Η μετάφραση είναι διαθέσιμη (30/06/2026)
Περπατώντας

«Ξέρεις ότι είσαι ζωντανός / ή. Κάνεις τεράστια βήματα, προσπαθώντας να νιώσεις την στρογγυλάδα του πλανήτη ανάμεσα στα πόδια σου.» Annie Dillard
«Παίρνω και βγάζω περίπατο την ψυχή μου // κάθε που αρχίζει να σκληραίνει το χαμόγελό της. // Μου το λέει πεθύμησα τη βροχή, // τον ήλιο πάνω απ’ τα βουνά ή ανάμεσα απ’ τα σύννεφα // και τον αγέρα που γεννιέται αδιάκοπα στα δάση // όλος αρώματα και ουσίες, γάλα και μουσική.» Νικηφόρος Βρεττάκος
«Το περπάτημα στη φύση είναι η πιο βαθιά προσευχή. Κάθε βήμα κι ένα ευχαριστώ στον ήλιο και στο χώμα». Οδυσσέας Ελύτης
Η σημερινή ανάρτηση αφορά το περπάτημα, αυτή την έμφυτη ανθρώπινη ικανότητα να κινούμαστε στα δύο μας πόδια, διάσημους περιπατητές και το βιβλίο του Frédéric Gros, A Philosophy of Walking / Μια Φιλοσοφία του Περπατήματος. Συνοδεύεται επίσης από πέντε σχετικά σχέδια-κολάζ που έφτιαξα ενώ διάβαζα κι έγραφα για το περπάτημα.

Ο Frédéric Gros, γεννηθείς το 1965, είναι καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας στο Institut d’Etudes Politiques de Paris, διετέλεσε καθηγητής του Πανεπιστημίου Paris XII, δίδαξε στην Εθνική Σχολή Δικαστών, αλλά και στις φυλακές της Sante και της Fresnes, κι επιμελείται την έκδοση των έργων του Μισέλ Φουκώ. Επίσης, είναι ειδικός στην ιστορία της ψυχιατρικής και της βίας του πολέμου, και δεινός περιπατητής.
Ένας λόγος που επέλεξα το βιβλίο είναι επειδή μου αρέσει το περπάτημα. Μου αρέσει για τα οφέλη που προσφέρει στην υγεία, κι επειδή μ’ αρέσει να βρίσκομαι στη φύση, για την αίσθηση ελευθερίας που μου δίνει, για την ευκαιρία που μου παρέχει να παρατηρώ τον κόσμο, επειδή είναι ένας καλός τρόπος για να κάνω ένα διάλειμμα και μια εύκολη μορφή άσκησης, κι απλώς για την ευχαρίστηση του να μην κάνω τίποτα, εκτός από το να περπατάω κάτω από ανοιχτούς ουρανούς. Προσπαθώ να περπατάω αρκετές ώρες την εβδομάδα, και μερικές φορές διανύω μεγαλύτερες αποστάσεις, αλλά δεν είμαι περιπατήτρια μεγάλων αποστάσεων ή ορειβάτης, δεν βαδίζω ολόκληρες μέρες και δεν πεζοπορώ στην άγρια φύση, ούτε κατασκηνώνω μόνη μου το βράδυ στη φύση, όπως οι άνθρωποι που αναφέρονται στο βιβλίο, οι οποίοι περπατούσαν σταθερά και μ’ ένταση κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Ένας άλλος λόγος που επέλεξα το βιβλίο ήταν ότι βρήκα ενδιαφέρουσα την εξερεύνηση της σύνδεσης μεταξύ περπατήματος και φιλοσοφίας. Ο Gros καταφέρνει να υφάνει φιλοσοφικές ιδέες, βιογραφικά στοιχεία ιστορικών προσώπων και το πώς το έργο τους συχνά συνδεόταν με το περπάτημα, ακόμη κι εξαρτιόταν από αυτό. Επιπλέον, περιλαμβάνει τις δικές του εμπειρίες και σκέψεις σχετικά με το περπάτημα τόσο στην ύπαιθρο όσο και σε αστικούς χώρους, και συνδυάζει την κοινωνικοπολιτική κριτική με μια πιο λυρική γραφή κι όμορφες περιγραφές. Κάθε κεφάλαιο ξεκινά με μια σχετική εικόνα.
Οι σύγχρονοι άνθρωποι περπατούν πάνω στη γη κάπου 300.000 χιλιάδες χρόνια, και οι παλιότεροι ανθρώπινοι πρόγονοί μας για δισεκατομμύρια χρόνια. Κατά μία έννοια, η ικανότητά μας να περπατάμε με συνέπεια σε όρθια θέση έχει συμβάλει στην εξέλιξή μας, κι έχει καθορίσει την εξέλιξη μας ως είδος. Το γεγονός ότι ορισμένοι άνθρωποι δεν μπορούν να περπατήσουν λόγω προβλημάτων υγείας ή αναπηριών, δεν επηρεάζει το εξελικτικό πλεονέκτημα του να βαδίζουμε στα δυο μας πόδια. Διαχρονικά, οι στοχαστές και οι συγγραφείς γνώριζαν την ευχαρίστηση και τα οφέλη του περπατήματος και της αναρρίχησης σε βουνά και λόφους. Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι συνέδεσαν τη σκέψη με το περπάτημα, κι ο Αριστοτέλης ίδρυσε την Περιπατητική Σχολή, μια φιλοσοφική σχολή που ιδρύθηκε το 335 π.Χ. στην αρχαία Αθήνα. Στην πραγματικότητα, τόσο ο Αριστοτέλης, ο οποίος είχε το παρατσούκλι Περιπατητικός, όσο κι ο Σωκράτης χρησιμοποιούσαν το περπάτημα ως παιδαγωγική διαδικασία για να σκέφτονται και να διδάσκουν, κι όπως ο Σωκράτης, έτσι και ο Αριστοτέλης διεξήγαγε τις διαλέξεις του περπατώντας.
