Πόλεμος και Παιδιά
«….. Τα παιδιά δεν πρέπει ποτέ να βρίσκονται σε διασταυρούμενα πυρά, και τα σπίτια, τα σχολεία και οι κοινότητές τους δεν πρέπει να γίνονται πεδία μαχών. Οι πόλεμοι έχουν νόμους. Τα παιδιά και τα σχολεία πρέπει να μην αγγίζονται». Inger Ashing (Διευθύνουσα Σύμβουλος της Save the Children International)
«…η ανάπτυξη απαιτεί τις δικές της συνθήκες, ανεξάρτητα από τον πόλεμο και την ειρήνη ή όλα τα άλλα γεγονότα στον έξω κόσμο». Από το βιβλίο War and Children / Πόλεμος και Παιδιά των Anna Freud (Άννα Φρόιντ) και της Dorothy Burlingham (Ντόροθι Τ. Μπέρλινγκχαμ).

Συνοδεύω το κείμενο με δυο έργα ενός αγαπημένου ζωγράφου, του Εδουάρδου Σακαγιάν, Παιδί και ναυαγοί (1994-1998) και Ανθρώπινος σωρός ή λίστα αναμονής (1990-1998), οι οποίες δεν απεικονίζουν σκηνές πολέμου, όμως ήρθαν στο νου μου καθώς αναρωτιόμουν τι εικόνες να επιλέξω για το σημερινό κείμενο, ίσως επειδή αυτές τις μέρες είχα την ευχαρίστηση να δω κάποια έργα δικά του, καθώς και άλλων καλλιτεχνών, στην τοπική πινακοθήκη, και με δυο δικές μου παλιότερες εικόνες από ένα μωσαϊκό φιγούρων.

Όπως ανέφερα στην προηγούμενη ανάρτηση, το σημερινό κείμενο αφορά το βιβλίο της Anna Freud (Άννα Φρόιντ) και της Dorothy Burlingham, War and Children / Πόλεμος και Παιδιά, το οποίο βασίζεται στις σημειώσεις τους από ιστορικά παιδιών κατά τη διάρκεια του πολέμου και σε αναφορές τους που μας δείχνουν πώς κατέληξαν στα συμπεράσματά τους. Το έργο των Freud και Burlingham βασίζεται στη θεμελιώδη ιδέα ότι η φροντίδα και η εκπαίδευση των μικρών παιδιών δεν πρέπει να έρχονται σε δεύτερη μοίρα σε καιρό πολέμου, ούτε και πρέπει να υποβιβάζονται στο επίπεδο του πολέμου. Ισχυρίζονται ότι όπως η έλλειψη βασικών τροφών στην παιδική ηλικία θα προκαλέσει μόνιμη σωματική δυσπλασία στα επόμενα χρόνια, ακόμη και αν οι επιβλαβείς συνέπειες δεν είναι άμεσα εμφανείς, το ίδιο ισχύει και για την ψυχική ανάπτυξη του παιδιού, και κάθε φορά που δεν ικανοποιούνται βασικές ανάγκες όπως η ανάγκη για προσωπική προσκόλληση, για συναισθηματική σταθερότητα και για μονιμότητα της εκπαιδευτικής επιρροής, «οι συνέπειες θα είναι μακροχρόνιες ψυχολογικές δυσπλασίες».
Παρόλο που αυτό το υλικό γράφτηκε τη δεκαετία του 1940 και παρά τα πιο πρόσφατα ευρήματα και γνώση σχετικά με την ανάπτυξη και την προσκόλληση των παιδιών στους τομείς της ψυχολογίας και της ιατρικής, το έργο των Freud και Burlingham μας εμπνέει ακόμη και τα ευρήματα παραμένουν πολύτιμα και σημαντικά. Το βιβλίο αποτελεί επίσης μια υπενθύμιση της ανθρωπιάς μας και του καθήκοντός μας απέναντι στα παιδιά και τους νέους. Επιπλέον, πιστεύω ότι αυτό το υλικό είναι εξαιρετικά επίκαιρο σήμερα, καθώς γινόμαστε μάρτυρες συγκρούσεων και πολέμων σε όλο τον κόσμο, όπου οι πολίτες και τα μικρά παιδιά γίνονται στόχος, και όπου σπίτια, νοσοκομεία, σχολεία και μονάδες αφαλάτωσης βομβαρδίζονται, και όπου ένας μεγάλος αριθμός παιδιών γίνονται μάρτυρες καταστροφών, χάνουν τη ζωή τους, τραυματίζονται σοβαρά, ακρωτηριάζονται, λιμοκτονούν και ορφανεύουν.
Το 1941, η πρωτοπόρος παιδοψυχαναλύτρια, Anna Freud, και η Dorothy Burlingham ίδρυσαν τρία σχολεία-οικοτροφεία για παιδιά κατά τη διάρκεια του πολέμου σε απάντηση στις αεροπορικές επιδρομές στο Λονδίνο, για όλα εκείνα τα παιδιά που είχαν χάσει γονείς ή το σπίτι τους, ή εκείνα των οποίων οι μητέρες είχαν αρρωστήσει ή έπρεπε να τα πηγαίνουν σε καταφύγια αεροπορικών επιδρομών κάθε βράδυ. Οι Φρόιντ και Μπέρλινγκχαμ παρατήρησαν ότι η διάλυση των οικογενειών επηρέαζε τα παιδιά περισσότερο από τις πραγματικές εμπειρίες του πολέμου, και για αυτό το λόγο και σε αντίθεση με άλλα ανάλογα καταφύγια για παιδιά τα Hampstead War Nurseries έδιναν έμφαση στη διατήρηση τακτικών επισκέψεων από τις μητέρες και άλλα μέλη της οικογένειας, όταν αυτό ήταν δυνατόν, καθώς και στην ενίσχυση των αδελφικών δεσμών. Παράλληλα με τη φροντίδα και την εκπαίδευση των παιδιών, λάμβανε χώρα και ψυχαναλυτική εργασία και αναπτυξιακές παρατηρήσεις, και αυτά τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν εκείνη την εποχή και περιλαμβάνονται στο βιβλίο.
