δω δέντρο».

Ο Alex επιδείκνυε επίσης κτητικότητα και ζήλια για την προσοχή της προς άλλους παπαγάλους και ανθρώπους, και φυσικά μπορούσε να είναι ανταγωνιστικός και να υπερασπίζεται το χώρο του. Η Pepperberg γράφει ότι αυτά τα χαρακτηριστικά είναι φυσικά στους Γκρίζους, «ειδικά στα κυρίαρχα πουλιά, όπως αναμφισβήτητα ήταν ο Alex…», κι ότι «Μόλις ο Alex έμαθε πώς να ονομάζει αντικείμενα και να ζητάει πράγματα, απολάμβανε τον έλεγχο που του έδινε αυτό πάνω στο περιβάλλον του, την ικανότητα να χειραγωγεί τους ανθρώπους γύρω του…». Και παρόλο που αρχικά ήταν διστακτικός απέναντι σε ξένους, έμαθε ότι ζητώντας πράγματα είχε τον έλεγχο του περιβάλλοντός του, απλώς επειδή όταν ζητούσε πράγματα του δίνονταν και αυτό του άρεσε. Κατά τη διάρκεια ενός πειράματος, η Pepperberg συνειδητοποίησε περαιτέρω ότι ενώ το νεότερο πουλί βασιζόταν στην εγγενή νοημοσύνη του είδους του για να πάρει το καρύδι που ήθελε, κι έτσι τραβούσε το σπάγκο για να το φέρει πιο κοντά, ο Alex, αντίθετα, βασιζόμενος στο δικαίωμά του, αρνιόταν να τραβήξει το σπάγκο και ζητούσε επίμονα αυτό που ήθελε, περιμένοντας να το πάρει.

Περιγράφει την εισαγωγή άλλων νεαρών παπαγάλων στο εργαστήρι και πώς η αυταρχική προσωπικότητα του Alex κατά καιρούς εμπόδιζε την εκπαίδευση ή τις πειραματικές διαδικασίες. Ο Alex άλλοτε φώναζε αμέσως τη σωστή απάντηση σε μια ερώτηση ενώ οι Άλο και Κίο προσπαθούσαν, κι άλλοτε τους επέπληττε: «Κάνεις λάθος». Δουλεύοντας με αυτά τα δύο πουλιά, η Pepperberg συνειδητοποίησε ότι και τα πουλιά, όπως και οι άνθρωποι, έχουν ψυχολογικό βάρος ανάλογα με το τι έχουν βιώσει με προηγούμενους ιδιοκτήτες τους, κι επίσης ότι το ένα από τα δύο πουλιά εμφάνιζε μια εκδοχή ΔΕΠΥ. Αυτό την οδήγησε στην απόφασή της να πάρει ένα νεαρό πουλί, να το μεγαλώσει κυριολεκτικά, αλλά η ανατροφή αυτού του μικρού πουλιού, λέει, δεν έμοιαζε με καμία άλλη εμπειρία που είχε ποτέ με πουλιά, επειδή έπρεπε να είναι το υποκατάστατο της μητέρας του. Όλα τα παπαγαλάκια που είχε ως παιδί είχαν ξεπεταχτεί και απογαλακτιστεί, αλλά τώρα έπρεπε να ταΐζουν τον Griffin / Γκρίφιν με το χέρι αρκετές φορές την ημέρα και να τον κουβαλούν μαζί τους τον περισσότερο καιρό, επειδή χρειαζόταν τη ζεστασιά τους κι εξαρτιόταν απόλυτα από αυτήν και τους βοηθούς της για να επιβιώσει. Τα σχέδιά της να πάρει ο Alex τον ρόλο του γονέα και δάσκαλο του Γκρίφιν λειτούργησαν μόνο μέχρι ενός σημείου, και ο Γκρίφιν συνήθως μάθαινε πιο αποτελεσματικά όταν είχε δύο ανθρώπινους δασκάλους αντί για έναν άνθρωπο και τον Αlex, ο οποίος συχνά έδινε τη σωστή απάντηση όταν ο Γκρίφιν δίσταζε λίγο, του έλεγε «Πες καλύτερα» όταν έλεγε το σωστό ή απλώς τον μπέρδευε ξεφουρνίζοντας μια λίστα από λάθος απαντήσεις.

Το βιβλίο παρακολουθεί το ταξίδι τους με όλα τα θετικά αλλά και τα πολύ δύσκολα.

Η Pepperberg και ο Alex έμειναν μαζί παρά τις πολλές δυσκολίες για πολλά χρόνια: πολλές ώρες εργασίας, οικονομικές θυσίες και ανασφάλεια, απογοητεύσεις, νομαδική ζωή, μετακόμιση από το ένα πανεπιστήμιο ή εργαστήριο στο άλλο, προσπάθεια αναγνώρισης και χρηματοδότησης για έρευνα, ελπίδα εύρεσης μόνιμης στέγης και για τους δυο, αγώνας για να κερδίσει την αποδοχή αυτού που για πολλά χρόνια θεωρούνταν αντισυμβατική μελέτη, αλλά και για να επιβιώσει από ανταγωνισμούς και μάχες στον ακαδημαϊκό κόσμο, την ασθένεια του Alex και την ανάγκη οργάνωσης μιας καμπάνιας συγκέντρωσης χρημάτων για να βοηθήσει με το κόστος της θεραπείας του, μια περίοδο χωρίς δουλειά και χωρίς χώρο για να στεγάσει τα πουλιά, και προκαταλήψεις. Το θέμα της γλώσσας, σχολιάζει, ήταν πάντα ένα αμφιλεγόμενο θέμα, επιστημονικά και συναισθηματικά, τόσο για ορισμένους επιστήμονες όσο και για απλούς πολίτες, επειδή η ομιλούμενη γλώσσα θεωρούνταν από καιρό ιερή και ως κάτι αποκλειστικά ανθρώπινο, ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό που διαφοροποιούσε τους ανθρώπους από όλα τα άλλα πλάσματα. Επίσης, όπως σχολιάζει, βρισκόταν «έξω από τη ζώνη άνεσης της κυρίαρχης επιστήμης, πολύ αιχμηρή στα ερωτήματα που έθετα [ε], αδύνατο να ενταχτώ [εί] σε εύκολες κατηγορίες…» επειδή, παρόλο που ασχολούνταν με την ψυχολογία, τη γλωσσολογία, την ανθρωπολογία και τη συμπεριφορά των ζώων, δεν μπορούσε να ενταχθεί σε καμία από αυτές.

Το 1991 έγινε αναπληρώτρια καθηγήτρια στην Αριζόνα. Γράφει ότι ήταν η πρώτη «πραγματική δουλειά» της ασυνήθιστης καριέρας της και η πρώτη ευκαιρία για ασφάλεια που της παρείχε αυτή η θητεία. Ερωτεύτηκε το μέρος και αγόρασε κι ένα σπίτι σε μια αγροτική περιοχή έξω από την πόλη. Το 1991, η Pepperberg ίδρυσε επίσης το Ίδρυμα Alex, έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό για να συγκεντρώσει χρήματα για να υποστηρίξει όλο αυτό το έργο και για να γνωστοποιήσει τα ευρήματα της σε ένα ευρύτερο κοινό. Δημοσίευσε επίσης το βιβλίο The Alex Studies, από τις εκδόσεις του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ. Στο τέλος αυτής της δεκαετίας έλαβε πρόσκληση από το ερευνητικό εργαστήριο του MIT, επειδή εκείνη την εποχή αρκετοί άνθρωποι εκεί μελετούσαν τους υπολογιστές ως συστήματα μάθησης κι ήλπιζαν να χρησιμοποιήσουν τις μελέτες της με τους παπαγάλους ως μοντέλα. Μετά από έναν επώδυνο χωρισμό από τον Alex και τον Griffin, κάτι που ήταν αρκετά δύσκολο για τον Alex, τον πρώτο χρόνο που προσκλήθηκε να εργαστεί για το ερευνητικό εργαστήριο του MIT, ο Alex και ο Griffin επιτέλους έφτασαν στο Media Lab το φθινόπωρο του 2000.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, είχε πολλούς πόρους για να μελετήσει τους τρόπους με τους οποίους η τεχνολογία θα μπορούσε να κρατήσει τους οικόσιτους παπαγάλους χαρούμενους και σε νοητική διέγερση κατά τις ώρες που οι ιδιοκτήτες τους ήταν στη δουλειά, προκειμένου να αποφύγουν το άγχος. Όπως το θέτει η ίδια, «Είναι σαν να βάζεις ένα τετράχρονο παιδί σε ένα παρκοκρέβατο το πρωί και να το αφήνεις εκεί όλη μέρα μόνο του». Επίσης, οι παπαγάλοι δεν έχουν εξημερωθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια, όπως οι γάτες ή οι σκύλοι, είναι άγρια ​​ζώα και όταν συρρικνώνουμε τον κόσμο τους στο μέγεθος ενός κλουβιού ή ακόμα κι ενός δωματίου, στρεσάρονται υπερβολικά και συχνά εμφανίζουν αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές. Μέρος της δουλειάς της ήταν να ερευνήσει εάν οι τρεις παπαγάλοι, ο Alex, ο Griffin και ο Wart που ανήκε στο εργαστήριο του MIT, θα αλληλεπιδρούσαν με συσκευές κι αν θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να επιλέξουν μεταξύ λειτουργιών όπως εικόνες, βίντεο, μουσική ή παιχνίδια, χρησιμοποιώντας ένα joystick. Ο Wart έγινε αρκετά ικανός στην αναζήτηση όλων των διαθέσιμων επιλογών, όπως και ο Alex, ο οποίος ενώ έδειχνε ελάχιστο ενδιαφέρον για τις εικόνες, αγαπούσε ιδιαίτερα τη μουσική και σφύριζε τους σκοπούς που άκουγε, όμως ο Griffin έδειξε ελάχιστο ενδιαφέρον.

Αυτό το αυτοβιογραφικό βιβλίο αντικατοπτρίζει το ταξίδι της με τον Alex, για τρεις δεκαετίες και περιέχει την αγάπη, την απώλεια, τη θλίψη, την ανασφάλεια, τα επιτεύγματα, την αναγνώριση και τη γνώση ότι ο κόσμος κατοικείται από σκεπτόμενα πλάσματα και ότι τα ζώα είναι κάτι πολύ περισσότερο από τα άβουλα αυτόματα που η κυρίαρχη επιστήμη τα θεωρούσε για τόσο καιρό. Η Pepperberg γράφει: «Ένας απέραντος κόσμος ζωικής νόησης υπάρχει εκεί έξω, όχι μόνο στους Αφρικανικούς γκρίζους παπαγάλους αλλά και σε άλλα πλάσματα. Είναι ένας κόσμος σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτος από την επιστήμη». Διερευνά επίσης τις φιλοσοφικές επιπτώσεις της αναγνώρισης της νοημοσύνης στα μη ανθρώπινα ζώα και της αλληλεξαρτώμενης ύπαρξης κάθε μορφής ζωής στον πλανήτη, και το πώς η δική της πρωτοποριακή έρευνα και η έρευνα άλλων σχετικά με τις νοητικές ικανότητες των πτηνών και των μη ανθρώπινων ζώων έχουν αμφισβητήσει μακροχρόνιες υποθέσεις σχετικά με τη νόηση των ζώων. Αφηγείται τα μαθήματα που της δίδαξε ο Alex όλα αυτά τα χρόνια. Της έδειξε ότι ο μικρός του εγκέφαλος ήταν συνειδητός με κάποιο τρόπο, δηλαδή ικανός για πρόθεση. Της δίδαξε επίσης ότι οι άνθρωποι είναι μέρος της φύσης, όχι ξεχωριστοί από τη φύση, μια έννοια που μας έχει δώσει την άδεια να καταστρέφουμε ή να εκμεταλλευόμαστε κάθε πτυχή του φυσικού κόσμου χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τις συνέπειες για τις μελλοντικές γενιές ή τα άλλα είδη. Προς το τέλος του βιβλίου γράφει: «Η ξαφνική, απροσδόκητη αναχώρηση του Alex με άφησε έκπληκτη για τα επιτεύγματά του και με έκανε να αναρωτιέμαι τι άλλο θα είχε κατορθώσει αν είχε μείνει στη ζωή. Έφυγε στο απόγειο των δυνάμεών του…… Πράγματι, μας είχε δώσει μια γεύση από έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο που υπήρχε πάντα αλλά παρέμενε πέρα ​​από το οπτικό μας πεδίο: τον κόσμο της νοημοσύνης των ζώων».