Ο πατέρας της σύγχρονης εξελικτικής θεωρίας, Κάρολος Δαρβίνος, επίσης είχε συμπεριλάβει το περπάτημα στην πνευματική του ρουτίνα κι έκανε καθημερινούς περιπάτους. Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν έκανε μεγάλους περιπάτους στο Πρίνστον, συχνά ξυπόλητος. Είχε πει: «Αφιερώνω χρόνο σε μεγάλους περιπάτους στην παραλία, ώστε να μπορώ να ακούω τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι μου». Ο Δανός υπαρξιστής φιλόσοφος, που αναφέρεται και παρακάτω, Søren Kierkegaard, αγαπούσε τους μοναχικούς περιπάτους στην πόλη και είχε πει: «Πάνω απ’ όλα, μην χάνετε την επιθυμία σας να περπατάτε. Κάθε μέρα, περπατώντας φθάνω σε μια κατάσταση ευεξίας κι απομακρύνομαι από κάθε ασθένεια. Περπατώντας έχω οδηγηθεί στις καλύτερες σκέψεις μου και δεν γνωρίζω καμία σκέψη τόσο βαριά που να μην μπορεί κανείς να απομακρυνθεί από αυτή [περπατώντας]. Αλλά αν κάθεται κανείς ακίνητος, κι όσο περισσότερο κάθεται κανείς ακίνητος, τόσο πιο κοντά έρχεται στο να νιώσει άρρωστος. Έτσι, αν κάποιος απλώς συνεχίζει να περπατάει, όλα θα πάνε καλά». Ο Ludwig van Beethoven έκανε μεγάλους καθημερινούς περιπάτους με στυλό και χαρτί για να γράφει εμπνεύσεις για τις συμφωνίες του. Ήταν λάτρης της φύσης και το περπάτημα τον βοηθούσε να καθαρίσει το μυαλό του και συνέβαλλε στη δημιουργική διαδικασία. Ο Charles Dickens ήταν επίσης παθιασμένος περιπατητής. Στη βιογραφία του, ο Peter Ackroyd λέει ότι περπατούσε συνήθως δώδεκα μίλια σε δυόμισι ώρες. Ο Ντίκενς έγραψε: «Είμαι ταξιδιώτης της πόλης και της υπαίθρου και βρίσκομαι πάντα στο δρόμο». Συχνά περπατούσε για ώρες και κατά τη διάρκεια της νύχτας. Αυτοί οι νυχτερινοί περίπατοι ήταν ουσιαστικό μέρος της γραφής του, επειδή του επέτρεπαν να εξοικειωθεί με διάφορα μέρη του Λονδίνου, να απορροφήσει την ατμόσφαιρά του και να συναντήσει ανθρώπους από τα πιο επικίνδυνα μέρη της πόλης.
Στο βιβλίο της, Wanderlust, στο οποίο έχω αναφερθεί σε παλαιότερη ανάρτηση, η Rebecca Solnit εξερευνά πώς είναι να βρίσκεσαι έξω στον κόσμο εκτελώντας τη βασική ανθρώπινη πράξη του περπατήματος. Παρουσιάζοντας το θέμα της, υφαίνει ιστορίες και γεγονότα, καθώς και ποικίλους λόγους για τους οποίους περπατάει κανείς, από θρησκευτικά προσκυνήματα και πορείες διαμαρτυρίας, μέχρι ορειβασία, πεζοπορία και περιπλάνηση. Η Solnit αναφέρεται σε φιλοσόφους, προσωπικότητες της λογοτεχνίας, ακτιβιστές και άλλους, κι εξετάζει την αλληλεπίδραση του σώματός μας και του κόσμου, καθώς και την ελευθερία και την ευχαρίστηση που μπορεί να μας προσφέρει το περπάτημα. Ο Frédéric Gros, περιπατητής μεγάλων αποστάσεων και ο ίδιος, στο ίδιο πνεύμα, περιλαμβάνει ιστορίες άλλων, διανθισμένες με τις δικές του εμπειρίες πεζοπορίας και ορειβασίας, ενώ παράλληλα αναλογίζεται γιατί τόσοι πολλοί από τους πιο παραγωγικούς συγγραφείς και φιλοσόφους στην ιστορία υπήρξαν όλοι φανατικοί περιπατητές. Παρέχει παραδείγματα κυρίως από τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία, τη θρησκεία και τα πολιτικά κινήματα.
Το βιβλίο αποδείχθηκε ένα πολύ ενδιαφέρον ανάγνωσμα, αλλά γέννησε κι ορισμένα ερωτήματα, όπως το γιατί οι ιστορίες γυναικών δεν έχουν συμπεριληφθεί σε αυτόν τον τόμο, καθώς σίγουρα υπήρξαν διάσημες γυναίκες από την αρχαιότητα, οι οποίες ήταν ένθερμες περιπατήτριες και πεζοπόροι, και οι οποίες μάλιστα έχουν γράψει για τις εμπειρίες τους. Φυσικά, ένας συγγραφέας πρέπει να επιλέξει μια περιοχή εστίασης και, ως εκ τούτου, ένα βιβλίο δεν μπορεί να περιέχει τα πάντα. Επηρεάζεται αναπόφευκτα από τις προσωπικές προτιμήσεις και το πεδίο εξειδίκευσης του συγγραφέα, καθώς και από το γεγονός ότι το συγκεκριμένο θέμα είναι δυνατόν να συζητηθεί σε σχέση με πολλά άλλα θέματα. Επιπλέον, η συμπερίληψη παραδειγμάτων γυναικών θα απαιτούσε ίσως μια συζήτηση σχετικά με το γιατί οι γυναίκες έχουν παραλειφθεί ως επί το πλείστον από αυτήν την αφήγηση και τους λόγους για τους οποίους οι φωνές τους έχουν αγνοηθεί στην πεζοπορική λογοτεχνία, τους κοινωνικούς περιορισμούς που αντιμετώπισαν κι ακόμη αντιμετωπίζουν οι γυναίκες (και περιθωριοποιημένες ομάδες, οι ηλικιωμένοι ή τα άτομα με αναπηρίες), καθώς και τα ζητήματα ασφάλειας που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες όταν περπατάνε μόνες σε δημόσιους χώρους. Στο βιβλίο της, Wanderers: History of Women Walking, η Kerri Andrews, συγγραφέας και πεζοπόρος η ίδια, εστιάζει σε δέκα διάσημες γυναίκες και περιγράφει τις προκαταλήψεις ή τις απειλές που υφίστανται οι γυναίκες για τις οποίες το περπάτημα ήταν σημαντικό.