Η Anna Freud και η Dorothy Burlingham εργάστηκαν για:
να αποκαταστήσουν τη ζημιά που είχε ήδη προκληθεί από τις συνθήκες πολέμου στη σωματική και ψυχική υγεία των παιδιών και να αποτρέψουν περαιτέρω βλάβη στα παιδιά. Επομένως, όταν τα μωρά έπρεπε να χωριστούν από τις μητέρες τους, καταβλήθηκαν προσπάθειες για να διατηρηθούν μεν σε σχετική ασφάλεια, αλλά σε κοντινή απόσταση από τις οικογένειές τους· να διευκολυνθεί η διαδικασία της επίσκεψης, ώστε το μωρό να μπορέσει να αναπτύξει γνώση και προσκόλληση με τη μητέρα του και να είναι προετοιμασμένο για μια μεταγενέστερη επιστροφή στην οικογενειακή ζωή· και για τα μεγαλύτερα παιδιά να γίνουν όλα όσα ήταν απαραίτητα για μια κανονική εκπαίδευση όπως σε καιρό ειρήνης, ενώ παράλληλα προσπαθούσαν να διατηρήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο τα υπολείμματα των οικογενειακών προσκολλήσεων. Ένα άλλο σημαντικό επίτευγμα τους ήταν να κάνουν έρευνα σχετικά με τις βασικές ψυχολογικές ανάγκες των παιδιών, να μελετήσουν τις αντιδράσεις τους σε βομβαρδισμούς και καταστροφές, και στον πρόωρο χωρισμό από τις οικογένειές τους, να συλλέξουν στοιχεία σχετικά με τις επιβλαβείς συνέπειες κάθε φορά που οι βασικές τους ανάγκες παρέμεναν ανικανοποίητες, να παρατηρήσουν την επίδραση της κοινοτικής ζωής σε νεαρή ηλικία στην ανάπτυξή τους, να εκπαιδεύσουν άτομα που ενδιαφέρονταν για μορφές εκπαίδευσης που βασίζονται στην ψυχολογική γνώση του παιδιού, κι επίσης να επεξεργαστούν ένα πρότυπο ζωής στο βρεφοκομείο- οικοτροφείο που θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως μοντέλο για την εκπαίδευση σε καιρό ειρήνης.
Υπάρχουν πολλά ακόμη σχετικά θέματα που συζητούνται στο βιβλίο, συνοδευόμενα από παραδείγματα κλινικών μελετών. Αναπόφευκτα θα αναφερθώ σύντομα σε μερικά μόνο από τα πολλά παραδείγματα. Πρέπει επίσης να πω ότι τα συμπεράσματα των Freud και Burlingham είναι αποτέλεσμα των παρατηρήσεών τους και της εργασίας τους με παιδιά, αλλά και του ψυχαναλυτικού τους υπόβαθρου.
Σε σχέση με τα ζητήματα που αφορούν τον αποχωρισμό, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το γεγονός ότι η εκκένωση υπό τις παρούσες συνθήκες είναι εξίσου ανησυχητική με τον ίδιο τον βομβαρδισμό, δεν αποτελεί απόδειξη ότι δεν θα μπορούσαν να βρεθούν καλύτερες μέθοδοι εκκένωσης, οι οποίες να προστατεύουν τη ζωή και τη σωματική υγεία των παιδιών, ενώ ταυτόχρονα θα παρέχουν τη δυνατότητα για φυσιολογική ψυχολογική ανάπτυξη και σταθερή πρόοδο στην εκπαίδευση. Υποστηρίζουν ότι εάν ο αποχωρισμός μεταξύ του παιδιού και της μητέρας γινόταν αργά και εάν τα άτομα που προορίζονται να αντικαταστήσουν τη μητέρα ήταν γνωστά στο παιδί εκ των προτέρων, τότε η μετάβαση από το ένα αντικείμενο (πρόσωπο) στο άλλο θα προχωρούσε σταδιακά. Και αν επιπλέον η μητέρα επανεμφανιζόταν αρκετές φορές κατά την περίοδο που το παιδί έπρεπε να απογαλακτιστεί από αυτήν, αν και ο πόνος του αποχωρισμού θα επαναλαμβανόταν, θα γινόταν αισθητός σε μικρότερες δόσεις κάθε φορά, επιτρέποντας στο παιδί να επεξεργάζεται και να προσαρμόζεται επειδή δεν θα υπήρχε «καμία κενή περίοδος κατά την οποία τα συναισθήματα του παιδιού θα στρέφονται εντελώς προς τα μέσα και, κατά συνέπεια, θα υπήρχε μικρή απώλεια αναπτυξιακών επιτευγμάτων επειδή η οπισθοδρόμηση συμβαίνει όταν το παιδί περνάει από τη ζώνη της στοργής στην νεκρή ζώνη της τρυφερότητας κι αγάπης, κατά τη διάρκεια του χρόνου που το παλιό αντικείμενο (η μητέρα) έχει εγκαταλειφθεί και πριν βρεθεί το νέο», κάτι που μπορεί να προκαλέσει ανυπολόγιστη ζημιά στην κανονική ανάπτυξη ενός παιδιού. Δύο συγκινητικά παραδείγματα των παιδιών υπό τη φροντίδα τους που είχαν εκφράσει αυτή την κατάσταση με τα δικά τους λόγια μας αποκαλύπτουν τον πόνο και τη σύγχυση που ένιωθαν. Ένα μικρό αγόρι, σχεδόν τεσσάρων ετών, είχε πει: «Δεν μου αρέσεις εσύ, δεν μου αρέσει κανείς! Μου αρέσει μόνο ο εαυτός μου», κι ένα άλλο πεντάχρονο αγόρι είχε αναφωνήσει: «Είμαι το τίποτα του κανενός».
