Τυχαίες Επινοήσεις                                       Η μετάφραση θα είναι διαθέσιμη σύντομα

(Από συνέντευξη της 8 Ιουνίου, 2015, στην διεύθυνση: https://www.europaeditions.com/review/2104)

Δημοσιογράφος: «Έχετε κάνει αναφορά στην εξαφάνιση—είναι ένα από τα επαναλαμβανόμενα θέματά σας.

Elena Ferrante: «Είναι ένα συναίσθημα που γνωρίζω καλά. Νομίζω ότι όλες οι γυναίκες το γνωρίζουν. Κάθε φορά που αναδύεται ένα κομμάτι σου που δεν συνάδει με κάποιο γυναικείο πρότυπο, κάνει τους πάντες νευρικούς και πρέπει να το ξεφορτωθείς γρήγορα. Ή… αν αρνηθείς να υποταχθείς, έρχεται η βία. Η βία έχει, τουλάχιστον στα ιταλικά, μια δική της ουσιαστική γλώσσα—χτυπώ/σπάω το πρόσωπό σου,  διαλύω το πρόσωπό σου. Βλέπεις; Αυτές είναι εκφράσεις που αναφέρονται στην αναγκαστική χειραγώγηση της ταυτότητας, στην ακύρωσή της. Είτε θα είσαι όπως λέω εγώ, είτε θα σε αλλάξω χτυπώντας σε μέχρι να σε σκοτώσω».

ΕΙΚΟΝΑ

Πρόσφατα διάβασα δύο non-fiction βιβλία που αγόρασα πριν από λίγο καιρό, το Πόλεμος και Παιδιά, γραμμένο το 1943 από τις ψυχαναλύτριες Anna Freud (Άννα Φρόιντ) και Dorothy Burlingham, το οποίο εστιάζει στο πώς ο πόλεμος επηρεάζει την ανάπτυξη των παιδιών, και οι οποίες υποστηρίζουν ότι «η ανάπτυξη απαιτεί τις δικές της συνθήκες, ανεξάρτητα από τον πόλεμο και την ειρήνη ή όλα τα άλλα γεγονότα που συμβαίνουν στον έξω κόσμο», και το Τυχαίες Επινοήσεις, μια συλλογή σύντομων κειμένων της Elena Ferrante. Έγραψα τα κείμενα και για τα δύο βιβλία ταυτόχρονα καθώς τα διάβαζα, σκεπτόμενη ότι ίσως τα δημοσιεύσω μαζί, όμως τελικά αποφάσισα να ανεβάσω αυτό που σχετίζεται με το βιβλίο της Ferrante και να κρατήσω το άρθρο το σχετικό με το έργο της Freud και της Burlingham για τον Αύγουστο.

Η Elena Ferrante / Έλενα Φερράντε είναι το ψευδώνυμο μιας Ιταλίδας συγγραφέα, η οποία έχει επαινεθεί ως «μία από τις σπουδαιότερες μυθιστοριογράφους της εποχής μας» και έχει λάβει πολλά βραβεία. Ωστόσο, παρά τη φήμη και την επιτυχία της, έχει επιλέξει να κρατήσει την ταυτότητά της κρυφή, θέλοντας να παραμείνει εντελώς ιδιωτική. Η διατήρηση της ανωνυμίας της ενδεχομένως της επιτρέπει να γράφει για πράγματα που διαφορετικά ίσως δεν θα είχε το θάρρος να ερευνήσει, και να διατηρεί έναν χώρο δημιουργικής ελευθερίας, ενισχύοντας την ικανότητά της να δημιουργεί και να δημοσιεύει με τους δικούς της όρους. Έχει δηλώσει ότι η ντροπαλότητα είναι επίσης ένας από τους λόγους πίσω από την επιλογή της. Επίσης η ανωνυμία ίσως της διευκολύνει τη ζωή και την εργασιακή της δραστηριότητα στο περιβάλλον της. Ωστόσο, αν και η Φερράντε αποφεύγει τη δημοσιότητα, το μυστήριο που περιβάλλει την ταυτότητά της και οι εικασίες που έχουν αναπτυχθεί γύρω από αυτήν έχουν πυροδοτήσει και μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το έργο της. Σε γραπτές συνεντεύξεις (αποφεύγει τις προσωπικές συνεντεύξεις) λέει ότι οι αναγνώστες μπορούν να εξαγάγουν το σχήμα της συγγραφέα από το βιβλίο και από το ίδιο το κείμενο. Στη συνέντευξη που αναφέρω παραπάνω, σχολιάζει ότι της φαίνεται ότι «το κενό που δημιουργήθηκε από την απουσία μου [της] γέμισε από το ίδιο το γράψιμο».