Ο Gros δεν έχει συμπεριλάβει καν γυναίκες φιλοσόφους και λογοτεχνικές προσωπικότητες όπως η συμπατριώτισσα του, Σιμόν ντε Μποβουάρ, ή η Βελγο-Γαλλίδα εξερευνήτρια, Alexandra David-Néel. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ (1908–1986), μια διάσημη Γαλλίδα υπαρξίστρια φιλόσοφος, ήταν επίσης φανατική πεζοπόρος. Το 1931 ξεκίνησε μεγάλες πεζοπορίες. Η Μποβουάρ γράφει για το πώς συντονίστηκε με το σώμα της και το περιβάλλον της, πώς απολάμβανε τη σωματική άσκηση στο τέλος της ημέρας, και πώς η πεζοπορία στα βουνά διαμόρφωσε την κατανόησή της για την σωματοποιημένη υποκειμενικότητα. Η Alexandra David-Néel, γεννημένη το 1868, ήταν η πρώτη ξένη γυναίκα που εξερεύνησε το Θιβέτ. Το 1924, σε ηλικία 55 ετών, μεταμφιέστηκε σε ζητιάνα, διέσχισε τα παγωμένα Ιμαλάια, κι έφτασε στην ιερή πόλη της Λάσα, η οποία εκείνη την εποχή ήταν απαγορευμένη στους ξένους.
Υπάρχουν πολλές ακόμη διάσημες γυναίκες. Για να αναφέρουμε, μόνο μερικές Ευρωπαίες, η Iris Murdoch είναι επίσης μια άλλη σημαντική μυθιστοριογράφος και φιλόσοφος, η οποία ήταν φανατική περιπατήτρια, και η Virginia Woolf, η διάσημη συγγραφέας και δοκιμιογράφος του 20ού αιώνα, έκανε μεγάλους περιπάτους στο Λονδίνο και την ύπαιθρο για να βάλει σε τάξη τις ιδέες της, και οι περίπατοι της διαμόρφωσαν τη γραφή της και ενέπνευσαν το δοκίμιό της, “Street Haunting”. Η Woolf πίστευε ότι το μοναχικό περπάτημα ήταν απαραίτητο για την ελευθερία και τη δημιουργικότητα των γυναικών. Υπάρχουν πολλές ακόμη σημαντικές προσωπικότητες όπως η Harriet Martineau (1802–1876), μια παραγωγική συγγραφέας, κοινωνιολόγος και υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας του 19ου αιώνα που εξερεύνησε εκτενώς τα Χάιλαντς της Σκωτίας και την Περιοχή των Λιμνών με τα πόδια. Στο βιβλίο της, The Living Mountain, η Nan Shepherd, η Σκωτσέζα συγγραφέας και φανατική πεζοπόρος, απαθανάτισε τη σωματική και πνευματική της σύνδεση με το περπάτημα. Στην Jane Austen επίσης άρεσε να περπατάει, ιδιαίτερα με την αδερφή της, και το περπάτημα φαίνεται να είναι αναπόσπαστο κομμάτι των μυθιστορημάτων της.
Πολλές Ελληνίδες συγγραφείς έχουν περπατήσει και σκαρφαλώσει σε βουνά από την αρχαιότητα. Ένα παράδειγμα, που αναφέρεται συνοπτικά στο βιβλίο στο κεφάλαιο για τους Κυνικούς φιλοσόφους (των οποίων το όνομα προέρχεται από την ελληνική λέξη κύων που σημαίνει σκύλος) είναι η αρχαία φιλόσοφος Ιππαρχία η Κυνική. Καταγόταν από πλούσια Θρακική οικογένεια, παντρεύτηκε τον Κυνικό φιλόσοφο Κράτη γύρω στο 325 π.Χ., και υιοθέτησαν έναν τρόπο ζωής οικειοθελούς φτώχειας και ζωής στο περιθώριο της κοινωνίας, απαρνούμενοι τα υπάρχοντά τους και τους τυπικούς έμφυλους ρόλους της εποχής. Η Ιππαρχία παρακολουθούσε συμπόσια που προορίζονταν μόνο για άνδρες, συζητούσε φιλοσοφία στην αγορά, και περπατούσε και δίδασκε στους δρόμους της Αθήνας με τον Κράτη. Η Έλλη Αλεξίου (1894-1988), συγγραφέας και εκπαιδευτικός, περπάτησε και εξερεύνησε τα μέρη στα οποία βρέθηκε και ενσωμάτωσε τις παρατηρήσεις της στα γραπτά της, και οι εμπειρίες και περιπέτειες της Γαλάτειας Καζαντζάκη (1881-1962) επίσης αντικατοπτρίζονται στο γραπτό της. Τέλος, μια σύγχρονη ιστορικός και συγγραφέας που μου έρχεται στο νου είναι η Λένα Διβάνη, η οποία έγραψε κι ένα βιβλίο, Τι έμαθα περπατώντας στον κόσμο, το οποίο αφορά τις πεζοπορικές και αναρριχητικές της εμπειρίες σε μέρη όπως η Νέα Ζηλανδία, η Κούβα, η Αιθιοπία, το Βιετνάμ, η Βενεζουέλα, η Ινδία, η Παταγονία, κι αλλού.
