Graffitti
«Περνάς μπροστά από νεαρούς άνδρες και κορίτσια που κάθονται στα σκαλιά, περιπλανιέσαι σαστισμένος ανάμεσα σε αυτούς τους αυστηρούς τοίχους που τα χέρια των φοιτητών έχουν αραβουργήσει με τεράστια κεφαλαία γράμματα και λεπτομερή γκράφιτι, ακριβώς όπως οι άνθρωποι των σπηλαίων ένιωθαν την ανάγκη να διακοσμήσουν τους κρύους τοίχους των σπηλαίων τους για να γίνουν κύριοι του βασανιστικού άγνωστου ορυκτού, να τα κάνουν οικεία, να τα αδειάσουν στον δικό τους εσωτερικό κόσμο, να τα προσαρτήσουν στη φυσική πραγματικότητα της ζωής». Ίταλο Καλβίνο

Η σημερινή ανάρτηση αφορά το γκράφιτι και το βιβλίο της Madeleine Pelling, Writing on the Wall / Γραφή πάνω στον Τοίχο ή Γράφοντας στον Τοίχο. Η Pelling είναι Βρετανίδα ιστορικός πολιτισμού, συγγραφέας, podcaster και συνεργάτιδα σε προγράμματα της τηλεόραση και του ραδιοφώνου, η οποία έχει λάβει ερευνητικές υποτροφίες στα πανεπιστήμια του Γέιλ, Εδιμβούργου και Μάντσεστερ, και είναι μέλος της Βασιλικής Ιστορικής Εταιρείας. Με αυτό το βιβλίο μας μεταφέρει πίσω στο χρόνο, ζωντανεύοντας την ατμόσφαιρα των χώρων και τα ιστορικά γεγονότα που αναλύει. Η Pelling έχει καταφέρει όχι μόνο να αφηγηθεί την ιστορία και την εξέλιξη του γκράφιτι, τοποθετώντας το παράλληλα στο επίκεντρο ιστορικών γεγονότων και αρχιτεκτονικών χώρων, αλλά και να ζωντανέψει τη ζοφερή πραγματικότητα και την ατμόσφαιρα των περιόδων στις οποίες αναφέρεται. Επιπλέον, στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου κάνει ένα σύντομο κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό σε σχέση με σύγχρονα γεγονότα κι εξελίξεις.
Η Pelling έχει αναζητήσει τις κρυμμένες φωνές της Βρετανίας κυρίως του 18ου αιώνα, μιας ταραγμένης και μεταβατικής ιστορικής περιόδου, και μιας εποχής που ο καθένας μπορούσε με ένα αιχμηρό αντικείμενο ή ένα κομμάτι κιμωλίας ή κάρβουνου να αφήσει το σημάδι του σε τοίχους, οροφές, παράθυρα, πόρτες, αλλά και δημόσια μνημεία. Μέσω των γκράφιτι που έκαναν τόσο οι φτωχοί όσο και οι πλούσιοι, οι απλοί άνθρωποι και οι πολίτες της ανώτερης τάξης και προσωπικότητες της βουλής, μπορούμε να εξετάσουμε αυτές τις κατά τα άλλα αόρατες ιστορίες και να αποκτήσουμε μια εικόνα για μια ταραχώδη εποχή στη βρετανική ιστορία. Η Pelling μας λέει ότι το γκράφιτι είναι μία από τις εκατοντάδες λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί τους τελευταίους αιώνες για να περιγράψουν αυτό το είδος έκφρασης κι επικοινωνίας μέσω λέξεων, συμβόλων και εικόνων – μια μορφή έκφρασης και επικοινωνίας που μπορούμε να βρούμε στο πέρασμα του χρόνου από τους Αρχαίους Αιγύπτιους μέχρι κι σήμερα. Συζητά τη σημασία του γκράφιτι στην αποκάλυψη ανείπωτων ιστοριών που διαφορετικά θα είχαν χαθεί στο χρόνο, και πώς αυτή η μορφή δημιουργίας κι έκφρασης μας επιτρέπει να ρίξουμε μια ματιά στο πώς ήταν η ζωή στα παρασκήνια.