Όπως ανέφερα παραπάνω, οι Freud και Burlingham παρατήρησαν ότι, αν και ο παρατεταμένος χωρισμός μπορεί να προκαλέσει πιο ορατό πόνο, είναι λιγότερο επιβλαβής επειδή «δίνει στο παιδί χρόνο να συνοδεύσει τα γεγονότα με τις αντιδράσεις του, να επεξεργαστεί τα δικά του συναισθήματα ξανά και ξανά, να βρει εκφραστικούς τρόπους εξωτερίκευσης της ψυχικής του κατάσταση, δηλαδή να απελευθερώσει αργά τα συναισθήματα του». Πιστεύουν ότι είναι σημαντικό η εκκένωση να γίνεται σε αργά στάδια, να προσφέρεται στις μητέρες που αρνούνται να αποχωριστούν τα μικρά παιδιά τους η ευκαιρία να εργαστούν ως αμειβόμενες βοηθοί, να διατηρούνται τα υπολείμματα της γονικής σχέσης, στο μέτρο του δυνατού, να προετοιμάζονται τα παιδιά για την επιστροφή τους στα σπίτια τους μετά τον πόλεμο κι επίσης να υπάρχει ελάχιστος ή καθόλου περιορισμός στους κανόνες των επισκέψεων. Προσθέτουν επίσης ότι εάν τα μωρά πρέπει οπωσδήποτε να χωριστούν από τις μητέρες τους, είναι καλύτερο να πηγαίνουν σε παιδικούς σταθμούς κοντά σε εργοστάσια, για παράδειγμα, όπου οι μητέρες τους μπορούν να τα αφήνουν το πρωί και να τα παραλαμβάνουν μετά τη δουλειά.
Εξερευνούν τη σχέση μητέρας-παιδιού στα αρχικά στάδια και πόσο καταστροφικός μπορεί να είναι ο ξαφνικός χωρισμός, με αποτέλεσμα μακρόσυρτες καταστάσεις νοσταλγίας, αναστάτωσης και απελπισίας, οι οποίες είναι σίγουρα περισσότερες από ό,τι μπορεί να αναμένεται να αντιμετωπίσει η μέση άπειρη ανάδοχη μητέρα. Επιπλέον, ο χωρισμός και η έλλειψη επισκέψεων γίνονται αντιληπτά από τα παιδιά ως ανταμοιβές και τιμωρίες. Ένα παράδειγμα που καταδεικνύει τις πιο σοβαρές επιπτώσεις αυτού του χωρισμού είναι η Beryl, ένα τετράχρονο κορίτσι «που καθόταν για αρκετές μέρες στο ίδιο σημείο όπου την είχε αφήσει η μητέρα της, δεν μιλούσε, δεν έτρωγε ούτε έπαιζε και έπρεπε να μετακινείται σαν αυτόματο». Η Φρόιντ και η Μπέρλινγκχαμ επίσης περιγράφουν πώς είχαν μικρά κορίτσια τριών και τεσσάρων ετών που «περίμεναν γύρω από τις πόρτες για ώρες ατελείωτες όταν αναμενόταν να έρθουν οι μητέρες τους, αλλά στη συνέχεια κατά τη διάρκεια των επισκέψεων ήταν σκυθρωπές, ντροπαλές κι έμεναν κρεμασμένες πάνω τους χωρίς να μιλάνε. Στη συνέχεια, όταν οι μητέρες τους έφευγαν, τα συναισθήματα αγάπης ξεσπούσαν και λάνβαναν χώρα βίαιες συναισθηματικές σκηνές.
Συζητούν επίσης το πόσο δύσκολο είναι να απογαλακτιστεί ένα πολύ μικρό παιδί από τη μητέρα του, και πώς είναι εξίσου δύσκολο να διατηρηθούν ζωντανά στο παιδί τουλάχιστον υπολείμματα της αρχικής του σχέσης με τη μητέρα και τους γονείς, γενικότερα, επειδή δυστυχώς τα παιδιά κάτω των τριών ετών ξεχνάνε τους γονείς τους ή τουλάχιστον γίνονται φαινομενικά αδιάφορα απέναντί τους. Η Φρόιντ και η Μπέρλινγκχαμ μας λένε ότι μετά την ηλικία των τριών ετών τα παιδιά κανονικά δεν ξεχνούν τους γονείς τους, και οι αναμνήσεις τους τείνουν να είναι πιο σταθερές, καθώς είναι πιο εύκολο για αυτά να βρουν ενεργή και συνειδητή έκφραση για τα συναισθήματά τους, η εικόνα των γονέων παραμένει στο μυαλό τους, ειδικά όταν βοηθούνται από έξω με συχνές επισκέψεις, δέματα δώρων και συνεχή συζήτηση για τους γονείς. Είναι φυσικό στη φαντασιακή ζωή του παιδιού οι απόντες γονείς να φαίνονται καλύτεροι, μεγαλύτεροι, πιο ευγενικοί, και τα φυσιολογικά αρνητικά συναισθήματα που έχουν τα παιδιά για τους γονείς τους να υφίστανται καταστολή. Ωστόσο, αυτή η καταστολή δημιουργεί μια ποικιλία προβλημάτων διάθεσης και συμπεριφοράς. Αλλά τελικά, επειδή τα παιδιά ζουν κυρίως στο παρόν κι επειδή αναπόφευκτα σχηματίζονται νέοι δεσμοί στο νέο τους περιβάλλον, και αυτά τα μεγαλύτερα κάπως παιδιά στρέφουν την αγάπη τους προς τα γονικά υποκατάστατα. Αυτό δημιουργεί κάθε είδους προβλήματα όταν έρθει η ώρα να επιστρέψει το παιδί στο σπίτι, ειδικά για τα μικρότερα, και φυσικά είναι επώδυνο και αγχωτικό για τους γονείς.