Ωστόσο, για να επιστρέψω στο βιβλίο, ο Gros περιλαμβάνει ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο για τον Άγγλο ποιητή William Wordsworth, ο οποίος συνέθεσε τα μακροσκελή λυρικά του ποιήματα περπατώντας, κι έπαιρνε τους δρόμους σαν φτωχός, όχι από ανάγκη αλλά για ευχαρίστηση, κι όπως μας λέει ο Gros, η ακατανοησία και η εχθρότητα που αντιμετώπισε ο ποιητής υπογραμμίζει τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ του σοβαρού περπατήματος και του απογευματινού περιπάτου που έκαναν οι άνθρωποι της τάξης του. Στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, το περπάτημα ήταν κυρίως η μοίρα των φτωχών, των αλητών ή των περιοδευόντων θεατρικών ομάδων και των πλανόδιων πωλητών. Παραθέτει ένα απόσπασμα του Christopher Morley, ο οποίος έγραψε ότι ο Wordsworth ήταν ένας από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν τα πόδια του στην υπηρεσία της φιλοσοφίας. Σε αυτό το κεφάλαιο, ο Gros αναφέρει την αδερφή του Wordsworth, Ντόροθι, αλλά δεν την αναφέρει ως την ημερολογιογράφο του 18ου αιώνα, η οποία ήταν επίσης φανατική περιπατήτρια και εξερευνήτρια της φύσης, και η οποία συχνά συνόδευε τον αδελφό της στους μακρινούς περιπάτους του.
Ο Gros γράφει για τη χαρά και την ευεξία που μπορεί να μας προσφέρει το περπάτημα, για την αίσθηση ελευθερίας που μπορεί να μας προσφέρει η πεζοπορία και η ορειβασία σε πιο δύσβατα τοπία, για το πώς το περπάτημα μπορεί να διευκολύνει τη σκέψη και να μας φέρει πιο κοντά στην πιο πρωτόγονη ανθρώπινη φύση μας, για το περπάτημα σε αστικές και αγροτικές περιοχές, σε πάρκα και στην άγρια φύση, το περπάτημα ως αναχώρηση και το περπάτημα ως επιστροφή, την ευχαρίστηση της επιστροφής και της ανάπαυσης μετά από μια μεγάλη βόλτα, για θρησκευτικά προσκυνήματα, πορείες διαμαρτυρίας και το περπάτημα ως μέσο ειρηνικής πολιτικής ανυπακοής, τις δικές του εμπειρίες και πολλά άλλα. Εξερευνά την έννοια του περπατήματος, τους διαφορετικούς λόγους και τρόπους με τους οποίους περπατάμε, και μας εισάγει σε φιλοσόφους, ποιητές και συγγραφείς, και άλλες ιστορικές προσωπικότητες για τις οποίες αυτό ήταν σημαντικό και κρίσιμο για το έργο τους, και οι οποίοι μερικές φορές βάδιζαν ακόμη και μέχρι σημείου κατάρρευσης. Τέλος μας προτρέπει να θυμόμαστε την ευδαιμονία του νηπίου όταν κάνει τα πρώτα του βήματα και την λαχτάρα του να κινηθεί μόνο του, και μας προσκαλεί να εξετάσουμε τη δική μας εμπειρία σχετικά με το περπάτημα.
Οι άνθρωποι περπατούν για διαφορετικούς λόγους: για ευχαρίστηση, για άσκηση, για τα οφέλη στην υγεία, για να επιτύχουν μια αίσθηση ελευθερίας, για περισσότερη διαύγεια, συγκέντρωση και ηρεμία, από ανάγκη, από αίσθηση περιπέτειας και διάθεση εξερεύνησης, ως μορφή διαφυγής, για να σκεφτούν, για να δουν τον κόσμο, για να γιορτάσουν, για να διαμαρτυρηθούν και να διαδηλώσουν ή για να αναζητήσουν τον Θεό. Περπατούν για την ειρήνη και παρελαύνουν σε στρατιωτικές παρελάσεις. Εξετάζει πώς το περπάτημα μας παρέχει την ευκαιρία να προχωρήσουμε πιο αργά σε μια γρήγορη και γεμάτη περισπασμούς εποχή, ή την ελευθερία που μας επιτρέπει να βιώσουμε η πεζοπορία και ο ύπνος στην ύπαιθρο, σε μια κατασκήνωση ή καταφύγιο, για παράδειγμα, πώς μπορεί να μας βοηθήσει να ξεφύγουμε από την υπερβολικά καθιστική ζωή μας σε κλειστούς χώρους. Αναλύει τα οφέλη του μοναχικού περπατήματος και την αποδοχή της σιωπής για λίγο. Μας λέει ότι η μονοτονία της σωματικής προσπάθειας, η επαναλαμβανόμενη διαδικασία, απελευθερώνει το μυαλό και μπορεί να φέρει ηρεμία, αλλά και να τροφοδοτήσει την παραγωγή σκέψης και δημιουργικής εργασίας. Αυτή η στοιχειώδης πρακτική, λέει, μας δίνει χαρά και ευχαρίστηση, καθαρίζει το μυαλό μας και επιτρέπει το δέος και το θαυμασμό, μας απελευθερώνει και αυξάνει την αυτενέργεια μας. Γράφει ότι υπάρχει η αναβλητική ελευθερία που συνοδεύει το περπάτημα, και ότι ακόμη και μια απλή σύντομη βόλτα επιτρέπει σε κάποιον να «αποβάλει το βάρος των φροντίδων… να ξεφύγει από τους περιορισμούς της εργασίας, να αποτινάξει τον ζυγό της ρουτίνας». Ακόμη κάνει αναφορά στο ότι ίσως να περπατάμε έχοντας επίγνωση ότι αν όχι τα γηρατειά, ο θάνατος σίγουρα, θα μας στερήσει την ελευθερία να περπατάμε.