Από τις συνεντεύξεις και τα μη μυθοπλαστικά της έργα, είναι γνωστό ότι η Φερράντε γεννήθηκε στη Νάπολη, είναι κόρη μοδίστρας κι έχει ζήσει εκτός Ιταλίας. Φαίνεται ότι έχει μελετήσει τους Κλασσικούς  και ότι ήταν παντρεμένη. Είναι μητέρα και γιαγιά. Έχει δηλώσει ότι εκτός από τη συγγραφή, σπουδάζει, μεταφράζει και διδάσκει. Οι κριτικοί και οι αναγνώστες του έργου της έχουν συμπεράνει πολύ περισσότερα από τις μυθοπλαστικές ηρωίδες της, αλλά πολλά από αυτά τα συμπεράσματα μπορεί στην πραγματικότητα να μην είναι ακριβή. Οι ομοιότητες μεταξύ των χαρακτήρων της και αυτών που είναι γνωστά για τη ζωή της οδηγούν τους κριτικούς να θεωρούν το έργο της αυτοβιογραφικό σε μεγάλο βαθμό ή να υπονοούν ότι η μυθιστοριογράφος στα ναπολιτάνικα μυθιστορήματά της, Έλενα Γκρέκο, είναι το άβαταρ της Φερράντε. Ωστόσο, αυτό που μπορεί πραγματικά να γίνει γνωστό από τα μυθιστορήματά της είναι οι λέξεις και οι προτάσεις της, καθώς και τα μοτίβα του νου και της φαντασίας της. Στη συνέντευξη που αναφέρθηκε παραπάνω, η Φερράντε αναφέρεται στην Ο’ Ρουρκ, η οποία έγραψε ότι «η σχέση του αναγνώστη με μια συγγραφέα που επιλέγει να διαχωρίσει τον εαυτό της, ριζικά, από το δικό της βιβλίο «είναι όπως αυτή που έχουμε με έναν μυθοπλαστικό χαρακτήρα. Νομίζουμε ότι την γνωρίζουμε, αλλά αυτό που γνωρίζουμε είναι οι προτάσεις της, τα μοτίβα του νου της, το μονοπάτι της φαντασίας της.

Το βιβλίο της, Τυχαίες Επινοήσεις, το οποίο η Φερράντε περιγράφει ως «σύντομες σταγόνες μελανιού», αποτελείται από μια συλλογή σύντομων κειμένων που έγραψε κατά τη διάρκεια ενός χρόνου (2018), για μια εβδομαδιαία στήλη στην εφημερίδα The Guardian. Το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 2019 κι έχει εικονογραφηθεί από τον Andrea Ucini.

Τα θέματά της είναι ποικίλα: οι πρώτες φορές και ο πρώτος έρωτας, η κλιματική αλλαγή, η έχθρα και ο ανταγωνισμός μεταξύ των γυναικών, και γενικότερα των ανθρώπων, η φιλία και η σπανιότητα των καλών φίλων, η διαδικασία προσαρμογής των μυθιστορήματών της για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, ο γάμος, το γέλιο, ο εθισμός της στο κάπνισμα στο παρελθόν, οι φόβοι, οι ελλείψεις, η μητρότητα και οι κόρες, η τήρηση ημερολογίου, η επείγουσα ανάγκη της γραφής, πώς η γραφή απομακρύνει τη συγγραφέα από άλλες πτυχές της ζωής, ο ρόλος της τύχης στην ανακάλυψη κι επιτυχία ενός καλλιτέχνη, η γλωσσική εθνικότητα, η μετάφραση, μια άσκηση που η ίδια κάνει όπου επανεξετάζει και φαντάζεται τους άνδρες ήρωες στη λογοτεχνία ως γυναίκες, η ανωνυμία και τι μπορεί να ανακαλύψει κανείς για έναν καλλιτέχνη μόνο μέσα από το έργο του, ζητήματα φεμινισμού και τέχνης που παράγεται από γυναίκες, η δυσκολία των γυναικών να γίνουν ο εαυτός τους σε έναν κόσμο φτιαγμένο για άνδρες, η αίσθηση του να νιώθεις ότι δεν είσαι αρκετή, η ποίηση και η πεζογραφία, το  «εγώ ή ο εαυτός» σε μια παλιά φωτογραφία, ο καιρός και οι εποχές, τα θαυμαστικά, ο θάνατος, η θρησκεία, η αϋπνία, η ευχαρίστηση της μάθησης, η πολιτική της χώρας της κι ο κίνδυνος για τη δημοκρατία, «καθώς [ο δημαγωγός ηγέτης] χτυπάει τις ξενοφοβικές και ρατσιστικές γροθιές του στο τραπέζι», η ψυχανάλυση και η θεραπεία και η διαφορά εξουσίας που ενυπάρχουν στη σχέση αναλυτή-πελάτη, πώς η ταξινόμηση των ανθρώπων σε νικητές και ηττημένους είναι ταυτόχρονα σκληρή και αυθαίρετη, επειδή οι συνθήκες στο σημείο εκκίνησης είναι πολύ άδικες κι άνισες, η αγάπη για τις ταινίες και τις κινηματογραφικές εκδοχές ηθοποιών, και πώς η πραγματικότητα δεν μπορεί να μείνει μέσα στα κομψά καλούπια της τέχνης, η απελπισία και το αίσθημα απώλειας που κυριαρχεί στην ταινία Solaris του Αντρέι Ταρκόφσκι, τα κινητά τηλέφωνα, οι συνεντεύξεις, η αγάπη και ο «φόβος της» για τα φυτά, τα στερεότυπα, η συγγραφή για την οθόνη, η πανάρχαια συζήτηση για το τι είναι ταλέντο, ο κατακλυσμός από ειδήσεις στις μέρες μας, η λογοτεχνική καινοτομία, τα ψέματα, οι αλλαγές και τα νέα ξεκινήματα, και πολλά άλλα.