Ένα άλλο θέμα που συζητούν είναι το άγχος και τους πιο συνηθισμένους τύπους άγχους και φόβου σχετικά με τις αεροπορικές επιδρομές. Ξεκινούν εξηγώντας ότι τα παιδιά πρέπει να προστατεύονται από τις πρωτόγονες φρικαλεότητες του πολέμου, όχι τόσο επειδή η επιθετικότητα είναι εντελώς άγνωστη γι’ αυτά, αλλά επειδή κατά τη διάρκεια αυτών των πρώιμων και αποφασιστικών σταδίων της ανάπτυξής τους είναι σημαντικό να ξεπεράσουν και να αποξενωθούν από τις πρωτόγονες επιθετικές επιθυμίες της δικής τους παιδικής φύσης. Εξηγούν πώς μετά τα πρώτα χρόνια της ζωής το παιδί μαθαίνει σταδιακά να αρνείται να δώσει συνειδητή έκφραση σε ορισμένες επιθετικές ενστικτώδεις επιθυμίες. Το παιδί μαθαίνει ότι είναι κακό να σκοτώνεις, να πληγώνεις και να καταστρέφεις, αλλά μπορεί να διατηρήσει αυτή τη στάση μόνο όταν οι άνθρωποι στο εξωτερικό περιβάλλον κάνουν το ίδιο. Οι Φρόιντ και Μπέρλινγκχαμ λένε ότι όταν τα παιδιά βλέπουν να συμβαίνουν δολοφονίες και καταστροφές εκεί έξω, ξυπνάει ο φόβος τους ότι οι παρορμήσεις που είχαν θάψει πριν από λίγο καιρό θα ξυπνήσουν ξανά, κι αυτό, προσθέτουν, εξηγεί γιατί τα μικρότερα παιδιά στα οποία αυτές οι αναστολές κατά της επιθετικότητας δεν έχουν ακόμη εδραιωθεί είναι απαλλαγμένα από το φόβο και την αποστροφή για τις αεροπορικές επιδρομές. Ωστόσο, τα ελαφρώς μεγαλύτερα παιδιά που μόλις έχουν περάσει από αυτή την αναπτυξιακή διαδικασία μπορεί να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στην απειλή των αεροπορικών επιδρομών και μπορεί να έχουν πραγματικά ξεσπάσματα άγχους όταν πέφτουν βόμβες και προκαλούν ζημιές γύρω τους.
Ένας άλλος λόγος για την ανάπτυξη αντιδράσεων φόβου είναι το γεγονός ότι ένα παιδί φοβάται φυσιολογικά και λογικά όταν υπάρχει κάποιος πραγματικός κίνδυνος στον έξω κόσμο που απειλεί είτε την ασφάλεια είτε την ύπαρξή του. Ο φόβος θα είναι μεγαλύτερος όσο περισσότερο το παιδί γνωρίζει τη σοβαρότητα του κινδύνου, και ο φόβος θα το ωθεί είτε να τον καταπολεμήσει είτε, αν αυτό είναι αδύνατο, να προσπαθήσει να ξεφύγει από αυτόν, και αν ο κίνδυνος είναι συντριπτικός, τότε το παιδί θα σοκαριστεί και θα παραλύσει και θα μείνει σε αδράνεια. Διευκρινίζουν επίσης ότι η γνώση και η λογική παίζουν περιορισμένο ρόλο στη ζωή ενός παιδιού. Το ενδιαφέρον του γρήγορα απομακρύνεται από τα πραγματικά πράγματα στον έξω κόσμο, ειδικά όταν αυτά τα πράγματα είναι τρομακτικά ή δυσάρεστα. Τα παιδιά αρνούνται τα γεγονότα, απαλλάσσονται από τον φόβο τους κι επιστρέφουν στα παιδικά τους ενδιαφέροντα, τα παιχνίδια, και τις φαντασιώσεις τους.