Ο Gros εξετάζει διάφορες πολιτισμικές μορφές πεζοπορίας, όπως τα θρησκευτικά προσκυνήματα, και διαδρομές και τοποθεσίες προσκυνήματος στον κόσμο που για τους Χριστιανούς ήταν η Ρώμη, η Ιερουσαλήμ ή το Σαντιάγο ντε Κομποστέλα. Οι προσκυνητές περπατούν για διάφορους λόγους, μας λέει, αλλά αυτό που έχουν κοινό είναι ότι βαδίζουν, καταβάλλουν προσπάθεια, αφήνουν πίσω τους ζωές και ανθρώπους, τουλάχιστον για ένα διάστημα. Οι προσκυνητές ιστορικά συνήθιζαν να περπατούν, συχνά σε μακρινούς προορισμούς, για λόγους σχετικούς με την πίστη τους, για να προσφέρουν ευχαριστίες, για να ζητήσουν μεσολάβηση εάν ένας συγγενής ασθενούσε σοβαρά ή εάν οι ίδιοι ήταν σοβαρά άρρωστοι, ως μετάνοια για σοβαρά λάθη ή αμαρτίες, και στο παρελθόν ακόμη και για εγκλήματα που είχαν μείνει ατιμώρητα. Υπήρξαν επίσης μοναχοί που πέρασαν ολόκληρη τη ζωή τους περπατώντας σε στενά ορεινά μονοπάτια. Μερικοί, γράφει, εξακολουθούν να βρίσκονται στο Άγιο Όρος. Ο Gros γράφει ότι πίσω από κάθε προσκύνημα μπορούμε να βρούμε μια ουτοπία και μια ιστορία εσωτερικής μεταμόρφωσης, αναγέννησης και παρουσίας ή κοσμικής αναγέννησης, που επιτυγχάνεται μέσω της πεζοπορίας και της ανοχής των δεινών. Ως παράδειγμα της ουτοπίας της αναγέννησης μέσω του περπατήματος, για παράδειγμα, αναφέρεται στο προσκύνημα στο όρος Καϊλάς στο Θιβέτ, το οποίο θεωρείται από πολλές ανατολίτικες θρησκείες ως ιερός τόπος και το κέντρο του σύμπαντος. Ως παράδειγμα της ουτοπίας της κοσμικής αναγέννησης, γράφει για τη μεγάλη πεζοπορία πεγιότ που πραγματοποιείται ετησίως από τον λαό Χουιτσόλ του Μεξικού, και όπου ο στόχος του προσκυνήματος τους είναι να φτάσουν στη Γουιρικούτα, τη Γη των Προγόνων, όπου φυτρώνει το πεγιότ.
Το περπάτημα μπορεί να έχει και πολιτική διάσταση. Ο Gros αναλύει πώς συστήματα και δομές, όπως η κοινωνική τάξη ή ο καπιταλισμός, καθορίζουν το πώς, το γιατί και το που περπατάμε, αλλά δεν εστιάζει στο πώς ο σεξισμός, ο ρατσισμός, η περιθωριοποίηση των ανθρώπων και διάφορες μορφές αστυνόμευσης συχνά επίσης εμποδίζουν τη διαδικασία του περπατήματος. Ωστόσο, καταδεικνύει τη σύνδεση μεταξύ του περπατήματος και της ειρηνικής πολιτικής ανυπακοής σε διάφορα ιστορικά πλαίσια. Για παράδειγμα, αναφέρεται στην πολιτική φιλοσοφία και πρακτική του Γκάντι. Ο Γκάντι περπάτησε μεγάλες αποστάσεις και πεζοπόρησε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του στην Ινδία, στην Αφρική, στην Ευρώπη, επιλέγοντας το περπάτημα είτε ως προτιμώμενο μέσο μετακίνησης είτε ως τρόπο προσέγγισης των ανθρώπων και συμμετοχής τους σε ειρηνικές πορείες διαμαρτυρίας. Ένα παράδειγμα είναι η πορεία του αλατιού. Οι Βρετανοί είχαν το μονοπώλιο στη συγκομιδή αλατιού στην Ινδία και κανείς δεν επιτρεπόταν να το εμπορεύεται ή ακόμα και να το συλλέγει για προσωπική χρήση. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτό, όταν βρισκόταν φυσικό αλάτι κοντά σε πληθυσμούς, οι οποίοι μπορεί να το έπαιρναν για δική τους χρήση, καταστρέφονταν τα κοιτάσματα.
Περιλαμβάνονται στο βιβλίο αρκετές αναφορές σε φιλοσόφους, όπως ο Φρίντριχ Νίτσε, ο οποίος ήταν ένας παθιασμένος και ακούραστος περιπατητής, και περπατούσε τόσο για να ανακουφίσει τον σωματικό πόνο όσο και για να ενισχύσει την ικανότητα σκέψης του. Εργαζόταν περπατώντας ή σκαρφαλώνοντας βουνά, συνθέτοντας μερικά από τα σπουδαία έργα του κατά τη διάρκεια αυτών των μεγάλων περιπάτων. Ο φιλόσοφος του 18ου αιώνα, Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, του οποίου το έργο είναι γεμάτο με τους περιπάτους του, ισχυριζόταν ότι δεν μπορούσε να σκεφτεί και να εργαστεί χωρίς το περπάτημα. Η μακρά αναζήτησή του και οι περίπατοί του στο δάσος στο δεύτερο μέρος της ζωής του, γράφει ο Gros, τον οδήγησαν στη συνειδητοποίηση ότι «η κακία, η καχυποψία και το μίσος δεν έχουν τις ρίζες τους στην πρωτογενή αγριότητα: μπολιαστήκαμε με αυτά, κλειδωμένοι καθώς είμαστε στον τεχνητό κήπο του κόσμου, και δεν έχουν σταματήσει ποτέ να εξαπλώνονται από τότε. Αυτή ήταν η ανακάλυψη αυτών των περιπάτων χωρίς τέλος». Γράφει και για το συνηθισμένο περπάτημα του Ιμμανουήλ Καντ. Κάθε μέρα η ίδια βόλτα, στο ίδιο μέρος, την ίδια ώρα. Η ζωή του, γράφει ο Gros, «ήταν τόσο ακριβής όσο και οι γραμμές ενός μουσικού χειρογράφου». Η διαδρομή του μέσα από το πάρκο στην τότε Πρωσία ονομάστηκε «Ο Περίπατος του Φιλοσόφου». Ο Gros γράφει επίσης για τον Χένρι Ντέιβιντ Θορώ, τον συγγραφέα του Walden, μιας συνοπτικής περιγραφής των δύο χρόνων που έζησε στο δάσος, και της πρώτης φιλοσοφικής πραγματείας για το περπάτημα, και παρουσιάζει τις ιδέες του για το περπάτημα, την απλότητα, τη λιτότητα, την άγρια φύση, το κέρδος και το όφελος. Ο Θορώ ισχυρίστηκε ότι το περπάτημα, για παράδειγμα, μπορεί να μην φέρει κανένα κέρδος, αλλά είναι πολύ ωφέλιμο.