Βιβλία και ταινίες

«Ο χρόνος εκδικείται τις αναμνήσεις μας, τις συμπιέζει και τις καταχωνιάζει όλο και πιο βαθιά στις εσοχές της μνήμης». Έλενα Ακρίτα

«Το μεγαλύτερο δώρο είναι να μπορεί να μιλάει κανείς ελεύθερα». Λάκης Λαζόπουλος (28/06/2026)

 «Το να είσαι ευτυχισμένος/η ή δυστυχισμένος/η – είναι αυτό πραγματικά το πιο σημαντικό πράγμα; Η γνώση της αλήθειας θα ήταν ένα διαφορετικό είδος ευτυχίας – ένα πιο ικανοποιητικό είδος, νομίζω, ακόμα κι αν αποδεικνυόταν ένα λυπημένο είδος.» Ira Levin, This Perfect Day

Το βιβλίο αφορμή για τη σημερινή ανάρτηση είναι Τα τάπερ της Αλίκης της Έλενας Ακρίτα [δημοσιογράφος, συγγραφέας και βουλεύτρια / γεννήθηκε το 1955 στην Αθήνα]. Ευκαιριακά έχω παρακολουθήσει στο διαδίκτυο κάποιες κουβέντες της σε δελτία ειδήσεων ή συνεντεύξεις, κι έχω διαβάσει και κάποια άρθρα της, αλλά αυτό που τράβηξε την προσοχή μου και με οδήγησε στην ανάγνωση του βιβλίου ήταν αρχικά ο τίτλος του.

Συμπεριλαμβάνω και δυο σχέδια με ξυλοπμογιές που έφτιαξα καθώς έγραφα και διάβαζα για τη σημερινή ανάρτηση καθώς και την επόμενη που αφορά τις ανεπτυγμένες γνωστικές και συναισθηματικές ικανότητες των παπαγάλων.

 

 

 

 

 

 

Στην ψυχολογία υπάρχει η μεταφορά των Τάπερ / tupperware metaphor, η οποία βασικά αντιπροσωπεύει το πώς διαμερισματοποιούμε σκέψεις, συναισθήματα, προβλήματα, αναμνήσεις, ή τραυματικές εμπειρίες σε ξεχωριστά «κουτάκια», ή τάπερ στη συγκεκριμένη περίπτωση. Είναι ένας ψυχολογικός αμυντικός μηχανισμός στον οποίο καταφεύγουμε, ιδίως στην παιδική ηλικία, για να μην παρεμβαίνει το ανεπιθύμητο υλικό στην καθημερινότητα μας. Το καπάκι του τάπερ θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι ο αμυντικός μηχανισμός που σφραγίζει πόνους, συναισθήματα κι επιθυμίες που καταπιέζουμε ή δεν μπορούμε να διακρίνουμε. Οπότε είναι κάπως σαν να αποθηκεύουμε τάπερ στο ψυγείο ή στο ντουλάπι της κουζίνας. Όμως ότι δεν αντιμετωπίζεται και δεν επεξεργάζεται δεν εξαφανίζεται κιόλας, αλλά ελοχεύει κάπου στα βάθη του νου μας και του σώματος μας, και μπορεί να να μας κατακλύσει κάποια στιγμή, αλλά κυρίως επηρεάζει τη συμπεριφορά μας, τη συναισθηματική μας κατάσταση και τις αποφάσεις μας χωρίς συχνά να το συνειδητοποιούμε. Όπως γράφει κι ο Λάκης Λαζόπουλος [συγγραφέας, σατιρικός ηθοποιός, παραγωγός και παρουσιαστής τηλεόρασης, ερμηνευτής τραγουδιών, γεννήθηκε το 1956 στη Λάρισα] στο βιβλίο που έγραψε μετά από την «πάλη με τον καρκίνο…» και το θάνατο της γυναίκας του, Άλλες γυναίκες φοράνε τα φουστάνια σου, «Εκεί βαθιά στο ασυνείδητο γίνονται μυστικά δικαστήρια που ανάθεμα κι αν ακούμε λέξη από δαύτα. όμως, με έναν περίεργο τρόπο, ακολουθούμε αυτή την απόφαση που πάρθηκε στο δικαστήριο του ασυνείδητου, χωρίς πολλές φορές να τη γνωρίζουμε».

Βέβαια τα τάπερ με το σπιτικό φαγητό μπορεί να συμβολίζουν και τη φροντίδα και το νιάξιμο, αλλά στο βιβλίο παίζουν το ρόλο ενός ιδιότυπου ημερολογίου της νεαρής ηρωίδας, και κυρίως συμβολίζουν τα σφραγισμένα και κατακερματισμένα τραύματα, απώλειες, χαμένα όνειρα, τη θλίψη, τον φόβο ή την οργή, ακόμη και τη θαμμένη γνώση της πραγματικότητας, όσα δεν θέλει ή δεν μπορεί να αντιμετωπίσει η Αλίκη.

Η Ακρίτα εγκιβωτίζει την ιστορία των ηρώων της στα κοινωνικό-οικονομικά και πολιτικά δρώμενα μιας εικοσαετίας, από το 1980 μέχρι την πρωτοχρονιά του 2000, και μας δείχνει πως τα γεγονότα αυτά έχουν αντίκτυπο στον ένα ή τον άλλο βαθμό στις ζωές τους. Πολλοί αναγνώστες θα θυμηθούν γειτονιές της Αθήνας {Κυψέλη, Φυλής και Αχαρνών, Βύρωνας, Κολωνάκι), την αισθητική, την ατμόσφαιρα, τα αρώματα, τα ζαχαροπλαστεία και τα γλυκά εκείνων των χρόνων, τα σταμπωτά κεντήματα με κλωστές Ντεμισέ, μουσικές και ταινίες, τις δυο εθνικές σταρ του κινηματογράφου και του θεάτρου, τη Βουγιουκλάκη και την Καρέζη. Η συγγραφέας επιλέγει γεγονότα και περιστατικά εκείνων των χρόνων, μας θυμίζει πως φθάσαμε εδώ και μας δείχνει πως η Ιστορία και οι ιστορίες των ανθρώπων συναντώνται, κι ενίοτε συγκρούονται. Κάνει αναφορά στους θανάτους της Βουγιουκλάκη και της Καρέζη από καρκίνο, στο πρώτο  MacDonald’s στην Αθήνα το 1991, στις αντιπαροχές των οικογενειακών μονοκατοικιών, στα πρώτα κινητά Τελεστέτ. στους τρεις πρωθυπουργούς που κυβέρνησαν τη χώρα, σε κομματικές διεργασίες, σε καθοριστικά πολιτικά σκάνδαλα, σε δίκες πολιτικών, στη 17 Νοέμβρη και το φιάσκο της οδού Ριανκούρ, στο κάψιμο των υπερκαταστημάτων ΜΙΝΙΟΝ και του Κατράντζου την ίδια βραδιά, με αποτέλεσμα, εκτός των άλλων, να μείνουν άνεργα 1000 άτομα εν μια νυκτί, στο σεισμό των 6,2 Ρίχτερ που ισοπέδωσε την Καλαμάτα στις 13 Σεπτεμβρίου του 1986 και στην ανοικοδόμηση της πόλης, στην πτώση του τείχους του Βερολίνου, και πολλά άλλα, σημαντικά για την εξέλιξη της νεοελληνικής κοινωνίας.

Οι βασικές ηρωίδες του βιβλίου είναι τρεις γυναίκες, η γιαγιά Κοραλία, η κόρη της η Ελένη, και η εγγονή, η μικρή Αλίκη, τρεις γενιές και κατά κάποιο τρόπο τρεις επαναλαμβανόμενες ιστορίες. Τρεις γυναίκες που για διαφορετικούς λόγους μεγαλώνουν μόνες τα παιδιά τους. Κι όμως παρά τις αντιξοότητες και δυσκολίες παραμένουν ενωμένες κι αγαπημένες, καθώς η κάθε μια βοηθά την επόμενη να πάει λίγο παραπέρα, να κάνει κάτι παραπάνω, να ζήσει λίγο πιο άνετα. Η Κοραλία, παλιά αριστερή, αγαπά τα λυπημένα τραγούδια του Δημήτρη Μητροπάνου, δουλεύει ταξιθέτρια στο θέατρο της Αλίκης Βουγιουκλάκη και καθαρίστρια στη Φίνος Φιλμ, πρώτα για να μεγαλώσει την κόρη της και μετά για να την στηρίξει στη φροντίδα της δικής της κόρης, της Αλίκης. Η Ελένη επίσης δουλεύει δυο δουλειές, πωλήτρια στο ΜΙΝΙΟΝ και στον ελεύθερο χρόνο της οργανώνει επιδείξεις τάπερ. Στη μικρή Αλίκη λέει ότι τα τάπερ της τα στέλνει η θεία Τάπερ από την Αμερική για να μην νιώθει η μικρή ότι δεν έχει οικογένεια.

Οι ιστορίες και οι ζωές των κεντρικών ηρωίδων που κινούνται στο αστικό περιβάλλον της Αθήνας εμπλέκονται και συνδέονται με πολλά άλλα ετερόκλητα πρόσωπα, όπως λίγο ως πολύ συμβαίνει και στην πραγματική ζωή. Τα πρόσωπα αυτά είναι οι παρόντες και απόντες πατεράδες, σύζυγοι και πεθερές, συνάδελφοι, φίλοι, γείτονες, λυκειάρχες και καθηγητές, συμμαθητές και συμμαθήτριες, αριβίστες πολιτικοί, πόρνες, υπόκοσμος, gay αγόρια που οδηγούνται ή επιλέγουν ακτιβισμό ή συμβατικούς γάμους με πλούσιες νύφες εν υπνώσει που φορούν νυφικά της Λουκίας [σημαντική Ελληνίδα σχεδιάστρια ρούχων] κι αγοράζουν αντικείμενα από παλαιοπωλεία, και ηθοποιοί, όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η νονά της μικρής Αλίκης, η οποία σαν καλή νεράιδα, ντυμένη σε παστέλ χρώματα, εμφανίζεται όταν τη χρειάζονται οι τρεις γυναίκες.