Το βιβλίο είναι οργανωμένο σε τρία μέρη, τα οποία περιλαμβάνουν τρεις διαφορετικές περιόδους: (1688-1740), (1740-1780) και (1780-1800), εστιάζει τόσο στο περιεχόμενο όσο και στις τοποθεσίες των γκράφιτι, και επίσης περιλαμβάνει εικονογραφήσεις, φωτογραφίες και έργα τέχνης. Ξεκινά με τη σειρά χαρακτικών του William Hogarth, Τα Τέσσερα Στάδια της Σκληρότητας. Καθώς περιγράφει μια σκηνή, σε κάποιο σημείο γράφει: «Παράλληλα με αυτή τη συγκρουσιακή συνάντηση μεταξύ της υποτιθέμενης υψηλής και της κατώτερης ζωής, της βασιλικής ηθικής και της ποταπότητας των πληβείων, ένας τρίτος άνδρας γράφει στον τοίχο…». Συνεχίζει παρέχοντας μια σύντομη κοινωνικοοικονομική κριτική σχολιάζοντας: «Η σκηνή διαπερνά την κριτική των ανισοτήτων και των βαρβαροτήτων που ο Hogarth και οι σύγχρονοί του παρατηρούσαν παντού γύρω τους τον δέκατο όγδοο αιώνα». Θέτει ερωτήματα όπως το αν όσοι είχαν γεννηθεί μέσα σε μια ζωή φτώχειας και εγκλήματος ήταν προορισμένοι να τη διαιωνίσουν, και ποιος ήταν ο ρόλος της γραφής στον τοίχο στη διαμάχη μεταξύ των ζοφερών πραγματικοτήτων που αντιμετώπιζαν εκείνη την εποχή τόσοι πολλοί από τους φτωχούς του έθνους με τις αναδυόμενες ιδέες του Διαφωτισμού εκείνα τα χρόνια.
Μας εξηγεί ότι καθώς ο αλφαβητισμός αυξανόταν στον πληθυσμό γενικότερα και καθώς άρχισε να αναδύεται μια δημόσια σφαίρα [η οποία ορίζεται από χώρους όπως καφενεία, ταβέρνες, χώρους ποτού, οίκους ανοχής, και η οποία τροφοδοτείται από συζητήσεις], η γραφή σε τοίχους και άλλες επιφάνειες προσέφερε έναν σχετικά μη αστυνομευόμενο κι ελεγχόμενο τρόπο να ακουστεί κανείς. Τα μηνύματα σε αυτές τις επιφάνειες είχαν απομακρυνθεί από τα θρησκευτικά και οικιακά πλαίσια των προηγούμενων αιώνων για να μπορέσουν ν’ αντικατοπτρίσουν τον νέο, πιο σύνθετο κόσμο, καθώς οι πόλεις και οι κωμοπόλεις ξαναχτίζονταν μετά τον εμφύλιο πόλεμο, την πανούκλα και, στην περίπτωση του Λονδίνου, την πυρκαγιά του προηγούμενου αιώνα, τροφοδοτούμενες από τον πλούτο μιας επεκτεινόμενης αυτοκρατορίας. Η Pelling γράφει ότι ζητήματα όπως το δικαστικό και το ποινικό σύστημα, μια ποικιλία ανισοτήτων και ζητημάτων κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, καθώς και ο θρησκευτικός χαρακτήρας του έθνους ή το πού τελείωνε η εξουσία του μονάρχη και ξεκινούσε αυτή του Κοινοβουλίου, όλα συζητιούνταν και το αποτύπωμα αυτών των συζητήσεων υπήρχε σε τοίχους και άλλες επιφάνειες. Τα μηνύματα περιελάμβαναν οτιδήποτε, από πολιτικά συνθήματα και ζωγραφιές και σκίτσα, μέχρι ερωτικές επιστολές, σατιρικά ποιήματα και σημειώματα δυσαρέσκειας, θυμού, μίσους, αντίστασης και οικονομικής καταστροφής, συκοφαντικές κατηγορίες, θρησκευτικές ή προφητικές προειδοποιήσεις, ακόμη και κριτικές για υπηρεσίες σε πορνεία.