Επίσης αναφέρεται στο περπάτημα ως μέσο διαφυγής ή ως συνυφασμένο με τη μελαγχολία. Περιλαμβάνει ένα δοκίμιο για τον Γάλλο ποιητή Αρθούρο Ρεμπώ και την έντονη επιθυμία του να ξεφύγει από την ακινησία, και σχολιάζει ότι βρίσκει στον Ρεμπώ αυτή την αίσθηση του περπατήματος ως φυγής. Ο Ρεμπώ περπάτησε και ταξίδεψε, πεισματικά και με πάθος, σε όλη τη σύντομη ζωή του. Είχε πει για τον εαυτό του: «Είμαι ένας πεζός, τίποτα περισσότερο». Σχετικά με τον Ζεράρ ντε Νερβάλ, ο Gros λέει ότι το περπάτημα είχε γίνει μέρος μιας ενεργού μελαγχολίας. Γράφει: «Υπάρχει ένα αίσθημα μελαγχολίας στη στάση του Νερβάλ απέναντι στο περπάτημα». Υπάρχει επίσης ένα κεφάλαιο στο βιβλίο σχετικά με την κοινωνική παθολογικοποίηση του περπατήματος και τις παθολογικές μορφές περπατήματος, όπως η «δρομομανία» τον 19ο αιώνα, όροι που στις μέρες μας, έχουν χάσει το νόημα τους. Υποθέτω ότι σήμερα, ορισμένες από αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να λάμβαναν διαγνώσεις όπως επιληπτικά ή διασχιστικά επεισόδια. Ο Gros αναλογίζεται: «Είναι ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε γιατί το περπάτημα παθολογικοποιήθηκε με αυτόν τον τρόπο κι είναι δελεαστικό να κάνουμε παραλληλισμούς με τη σύγχρονη ποινικοποίηση των περιπλανόμενων και των άστεγων», και προσθέτει ότι «οι αρχές και οι αξιοσέβαστοι καθιστικοί πολίτες» ήταν πάντα καχύποπτοι απέναντι στους ατρόμητους περιπατητές. Κι όπως γνωρίζουμε, όλα τα αυταρχικά καθεστώτα περιορίζουν την ελευθερία κίνησης.
Ο Gros αναφέρεται στη μονοτονία και την επαναλαμβανόμενη φύση του περπατήματος σε διάφορα σημεία του βιβλίου, στο πώς η πράξη του να βάζεις απλώς το ένα πόδι μπροστά από το άλλο επιτρέπει στο μυαλό να περιπλανηθεί και να ηρεμήσει. Απελευθερώνει το νου κι του επιτρέπει να είναι παρόν, να είναι ακίνητο, να απορροφά και να παρατηρεί, και να συνειδητοποιεί τη σχέση μας με το τοπίο και το περιβάλλον μας, κι ότι είμαστε μέρος του. Γράφει: «Όταν περπατάμε, δεν είναι τόσο ότι πλησιάζουμε, αλλά περισσότερο ότι τα πράγματα εκεί έξω γίνονται όλο και πιο επίμονα στο σώμα μας. Το τοπίο είναι ένα σύνολο γεύσεων, χρωμάτων, αρωμάτων που απορροφά το σώμα». Γράφοντας για την επανάληψη, κάνει συγκρίσεις μεταξύ του περπατήματος και της διαδικασίας της ψαλμωδίας και επανάληψης θρησκευτικών ψαλμών. Όπως και με το περπάτημα, γράφει, η επανάληψη ψαλμών μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη συγκέντρωση και ηρεμία. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι η βραδύτητα του περπατήματος μας επιτρέπει να παρατηρούμε, να βλέπουμε, να μυρίζουμε, να αισθανόμαστε. Γράφει: «Επανάληψη, βραδύτητα, απαλότητα: και ο περιπατητής χαϊδεύει το τοπίο για ώρες ολόκληρες με τα πόδια και τα μάτια του». Μιλάει για το πώς «η βιασύνη και η ταχύτητα επιταχύνουν τον χρόνο, ο οποίος περνάει πιο γρήγορα, και δύο ώρες βιασύνης μειώνουν την ημέρα… Μπορείς να στοιβάξεις ένα βουνό από πράγματα σε μια ώρα. Οι μέρες αργού περπατήματος είναι πολύ μεγάλες: σε κάνουν να ζεις περισσότερο επειδή έχεις επιτρέψει σε κάθε ώρα, κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο να αναπνεύσει….».