Μάλιστα η ιστορία της Αλίκης θυμίζει λίγο μια από τις γνωστότερες κωμωδίες της ηθοποιού, Χτυποκάρδια στα θρανία, όπου η έφηβη ηρωίδα ερωτεύεται τον νεαρό καθηγητή της και στο τέλος παντρεύονται, και ζουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, αν θυμάμαι καλά, μόνο που στο βιβλίο ο έρωτας και ο γάμος της νεαρής Αλίκης με τον Αντρέα, τον γοητευτικό καθηγητή της με τις πολιτικές φιλοδοξίες, καταλήγει οδυνηρά. Η Ακρίτα περιγράφει την σταδιακή συρρίκνωση της Αλίκης και της ζωής της. Γράφει, «Όταν η Αλίκη σήκωσε κεφάλι, στις αρχές έκανε ο,τι μπορούσε για να την κόψει, να τη ράψει και να τη φέρει στα μέτρα του. Δεν της απαγόρευσε ανοιχτά τίποτα. Είχε όμως χίλιους τρόπους να δείχνει την αντίθεση του…..». Η νεαρή κοπέλα πρώτα θα μείνει έγκυος πρόωρα κι απρόσμενα, θα αποβάλλει, θα υποστεί gaslighting, έλεγχο και παράλογες χειραγωγικές σκηνές ζήλιας, και στο τέλος απαξίωση και σωματική βία. Σιγά σιγά θα οδηγηθεί στην απομόνωση, τη σιωπή και την απραξία, και θα ξεφύγει μόνο όταν θα κινδυνέψει η ζωή της με την βοήθεια των δικών της ανθρώπων. Στο μεταξύ αυτά τα χρόνια θα παραμένει σιωπηλή, θα φροντίζει το σπίτι, θα ποτίζει τα λουλούδια στο μπαλκόνι παρακολουθώντας τη ζωή, και θα χώνει όλα όσα της συμβαίνουν στα πολύχρωμα τάπερ που ζητούσε από τη μαμά της όταν ήταν μικρή για να φυλάει τους παιδικούς της θησαυρούς, παιχνιδάκια, ρουχαλάκια για κούκλες, μολύβια, μαρκαδόρους, χάντρες, στρας, κι αναμνηστικά.

Το βιβλίο της Ακρίτα περικλείει τις ιστορίες των τριών βασικών ηρωίδων, ιστορικά συμβάντα και πρόσωπα της εποχής, τις υπογάστριες δυναμικές εξουσίας, και τα εν μέρει αόρατα κοινωνικά παιχνίδια. Η συγγραφέας θίγει τον καθημερινό φασισμό. ρατσισμό και σεξισμό, κρυμμένα συχνά, ασυνείδητα άλλοτε, την κοινωνική υποκρισία και τα διάφορα παιχνίδια χειραγώγησης, τις προκαταλήψεις που ταλάνιζαν κι ακόμη ταλανίζουν ανθρώπους, τον αριβισμό ατόμων στο χώρο της πολιτικής, και άλλα. Το βιβλίο διαβάζεται και ως χρονολόγιο ιστορικών γεγονότων που σημάδεψαν την χώρα και τον καθένα χωριστά, και δείχνει πως το προσωπικό, το πολιτικό και κοινωνικό-οικονομικό είναι συνδεδεμένα με κλωστές ορατές και αόρατες. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα, αλλά θα αναφερθώ σε δύο. Στην πρώτη ιστορία η νεαρή Αλίκη έγκυος και σπρωγμένη από τον άντρα της πάνω σε μια διαμάχη στη μέση του δρόμου σκοντάφτει και πέφτει την ώρα που κάποιος αστυνομικός κυνηγώντας έναν ύποπτο ως τρομοκράτη, κατά λάθος πέφτει πάνω της. Στη συνέχεια αυτή αιμορραγεί μέσα στο δρόμο και χάνει το μωρό. Εδώ η Ακρίτα μας δίνει μια σκηνή όπου οι πολίτες συναντώνται με την Ιστορία και συγκεκριμένα με όσα διαδραματίστηκαν το  Μάρτιο του 1992 στην οδό Ριανκούρ. Ίσως κανείς μπορεί να αναγνώσει το συμβάν και ως μια συμβολική σκηνή όπου προσωπικές ψυχολογίες, πατριαρχία και εξουσία συνθλίβουν μια γυναίκα και το παιδί που κουβαλά. Ένα άλλο παράδειγμα είναι το ατύχημα της γιαγιάς Κοραλίας, την οποία χτύπησε ένα ασθενοφόρο ενώ έκανε όπισθεν, έξω από το δικαστήριο που γινόταν η δίκη  για το πολύκροτο σκάνδαλο του τραπεζίτη Κοσκωτά το 1991, καθώς εκείνη τη στιγμή μεταφερόταν επειγόντως στο νοσοκομείο ένας εμπλεκόμενος πολιτικός.

Η συγγραφέας με χιούμορ και σαρκασμό μας διηγείται και δευτερεύουσες ιστορίες και συμβάντα, ζωγραφίζοντας ένα μωσαϊκό κοινωνικών πρακτικών και αφηγημάτων – μια κρίση πανικού κι ένας έρωτας σε σταματημένο ασανσέρ, θάνατος από ψαροκόκαλο, μια φτωχή αδέσποτη γάτα και ο παραλίγο γατοφονιάς ένοικος του διπλανού διαμερίσματος, ο φιλικός ψιλικατζής που αποδεικνύεται κρυφοφασίστας, ιδιωτικά σχολεία κι ανοχή εκφοβισμού και παρενόχλησης μαθητών από τον λυκειάρχη, με σχεδόν τραγικές συνέπειες για τη φίλη της Αλίκης, και φιλικά και οικογενειακά τραπέζια. Σχετικά με αυτά τα γεύματα η συγγραφέας σχολιάζει, «Το πρώτο πράγμα που χρειάζεται ένα οικογενειακό τραπέζι είναι να υπάρχει οικογένεια. Οι άνθρωποι που το μοιράζονται να αγαπιούνται, όχι να στραβοκοιτάζονται κι άλλα να λέει το στόμα τους κι άλλα η καρδιά τους».

Όμως η ιστορία της Ακρίτα, παρόλο που δεν έχει στοιχεία τρόμου, μας θυμίζει την πολύ γνωστή κι αριστοτεχνικά φτιαγμένη Αμερικάνικη Gothic ταινία τρόμου του 1968, Rosemary’s Baby, όπου πρωταγωνιστούν η Mia Farrow ως Rosemary κι ο John Cassavetes ως Guy, ένα όνομα που θα μπορούσε να υποδηλώνει οποιονδήποτε άντρα. Υποψήφιοι ως σκηνοθέτες ήταν αρχικά οι François Truffaut και ο Alfred Hitchcock, αλλά τελικά σκηνοθετήθηκε από τον νέο τότε Ρομάν Πολάνσκι. Οι ηθοποιοί είναι εξαιρετικοί, ιδιαίτερα η Mia Farrow που είναι συγκλονιστική στο ρόλο της, και τραγουδά ή μάλλον μουρμουρίζει και το νανούρισμα του Krzysztof Komeda που ακούγεται στην αρχή και το τέλος της ταινίας.

Παρόλο που η ταινία θεωρείται ταινία τρόμου κατ’ ουσίαν μοιάζει με σάτιρα και κοινωνική αλληγορία. Καθρεφτίζει την πατριαρχική δομή της κοινωνίας και τις δυναμικές εξουσίας, αναδεικνύει την καταπίεση, εκμετάλλευση και βία κατά των γυναικών, και την χειραγώγηση και τον έλεγχο εντός σχεσιακών πλαισίων. Η ταινία έχει θεωρηθεί και ως αλληγορία για την κουλτούρα του βιασμού και της αναπαραγωγικής χειραγώγησης των γυναικών. Ως  θεατές μάλλον θα αναρωτηθούμε αν ο τρόμος είναι στ’ αλήθεια μεταφυσικός, γιατί το τρομακτικό είναι αυτό που βιώνει η ηρωίδα εντός ενός ασφυκτικού κοινωνικοπολιτικού πλαισίου. Σε αυτή την ταινία τρόμου το πραγματικό μοιάζει να έχει μεγαλύτερη σημασία από το υπερφυσικό κακό κι ως θεατές σχεδόν ξεχνάμε τα Gothic στοιχεία που δεν είναι και ιδιαίτερα τρομακτικά και βιώνουμε την αδικία και την απελπισία της Ρόζμαρι καθώς παρακολουθούμε το πώς σταδιακά και συστηματικά αποδυναμώνεται, παραμερίζεται, ναρκώνεται, βιάζεται, και υπονομεύεται καθώς της φέρονται σαν να είναι παιδί κι ανίκανη να πάρει αποφάσεις σε σχέση με την εγκυμοσύνη ή την υγεία της.

Όπως και η Ακρίτα οι δημιουργοί της ταινίας, και ο συγγραφέας του βιβλίου στο οποίο αυτή βασίζεται, Ira Levin, εγκιβωτίζουν την ιστορία του ζευγαριού στο κοινωνικό γίγνεσθαι της δεκαετίας του 60 στη Νέα Υόρκη.  Μάλιστα το έργο έχει θεωρηθεί ως αντανάκλαση και σύμπτωμα των πολιτικών και πολιτιστικών ανακατατάξεων εκείνων των χρόνων, των πολλών θεωριών συνωμοσίας και της έντονης αντίθεσης σε θεσμούς και παραδοσιακές ιεραρχίες. Κριτικοί και μελετητές της ταινίας έχουν σχολιάσει πώς η ταινία ρίχνει μια κριτική ματιά σε αυτήν την εποχή, μια περίοδο πολιτικών και πολιτιστικών αλλαγών και συγκρούσεων του νέου με το παλιό, του παραδοσιακού με το μοντέρνο, του ορθολογικού με το μεταφυσικό, του καλού με το κακό. Η ταινία αποτύπωσε το κλίμα της εποχής, καθώς υπάρχουν αναφορές στον Πάπα, τον καθολικισμό και την περίοδο Kennedy, και άλλα. Την χρονιά που προβλήθηκε  στις αίθουσες στην Αμερική δολοφονήθηκαν ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ που είχε πυροδοτήσει διαδηλώσεις για τα δικαιώματα των μαύρων σχεδόν σε όλη τη χώρα, κι ο προεδρικός υποψήφιος Ρόμπερτ Κένεντι, το αντιπολεμικό κίνημα βρισκόταν στο απόγειο του, το δεύτερο κίνημα του φεμινισμού διεκδικούσε δικαιώματα για τις γυναίκες, τα αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών ήταν καυτό θέμα συζήτησης, και το κίνημα των Χίπις αμφισβητούσε παραδοσιακούς θεσμούς κι αξίες και την οργανωμένη θρησκεία, και στρεφόταν στο μυστικισμό.

Στη συλλογή δοκιμίων που αντικατοπτρίζουν εκείνη την εποχή, Slouching towards Bethlehem, η οποία εκδόθηκε αρχικά μεταξύ 1965 και 1967 και που αντλεί τον τίτλο της από ένα ποίημα του Yeats, η Joan Didion διερευνά θέματα διάλυσης και αποπροσανατολισμού, υπαρξιακής δυσφορίας μεταξύ των χιλιάδων νέων που συνέρρευσαν στο Σαν Φρανσίσκο, τη σκοτεινή πλευρά του κινήματος των χίπις καθώς και τις πιο ανησυχητικές πραγματικότητες της περιόδου, ειδικά στο πλαίσιο της Καλιφόρνια της δεκαετίας του 1960,  όπως η πολιτισμική απογοήτευση, η φτώχεια, η εγκληματικότητα και η βία, οι γκουρού και τα ναρκωτικά, και η παραμέληση παιδιών. Περιλαμβάνει μια ποικιλία χαρακτήρων από είδωλα της εποχής και ποιητές, μέχρι νοικοκυρές, φυλακισμένες γυναίκες κι εφήβους που το έχουν σκάσει από το σπίτι. Η Didion σχολιάζει: «Αυτά ήταν παιδιά που μεγάλωσαν αποκομμένα από το δίκτυο των ξαδέρφων, των θείων, των οικογενειακών γιατρών και γειτόνων μιας ολόκληρης ζωής, οι οποίοι παραδοσιακά πρότειναν κι επέβαλλαν τις κοινωνικές αξίες. Είναι παιδιά που έχουν μετακινηθεί πολύ, στο San Jose, Chula Vista, εδώ. Δεν επαναστατούν τόσο εναντίον της κοινωνίας όσο έχουν άγνοια αυτής…..». Αργότερα γράφει για τη δική της ζωή: «Θα ήθελα να της υποσχεθώ [στην κόρη της] ότι θα μεγαλώσει με μια αίσθηση των ξαδέρφων της, των ποταμών και των σερβίτσιων της προγιαγιάς της, θα ήθελα να της υποσχεθώ ένα πικνίκ σε ένα ποτάμι με τηγανητό κοτόπουλο και τα μαλλιά της αχτένιστα, θα ήθελα να της δώσω την έννοια του σπίτι – πατρίδα (home) για τα γενέθλιά της, αλλά τώρα ζούμε διαφορετικά και δεν μπορώ να της υποσχεθώ τίποτα τέτοιο…..».