Διαβάζοντας το βιβλίο καταλαβαίνουμε πώς χαράσσοντας ή γράφοντας κάτι όχι μόνο στη σελίδα, αλλά και στον τοίχο, μπορούσε να αλλάξει ζωές, να μεταβάλει την κοινή γνώμη και τα συναισθήματα του κόσμου και να διαμορφώσει πολιτικά γεγονότα. Αυτό γίνεται εξαιρετικά σαφές καθώς διαβάζουμε πώς οι έντονες πολιτικές και θρησκευτικές συγκρούσεις της εποχής απεικονίζονταν σε γκράφιτι σε όλη τη χώρα, καθώς και στο πεδίο της μάχης, και πώς ένα απλό σημείωμα με κιμωλία μπόρεσε να πυροδοτήσει γεγονότα όπως η σύλληψη και η εκτέλεση μιας μετανάστριας, Ρωμαιοκαθολικής μαίας, γεγονός που στη συνέχεια συνέβαλε σε περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων Καθολικών-Προτεσταντών, την εκθρόνιση του Καθολικού Βασιλιά από τον Γουλιέλμο και τη Μαίρη στα τέλη του 1688, και σε ότι άλλο ακολούθησε.
Μία από τις πηγές της Pelling είναι μια δημοσιευμένη συλλογή από γκράφιτι που βρέθηκαν σε καφενεία, ταβέρνες, δρόμους και τουαλέτες του Λονδίνου, με τίτλο, The Merry-Thought; or, The Glass-Window and Bog-House Miscellany, από έναν ανώνυμο συγγραφέα το 1731. Αυτό το έργο θα γινόταν best seller, πιθανώς επειδή τα καταγραμμένα μηνύματα αντηχούσαν τις μη αρθρωμένες κοινές πτυχές, επιθυμίες, μυστικές σκέψεις, φόβους, απώλειες, παράπονα και προκαταλήψεις των αναγνωστών. Η Pelling σημειώνει ότι η γραφή στους τοίχους του Λονδίνου χρησίμευε ως μια ορατή υπενθύμιση της τραγικής ανισότητας που βασίλευε και της εύθραυστης ισορροπίας δυνάμεων. Γράφει: «Το Λονδίνο ήταν μια πόλη με δύο πρόσωπα: ένα αξιοσέβαστο, ευγενικό και πουδραρισμένο λούστρο και μια πιο άσχημη, σημαδεμένη πραγματικότητα που κρυβόταν από κάτω. Αυτοί οι κόσμοι δεν υπήρχαν μεμονωμένα, αλλά μάλλον δίπλα-δίπλα, μερικές φορές στους ίδιους δρόμους, σπίτια, ακόμη και δωμάτια». Εν τω μεταξύ, το 1720, η κατάρρευση της South Sea Company, η οποία αρχικά είχε συσταθεί για να προμηθεύει σκλάβους Αφρικανούς σε φυτείες στην Αμερική και η οποία είχε αποφέρει πολύ πλούτο, έλαβε χώρα, με καταστροφικές συνέπειες, όπου χάθηκαν πολλές περιουσίες και πολλοί χρεοκόπησαν.
Όσοι πάλι βρήκαν τους κόσμους τους συρρικνωμένους στο μέγεθος ενός κελιού φυλακής επίσης άφησαν τα ίχνη τους σε τοίχους κι επιφάνειες. Η Pelling μας λέει ότι οι φυλακές ήταν μικρόκοσμοι της κοινωνίας του βασιλιά Γεωργίου, μικρογραφίες, κλειστοί χώροι με τις δικές τους ξεχωριστές κουλτούρες και οικονομίες, όπου κράτος και υπήκοος συγκρούονταν. Γράφει ότι εκείνη την εποχή τα όρια μεταξύ κοινωνικής τάξης, εξουσίας και ηθικής θόλωναν τακτικά, και η φτώχεια, τα αυξανόμενα χρέη, οι προκαταλήψεις, η φιλοδοξία, η απληστία ή η εκδίκηση, μπορούσαν να ρίξουν «πολλούς Βρετανούς στο έλεος μιας διεφθαρμένης δικαιοσύνης και των σωφρονιστικών συστημάτων που είχαν ως αποστολή τη διατήρηση της τάξης σε μια ταχέως μεταβαλλόμενη κοινωνία. Προσθέτει ότι οι κίνδυνοι άδικης μεταχείρισης, δικαστικών σφαλμάτων κι εκμετάλλευσης ήταν υψηλοί, τα κελιά υγρά και άθλια, οι ασθένειες ήταν διάχυτες στις φυλακές, η δωροδοκία πολλαπλασιαζόταν, η μεταχείριση των κρατουμένων υπόκειντο στις ιδιοτροπίες και τις προσωπικότητες των δεσμοφυλάκων, άτομα που είχαν χρεοκοπήσει ή είχαν χρέη στοιβάζονταν μαζί με καταδίκους που είχαν διαπράξει σοβαρά εγκλήματα, οι κρατούμενοι είχαν λίγα δικαιώματα ή πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη, και χρησιμοποιούνταν ακόμη και ως ιατρικά πειραματόζωα. Οι επιχειρηματίες δεσμοφύλακες χρέωναν τέλη επισκέψεων, ώστε οι περίεργοι να μπορούν να κοιτάζουν μέσα στα κελιά, καθιστώντας τους κρατούμενους «περίεργα αντικείμενα προς παρατήρηση και χαρακτήρες προς επαναπροσδιορισμό στο μυαλό των μαζών».