Περιγράφει επίσης πώς το περπάτημα μπορεί να είναι και μια προσωρινή απόδραση από την ταυτότητα μας, καθώς το περπάτημα είναι μια μορφή αυτούσιας ζωής. Παρέχει μια σύντομη αίσθηση απόδρασης, ελευθερίας, κι εγκατάλειψης των πραγμάτων, και φέρνει μια κούραση που δημιουργεί γαλήνη. Ο Gros σημειώνει: «…οι περίπλοκες ταυτότητές μας, τα πρόσωπα και οι μάσκες μας. Τίποτα από αυτά δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ, επειδή το περπάτημα δεν απαιτεί ποτέ τίποτα άλλο παρά το σώμα… Δεν είσαι πλέον ένας ρόλος ή μια κατάσταση… αλλά ένα σώμα, ένα σώμα που νιώθει τις αιχμηρές πέτρες στα μονοπάτια, το χάδι του ψηλού χόρτου και τη φρεσκάδα του ανέμου». Το να μην έχεις τίποτα άλλο να κάνεις παρά να περπατάς καθιστά δυνατή την ανάκτηση της καθαρής αίσθησης ύπαρξης, την ανακάλυψη της απλής χαράς της ύπαρξης, και υπάρχουν στιγμές μετά από ένα χρονικό διάστημα περπατήματος που το σώμα βιώνει τη δική του ελαφρότητα. Αυτή η χαλάρωση, ωστόσο, της ταυτότητας απαιτεί ορισμένες προϋποθέσεις και μπορεί να μην είναι δυνατή για όλους σε κάθε πλαίσιο, ειδικά σε αστικές περιοχές, όπου οι άνθρωποι μπορεί να μην αισθάνονται πάντα ασφαλείς, και όπου η κίνηση μπορεί να μην είναι πάντα απαλλαγμένη από διάφορους περιορισμούς ή εμπόδια.
Σε ένα από τα πιο πολιτικά του κεφάλαια με τίτλο Βαδίζοντας Μαζί, γράφει: «Τα καθεστώτα διχάζουν και ενώνουν ταυτόχρονα. Το να ζηλεύουμε τον πλησίον μας και το να μισούμε τους ξένους είναι δύο συμπληρωματικές παρορμήσεις που μας κάνουν να ξεχνάμε το αρχικό σκάνδαλο…: τον διαχωρισμό μεταξύ ηγεμόνων και κυβερνώμενων, πλουσίων και φτωχών… Όλα κρατούνται στη θέση τους με το να κραδαίνουν το φάντασμα του εχθρού ή του ξένου, δημιουργώντας ένα προπέτασμα καπνού και καλύπτοντας την άδικη διαίρεση της κοινωνίας». Υπάρχει επίσης ένα κεφάλαιο για τη σχέση μεταξύ περπατήματος και ευγνωμοσύνης. Ο Gros γράφει: «Ο Επίκουρος έχει μια λέξη για αυτό: χάρις… Χάρις: Είμαι ο αποδέκτης ενός δώρου, στο οποίο απαντώ με ευγνωμοσύνη. Ο τουρίστας που βιάζεται και ο επίμονος περιπατητής δεν βλέπουν το ίδιο πράγμα. Ο πρώτος παίρνει, συλλαμβάνει, καταγράφει, συσσωρεύει και επεκτείνει τη βάση δεδομένων του. Ο δεύτερος προσφέρει ευχαριστίες και παραδίδεται στην εμπειρία». Υπάρχουν κι άλλα θέματα που συζητούνται στο βιβλίο, όπως το περπάτημα ως επιβίωση. Αναφέρεται στο μυθιστόρημα του Κόρμακ ΜακΚάρθι, «Ο Δρόμος», την ιστορία της περιπλάνησης ενός πατέρα κι ενός μικρού γιου με τα πόδια σε ένα περιβάλλον αποκαλυπτικό, όπου δεν έχουν τίποτα στο οποίο να προσκολληθούν παρά μόνο την ελπίδα, την ανθρωπιά τους και την αγάπη τους ο ένας για τον άλλον.
Ένας άλλος φιλόσοφος που περιλαμβάνεται στο βιβλίο είναι ο Κίρκεγκορ, ο οποίος πέρασε τη ζωή του περπατώντας, σκεπτόμενος και γράφοντας, κι ο οποίος έβλεπε ότι κάθε «στάδιο στην πορεία της ζωής» υπονοούσε έναν συγκεκριμένο τρόπο βάδισης (τον αισθητικό, τον ηθικό, τον θρησκευτικό). Ο Gros ξεκινά το κεφάλαιο με μια ανάμνηση από την παιδική ηλικία του Κίρκεγκορ ή ίσως μια μεταφορική ιστορία. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η ιστορία μας μιλάει για ένα παιδί που ήθελε να βγει στον δρόμο για να τρέξει και να παίξει, και ο αυστηρός και ελεγκτικός πατέρας του το ανάγκασε να περπατήσει μαζί του σε ένα μακρύ δωμάτιο, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, ασταμάτητα, ενώ φαντάζονταν και μιλούσαν για τα πράγματα που μπορεί να έβλεπαν και να συναντούσαν στους δρόμους της Κοπεγχάγης. Υπάρχει επίσης μια σύντομη αναφορά στο τραύμα του φιλοσόφου που σχετίζεται με την Υπόθεση Corsair, η οποία επηρέασε τη σκέψη και το έργο του Κίρκεγκορ, έτσι ώστε να ασκήσει κριτική στον ρόλο των μέσων μαζικής ενημέρωσης και στην κοινωνική διαδικασία ισοπέδωσης στην οποία η μοναδικότητα του ατόμου καθίσταται ανύπαρκτη, και να υποστηρίξει περαιτέρω τον ατομικισμό σε πείσμα πολλών συντριπτικών κοινωνικών πιέσεων.