Η Didion αναφέρεται σε στιγμές, γεγονότα, εικόνες και λεπτομέρειες από κρυφές συνομιλίες, τυχαίες συναντήσεις, συνεντεύξεις, μια σύντομη συζήτηση με έναν αστυνομικό, την εμπειρία της με λευκούς ριζοσπάστες, άτομα σε ταξίδια με LSD και χαμένους εφήβους. Αυτό το μωσαϊκό τυχαίων ανθρώπων και περιστατικών λειτουργεί καλά στο να μας δείξει πώς τα μέρη μας λένε πολλά για το σύνολο. Δύο δυνατές εικόνες που ολοκληρώνουν το δοκίμιο με τον τίτλο είναι αυτή ενός πεντάχρονου κοριτσιού που η μητέρα της της χορηγεί παραισθησιογόνα, κι ενός μικρού αγοριού που έχει ανάψει φωτιά και έχει καεί, ενώ οι ενήλικες τον αγνοούν καθώς προσπαθούν να ανακτήσουν κάποια ναρκωτικά από το χαλασμένο παρκέ του πατώματος. Η Didion συνάμα αποστασιοποιημένη κι εγκιβωτισμένη, αφηγείται τις σκηνές που παρατηρεί χωρίς σχόλια, επιτρέποντας στον αναγνώστη να κρίνει και να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα.

Και για να επιστρέψουμε στην ταινία, κι εδώ η νεαρή γυναίκα απομονώνεται, υπομένει έλεγχο, επιτήρηση και θυματοποίηση από τον γοητευτικό και φιλόδοξο ηθοποιό σύζυγο της, προκειμένου να εκπληρώσει τις επαγγελματικές φιλοδοξίες του και να εξασφαλίσει οικονομική δύναμη. Ο εγωκεντρισμός του και οι φιλοδοξίες του θα τον οδηγήσουν σε ανήθικους συμβιβασμούς και θα τον καταστήσουν εύκολο αντικείμενο εκμετάλλευσης και χειραγώγησης των γηραιότερων γειτόνων τους, τους Castevets, και του σιναφιού τους. Επίσης αποτυπώνεται η έλλειψη ευρύτερων οικογενειακών δεσμών των νέων παρόλο που η Ρόζμαρι προέρχεται από μια πολυμελή οικογένεια, ουσιαστικά η ευρύτερη οικογένεια είναι μια δομή που απουσιάζει στην ταινία, καθώς και το πως τα media καθοδηγούν τον πληθυσμό σχετικά με το πώς να σκέφτεται, πως να συμπεριφέρεται και τι να αγοράζει, και βέβαια καθορίζουν και διάφορες επιλογές του ζευγαριού. Τέλος καταδεικνύεται και το τίμημα που απαιτούν οι γηραιότεροι από τους νέους ως αντάλλαγμα για τη μεταβίβαση της εξουσίας σε μέλη της νεότερης γενιάς.

Από την αρχή της ταινίας παρακολουθούμε σκηνές ελέγχου και προδοσία της εμπιστοσύνης της, καθώς η Ρόζμαρι είναι στο έλεος μιας ομάδας μεγαλύτερων αντρών, και γυναικών πέριξ αυτών, και του συζύγου της. Όπως στην ιστορία της Ακρίτας η νεαρή Αλίκη νιώθει παράταιρη και μόνη με τους πολιτικούς συντρόφους και γνωστούς του Αντρέα, έτσι και η Ρόζμαρι όλο και περισσότερο νιώθει δυσφορία στις κοινωνικές συναναστροφές της. Κάποιοι αναλυτές της ταινίας αναφέρουν ότι αυτά που υποφέρει η ηρωίδα στα χέρια αυτών που εμπιστεύεται είναι κλασσικό παράδειγμα θυματοποίησης από συστηματική πατριαρχία, κι ότι  η απομόνωση και η απώλεια ελέγχου είναι τα κεντρικά τρομακτικά στοιχεία της ταινίας καθώς παρακολουθούμε πως η εμπιστοσύνη και οι ρόλοι της μητρότητας, της δημιουργίας σπιτικού, καθώς και οι φυσικές αγωνίες μιας μέλλουσας μητέρας, στρέφονται εναντίον της ηρωίδας. Κάποιοι βρίσκουν επιρροές στο έργο από το διήγημα της Charlotte Perkins Gilman, Η κίτρινη ταπετσαρία. Το νέο διαμέρισμα του ζευγαριού της ταινίας που διακοσμεί η Ρόζμαρι με επιμέλεια κι ενθουσιασμό μεταμορφώνεται από ένα σκοτεινό παλιό διαμέρισμα μιας ιστορικής και κακόφημης πολυκατοικίας σε ένα χώρο φωτεινό ντυμένο με αποχρώσεις του κίτρινου. Στην ταινία όπως και στο διήγημα παρακολουθούμε το πώς οδηγείται η ηρωίδα σε αδιέξοδο ή πως χάνει την επαφή της με την πραγματικότητα.

Βασικά θέματα που θίγει η ταινία είναι η απώλεια της σωματικής αυτονομίας, η απώλεια ελέγχου κι επιλογής εντός σχεσιακών και ιατρικών πλαισίων. Παρακολουθούμε πως ο σύζυγος και ο συγκεκριμένος περίγυρος παρακολουθούν, παρεμβαίνουν και υπονομεύουν κάθε της επιλογή. Λόγου χάρη, της λένε σε ποιο γιατρό να πάει, της προτείνουν να ξεφορτωθεί τα βιβλία εγκυμοσύνης που διαβάζει, την πείθουν ότι ο πόνος και η απώλεια βάρους είναι φυσιολογικά, την ποτίζουν βότανα, της ελέγχουν το φαγητό, της πετάνε βιβλία, την ναρκώνουν. Άλλα ζητήματα που διαπραγματεύεται είναι η σταδιακή και συστηματική απομόνωση από παλιούς φίλους (και η θυματοποίηση αυτών), η αγνόηση των αντιρρήσεων της, η απόρριψη των φόβων της ως υστερίες και η σταδιακή φίμωση της Ρόζμαρι. Ένα βασικό εργαλείο που χρησιμοποιείται είναι βέβαια το συστηματικό και συστημικό gaslighting. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το Gothic περιτύλιγμα (ή υπόβαθρο της ταινίας) μπορεί να ιδωθεί και ως αναπόσπαστο κομμάτι της διαδικασίας του gaslighting καθώς αφενός όταν η ηρωίδα τελικά αποφασίσει να ζητήσει βοήθεια δεν γίνεται πιστευτή εφόσον όλα όσα διηγείται μοιάζουν με θεωρίες συνωμοσίας, κι αφετέρου λειτουργεί ως ένα είδος πέπλου που την αποπροσανατολίζει, της γεννά φόβο, σύγχυση κι αμφιβολίες, και την εμποδίζει να δει τι πραγματικά συντελείται.

Η ταινία, όπως και το βιβλίο, καθιστά φανερό το πώς το προσωπικό μπορεί να είναι στενά συνυφασμένο με το ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό καθώς κάνει ορατές την συμμετοχή και συνενοχή του συζύγου, του περίγυρου και των θεσμών μιας βαθιά πατριαρχικά δομημένης κοινωνίας..Υπάρχει μια συμβολική σκηνή όπου αφού έχει προσπαθήσει η ετοιμόγεννη πλέον Ρόζμαρι να διαφύγει, ο γιατρός στον οποίο έχει κρυφά καταφύγει για βοήθεια ειδοποιεί τον σύζυγο και τον γυναικολόγο της, οι οποίοι την βάζουν με το ζόρι σ’ ένα ταξί και την φέρνουν πίσω. Όμως έχει υποστηριχθεί ότι η σκηνή αυτή όπου τραβολογούν μια μητρική φιγούρα δυο άντρες, είναι και ο απόηχος της ανάμνησης της μητέρας του Πολάνσκι, την οποία είχαν συλλάβει και οδηγήσει σε στρατόπεδο συγκέντρωσης όταν αυτός ήταν οκτώ χρονών. Θα αναφερθώ περισσότερο στις αυτοβιογραφικές αναφορές στην ταινία και στην Εβραϊκή θεματολογία παρακάτω, οι οποίες παραπέμπουν σε μια επιπλέον ανάγνωση του έργου.

Κι ενώ λοιπόν κάποιοι θεωρούν ότι ο Πολάνσκι δημιούργησε μια φεμινιστική και υπονομευτική ταινία στο είδος των ταινιών τρόμου, άλλοι κριτικοί αμφισβητούν την φεμινιστική ματιά της ταινίας, κατ’ αρχάς λόγων της αμφιλεγόμενης προσωπικής ιστορίας του Πολάνσκι και των όσων διέπραξε στη συνέχεια..Επίσης σε αντίθεση με την κατάληξη της ιστορίας της Ακρίτα όπου η ηρωίδα απεγκλωβίζεται και ξεκινά μια νέα ζωή με το μωρό της, η Ρόζμαρι παραμένει εγκλωβισμένη, αβοήθητη και χωρίς βιώσιμη επιλογή. Μοιάζει ωσάν ο Πολάνσκι ν’ έχει απεικονίσει με περισσή τέχνη τον χειρότερο εφιάλτη μιας γυναίκας. Σε αντίθεση με το ανατριχιαστικό τέλος της ταινίας που γεννά ένα αίσθημα αδιεξόδου, στο τέλος του βιβλίου η Ακρίτα μας χαρίζει ένα μικρό αίσθημα ανακούφισης κι ελπίδας καθώς τα πρόσωπα προχωρούν, λύνουν κόμπους, στέκονται ξανά στα πόδια τους, συγχωρούν, συμφιλιώνονται, στηρίζουν, κάνουν σχέδια. Η Αλίκη με τη βοήθεια των δικών της, θα μάθει να περπατάει ξανά, θα επουλώσει τραύματα καθώς με τη καθοδήγηση ειδικού θ’ ανοίξει τάπερ, πόρτες και κρυμμένες γωνίες σε κήπους του νου, θα επιστρέψει στο σχολείο, θα ξεκινήσει σπουδές, θα μεγαλώνει το παιδί της, και θα μεγαλώσει κι αυτή μαζί με το παιδί της.