Επιπλέον, πολλοί από τους κρατούμενους στις φυλακές ήταν καθ’ οδόν προς τις αποικίες, μια πρακτική που ενίσχυε το αποικιακό εργατικό δυναμικό παρέχοντας ικανά σώματα σε αποικίες στην Αμερική κι αργότερα στην Αυστραλία. Αυτοί πιθανά να ήταν μερικοί από τους τυχερούς, αφού εκείνη την εποχή 200 εγκλήματα επέσυραν τη θανατική ποινή! Οι κρατούμενοι χάραζαν τα αρχικά τους, τα ονόματά τους, ποιήματα και στιχάκια, τις προσευχές και τις εξομολογήσεις τους, τα περιγράμματα αντικειμένων όπως όπλα και αγχόνες, πλοία, κτίρια, ακόμη και περίτεχνους δρόμους, στην επιφάνεια των τοίχων της φυλακής. Η Pelling γράφει: «Το γκράφιτι ήταν η γλώσσα των αποκλεισμένων κι ένα ανεκτίμητο μέσο για την επιβολή αυτονομίας κι αντίστασης σε ένα σύστημα που επέτρεπε ελάχιστη διατήρηση του εαυτού». Με ένα κομμάτι κάρβουνο ή κιμωλία, φωτιά, αίμα ή οποιοδήποτε αιχμηρό αντικείμενο, οι κρατούμενοι έλεγαν τις ιστορίες τους για να διεκδικήσουν τον εαυτό τους ως θύματα ή θύτες, και τα σκαλίσματα και γραψίματα τους αποκαλύπτουν πολλά για το πώς οι κατάδικοι έβλεπαν τον εαυτό τους και την κοινωνία που τους είχε καταδικάσει και περιθωριοποιήσει. Σήμερα, μερικά από αυτά τα σημειώματα ή σχέδια έχουν βρει τον δρόμο τους σε έργα σύγχρονων καλλιτεχνών που προσπαθούν να απεικονίσουν αυτούς τους χώρους φυλάκισης, θολώνοντας τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας, υψηλής τέχνης και του υποτιθέμενου πρωτογονισμού αυτού του υλικού.
Ανιχνεύοντας την ιστορία του γκράφιτι, το βιβλίο μας επιτρέπει να επισκεφτούμε σημαντικά γεγονότα όπως η βιομηχανική επανάσταση και οι αλλαγές που έφερε, οι εξεγέρσεις των Ιακωβιτών στη Σκωτία και τη βόρεια Αγγλία, η σύγκρουση με τη Γαλλία και την Ισπανία και η επανάσταση στις αμερικανικές αποικίες, η βρετανική αναταραχή τον Ιούνιο του 1780 και ο φόβος εξέγερσης. Στη συνέχεια, το 1789, όταν μια βίαιη εξέγερση κατέκλυσε το Παρίσι, αδειάζοντας τη Βαστίλη από τους κρατούμενους της και σηματοδοτώντας τη συμβολική έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης, το άγχος σε όλη τη Μάγχη έφτασε σε νέα ύψη. Η Pelling γράφει ότι οι Βρετανοί χρησιμοποίησαν τα γκράφιτι ως όπλα για να αγωνιστούν για τους σκοπούς τους και ότι ο ρόλος των γκράφιτι έριξε μια μακρά σκιά στις τελευταίες δεκαετίες του δέκατου όγδοου αιώνα. Σημειώνει ότι τόσο η γραφή στον τοίχο όσο κι ένα αναδυόμενο ιερογλυφικό λεξιλόγιο είχαν αποδειχθεί «ένα τρομερό εργαλείο στο οπλοστάσιο των επαναστατών, που διατυπώνοντας την στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, επισημαίνοντας τη διαφορά και κατευθύνοντας τα πλήθη».