Μια επιλογή από μερικά σημεία (ενδιαφέροντα ή σοφά) που θίγει στο βιβλίο για μια ποικιλία θεμάτων:

Σχετικά με τις πρώτες φορές και τον πρώτο έρωτα, λέει ότι παρόλο που τους αποδίδουμε τη δύναμη του ανεπανάληπτου, τελικά καταπίνονται από όλες τις φορές που ακολούθησαν ή από τη μεταμόρφωσή τους σε συνήθεια. Σημειώνει ότι αυτό που ήμασταν στην αρχή είναι μόνο «μια αόριστη κηλίδα χρώματος που συλλογιζόμαστε από την κόγχη αυτού που έχουμε γίνει». Στο άρθρο της για τον φόβο, επισημαίνει ότι αυτό που ίσως πρέπει να φοβόμαστε περισσότερο είναι η οργή των φοβισμένων ανθρώπων. Σχετικά με τον θάνατο, μας λέει ότι καθώς περνάει ο καιρός, η ιδέα του ίδιου του θανάτου φαίνεται όλο και πιο ωχρή, και αυτό που είναι πραγματικά τρομακτικό είναι το τέλος μιας απολαυστικής ζωής, μιας γεμάτης ζωής. Σε σχέση με την πανάρχαια συζήτηση για το ταλέντο, σημειώνει ότι ο ποιητής (ή ο καλλιτέχνης) πρέπει να έχει όχι μόνο το χάρισμα του ταλέντου, και το προνόμιο και την κουλτούρα να μπορεί να το καλλιεργεί και να το βελτιώνει, αλλά και τύχη.

Όσον αφορά τη μυθοπλασία και τη μη μυθοπλασία, δηλώνει ότι η διαχωριστική γραμμή είναι μάλλον, όπως είχε πει η Βιρτζίνια Γουλφ, το πόση αλήθεια είναι σε θέση να συλλάβει η μυθοπλασία που είναι εγγενής στη γραφή. Σχετικά με το γέλιο και τη δύναμή του, πιστεύει ότι καμία εξουσία δεν έχει υποχωρήσει ποτέ χάρη στο γέλιο. «Η γελοιοποίηση, ναι, ενοχλεί τους ισχυρούς, αλλά δεν τους θάβει. Ωστόσο, προς το παρόν γελάμε, νιώθουμε την επιρροή τους στη ζωή μας να χαλαρώνει λίγο. Το γέλιο είναι ένας σύντομος, πολύ σύντομος, αναστεναγμός ανακούφισης». Στο απολαυστικό της άρθρο για το θαυμαστικό, η Φερράντε μας λέει αρχικά ότι εκφράζεται με αυτοσυγκράτηση, τείνοντας προς τον αυτοσαρκασμό, και θαυμάζει όσους διατηρούν μια ήρεμη συμπεριφορά κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης / διαφωνίας. Στη συνέχεια, λέει ότι σε ένα κείμενο ένα θαυμαστικό θα πρέπει να γίνεται κατανοητό διαβάζοντας το κείμενο και δεν υπάρχει λόγος να το προσθέσουμε στο τέλος, αλλά στις μέρες μας οι συγγραφείς είναι υπερβολικά γενναιόδωροι στα μηνύματα (SMS), στις συνομιλίες στο WhatsApp και σε email. Τέλος, προσθέτει: «Τουλάχιστον γραπτώς θα πρέπει να αποφεύγουμε να ενεργούμε σαν τους φανατικούς παγκόσμιους ηγέτες που απειλούν, διαπραγματεύονται, κάνουν συμφωνίες και μετά αγαλλιάζουν όταν κερδίζουν, ενισχύοντας τους λόγους τους με το προφίλ ενός πυρηνικού πυραύλου στο τέλος κάθε άθλιας πρότασης».