Όμως πριν ολοκληρώσω το σημερινό κείμενο θα αναφερθώ εν συντομία και στις αναφορές της ταινίας στο Ολοκαύτωμα και στην Εβραϊκή ταυτότητα που ανέφερα παραπάνω. Ο Πολάνσκι και ο Λέβιν ήταν και οι δυο Εβραϊκής καταγωγής. Επίσης υπάρχουν νύξεις στο βιβλίο και στην ταινία, όπως λόγου χάρη η φράση, «Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος γέμισε την πολυκατοικία ξανά» υπονοώντας τους πρόσφυγες από την Ευρώπη που κατέφυγαν στην Αμερική. Οι δυο σατανικοί γείτονες, η Minnie και ο Roman (o Roman Polanski του δίνει το όνομα του), ο οποίος  έχει αλλάξει όνομα για να κρύψει την καταγωγή του, μοιάζουν με τα στερεότυπα που υπήρχαν τότε για τους Εβραίους. Επίσης ο Roman αναφέρει ότι ο σατανικός Εβραίος γυναικολόγος, με το Εβραϊκό όνομα, Abraham Sapirstein, «Είναι εξαιρετικός άνθρωπος με όλες τις ευαισθησίες μιας βασανισμένης φυλής». Από αυτή την οπτική η απομόνωση, ο εγκλεισμός σε ένα διαμέρισμα, ο φόβος κι η έλλειψη εμπιστοσύνης, η συστηματική παρακολούθηση και χειραγώγηση από μια οργανωμένη και κυρίαρχη ομάδα αντανακλά την εμπειρία των Εβραίων και πιθανώς την εμπειρία της οικογένειας του Πολάνσκι. Ο φόβος ή ο κίνδυνος προέρχεται από συνηθισμένους ανθρώπους. όχι από τέρατα ή τον Διάβολο, και η ταινία καθρεφτίζει το πώς φίλοι, γείτονες, ακόμη και συγγενείς, συχνά λειτουργούσαν ως καταδότες κατά την περίοδο της ανόδου του Ναζισμού, κι ίσως και την μεταπολεμική αγωνία [των προσφύγων από την Ευρώπη, των μεταναστών, αλλά και πολλών άλλων] της επιβίωσης, της αφομοίωσης και της κοινωνικής ανέλιξης στην Αμερικάνικη κοινωνία.

Όπως συμβαίνει με τα περισσότερα έργα τέχνης, είτε πρόκειται για εικαστικές δημιουργίες, είτε για γραπτές ή κινηματογραφικές ιστορίες, συνήθως είναι πολυεπίπεδα και πολυθεματικά κι επιδέχονται πολλές αναγνώσεις. Ο κάθε αναγνώστης, ακροατής και θεατής μπορεί να κατανοεί και νοηματοδοτεί αυτές τις ιστορίες με διαφορετικούς τρόπους. Με την πάροδο του χρόνου μπορεί να αλλάζει η κατανόηση των καλλιτεχνικών προϊόντων ακόμη κι από τους ίδιους τους δημιουργούς. Ολοκληρώνοντας λοιπόν αυτό το κείμενο θέλω να πω ότι είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν κι άλλες ακόμη αναγνώσεις, απόψεις ή ερμηνείες πέρα από όσα αναφέρω ή σχολιάζω στην σημερινή ανάρτηση, κι αυτός είναι ένας από τους λόγους που η τέχνη είναι σημαντική.

Πόλεμος και Παιδιά

«….. Τα παιδιά δεν πρέπει ποτέ να βρίσκονται σε διασταυρούμενα πυρά, και τα σπίτια, τα σχολεία και οι κοινότητές τους δεν πρέπει να γίνονται πεδία μαχών. Οι πόλεμοι έχουν νόμους. Τα παιδιά και τα σχολεία πρέπει να μην αγγίζονται». Inger Ashing (Διευθύνουσα Σύμβουλος της Save the Children International)

«…η ανάπτυξη απαιτεί τις δικές της συνθήκες, ανεξάρτητα από τον πόλεμο και την ειρήνη ή όλα τα άλλα γεγονότα στον έξω κόσμο». Από το βιβλίο War and Children / Πόλεμος και Παιδιά των Anna Freud (Άννα Φρόιντ) και της Dorothy Burlingham (Ντόροθι Τ. Μπέρλινγκχαμ).

Συνοδεύω το κείμενο με δυο έργα ενός αγαπημένου ζωγράφου, του Εδουάρδου Σακαγιάν, Παιδί και ναυαγοί (1994-1998)  και  Ανθρώπινος σωρός ή λίστα αναμονής (1990-1998), οι οποίες δεν απεικονίζουν σκηνές πολέμου, όμως ήρθαν στο νου μου καθώς αναρωτιόμουν τι εικόνες να επιλέξω για το σημερινό κείμενο, ίσως επειδή αυτές τις μέρες είχα την ευχαρίστηση να δω κάποια έργα δικά του, καθώς και άλλων καλλιτεχνών, στην τοπική πινακοθήκη, και με δυο δικές μου παλιότερες εικόνες από ένα μωσαϊκό φιγούρων.

Όπως ανέφερα στην προηγούμενη ανάρτηση, το σημερινό κείμενο αφορά το βιβλίο της Anna Freud (Άννα Φρόιντ) και της Dorothy Burlingham, War and Children / Πόλεμος και Παιδιά, το οποίο βασίζεται στις σημειώσεις τους από ιστορικά παιδιών κατά τη διάρκεια του πολέμου και σε αναφορές τους που μας δείχνουν πώς κατέληξαν στα συμπεράσματά τους. Το έργο των Freud και Burlingham βασίζεται στη θεμελιώδη ιδέα ότι η φροντίδα και η εκπαίδευση των μικρών παιδιών δεν πρέπει να έρχονται σε δεύτερη μοίρα σε καιρό πολέμου, ούτε και πρέπει να υποβιβάζονται στο επίπεδο του πολέμου. Ισχυρίζονται ότι όπως η έλλειψη βασικών τροφών στην παιδική ηλικία θα προκαλέσει μόνιμη σωματική δυσπλασία στα επόμενα χρόνια, ακόμη και αν οι επιβλαβείς συνέπειες δεν είναι άμεσα εμφανείς, το ίδιο ισχύει και για την ψυχική ανάπτυξη του παιδιού, και κάθε φορά που δεν ικανοποιούνται βασικές ανάγκες όπως η ανάγκη για προσωπική προσκόλληση, για συναισθηματική σταθερότητα και για μονιμότητα της εκπαιδευτικής επιρροής, «οι συνέπειες θα είναι μακροχρόνιες ψυχολογικές δυσπλασίες».

Παρόλο που αυτό το υλικό γράφτηκε τη δεκαετία του 1940 και παρά τα πιο πρόσφατα ευρήματα και γνώση σχετικά με την ανάπτυξη και την προσκόλληση των παιδιών στους τομείς της ψυχολογίας και της ιατρικής, το έργο των Freud και Burlingham μας εμπνέει ακόμη και τα ευρήματα παραμένουν πολύτιμα και σημαντικά. Το βιβλίο αποτελεί επίσης μια υπενθύμιση της ανθρωπιάς μας και του καθήκοντός μας απέναντι στα παιδιά και τους νέους. Επιπλέον, πιστεύω ότι αυτό το υλικό είναι εξαιρετικά επίκαιρο σήμερα, καθώς γινόμαστε μάρτυρες συγκρούσεων και πολέμων σε όλο τον κόσμο, όπου οι πολίτες και τα μικρά παιδιά γίνονται στόχος, και όπου σπίτια, νοσοκομεία, σχολεία και μονάδες αφαλάτωσης βομβαρδίζονται, και όπου ένας μεγάλος αριθμός παιδιών γίνονται μάρτυρες καταστροφών, χάνουν τη ζωή τους, τραυματίζονται σοβαρά, ακρωτηριάζονται, λιμοκτονούν και ορφανεύουν.

Το 1941, η πρωτοπόρος παιδοψυχαναλύτρια, Anna Freud, και η Dorothy Burlingham ίδρυσαν τρία σχολεία-οικοτροφεία για παιδιά κατά τη διάρκεια του πολέμου σε απάντηση στις αεροπορικές επιδρομές στο Λονδίνο, για όλα εκείνα τα παιδιά που είχαν χάσει γονείς ή το σπίτι τους, ή εκείνα των οποίων οι μητέρες είχαν αρρωστήσει ή έπρεπε να τα πηγαίνουν σε καταφύγια αεροπορικών επιδρομών κάθε βράδυ. Οι Φρόιντ και Μπέρλινγκχαμ παρατήρησαν ότι η διάλυση των οικογενειών επηρέαζε τα παιδιά περισσότερο από τις πραγματικές εμπειρίες του πολέμου, και για αυτό το λόγο και σε αντίθεση με άλλα ανάλογα καταφύγια για παιδιά τα Hampstead War Nurseries έδιναν έμφαση στη διατήρηση τακτικών επισκέψεων από τις μητέρες και άλλα μέλη της οικογένειας, όταν αυτό ήταν δυνατόν, καθώς και στην ενίσχυση των αδελφικών δεσμών. Παράλληλα με τη φροντίδα και την εκπαίδευση των παιδιών, λάμβανε χώρα και ψυχαναλυτική εργασία και αναπτυξιακές παρατηρήσεις, και αυτά τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν εκείνη την εποχή και περιλαμβάνονται στο βιβλίο.

Η Anna Freud και η Dorothy Burlingham εργάστηκαν για:

να αποκαταστήσουν τη ζημιά που είχε ήδη προκληθεί από τις συνθήκες πολέμου στη σωματική και ψυχική υγεία των παιδιών και να αποτρέψουν περαιτέρω βλάβη στα παιδιά. Επομένως, όταν τα μωρά έπρεπε να χωριστούν από τις μητέρες τους, καταβλήθηκαν προσπάθειες για να διατηρηθούν μεν σε σχετική ασφάλεια, αλλά σε κοντινή απόσταση από τις οικογένειές τους· να διευκολυνθεί η διαδικασία της επίσκεψης, ώστε το μωρό να μπορέσει να αναπτύξει γνώση και προσκόλληση με τη μητέρα του και να είναι προετοιμασμένο για μια μεταγενέστερη επιστροφή στην οικογενειακή ζωή· και για τα μεγαλύτερα παιδιά να γίνουν όλα όσα ήταν απαραίτητα για μια κανονική εκπαίδευση όπως σε καιρό ειρήνης, ενώ παράλληλα προσπαθούσαν να διατηρήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο τα υπολείμματα των οικογενειακών προσκολλήσεων. Ένα άλλο σημαντικό επίτευγμα τους ήταν να κάνουν έρευνα σχετικά με τις βασικές ψυχολογικές ανάγκες των παιδιών, να μελετήσουν τις αντιδράσεις τους σε βομβαρδισμούς και καταστροφές, και στον πρόωρο χωρισμό από τις οικογένειές τους, να συλλέξουν στοιχεία σχετικά με τις επιβλαβείς συνέπειες κάθε φορά που οι βασικές τους ανάγκες παρέμεναν ανικανοποίητες, να παρατηρήσουν την επίδραση της κοινοτικής ζωής σε νεαρή ηλικία στην ανάπτυξή τους, να εκπαιδεύσουν άτομα που ενδιαφέρονταν για μορφές εκπαίδευσης που βασίζονται στην ψυχολογική γνώση του παιδιού, κι επίσης να επεξεργαστούν ένα πρότυπο ζωής στο βρεφοκομείο- οικοτροφείο που θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως μοντέλο για την εκπαίδευση σε καιρό ειρήνης.

Υπάρχουν πολλά ακόμη σχετικά θέματα που συζητούνται στο βιβλίο, συνοδευόμενα από παραδείγματα κλινικών μελετών. Αναπόφευκτα θα αναφερθώ σύντομα σε μερικά μόνο από τα πολλά παραδείγματα. Πρέπει επίσης να πω ότι τα συμπεράσματα των Freud και Burlingham είναι αποτέλεσμα των παρατηρήσεών τους και της εργασίας τους με παιδιά, αλλά και του ψυχαναλυτικού τους υπόβαθρου.