Σε όλες τις επιφάνειες της Βρετανίας και των αποικιών της, τα γκράφιτι βοηθούσαν να τεθούν ερωτήματα σχετικά με τη φύση της ελευθερίας και ποιος τη δικαιούνταν και ποιος δεν την δικαιούνταν. Τον 18ο αιώνα, οι φτωχοί της υπαίθρου της Βρετανίας είχαν μεταβεί από τα χωράφια σε αστικά εργοστάσια, όπου οι περισσότεροι ζούσαν σε άθλιες συνθήκες. Αυτό οδήγησε τα εργατικά συνδικάτα να παραπονεθούν για την μηχανοποίηση της προηγουμένως εξειδικευμένης εργασίας και να υποστηρίξουν τα βασικά δικαιώματα και τους αξιοπρεπείς μισθούς. Το γκράφιτι, για άλλη μια φορά, προσέφερε έναν σχετικά μη λογοκριμένο και ανώνυμο τρόπο διαμαρτυρίας ενάντια στην εμπορευματοποίηση της ανθρώπινης εργασίας και την εξαφάνιση της χειροτεχνίας και της τοπικής κοινότητας. Εν τω μεταξύ, κατά τα πρώτα χρόνια του Ρομαντισμού, οι καλλιτέχνες εξερευνούσαν νέους τρόπους γραφής, ζωγραφικής και ύπαρξης, απαλλαγμένους από προηγούμενες καλλιτεχνικές και κοινωνικές συμβάσεις, και ως μέρος αυτής της πολιτισμικής αναδιαμόρφωσης, σημειώνει η Pelling, το γκράφιτι εξελισσόταν γρήγορα σε μια συντομογραφία της πνευματικής απελευθέρωσης.
Επιπλέον, και οι στρατιώτες, και στις δύο πλευρές των αγγλικών εμφυλίων πολέμων, αρέσκονταν στο να αφήνουν το στίγμα τους και τα ονόματα των μαχών που συμμετείχαν. Για τους στρατιώτες και τους ναύτες που υπηρετούσαν σε όλη τη Βρετανική Αυτοκρατορία, το γκράφιτι ήταν ένα εργαλείο για να σηματοδοτήσουν την ύπαρξή τους σε μια ζωή γεμάτη κινδύνους και χωρίς εγγύηση επιβίωσης. Η Pelling μας λέει ότι μεταξύ των πιο παραγωγικών «γκραφιτάδων» της βρετανικής αυτοκρατορίας ήταν οι ναύτες της. Ωστόσο, καθώς αναδύονταν νέες ιδέες γύρω από την αξία της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας και της ανθρώπινης ζωής, και εν μέσω των αυξανόμενων εκκλήσεων για την κατάργηση της δουλείας, το γκράφιτι ασκούνταν επίσης από ένα ευρύ φάσμα ατόμων σε όλο τον αποικιακό κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των καταπιεσμένων και των σκλάβων.
Οι αιχμάλωτοι πολέμου επίσης γέμιζαν τους τοίχους των χώρων κράτησης τους, όπως κάστρα, πύργους και πλοία φυλακές. Η Pelling μας λέει ότι το 1815 περίπου 250, 000 χιλιάδες αιχμάλωτοι πολέμου, κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά Γάλλοι, κρατούνταν στη Βρετανία. Μεταξύ αυτών των κρατουμένων ήταν και σκλάβοι άνδρες και γυναίκες από την Καραϊβική, οι οποίοι είχαν προσκληθεί να πολεμήσουν με αντάλλαγμα την ελευθερία τους. Μέσω της γραφής και των σχεδίων στον τοίχο, δήλωναν την εθνική και πολιτική τους αφοσίωση μέσα από τους καταπιεστικούς χώρους φυλάκισης. Τα γκράφιτι, γράφει η Pelling, μπορούσαν να παρακολουθήσουν την πρόοδο του αποικισμού σε στεριά και θάλασσα και να τεκμηριώσουν την αντίστασή, παρέχοντας μια αξιοσημείωτη καταγραφή της ανθρώπινης σκέψης, των συναισθημάτων και του αγώνα για ελευθερία.