Προς το τέλος του βιβλίου, ο Gros αναφέρεται και στον Προυστ και τους περιπάτους αναψυχής, αυτούς που κάναμε ως παιδιά και αυτούς που κάνουμε ως ενήλικες για να χαλαρώσουμε, σε πάρκα, σε πεζοδρόμια και γύρω από τη γειτονιά μας. Μας γυρίζει πίσω στο χρόνο, στο Παρίσι, όταν η είσοδος στους επιμελημένους δημόσιους κήπους αρχικά απαγορευόταν στο πλήθος και επιτρεπόταν μόνο στην υψηλή κοινωνία, και συζητά επίσης την προέλευση του flâneur, του κατοίκου της πόλης που περιπλανιέται χωρίς προορισμό σε μια πόλη, για να την βιώσει, να απολαύσει τα αξιοθέατα, τις μυρωδιές και το αστικό τοπίο. Ο Gros γράφει: «Ο flâneur εμφανίστηκε σε μια εποχή που η πόλη είχε αποκτήσει αρκετή κλίμακα για να γίνει τοπίο. Μπορούσε να διασχιστεί σαν να ήταν βουνό, με τα περάσματα του, τις αντιστροφές της οπτικής γωνίας, τους κινδύνους και τις εκπλήξεις του επίσης. Είχε γίνει δάσος, ζούγκλα» και προσθέτει ότι αυτή η μορφή περιπάτου προϋποθέτει την παρουσία τριών συνθηκών: την πόλη, το πλήθος και την κυριαρχία των εμπορευμάτων. Στο τελευταίο κεφάλαιο για την κούραση και τους λόγους για τους οποίους ο ίδιος περπατάει, μας λέει: το περπάτημα «φθείρει απαλά το σώμα σαν να το γυαλίζουν, με αποτέλεσμα μια λαμπερή κόπωση».






Νησιά και Νησιωτικότητα
Στο πρώτο άρθρο (1) με τίτλο Κατανόηση της «Νησιωτικότητας», το οποίο πηγάζει από ένα διαδικτυακό συνέδριο που διοργάνωσαν το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και το Πανεπιστήμιο της Μάλτας το 2020, η νησιωτικότητα διερευνάται μέσα από το πρίσμα διαφορετικών επιστημονικών κλάδων. Η δεύτερη δημοσίευση που βρήκα σε ένα διαδικτυακό περιοδικό που εκδίδεται από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, έχει τίτλο Προσβασιμότητα και Ελκυστικότητα των Νησιών του Αιγαίου (2). Υπάρχει επικάλυψη στις έννοιες και τα ζητήματα που διερευνούν και οι δύο δημοσιεύσεις, αλλά η μία εξετάζει τη νησιωτικότητα σε ένα γενικότερο παγκόσμιο πλαίσιο και η άλλη επικεντρώνεται στα ελληνικά νησιά του Αιγαίου. Επίσης, έχω συμπεριλάβει ένα σύντομο απόσπασμα από μια τρίτη εργασία με τον τίτλο: Αν δεν υπήρχαν νησιά, θα ήταν απαραίτητο να τα εφεύρουμε: Αντιμετωπίζοντας τις αποκλίνουσες αποδόσεις της νησιωτικότητας στις νησιωτικές μελέτες / If Islands Did Not Exist, It Would Be Necessary to Invent Them: Grappling With Divergent Ascriptions of Islandness in Island Studies των Grydehøj, A., Su, P., Markussen, U., & Mausio, A. (3)
Ένα σκοτεινό σημείο που θίγεται στο άρθρο είναι το πώς το μικρό μέγεθος και η περικύκλωση των νησιών από νερό, έχει ιστορικά οδηγήσει είτε στη χρήση τους ως εργαστήρια επιδημιολογικών μελετών, είτε στη διεξαγωγή πειραμάτων στο έδαφος τους. Παραδείγματα που παρέχονται στο άρθρο είναι τα νησιά Bernier και Dorre στα ανοικτά των ακτών της Αυστραλίας, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα για τη φυλάκιση αυτόχθονων Αυστραλών για να περιοριστεί υποτίθεται η εξάπλωση της σύφιλης, «αν και ιστορικά και προφορικά αρχεία αποκαλύπτουν ότι λίγοι από τους φυλακισμένους είχαν στην πραγματικότητα αυτή την ασθένεια (Stingemore και Meyer 2009)», και τα Νησιά Μάρσαλ που χρησιμοποιήθηκαν από τον στρατό των ΗΠΑ για δοκιμές πυρηνικών όπλων, εκθέτοντας τους νησιώτες σε πυρηνικό νέφος προκειμένου να παρατηρήσουν τις επιπτώσεις χωρίς τη συνειδητή συγκατάθεση τους (McElfish, Hallgren & Yamada, 2015). Φυσικά τα νησιά έχουν χρησιμοποιηθεί κι ως τόποι εξορίας και περιθωριοποίησης σ’ όλο τον κόσμο και σε βάθος χρόνου. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, στο σχετικά κοντινό παρελθόν, μικρά νησιά, ένα πολύ κοντά σε αυτό που κατοικώ, χρησιμοποιούνταν ως τόποι εξορίας πολιτικών κρατούμενων, και η Σπιναλόγκα, ένα μικρό νησί, με μακρά ιστορία κι ο δεύτερος πιο δημοφιλής τουριστικός προορισμός στην Κρήτη σήμερα, χρησιμοποιήθηκε ως αποικία λεπρών τον 20ό αιώνα.
2.Γενικά η νησιωτικότητα ορίζεται ως ο ιδιαίτερος γεωγραφικός, οικονομικός και κοινωνικός χαρακτήρας των νησιωτικών περιοχών, ο οποίος καθορίζεται από την εδαφική ασυνέχεια, την απομόνωση και τη δύσκολη πρόσβαση, την περιφερειακότητα. Είναι ένας περιεκτικός όρος που όπως είδαμε παραπάνω μπορεί να ορισθεί γεωμορφολογικά, ψυχολογικά, κοινωνικά, πολιτισμικά, οικονομικά, πολιτικά και διοικητικά, και ενεργειακά. Στη δεύτερη εργασία στην οποία θα αναφερθώ η νησιωτικότητα αναφέρεται στα «αντικειμενικά» χαρακτηριστικά των νησιών, αλλά και σε μια «αίσθηση».