Αναφέρονται επίσης σε έναν τρίτο τύπο άγχους, ο οποίος εξελίσσεται λίγο αργότερα σε φόβο της συνείδησης του παιδιού, και αυτός είναι ο φόβος της εξουσίας και των απαγορεύσεων, όταν το παιδί λίγο πολύ έχει μάθει τι να κάνει και τι όχι «υπό την καθοδήγηση ενός πυρήνα εσωτερικών ιδεών, που είναι η δική του συνείδηση». Ισχυρίζονται ότι το παιδί «στρέφεται συνεχώς στις μορφές του έξω κόσμου, αφενός, και στις φαντασιώσεις της δικής του φαντασίας αφετέρου, και δανείζεται δύναμη και από τα δύο για να ενισχύσει τις εσωτερικές εντολές». Είναι το στάδιο κατά το οποίο τα παιδιά φοβούνται τα φαντάσματα και τους μπαμπούλες, που μερικές φορές χρησιμοποιούνται ως ενισχύσεις των πραγματικών γονικών μορφών και της εσωτερικής φωνής. Οι Freud και Burlingham προσθέτουν ότι τα παιδιά έχουν μια μεγάλη λίστα κινδύνων που χρησιμεύουν ως βολικά σύμβολα για τη συνείδησή τους, μπορεί να φοβούνται αστυνομικούς, τσιγγάνους, ληστές και άλλες μορφές, πραγματικές ή φανταστικές, δράκους, λιοντάρια και τίγρεις, σεισμούς και βροντές κι αστραπές. Όταν λαμβάνουν θρησκευτική διδασκαλία, φοβούνται τον διάβολο και την κόλαση ή ότι ο Θεός γνωρίζει τι σκέφτονται ή πότε έχουν κάνει σκανταλιές, κι ως αποτέλεσμα μπορεί να τους τιμωρήσει, ενώ όσοι δεν λαμβάνουν θρησκευτική διδασκαλία μεταφέρουν τον ίδιο φόβο σε άλλα πράγματα όπως στο φεγγάρι, και ούτω καθεξής. Τα παιδιά συχνά φοβούνται το τέλος του κόσμου, την εγκατάλειψη και τον θάνατο των γονιών τους. Επομένως, σημειώνουν η Φρόιντ και η Μπέρλινγκχαμ, οι αεροπορικές επιδρομές, οι σειρήνες και οι βόμβες είναι απλώς νέα σύμβολα για παλιούς φόβους, και ο Χίτλερ και τα γερμανικά αεροπλάνα παίρνουν τη θέση του διαβόλου ή των άγριων ζώων. Τέλος, τα παιδιά δεν αναπτύσσουν μόνο τους φόβους που ανήκουν στην ηλικία και το στάδιο ανάπτυξής τους, αλλά εσωτερικεύουν επίσης τις αντιδράσεις φόβου των μητέρων τους και του ενήλικου κόσμου γύρω τους.
Ένα ακόμη θέμα που περιλαμβάνεται στο βιβλίο είναι το πώς τα παιδιά αντιμετωπίζουν τα σοκ, τις στερήσεις και τις αναστατώσεις στην εξωτερική τους ζωή, καθώς οι ψυχολογικές μέθοδοι που είναι διαθέσιμες στους ενήλικες δεν είναι ακόμη διαθέσιμες στην παιδική ηλικία. Μια διέξοδος λόγου χάρη όταν συμβαίνει κάτι διασπαστικό ή τραυματικό είναι αυτή της ομιλίας, η οποία δεν αποτελεί επιλογή για τα μικρότερα παιδιά, κι ενώ οι ενήλικες μπορούν να συζητήσουν τις εμπειρίες τους με συνειδητή σκέψη και ομιλία, τα παιδιά κάνουν το ίδιο στο παιχνίδι τους. Εκτός από την διέξοδο του παιχνιδιού, τα παιδιά, όπως και οι ενήλικες, μπορούν επίσης να βρουν διέξοδο για ό,τι είναι τραυματικό. επώδυνο ή ανεπιθύμητο στη συμπεριφορά. Οι Freud και Burlingham γράφουν: «Μερικά παιδιά δεν μπορούν να εκφράσουν αυτό που τους έχει συμβεί ούτε με ομιλία, ούτε με παιχνίδι. Αντίθετα, αναπτύσσουν συμπεριφορά που φαίνεται γκρινιάρικη στον έξω κόσμο μέχρι να αναγνωριστεί». Μπορούν επίσης να βρουν διέξοδο στη φαντασία τους. Τα παιδιά χρησιμοποιούν σε μεγάλο βαθμό συνειδητές φαντασιώσεις για να εξωραΐσουν και να διατηρήσουν τη θετική πλευρά της σχέσης παιδιού-γονέα. Τα παιδιά μπορούν επίσης να υποτροπιάσουν, με άλλα λόγια, να επιστρέψουν σε βρεφικούς τρόπους συμπεριφοράς επειδή, όπως λένε η Freud και η Burlingham, κάθε βήμα στην πρώιμη εκπαίδευση συνδέεται στενά με μία από τις φάσεις της προσκόλλησης του παιδιού στη μητέρα ή σε κάποιον φροντιστή. Λόγου χάρη η ενούρηση στο κρεβάτι μπορεί να συμβεί επειδή χρειάζεται χρόνος πριν ο έλεγχος της ουροδόχου κύστης και του σφιγκτήρα γίνει καθαρά αυτόματος, κι «ένα μικρό παιδί κανονικά θα έχει μια παλινδρόμηση στις συνήθειές του όταν αλλάζει χέρια», κι αυτό μπορεί συχνά να είναι μια από τις εκφράσεις κατάρρευσης των σχέσεών του με τη μητέρα ή τους πρωταρχικούς φροντιστές του.
Η Φρόιντ και η Μπέρλινγκχαμ αναφέρονται επίσης στις αντιδράσεις ικανοποίησης, στις οποίες τα παιδιά μπορούν να υποτροπιάσουν ή να επιδοθούν υπερβολικά, ως μηχανισμοί καταπράυνσης. Οι απαιτήσεις για στοργή μπορούν να μετατραπούν σε απαίτηση για φαγητό ή υλικά δώρα, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως σύμβολα για τη μητέρα, πράγμα που σημαίνει ότι το παιδί έχει παλινδρομήσει στο στάδιο όπου η αξία της μητέρας υπολογίζεται με βάση την υλική άνεση που προέρχεται από το πρόσωπό της. Η άρνηση και η παλινδρόμηση σε πρωιμότερα στάδια ανάπτυξης μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε απληστία για φαγητό ή γλυκά. Όσον αφορά την επιθετικότητα, μας λένε ότι κατά τη διάρκεια αυτών των βίαιων περιόδων, τα μικρότερα παιδιά μπορούν να γίνουν πιο επιθετικά και καταστροφικά από ό,τι ήταν σε κανονικές περιόδους, και λόγω της χαλάρωσης της πρώιμης καταστολής και αναστολής της επιθετικότητας, ως αποτέλεσμα αυτών που βιώνουν και βλέπουν στον έξω κόσμο, είναι εύκολο για το παιδί να επιστρέψει σε προηγούμενους αναπτυξιακούς τρόπους έκφρασης. Για παράδειγμα, αναφέρουν ότι ένα συχνό φαινόμενο σε όλα τα οικοτροφεία του πολέμου ήταν τα συχνά ξεσπάσματα θυμού των μεγαλύτερων παιδιών.