Σε σχέση με τα ζητήματα που αφορούν τον αποχωρισμό, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το γεγονός ότι η εκκένωση υπό τις παρούσες συνθήκες είναι εξίσου ανησυχητική με τον ίδιο τον βομβαρδισμό, δεν αποτελεί απόδειξη ότι δεν θα μπορούσαν να βρεθούν καλύτερες μέθοδοι εκκένωσης, οι οποίες να προστατεύουν τη ζωή και τη σωματική υγεία των παιδιών, ενώ ταυτόχρονα θα παρέχουν τη δυνατότητα για φυσιολογική ψυχολογική ανάπτυξη και σταθερή πρόοδο στην εκπαίδευση. Υποστηρίζουν ότι εάν ο αποχωρισμός μεταξύ του παιδιού και της μητέρας γινόταν αργά και εάν τα άτομα που προορίζονται να αντικαταστήσουν τη μητέρα ήταν γνωστά στο παιδί εκ των προτέρων, τότε η μετάβαση από το ένα αντικείμενο (πρόσωπο) στο άλλο θα προχωρούσε σταδιακά. Και αν επιπλέον η μητέρα επανεμφανιζόταν αρκετές φορές κατά την περίοδο που το παιδί έπρεπε να απογαλακτιστεί από αυτήν, αν και ο πόνος του αποχωρισμού θα επαναλαμβανόταν, θα γινόταν αισθητός σε μικρότερες δόσεις κάθε φορά, επιτρέποντας στο παιδί να επεξεργάζεται και να προσαρμόζεται επειδή δεν θα υπήρχε «καμία κενή περίοδος κατά την οποία τα συναισθήματα του παιδιού θα στρέφονται εντελώς προς τα μέσα και, κατά συνέπεια, θα υπήρχε μικρή απώλεια αναπτυξιακών επιτευγμάτων επειδή η οπισθοδρόμηση συμβαίνει όταν το παιδί περνάει από τη ζώνη της στοργής στην νεκρή ζώνη της τρυφερότητας κι αγάπης, κατά τη διάρκεια του χρόνου που το παλιό αντικείμενο (η μητέρα) έχει εγκαταλειφθεί και πριν βρεθεί το νέο», κάτι που μπορεί να προκαλέσει ανυπολόγιστη ζημιά στην κανονική ανάπτυξη ενός παιδιού. Δύο συγκινητικά παραδείγματα των παιδιών υπό τη φροντίδα τους που είχαν εκφράσει αυτή την κατάσταση με τα δικά τους λόγια μας αποκαλύπτουν τον πόνο και τη σύγχυση που ένιωθαν. Ένα μικρό αγόρι, σχεδόν τεσσάρων ετών, είχε πει: «Δεν μου αρέσεις εσύ, δεν μου αρέσει κανείς! Μου αρέσει μόνο ο εαυτός μου», κι ένα άλλο πεντάχρονο αγόρι είχε αναφωνήσει: «Είμαι το τίποτα του κανενός».

Όπως ανέφερα παραπάνω, οι Freud και Burlingham παρατήρησαν ότι, αν και ο παρατεταμένος χωρισμός μπορεί να προκαλέσει πιο ορατό πόνο, είναι λιγότερο επιβλαβής επειδή «δίνει στο παιδί χρόνο να συνοδεύσει τα γεγονότα με τις αντιδράσεις του, να επεξεργαστεί τα δικά του συναισθήματα ξανά και ξανά, να βρει εκφραστικούς τρόπους εξωτερίκευσης της ψυχικής του κατάσταση, δηλαδή να απελευθερώσει αργά τα συναισθήματα του». Πιστεύουν ότι είναι σημαντικό η εκκένωση να γίνεται σε αργά στάδια, να προσφέρεται στις μητέρες που αρνούνται να αποχωριστούν τα μικρά παιδιά τους η ευκαιρία να εργαστούν ως αμειβόμενες βοηθοί, να διατηρούνται τα υπολείμματα της γονικής σχέσης, στο μέτρο του δυνατού, να προετοιμάζονται τα παιδιά για την επιστροφή τους στα σπίτια τους μετά τον πόλεμο κι επίσης να υπάρχει ελάχιστος ή καθόλου περιορισμός στους κανόνες των επισκέψεων. Προσθέτουν επίσης ότι εάν τα μωρά πρέπει οπωσδήποτε να χωριστούν από τις μητέρες τους, είναι καλύτερο να πηγαίνουν σε παιδικούς σταθμούς κοντά σε εργοστάσια, για παράδειγμα, όπου οι μητέρες τους μπορούν να τα αφήνουν το πρωί και να τα παραλαμβάνουν μετά τη δουλειά.

Εξερευνούν τη σχέση μητέρας-παιδιού στα αρχικά στάδια και πόσο καταστροφικός μπορεί να είναι ο ξαφνικός χωρισμός, με αποτέλεσμα μακρόσυρτες καταστάσεις νοσταλγίας, αναστάτωσης και απελπισίας, οι οποίες είναι σίγουρα περισσότερες από ό,τι μπορεί να αναμένεται να αντιμετωπίσει η μέση άπειρη ανάδοχη μητέρα. Επιπλέον, ο χωρισμός και η έλλειψη επισκέψεων γίνονται αντιληπτά από τα παιδιά ως ανταμοιβές και τιμωρίες. Ένα παράδειγμα που καταδεικνύει τις πιο σοβαρές επιπτώσεις αυτού του χωρισμού είναι η Beryl, ένα τετράχρονο κορίτσι «που καθόταν για αρκετές μέρες στο ίδιο σημείο όπου την είχε αφήσει η μητέρα της, δεν μιλούσε, δεν έτρωγε ούτε έπαιζε και έπρεπε να μετακινείται σαν αυτόματο». Η Φρόιντ και η Μπέρλινγκχαμ επίσης περιγράφουν πώς είχαν μικρά κορίτσια τριών και τεσσάρων ετών που «περίμεναν γύρω από τις πόρτες για ώρες ατελείωτες όταν αναμενόταν να έρθουν οι μητέρες τους, αλλά στη συνέχεια κατά τη διάρκεια των επισκέψεων ήταν σκυθρωπές, ντροπαλές κι έμεναν κρεμασμένες πάνω τους χωρίς να μιλάνε. Στη συνέχεια, όταν οι μητέρες τους έφευγαν, τα συναισθήματα αγάπης ξεσπούσαν και λάνβαναν χώρα βίαιες συναισθηματικές σκηνές.

Συζητούν επίσης το πόσο δύσκολο είναι να απογαλακτιστεί ένα πολύ μικρό παιδί από τη μητέρα του, και πώς είναι εξίσου δύσκολο να διατηρηθούν ζωντανά στο παιδί τουλάχιστον υπολείμματα της αρχικής του σχέσης με τη μητέρα και τους γονείς, γενικότερα, επειδή δυστυχώς τα παιδιά κάτω των τριών ετών ξεχνάνε τους γονείς τους ή τουλάχιστον γίνονται φαινομενικά αδιάφορα απέναντί ​​τους. Η Φρόιντ και η Μπέρλινγκχαμ μας λένε ότι μετά την ηλικία των τριών ετών τα παιδιά κανονικά δεν ξεχνούν τους γονείς τους, και οι αναμνήσεις τους τείνουν να είναι πιο σταθερές, καθώς είναι πιο εύκολο για αυτά να βρουν ενεργή και συνειδητή έκφραση για τα συναισθήματά τους, η εικόνα των γονέων παραμένει στο μυαλό τους, ειδικά όταν βοηθούνται από έξω με συχνές επισκέψεις, δέματα δώρων και συνεχή συζήτηση για τους γονείς. Είναι φυσικό στη φαντασιακή ζωή του παιδιού οι απόντες γονείς να φαίνονται καλύτεροι, μεγαλύτεροι, πιο ευγενικοί, και τα φυσιολογικά αρνητικά συναισθήματα που έχουν τα παιδιά για τους γονείς τους να υφίστανται καταστολή. Ωστόσο, αυτή η καταστολή δημιουργεί μια ποικιλία προβλημάτων διάθεσης και συμπεριφοράς. Αλλά τελικά, επειδή τα παιδιά ζουν κυρίως στο παρόν κι επειδή αναπόφευκτα σχηματίζονται νέοι δεσμοί στο νέο τους περιβάλλον, και αυτά τα μεγαλύτερα κάπως παιδιά στρέφουν την αγάπη τους προς τα γονικά υποκατάστατα. Αυτό δημιουργεί κάθε είδους προβλήματα όταν έρθει η ώρα να επιστρέψει το παιδί στο σπίτι, ειδικά για τα μικρότερα, και φυσικά είναι επώδυνο και αγχωτικό για τους γονείς.

Ένα άλλο θέμα που συζητούν είναι το άγχος και τους πιο συνηθισμένους τύπους άγχους και φόβου σχετικά με τις αεροπορικές επιδρομές. Ξεκινούν εξηγώντας ότι τα παιδιά πρέπει να προστατεύονται από τις πρωτόγονες φρικαλεότητες του πολέμου, όχι τόσο επειδή η επιθετικότητα είναι εντελώς άγνωστη γι’ αυτά, αλλά επειδή κατά τη διάρκεια αυτών των πρώιμων και αποφασιστικών σταδίων της ανάπτυξής τους είναι σημαντικό να ξεπεράσουν και να αποξενωθούν από τις πρωτόγονες επιθετικές επιθυμίες της δικής τους παιδικής φύσης. Εξηγούν πώς μετά τα πρώτα χρόνια της ζωής το παιδί μαθαίνει σταδιακά να αρνείται να δώσει συνειδητή έκφραση σε ορισμένες επιθετικές ενστικτώδεις επιθυμίες. Το παιδί μαθαίνει ότι είναι κακό να σκοτώνεις, να πληγώνεις και να καταστρέφεις, αλλά μπορεί να διατηρήσει αυτή τη στάση μόνο όταν οι άνθρωποι στο εξωτερικό περιβάλλον κάνουν το ίδιο. Οι Φρόιντ και Μπέρλινγκχαμ λένε ότι όταν τα παιδιά βλέπουν να συμβαίνουν δολοφονίες και καταστροφές εκεί έξω, ξυπνάει ο φόβος τους ότι οι παρορμήσεις που είχαν θάψει πριν από λίγο καιρό θα ξυπνήσουν ξανά, κι αυτό, προσθέτουν, εξηγεί γιατί τα μικρότερα παιδιά στα οποία αυτές οι αναστολές κατά της επιθετικότητας δεν έχουν ακόμη εδραιωθεί είναι απαλλαγμένα από το φόβο και την αποστροφή για τις αεροπορικές επιδρομές. Ωστόσο, τα ελαφρώς μεγαλύτερα παιδιά που μόλις έχουν περάσει από αυτή την αναπτυξιακή διαδικασία μπορεί να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στην απειλή των αεροπορικών επιδρομών και μπορεί να έχουν πραγματικά ξεσπάσματα άγχους όταν πέφτουν βόμβες και προκαλούν ζημιές γύρω τους.

Ένας άλλος λόγος για την ανάπτυξη αντιδράσεων φόβου είναι το γεγονός ότι ένα παιδί φοβάται φυσιολογικά και λογικά όταν υπάρχει κάποιος πραγματικός κίνδυνος στον έξω κόσμο που απειλεί είτε την ασφάλεια είτε την ύπαρξή του. Ο φόβος θα είναι μεγαλύτερος όσο περισσότερο το παιδί γνωρίζει τη σοβαρότητα του κινδύνου, και ο φόβος θα το ωθεί είτε να τον καταπολεμήσει είτε, αν αυτό είναι αδύνατο, να προσπαθήσει να ξεφύγει από αυτόν, και αν ο κίνδυνος είναι συντριπτικός, τότε το παιδί θα σοκαριστεί και θα παραλύσει και θα μείνει σε αδράνεια. Διευκρινίζουν επίσης ότι η γνώση και η λογική παίζουν περιορισμένο ρόλο στη ζωή ενός παιδιού. Το ενδιαφέρον του γρήγορα απομακρύνεται από τα πραγματικά πράγματα στον έξω κόσμο, ειδικά όταν αυτά τα πράγματα είναι τρομακτικά ή δυσάρεστα. Τα παιδιά αρνούνται τα γεγονότα, απαλλάσσονται από τον φόβο τους κι επιστρέφουν στα παιδικά τους ενδιαφέροντα, τα παιχνίδια, και τις φαντασιώσεις τους.