Ένα διαφορετικό σύνολο κρατουμένων σε μια διαφορετική εποχή, κυρίως στις περιόδους των Τυδώρ και των Ελισαβετιανών, άφησε επίσης το στίγμα του στον τοίχο, μερικές φορές με πιο περίτεχνα γκράφιτι όπως αυτά στον Πύργο του Λονδίνου, ένα από τα πιο διάσημα ιστορικά κτίρια της Βρετανίας, το οποίο εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται ως εργαλείο του κράτους τον 18ο αιώνα. Γκράφιτι σε κώδικες και σύμβολα καταδικασμένων βασιλισσών, μαρτύρων υπηρετών και υπηρετριών, και επαναστατών ανακαλύφθηκαν το 1796 από τον John Brand, για τον οποίο, γράφει η Pelling, «τα γκράφιτι των καταδικασμένων αντιπροσώπευαν όχι μόνο στιγμές στην πολιτική ιστορία – τις μηχανορραφίες της αυλής του δέκατου έκτου και δέκατου έβδομου αιώνα ειδικότερα – αλλά και την ανθρώπινη αγωνία / πόνο». Επίσης, εκείνη την εποχή, η εκτέλεση του γαλλικού βασιλικού ζεύγους είχε σκορπίσει πανικό στους Βρετανούς ευγενείς, και ο Brand γνώριζε την ασταθή πολιτική κατάσταση και το ότι, όπως σχολιάζει η Pelling, η συγγραφή ιστορίας ήταν (κι εξακολουθεί να είναι) μια ταραγμένη και περίπλοκη υπόθεση, και υπήρχαν ζητήματα αυθεντικότητας και πολιτικής που έπρεπε να ληφθούν υπόψη, επειδή αυτό το υλικό από το παρελθόν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να αποκαλύψει περισσότερες από μία αφηγήσεις ανάλογα με το ποιος τις έλεγε.
Στο βιβλίο περιλαμβάνεται επίσης μια ιστορία που καταδεικνύει πόσο συνδέονται οι προσωπικές ζωές και τα κοινωνικοοικονομικά πλαίσια αυτών. Μας αφηγείται την ιστορία ενός ιδιαίτερα σεβαστού στο επάγγελμά του κεραμικού ζωγράφου, κι ενός γενναιόδωρου κι αγαπημένου ατόμου, του James Doe, ο οποίος αυτοκτόνησε το 1979, αφού άφησε μια μακροσκελή επιστολή αυτοκτονίας, αν μπορούσε κανείς να την ονομάσει έτσι, κάτι που ήταν συνηθισμένο εκείνη την εποχή, όχι σε χαρτί αλλά στον τοίχο του τελευταίου μέρους που διέμενε. Η Pelling σημειώνει: «Η ιστορία του Doe ήταν μια ιστορία εφευρετικότητας, τέχνης, βιομηχανικής κατασκοπείας, ανισότητας και προδοσίας». Συζητά πώς μια βαθιά προσωπική προδοσία από έναν φίλο που αυτός είχε συνδράμει όταν φυλακίστηκε για βιομηχανική κατασκοπεία, διακινδυνεύοντας τη δική του φήμη και τις οικονομίες του, οδήγησε τελικά στην απώλεια της φήμης, της απασχόλησης και των χρημάτων του, και πώς αυτή η πραγματικότητα ήταν συνδεδεμένη με την αναταραχή που προκαλούσε η βιομηχανική επανάσταση, καθώς η μηχανοποιημένη παραγωγή έσβηνε γρήγορα τις ανθρώπινες ιστορίες πίσω από τα κατασκευασμένα αντικείμενα, εξαφάνιζε παραδοσιακές μορφές εργασίας κι οδηγούσε στη μείωση παραγωγής τροφίμων, στην έλλειψη τροφής και στην πείνα. Η Pelling σχολιάζει: «η βιομηχανική άνθηση δημιουργούσε γρήγορα ένα τεράστιο και πεινασμένο αστικό εργατικό δυναμικό που υποστηριζόταν από έναν συρρικνούμενο αγροτικό πληθυσμό».