Μια άλλη αντίδραση που επέδειξαν τα παιδιά ήταν η μη φυσιολογική συναισθηματική απόσυρση ή τα συναισθηματικά ξεσπάσματα. Δίνουν παραδείγματα παιδιών που είχαν μετακινηθεί πολύ και το πόσο τραυματικό αποδείχθηκε αυτό για αυτά με διαφορετικούς τρόπους. Για παράδειγμα, περιγράφουν πώς ένα αγόρι του οποίου η μητέρα ήταν στο νοσοκομείο με φυματίωση, φαινόταν εντελώς απαλλαγμένο από κάθε συναίσθημα. Έμενε εκεί που τον έβαζαν και δεν φαινόταν να φοβάται το νέο περιβάλλον, δεν έκανε διάκριση μεταξύ του ενός ενήλικα και του άλλου, δεν δενόταν με κανέναν και δεν απέφευγε κανέναν, έτρωγε, κοιμόταν κι έπαιζε και δεν αποτελούσε πρόβλημα για κανέναν. Αυτός ο πάγος έσπασε μόνο όταν αρρώστησε κι απομονώθηκε με μια νοσοκόμα, η οποία τον αγκάλιαζε για να κρατήσει το θερμόμετρο στη θέση του, κάτι που του ξύπνησε αναμνήσεις από την αγκαλιά της μητέρας του. Κι ένα κορίτσι που είχε τοποθετηθεί σε έξι διαφορετικά ακατάλληλα πλαίσια μεταξύ της ηλικίας των δύο και τριών ετών, δεν αναγνώριζε τη μητέρα της, παρόλο που και οι δύο γονείς την επισκέπτονταν εναλλάξ κάθε δύο εβδομάδες. Είχε συναισθηματικά ξεσπάσματα υστερικού τύπου κι εμφάνιζε φοβικές και ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές, δεν πήγαινε για ύπνο, δεν μπορούσε να κοιμηθεί, δεν έτρωγε, πάλευε να μην την λούσουν, να μην την πλύνουν, να μην την ντύσουν ή να την γδύσουν, έλεγε φανταστικές ιστορίες για αρνητικά γεγονότα και είχε χάσει το ενδιαφέρον της για τον πραγματικό κόσμο. Επίσης, παιδιά που είχαν μετακινηθεί πολύ ή των οποίων οι τοποθετήσεις είχαν πάει στραβά, μερικές φορές εγκατέλειπαν συνεχώς ανθρώπους με τους οποίους ήταν δεμένα για χάρη άλλων νέων προσώπων. Ένα κορίτσι, για παράδειγμα, έχοντας χάσει τη σταθερή του σχέση με τους γονείς της ζούσε συνεχώς αναζητώντας νέους ανθρώπους για να προσκολληθεί. Οι Freud και Burlingham γράφουν ότι αναγνώριζαν αυτό το σύμπτωμα φυγής από το ένα αντικείμενο (πρόσωπο) στο άλλο στους ενήλικες ως μια από τις συνέπειες πρώιμων διαταραχών της σχέσης με τη μητέρα τους ή τους γονείς τους.
Το δεύτερο μέρος του βιβλίου περιλαμβάνει αναφορές από τον Ιανουάριο του 1941 έως τον Δεκέμβριο του 1942, οι οποίες μας δίνουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τα γεγονότα όπως συνέβησαν και να δούμε πώς κατέληξαν οι Freud και Burlingham στα συμπεράσματά τους. Αυτό το μέρος του βιβλίου περιέχει πολλές σύντομες περιγραφές περιπτώσεων παιδιών, οι οποίες μας επιτρέπουν να ρίξουμε μια ματιά στο τι συνέβαινε στις καρδιές και το νου των παιδιών, καθώς και το πώς βίωναν αυτή την εμπειρία οι βιολογικές μητέρες που είχαν αναγκαστεί λόγω των πολεμικών συνθηκών να αποχωριστούν τα παιδιά τους, μερικές φορές μόλις λίγων εβδομάδων. Αυτό είναι το πιο συγκινητικό μέρος του βιβλίου που έφερε δάκρυα, αλλά και που επίσης με έκανε να αναρωτηθώ τους τρόπους με τους οποίους αυτά τα παιδιά του πολέμου επεξεργάστηκαν όλη αυτή την εμπειρία καθώς μεγάλωναν. και τι αντίκτυπο είχαν όλα αυτά στην ενήλικη ζωή τους.