Αναφέρονται επίσης σε έναν τρίτο τύπο άγχους, ο οποίος εξελίσσεται λίγο αργότερα σε φόβο της συνείδησης ​​του παιδιού, και αυτός είναι ο φόβος της εξουσίας και των απαγορεύσεων, όταν το παιδί λίγο πολύ έχει μάθει τι να κάνει και τι όχι «υπό την καθοδήγηση ενός πυρήνα εσωτερικών ιδεών, που είναι η δική του συνείδηση». Ισχυρίζονται ότι το παιδί «στρέφεται συνεχώς στις μορφές του έξω κόσμου, αφενός, και στις φαντασιώσεις της δικής του φαντασίας αφετέρου, και δανείζεται δύναμη και από τα δύο για να ενισχύσει τις εσωτερικές εντολές». Είναι το στάδιο κατά το οποίο τα παιδιά φοβούνται τα φαντάσματα και τους μπαμπούλες, που μερικές φορές χρησιμοποιούνται ως ενισχύσεις των πραγματικών γονικών μορφών και της εσωτερικής φωνής. Οι Freud και Burlingham προσθέτουν ότι τα παιδιά έχουν μια μεγάλη λίστα κινδύνων που χρησιμεύουν ως βολικά σύμβολα για τη συνείδησή τους, μπορεί να φοβούνται αστυνομικούς, τσιγγάνους, ληστές και άλλες μορφές, πραγματικές ή φανταστικές, δράκους, λιοντάρια και τίγρεις, σεισμούς και βροντές κι αστραπές. Όταν λαμβάνουν θρησκευτική διδασκαλία, φοβούνται τον διάβολο και την κόλαση ή ότι ο Θεός γνωρίζει τι σκέφτονται ή πότε έχουν κάνει σκανταλιές, κι ως αποτέλεσμα μπορεί να τους τιμωρήσει, ενώ όσοι δεν λαμβάνουν θρησκευτική διδασκαλία μεταφέρουν τον ίδιο φόβο σε άλλα πράγματα όπως στο φεγγάρι, και ούτω καθεξής. Τα παιδιά συχνά φοβούνται το τέλος του κόσμου, την εγκατάλειψη και τον θάνατο των γονιών τους. Επομένως, σημειώνουν η Φρόιντ και η Μπέρλινγκχαμ, οι αεροπορικές επιδρομές, οι σειρήνες και οι βόμβες είναι απλώς νέα σύμβολα για παλιούς φόβους, και ο Χίτλερ και τα γερμανικά αεροπλάνα παίρνουν τη θέση του διαβόλου ή των άγριων ζώων. Τέλος, τα παιδιά δεν αναπτύσσουν μόνο τους φόβους που ανήκουν στην ηλικία και το στάδιο ανάπτυξής τους, αλλά εσωτερικεύουν επίσης τις αντιδράσεις φόβου των μητέρων τους και του ενήλικου κόσμου γύρω τους.

Ένα ακόμη θέμα που περιλαμβάνεται στο βιβλίο είναι το πώς τα παιδιά αντιμετωπίζουν τα σοκ, τις στερήσεις και τις αναστατώσεις στην εξωτερική τους ζωή, καθώς οι ψυχολογικές μέθοδοι που είναι διαθέσιμες στους ενήλικες δεν είναι ακόμη διαθέσιμες στην παιδική ηλικία. Μια διέξοδος λόγου χάρη όταν συμβαίνει κάτι διασπαστικό ή τραυματικό είναι αυτή της ομιλίας, η οποία δεν αποτελεί επιλογή για τα μικρότερα παιδιά, κι ενώ οι ενήλικες μπορούν να συζητήσουν τις εμπειρίες τους με συνειδητή σκέψη και ομιλία, τα παιδιά κάνουν το ίδιο στο παιχνίδι τους. Εκτός από την διέξοδο του παιχνιδιού, τα παιδιά, όπως και οι ενήλικες, μπορούν επίσης να βρουν διέξοδο για ό,τι είναι τραυματικό. επώδυνο ή ανεπιθύμητο στη συμπεριφορά. Οι Freud και Burlingham γράφουν: «Μερικά παιδιά δεν μπορούν να εκφράσουν αυτό που τους έχει συμβεί ούτε με ομιλία, ούτε με παιχνίδι. Αντίθετα, αναπτύσσουν συμπεριφορά που φαίνεται γκρινιάρικη στον έξω κόσμο μέχρι να αναγνωριστεί». Μπορούν επίσης να βρουν διέξοδο στη φαντασία τους. Τα παιδιά χρησιμοποιούν σε μεγάλο βαθμό συνειδητές φαντασιώσεις για να εξωραΐσουν και να διατηρήσουν τη θετική πλευρά της σχέσης παιδιού-γονέα. Τα παιδιά μπορούν επίσης να υποτροπιάσουν, με άλλα λόγια, να επιστρέψουν σε βρεφικούς τρόπους συμπεριφοράς επειδή, όπως λένε η Freud και η Burlingham, κάθε βήμα στην πρώιμη εκπαίδευση συνδέεται στενά με μία από τις φάσεις της προσκόλλησης του παιδιού στη μητέρα ή σε κάποιον φροντιστή. Λόγου χάρη η ενούρηση στο κρεβάτι μπορεί να συμβεί επειδή χρειάζεται χρόνος πριν ο έλεγχος της ουροδόχου κύστης και του σφιγκτήρα γίνει καθαρά αυτόματος, κι «ένα μικρό παιδί κανονικά θα έχει μια παλινδρόμηση στις συνήθειές του όταν αλλάζει χέρια», κι αυτό μπορεί συχνά να είναι μια από τις εκφράσεις κατάρρευσης των σχέσεών του με τη μητέρα ή τους πρωταρχικούς φροντιστές του.

Η Φρόιντ και η Μπέρλινγκχαμ αναφέρονται επίσης στις αντιδράσεις ικανοποίησης, στις οποίες τα παιδιά μπορούν να υποτροπιάσουν ή να επιδοθούν υπερβολικά, ως μηχανισμοί καταπράυνσης. Οι απαιτήσεις για στοργή μπορούν να μετατραπούν σε απαίτηση για φαγητό ή υλικά δώρα, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως σύμβολα για τη μητέρα, πράγμα που σημαίνει ότι το παιδί έχει παλινδρομήσει στο στάδιο όπου η αξία της μητέρας υπολογίζεται με βάση την υλική άνεση που προέρχεται από το πρόσωπό της. Η άρνηση και η παλινδρόμηση σε πρωιμότερα στάδια ανάπτυξης μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε απληστία για φαγητό ή γλυκά. Όσον αφορά την επιθετικότητα, μας λένε ότι κατά τη διάρκεια αυτών των βίαιων περιόδων, τα μικρότερα παιδιά μπορούν να γίνουν πιο επιθετικά και καταστροφικά από ό,τι ήταν σε κανονικές περιόδους, και λόγω της χαλάρωσης της πρώιμης καταστολής και αναστολής της επιθετικότητας, ως αποτέλεσμα αυτών που βιώνουν και βλέπουν στον έξω κόσμο, είναι εύκολο για το παιδί να επιστρέψει σε προηγούμενους αναπτυξιακούς τρόπους έκφρασης. Για παράδειγμα, αναφέρουν ότι ένα συχνό φαινόμενο σε όλα τα οικοτροφεία του πολέμου ήταν τα συχνά ξεσπάσματα θυμού των μεγαλύτερων παιδιών.

Μια άλλη αντίδραση που επέδειξαν τα παιδιά ήταν η μη φυσιολογική συναισθηματική απόσυρση ή  τα συναισθηματικά ξεσπάσματα. Δίνουν παραδείγματα παιδιών που είχαν μετακινηθεί πολύ και το πόσο τραυματικό αποδείχθηκε αυτό για αυτά με διαφορετικούς τρόπους. Για παράδειγμα, περιγράφουν πώς ένα αγόρι του οποίου η μητέρα ήταν στο νοσοκομείο με φυματίωση, φαινόταν εντελώς απαλλαγμένο από κάθε συναίσθημα. Έμενε εκεί που τον έβαζαν και δεν φαινόταν να φοβάται το νέο περιβάλλον, δεν έκανε διάκριση μεταξύ του ενός ενήλικα και του άλλου, δεν δενόταν με κανέναν και δεν απέφευγε κανέναν, έτρωγε, κοιμόταν κι έπαιζε και δεν αποτελούσε πρόβλημα για κανέναν. Αυτός ο πάγος έσπασε μόνο όταν αρρώστησε κι απομονώθηκε με μια νοσοκόμα, η οποία τον αγκάλιαζε για να κρατήσει το θερμόμετρο στη θέση του, κάτι που του ξύπνησε αναμνήσεις από την αγκαλιά της μητέρας του. Κι ένα κορίτσι που είχε τοποθετηθεί σε έξι διαφορετικά ακατάλληλα πλαίσια μεταξύ της ηλικίας των δύο και τριών ετών, δεν αναγνώριζε τη μητέρα της, παρόλο που και οι δύο γονείς την επισκέπτονταν εναλλάξ κάθε δύο εβδομάδες. Είχε συναισθηματικά ξεσπάσματα υστερικού τύπου κι εμφάνιζε φοβικές και ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές, δεν πήγαινε για ύπνο, δεν μπορούσε να κοιμηθεί, δεν έτρωγε, πάλευε να μην την λούσουν, να μην την πλύνουν, να μην την ντύσουν ή να την γδύσουν, έλεγε φανταστικές ιστορίες για αρνητικά γεγονότα και είχε χάσει το ενδιαφέρον της για τον πραγματικό κόσμο. Επίσης, παιδιά που είχαν μετακινηθεί πολύ ή των οποίων οι τοποθετήσεις είχαν πάει στραβά, μερικές φορές εγκατέλειπαν συνεχώς ανθρώπους με τους οποίους ήταν δεμένα για χάρη άλλων νέων προσώπων. Ένα κορίτσι, για παράδειγμα, έχοντας χάσει τη σταθερή του σχέση με τους γονείς της ζούσε συνεχώς αναζητώντας νέους ανθρώπους για να προσκολληθεί. Οι Freud και Burlingham γράφουν ότι αναγνώριζαν αυτό το σύμπτωμα φυγής από το ένα αντικείμενο (πρόσωπο) στο άλλο στους ενήλικες ως μια από τις συνέπειες πρώιμων διαταραχών της σχέσης με τη μητέρα τους ή τους γονείς τους.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου περιλαμβάνει αναφορές από τον Ιανουάριο του 1941 έως τον Δεκέμβριο του 1942, οι οποίες μας δίνουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τα γεγονότα όπως συνέβησαν και να δούμε πώς κατέληξαν οι Freud και Burlingham στα συμπεράσματά τους. Αυτό το μέρος του βιβλίου περιέχει πολλές σύντομες περιγραφές περιπτώσεων παιδιών, οι οποίες μας επιτρέπουν να ρίξουμε μια ματιά στο τι συνέβαινε στις καρδιές και το νου των παιδιών, καθώς και το πώς βίωναν αυτή την εμπειρία οι βιολογικές μητέρες  που είχαν αναγκαστεί λόγω των πολεμικών συνθηκών να αποχωριστούν τα παιδιά τους, μερικές φορές μόλις λίγων εβδομάδων. Αυτό είναι το πιο συγκινητικό μέρος του βιβλίου που έφερε δάκρυα, αλλά και που επίσης με έκανε να αναρωτηθώ τους τρόπους με τους οποίους αυτά τα παιδιά του πολέμου επεξεργάστηκαν όλη αυτή την εμπειρία καθώς μεγάλωναν. και τι αντίκτυπο είχαν όλα αυτά στην ενήλικη ζωή τους.