Ο συσχετισμός ενός μηνύματος στον τοίχο ή σε μια επιφάνεια και της αυτοκτονίας στο βιβλίο μου έφερε στο νου τον λυκειάρχη και καθηγητή χημείας στο σχολείο που φοιτούσα. Την πρώτη μέρα λοιπόν του σχολείου κατά τη διάρκεια της πρωινής συγκέντρωσης κι αφού είχε τελειώσει η προσευχή, μας καλωσόρισε με μια «διδακτική ιστορία». Έδειξε ένα απόφθεγμα του Νίτσε γραμμένο ψηλά στον τοίχο ενός κτιρίου, ψηλότερο από τους τοίχους του σχολείου μας, και μας είπε ότι η μαθήτρια που το είχε γράψει είχε αυτοκτονήσει, προσθέτοντας ότι ο λόγος που την οδήγησε σε αυτή την πράξη ήταν το ότι διάβαζε Νίτσε. Φυσικά, η ιστορία του ήταν ένα άκομψο ψέμα, επειδή δεν θα ήταν πρακτικά εφικτό ένα κορίτσι να γράψει τη συγκεκριμένη φράση με τόσο μεγάλα γράμματα, τόσο ψηλά. Θα απαιτούσε μια επαγγελματική σκαλωσιά τουλάχιστον. Αλλά δυστυχώς αυτή ήταν η πρώτη του συμβουλή προσπαθώντας να χρωματίσει ίσως την προσέγγισή μας σε αυτού του είδους των αναγνωσμάτων, κι υψώνοντας έναν ασυνείδητο τοίχο ή φόβο ανάπτυξης της κριτικής μας σκέψης.
Συμπερασματικά, σύμφωνα με την Pelling, η γραφή λέξεων, συνθημάτων, συμβόλων και εικόνων σε τοίχους, παράθυρα, σοκάκια, εκκλησίες, μνημεία, φυλακές, τουαλέτες, πλοία, βράχους και δέντρα, πύργους και κάστρα έχει εξυπηρετήσει πολλούς σκοπούς κι έχει συχνά προσφέρει μια διέξοδο σε συναισθήματα και δημιουργικότητα. Γράφει ότι το γκράφιτι, το οποίο είχε αναπτύξει τα δικά του λεξιλόγια και κώδικες, αμφισβήτησε την εξουσία κι έκανε ορατές τις αδικίες, τις ανισότητες και τα παράπονα των αόρατων, επέτρεψε στη Βρετανία να συνομιλεί και να γελάει με τον εαυτό της, να αμφισβητεί το κατεστημένο και να αντιδρά σε γεγονότα, από τις εξεγέρσεις των Ιακωβιτών μέχρι τον Ρομαντισμό, να ενώνει κοινότητες και να τις διαλύει, να διαδίδει εκστρατείες μίσους και μηνύματα αγάπης. Εξελίχθηκε από κάτι καθημερινό κι ασήμαντο σε ένα πιο αποτελεσματικό πολιτικό εργαλείο που σε διάφορες στιγμές θεωρήθηκε απόδειξη εγκληματικότητας ή καταδικάστηκε από τις αρχές. Χρησιμοποιήθηκε επίσης ως πράξη αυτομνημόνευσης και μέσο καταγραφής μικροϊστοριών, στιγμών από την ατομική ζωή. Έφερε στο προσκήνιο την εγγύτητα μεταξύ υψηλής τέχνης και γκράφιτι, καθώς και τις οριοθετήσεις της κοινωνικής τάξης που αυτό περικλείει, και συχνά αποτέλεσε ένα αρχείο και μέσο καταγραφής πόνου, απώλειας και ταλαιπωρίας, σωματικής και δημιουργικής εργασίας, καθώς κι ένα μέσο που κατάφερε να μεταφέρει μηνύματα και μνήμη στο παρόν.