Σε αυτό το τμήμα του βιβλίου περιγράφουν και τις αντιδράσεις των γονέων, και ιδιαίτερα των γονέων της εργατικής τάξης, πώς το βρεκομείο-οικοτροφείο μεταμορφωνόταν σε καφενείο, κλαμπ ή εστιατόριο τα Σαββατοκύριακα, καθώς οι γονείς ενθαρρύνονταν να επισκέπτονται ελεύθερα τα παιδιά τους, να τρώνε μαζί τους, να τα βγάζουν βόλτα. Δίνουν επίσης παραδείγματα για το πώς διαφορετικά παιδιά αντιδρούσαν στις αεροπορικές επιδρομές και για το πώς ο χωρισμός μπορεί να επηρεάσει τα παιδιά διαφορετικά ανάλογα με πολλούς παράγοντες, καθώς και με τον τρόπο που γίνεται η εκκένωση και οι χωρισμοί. Ένα τρίχρονο αγόρι, που είχε χωριστεί από τη μητέρα του αρκετές φορές λόγω της ασθένειάς της, προσπαθώντας να τηρήσει την υπόσχεσή του στη μητέρα του να είναι «καλό αγόρι και να μην κλαίει», έδεσε τον εαυτό του κόμπο. Η Φρόιντ και η Μπέρλινγκχαμ γράφουν: «Σοκαριστήκαμε βλέποντας ένα προφανώς υγιές παιδί να αναπτύσσει έναν ψυχαναγκαστικό κόμπο μπροστά στα μάτια μας». Ενώ τα άλλα παιδιά ήταν κυρίως απασχολημένα με τα παιχνίδια τους, έπαιζαν, έφτιαχναν μουσική, έτρωγαν, ο Πάτρικ επιδόθηκε στη μια ψυχαναγκαστική συμπεριφορά μετά την άλλη, προσπαθώντας να είναι γενναίος. Ευτυχώς, η μητέρα του ανάρρωσε κι ανέλαβε την αμειβόμενη θέση της νυχτερινής νοσοκόμας έκτακτης ανάγκης, πράγμα που σήμαινε ότι περνούσε πέντε νύχτες την εβδομάδα στο ίδιο χώρο με τον Πάτρικ, κάτι που με τη σειρά του επέτρεψε στον Πάτρικ να εξελιχθεί σε «ένα από τα πιο δραστήρια παιδιά στην αίθουσα παιχνιδιών».
Περιλαμβάνονται επίσης παραδείγματα για το πώς τα παιδιά αναπαριστούν πράγματα στο παιχνίδι. Για παράδειγμα, την επόμενη μέρα από τη μεγάλη αεροπορική επίθεση στο Λονδίνο στις 16 Απριλίου, αρκετά παιδιά είχαν σκαρφαλώσει στην κατασκευή αναρρίχησης και ετοιμάζονταν να ρίξουν ένα βαρύ σιδερένιο αντικείμενο που είχαν βρει στην αυλή [στα παιδιά από κάτω], ισχυριζόμενα περήφανα ότι ήταν βόμβα. Ένα άλλο παράδειγμα του πώς το παιχνίδι αντανακλά εμπειρίες, κι ενίοτε βοηθά τα παιδιά να τις επεξεργαστούν, ήταν το αίτημά τους να μετατρέψουν μια άδεια βιβλιοθήκη σε καταφύγιο για κούκλες. Υπάρχει επίσης αναφορά σε διαδικασίες ταυτοποίησης / identification, λόγου χάρη, ένα μικρό κορίτσι πιθανώς ανέπτυξε έναν επίμονο βήχα σε μίμηση του βήχα του πατέρα της όταν αυτός πέθανε από φυματίωση.
Διερευνάται επίσης η δημιουργία τεχνητών ορφανών, η οποία αποτελεί μία από τις πιο σοβαρές αντιρρήσεις για την εκκένωση μικρών παιδιών χωρίς τις μητέρες τους σε καιρό πολέμου. Για τα μικρά παιδιά, η σωματική απουσία ή παρουσία της μητέρας είναι σημαντική επειδή οι συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού δεν μπορούν να ικανοποιηθούν από απόσταση και η αγάπη του βρέφους για τη μητέρα του είναι στενά συνδεδεμένη με την εκπλήρωση αυτών των αναγκών, κι όταν η μητέρα απουσιάζει το παιδί σχηματίζει, «μετά από μια σύντομη περίοδο λαχτάρας για τη μητέρα, μια νέα σχέση με μια αναπληρώτρια μητέρα». Οι Φρόιντ και Μπέρλινγκχαμ επισημαίνουν ότι, παρόλο που όλα αυτά τα παιδιά που έχουν αποχωριστεί τους γονείς τους είναι επίσης ορφανά πολέμου, η στάση του κόσμου είναι να το αγνοεί αυτό, περιμένοντας από τα παιδιά που εκκενώνονται να «ανησυχήσουν (για λίγο) και να το ξεπεράσουν σε χρόνο μηδέν». Όμως ισχυρίζονται ότι είναι «ακριβώς η μελέτη του πραγματικού ορφανού πολέμου και των αντιδράσεών του, που μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση του παιδιού που εκκενώνεται».