Σε αυτό το τμήμα του βιβλίου περιγράφουν και τις αντιδράσεις των γονέων, και ιδιαίτερα των γονέων της εργατικής τάξης, πώς το βρεκομείο-οικοτροφείο μεταμορφωνόταν σε καφενείο, κλαμπ ή εστιατόριο τα Σαββατοκύριακα, καθώς οι γονείς ενθαρρύνονταν να επισκέπτονται ελεύθερα τα παιδιά τους, να τρώνε μαζί τους, να τα βγάζουν βόλτα. Δίνουν επίσης παραδείγματα για το πώς διαφορετικά παιδιά αντιδρούσαν στις αεροπορικές επιδρομές και για το πώς ο χωρισμός μπορεί να επηρεάσει τα παιδιά διαφορετικά ανάλογα με πολλούς παράγοντες, καθώς και με τον τρόπο που γίνεται η εκκένωση και οι χωρισμοί. Ένα τρίχρονο αγόρι, που είχε χωριστεί από τη μητέρα του αρκετές φορές λόγω της ασθένειάς της, προσπαθώντας να τηρήσει την υπόσχεσή του στη μητέρα του να είναι «καλό αγόρι και να μην κλαίει», έδεσε τον εαυτό του κόμπο. Η Φρόιντ και η Μπέρλινγκχαμ γράφουν: «Σοκαριστήκαμε βλέποντας ένα προφανώς υγιές παιδί να αναπτύσσει έναν ψυχαναγκαστικό κόμπο μπροστά στα μάτια μας». Ενώ τα άλλα παιδιά ήταν κυρίως απασχολημένα με τα παιχνίδια τους, έπαιζαν, έφτιαχναν μουσική, έτρωγαν, ο Πάτρικ επιδόθηκε στη μια ψυχαναγκαστική συμπεριφορά μετά την άλλη, προσπαθώντας να είναι γενναίος. Ευτυχώς, η μητέρα του ανάρρωσε κι ανέλαβε την αμειβόμενη θέση της νυχτερινής νοσοκόμας έκτακτης ανάγκης, πράγμα που σήμαινε ότι περνούσε πέντε νύχτες την εβδομάδα στο ίδιο χώρο με τον Πάτρικ, κάτι που με τη σειρά του επέτρεψε στον Πάτρικ να εξελιχθεί σε «ένα από τα πιο δραστήρια παιδιά στην αίθουσα παιχνιδιών».

Περιλαμβάνονται επίσης παραδείγματα για το πώς τα παιδιά αναπαριστούν πράγματα στο παιχνίδι. Για παράδειγμα, την επόμενη μέρα από τη μεγάλη αεροπορική επίθεση στο Λονδίνο στις 16 Απριλίου, αρκετά παιδιά είχαν σκαρφαλώσει στην κατασκευή αναρρίχησης και ετοιμάζονταν να ρίξουν ένα βαρύ σιδερένιο αντικείμενο που είχαν βρει στην αυλή [στα παιδιά από κάτω], ισχυριζόμενα περήφανα ότι ήταν βόμβα. Ένα άλλο παράδειγμα του πώς το παιχνίδι αντανακλά εμπειρίες, κι ενίοτε βοηθά τα παιδιά να τις επεξεργαστούν, ήταν το αίτημά τους να μετατρέψουν μια άδεια βιβλιοθήκη σε καταφύγιο για κούκλες. Υπάρχει επίσης αναφορά σε διαδικασίες ταυτοποίησης /  identification, λόγου χάρη, ένα μικρό κορίτσι πιθανώς ανέπτυξε έναν επίμονο βήχα σε μίμηση του βήχα του πατέρα της όταν αυτός πέθανε από φυματίωση.

Διερευνάται επίσης η δημιουργία τεχνητών ορφανών, η οποία αποτελεί μία από τις πιο σοβαρές αντιρρήσεις για την εκκένωση μικρών παιδιών χωρίς τις μητέρες τους σε καιρό πολέμου. Για τα μικρά παιδιά, η σωματική απουσία ή παρουσία της μητέρας είναι σημαντική επειδή οι συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού δεν μπορούν να ικανοποιηθούν από απόσταση και η αγάπη του βρέφους για τη μητέρα του είναι στενά συνδεδεμένη με την εκπλήρωση αυτών των αναγκών, κι όταν η μητέρα απουσιάζει το παιδί σχηματίζει, «μετά από μια σύντομη περίοδο λαχτάρας για τη μητέρα, μια νέα σχέση με μια αναπληρώτρια μητέρα». Οι Φρόιντ και Μπέρλινγκχαμ επισημαίνουν ότι, παρόλο που όλα αυτά τα παιδιά που έχουν αποχωριστεί τους γονείς τους είναι επίσης ορφανά πολέμου, η στάση του κόσμου είναι να το αγνοεί αυτό, περιμένοντας από τα παιδιά που εκκενώνονται να «ανησυχήσουν (για λίγο) και να το ξεπεράσουν σε χρόνο μηδέν». Όμως ισχυρίζονται ότι είναι «ακριβώς η μελέτη του πραγματικού ορφανού πολέμου και των αντιδράσεών του, που μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση του παιδιού που εκκενώνεται».

Διερευνώνται και πολλά άλλα θέματα, όπως η απόφασή τους να δημιουργήσουν τεχνητές οικογένειες και να αναθέσουν παιδιά σε μητέρες-αντικαταστάτριες, επειδή είχαν παρατηρήσει ότι ορισμένα βήματα στην ανάπτυξη ήταν αργά παρά τις ευκαιρίες που τους παρείχαν, και τα παιδιά δίσταζαν να ξεπεράσουν τις συνήθειες των μωρών. Σύντομα παρατήρησαν ότι αυτή η απόφαση έφερε εκπληκτικά αποτελέσματα. Συζητούν επίσης τις εσωτερικές αμφιθυμικές στάσεις των μητέρων, επισημαίνοντας ότι είχαν παρατηρήσει ότι, παρόλο που πολλά είχαν ειπωθεί και γραφτεί για τις ανάδοχες μητέρες, δεν είχε δοθεί μεγάλη προσοχή στις μητέρες των παιδιών, στο πώς ένιωθαν και πως αντιμετώπιζαν τους αποχωρισμούς και τη δύσκολη θέση στην οποία είχαν βρεθεί, αφενός, θέλοντας να κρατήσουν τα παιδιά τους ασφαλή, με καλύτερη τροφή κι εκπαίδευση, κι αφετέρου, τη φυσική τους τάση και επιθυμία να κρατήσουν τα παιδιά κοντά τους, καθώς και τον φόβο που ένιωθαν για τις επιπτώσεις αυτών των πρώιμων αποχωρισμών. Συζητούν επίσης την εμπειρία μιας μικρότερης ομάδας μητέρων, οι οποίες ήταν λιγότερο «μητρικές» ή είχαν αντιφατικά συναισθήματα σε σχέση με τα παιδιά τους, καθώς και μητέρες σε δύσκολες συνθήκες με «νόθα»* μωρά, για τις οποίες το βρεφοκομείο παρείχε μια διέξοδο, και μερικές φορές τις βοηθούσε να επεξεργαστούν τα αντικρουόμενα συναισθήματά τους και να συνδεθούν με τα μωρά τους σταδιακά.

*η λέξη νόθα είναι μάλλον μια ακατάλληλη λέξη περιγραφής παιδιών εκτός γάμου, αλλά είναι ο όρος της εποχής

Σε ένα από τα τελευταία κεφάλαια, η Freud και η Burlingham μας αποκαλύπτουν μέσα από σύντομες περιγραφές πώς τα παιδιά νοηματοδότησαν τον πόλεμο, ποια ερωτήματα έθεσαν και σε ποια συμπεράσματα κατέληξαν. Ένα παιδάκι συμπέρανε ότι οι Γερμανοί τους βομβάρδισαν επειδή έκαναν πολύ θόρυβο. Ένα άλλο σχολίασε ότι ο Γερμανός πιλότος ήταν ευγενικός επειδή δεν έριξε τη βόμβα στο δικό τους σπίτι, κι ένα άλλο, όταν του είπαν ότι ο Γερμανός πιλότος συνελήφθη, δεν ανακουφίστηκε, αλλά ανησύχησε για τη μοίρα του και είπε ότι δεν θα ήθελε να δει έναν νεκρό άντρα. Τα παιδιά αντιλαμβάνονταν τον πόλεμο και ως μια σύγκρουση μεταξύ Θεού και Χίτλερ, καλού και κακού. Αναρωτιόντουσαν γιατί ο Θεός έκανε τους Γερμανούς μοχθηρούς, ποιον θα βοηθούσε στο τέλος να κερδίσει τον πόλεμο, κι ένα παιδάκι πίστευε ότι ο Θεός θα βοηθούσε και τους δύο επειδή αγαπά όλους τους ανθρώπους.

Θα ολοκληρώσω τη σημερινή ανάρτηση με ένα απόσπασμα από το άρθρο: War Children: Victims, Threats and Promises of the Future [Enfants de la guerre. Victimes, menaces et promesses d’avenir / Παιδιά του πολέμου: Θύματα, απειλές και υποσχέσεις για το μέλλον] της Stefania Bernini

«H Freud και η Burlingham δεν συμφωνούσαν με την προσέγγιση εκκένωσης, που υιοθέτησε η βρετανική κυβέρνηση από την αρχή της σύγκρουσης, και υποστήριξαν ότι ο πόλεμος είχε χειρότερο αντίκτυπο στα παιδιά όταν διέλυε την οικογενειακή ζωή και ξερίζωνε «τους πρώτους συναισθηματικούς δεσμούς του παιδιού μέσα στην οικογενειακή ομάδα». Το παράδοξο συμπέρασμα ήταν ότι «τα παιδιά του Λονδίνου […] ήταν γενικά πολύ λιγότερο αναστατωμένα από τους βομβαρδισμούς παρά από την εκκένωση στην ύπαιθρο ως προστασία από αυτούς» (Freud, Burlingham 1947: 171-73· Bowlby, Winnicott, Miller 1939: 1202-1203). Ο χωρισμός από τη μητέρα ήταν το γεγονός που πιθανότατα προκάλεσε μόνιμες βλάβες στα παιδιά (Howarth 1941, Odlum 1941). Η ηλικία του παιδιού και ο τρόπος οργάνωσης της εκκένωσης, υποστήριξαν οι Freud και Burlingham, ήταν κρίσιμοι για τον προσδιορισμό των πιθανών αποτελεσμάτων. Συνολικά, η ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στα Νηπιαγωγεία / Οικοτροφεία του Hampstead, όπως και εκείνες που διεξήχθησαν μεταξύ των εκκενωμένων παιδιών από την Susan Isaacs το 1941, παρουσίασαν μια σκληρή εικόνα του αντίκτυπου του πολέμου στα παιδιά της Βρετανίας που έριξε μια βαριά σκιά σε ό,τι θα συνέβαινε μετά από αυτόν (Isaacs 1941). Στρέφοντας την προσοχή τους στις βαθύτερες και συχνά κρυφές αντιδράσεις των παιδιών στον πόλεμο, οι Freud και Burlingham υποστήριξαν ότι ακόμη κι ένα φαινομενικά άθικτο παιδί θα μπορούσε να κρύβει τον σπόρο μιας μετέπειτα ψυχολογικής και συναισθηματικής ταλαιπωρίας. Έδωσαν φωνή σε έναν φόβο που θα παρέμενε στον πυρήνα της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης». (https://journals.openedition.org/revss/5812?lang=en)