Διερευνώνται και πολλά άλλα θέματα, όπως η απόφασή τους να δημιουργήσουν τεχνητές οικογένειες και να αναθέσουν παιδιά σε μητέρες-αντικαταστάτριες, επειδή είχαν παρατηρήσει ότι ορισμένα βήματα στην ανάπτυξη ήταν αργά παρά τις ευκαιρίες που τους παρείχαν, και τα παιδιά δίσταζαν να ξεπεράσουν τις συνήθειες των μωρών. Σύντομα παρατήρησαν ότι αυτή η απόφαση έφερε εκπληκτικά αποτελέσματα. Συζητούν επίσης τις εσωτερικές αμφιθυμικές στάσεις των μητέρων, επισημαίνοντας ότι είχαν παρατηρήσει ότι, παρόλο που πολλά είχαν ειπωθεί και γραφτεί για τις ανάδοχες μητέρες, δεν είχε δοθεί μεγάλη προσοχή στις μητέρες των παιδιών, στο πώς ένιωθαν και πως αντιμετώπιζαν τους αποχωρισμούς και τη δύσκολη θέση στην οποία είχαν βρεθεί, αφενός, θέλοντας να κρατήσουν τα παιδιά τους ασφαλή, με καλύτερη τροφή κι εκπαίδευση, κι αφετέρου, τη φυσική τους τάση και επιθυμία να κρατήσουν τα παιδιά κοντά τους, καθώς και τον φόβο που ένιωθαν για τις επιπτώσεις αυτών των πρώιμων αποχωρισμών. Συζητούν επίσης την εμπειρία μιας μικρότερης ομάδας μητέρων, οι οποίες ήταν λιγότερο «μητρικές» ή είχαν αντιφατικά συναισθήματα σε σχέση με τα παιδιά τους, καθώς και μητέρες σε δύσκολες συνθήκες με «νόθα»* μωρά, για τις οποίες το βρεφοκομείο παρείχε μια διέξοδο, και μερικές φορές τις βοηθούσε να επεξεργαστούν τα αντικρουόμενα συναισθήματά τους και να συνδεθούν με τα μωρά τους σταδιακά.
*η λέξη νόθα είναι μάλλον μια ακατάλληλη λέξη περιγραφής παιδιών εκτός γάμου, αλλά είναι ο όρος της εποχής
Σε ένα από τα τελευταία κεφάλαια, η Freud και η Burlingham μας αποκαλύπτουν μέσα από σύντομες περιγραφές πώς τα παιδιά νοηματοδότησαν τον πόλεμο, ποια ερωτήματα έθεσαν και σε ποια συμπεράσματα κατέληξαν. Ένα παιδάκι συμπέρανε ότι οι Γερμανοί τους βομβάρδισαν επειδή έκαναν πολύ θόρυβο. Ένα άλλο σχολίασε ότι ο Γερμανός πιλότος ήταν ευγενικός επειδή δεν έριξε τη βόμβα στο δικό τους σπίτι, κι ένα άλλο, όταν του είπαν ότι ο Γερμανός πιλότος συνελήφθη, δεν ανακουφίστηκε, αλλά ανησύχησε για τη μοίρα του και είπε ότι δεν θα ήθελε να δει έναν νεκρό άντρα. Τα παιδιά αντιλαμβάνονταν τον πόλεμο και ως μια σύγκρουση μεταξύ Θεού και Χίτλερ, καλού και κακού. Αναρωτιόντουσαν γιατί ο Θεός έκανε τους Γερμανούς μοχθηρούς, ποιον θα βοηθούσε στο τέλος να κερδίσει τον πόλεμο, κι ένα παιδάκι πίστευε ότι ο Θεός θα βοηθούσε και τους δύο επειδή αγαπά όλους τους ανθρώπους.
Θα ολοκληρώσω τη σημερινή ανάρτηση με ένα απόσπασμα από το άρθρο: War Children: Victims, Threats and Promises of the Future [Enfants de la guerre. Victimes, menaces et promesses d’avenir / Παιδιά του πολέμου: Θύματα, απειλές και υποσχέσεις για το μέλλον] της Stefania Bernini
«H Freud και η Burlingham δεν συμφωνούσαν με την προσέγγιση εκκένωσης, που υιοθέτησε η βρετανική κυβέρνηση από την αρχή της σύγκρουσης, και υποστήριξαν ότι ο πόλεμος είχε χειρότερο αντίκτυπο στα παιδιά όταν διέλυε την οικογενειακή ζωή και ξερίζωνε «τους πρώτους συναισθηματικούς δεσμούς του παιδιού μέσα στην οικογενειακή ομάδα». Το παράδοξο συμπέρασμα ήταν ότι «τα παιδιά του Λονδίνου […] ήταν γενικά πολύ λιγότερο αναστατωμένα από τους βομβαρδισμούς παρά από την εκκένωση στην ύπαιθρο ως προστασία από αυτούς» (Freud, Burlingham 1947: 171-73· Bowlby, Winnicott, Miller 1939: 1202-1203). Ο χωρισμός από τη μητέρα ήταν το γεγονός που πιθανότατα προκάλεσε μόνιμες βλάβες στα παιδιά (Howarth 1941, Odlum 1941). Η ηλικία του παιδιού και ο τρόπος οργάνωσης της εκκένωσης, υποστήριξαν οι Freud και Burlingham, ήταν κρίσιμοι για τον προσδιορισμό των πιθανών αποτελεσμάτων. Συνολικά, η ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στα Νηπιαγωγεία / Οικοτροφεία του Hampstead, όπως και εκείνες που διεξήχθησαν μεταξύ των εκκενωμένων παιδιών από την Susan Isaacs το 1941, παρουσίασαν μια σκληρή εικόνα του αντίκτυπου του πολέμου στα παιδιά της Βρετανίας που έριξε μια βαριά σκιά σε ό,τι θα συνέβαινε μετά από αυτόν (Isaacs 1941). Στρέφοντας την προσοχή τους στις βαθύτερες και συχνά κρυφές αντιδράσεις των παιδιών στον πόλεμο, οι Freud και Burlingham υποστήριξαν ότι ακόμη κι ένα φαινομενικά άθικτο παιδί θα μπορούσε να κρύβει τον σπόρο μιας μετέπειτα ψυχολογικής και συναισθηματικής ταλαιπωρίας. Έδωσαν φωνή σε έναν φόβο που θα παρέμενε στον πυρήνα της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης». (https://journals.openedition.org/revss/5812?lang=en)