Υπάρχει επίσης ένα ενδιαφέρον σύντομο δοκίμιο με τίτλο Γλωσσική Εθνικότητα. Μας λέει ότι παρόλο που αγαπά τη χώρα της, οι απλοποιημένες εκδοχές των εθνικών χαρακτηριστικών πρέπει να αμφισβητηθούν. Η ίδια, για παράδειγμα, δεν χωνεύει καλά την πίτσα και τρώει πολύ λίγα μακαρόνια, δεν μιλάει δυνατά, δεν χειρονομεί και μισεί όλες τις μαφίες. Το να είναι Ιταλίδα, για εκείνη, ξεκινά και τελειώνει με το γεγονός ότι μιλάει και γράφει στην ιταλική γλώσσα, η οποία όπως όλες οι γλώσσες είναι «μια συλλογή της ιστορίας, της γεωγραφίας, της υλικής και πνευματικής ζωής, των κακών και των αρετών, όχι μόνο εκείνων που τη μιλούν, αλλά και εκείνων που την έχουν μιλήσει ανά τους αιώνες. Οι λέξεις, η γραμματική, η σύνταξη είναι μια σμίλη που διαμορφώνει τη σκέψη μας…». Υπάρχει επίσης ένα άρθρο αφιερωμένο στη μετάφραση, στο οποίο σημειώνει ότι «οι μεταφραστές μεταφέρουν έθνη σε άλλα έθνη». Όσον αφορά τον εθισμό της στο κάπνισμα κατά το παρελθόν, σχολιάζει ότι ανακάλυψε ότι δεν μπορούσε να κόψει το τσιγάρο, επειδή φοβόταν να δει τον κόσμο σε όλη του την αιχμηρή καθαρότητα.

Σχετικά με την τέχνη και την ανωνυμία, η Ferrante μας λέει ότι από την εφηβεία της άρεσε ο όρος «άγνωστος», ο οποίος μας εξηγεί, σημαίνει ότι το μόνο που μπορούμε να γνωρίζουμε για το άτομο που δημιούργησε έναν πίνακα είναι το έργο που έχουμε μπροστά στα μάτια μας. Μπροστά της βρίσκεται απλώς η σύνθεση ενός ανθρώπου που επικαλέστηκε την εφευρετική του ενέργεια για να δημιουργήσει και ότι μπορεί να αφοσιωθεί στο καθαρό αποτέλεσμα μιας δημιουργικής χειρονομίας, χωρίς να ανησυχεί για ένα μεγάλο ή μικρό όνομα. Γράφει επίσης για το πώς όταν γράφει της αρέσει να εμβαθύνει σε συνηθισμένες καταστάσεις και συναισθήματα κι επιμένει να εκφράζει όλα όσα έχουμε την τάση να αποσιωπούμε. Την ενδιαφέρει να προκαλεί σύγχυση, να πιέζει τον εαυτό της να υπερβεί τα φαινομενικά, να σαρώνει την αντίσταση του συνηθισμένου και να αναζητά λέξεις που θα αναδείξουν έστω και λίγο το εξαιρετικό που κρύβεται στο συνηθισμένο.

Σχετικά με τη δημιουργική ελευθερία, λέει ότι αν κι ένα μέρος του εαυτού της θα ήθελε η κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος της να είναι πιστή στην ιστορία της, όμως ο λιγότερο πρωτόγονος και κτητικός εαυτός της γνωρίζει ότι διακυβεύεται κάτι πολύ πιο σημαντικό από αυτό το ένστικτο να προστατεύσει τις δικές της δημιουργίες, επειδή στις γυναίκες συγγραφείς (καλλιτέχνες) εξακολουθούν να τους παραχωρούν το μπαλκόνι… Γράφει: «Μια άλλη γυναίκα βρήκε σε αυτό το κείμενο έναν καλό λόγο να δοκιμάσει τις δημιουργικές της ικανότητες. Η Gyllenhaal αποφάσισε, δηλαδή, να δώσει κινηματογραφική μορφή όχι στην δική μου εμπειρία του κόσμου αλλά στη δική της… Στη μεγάλη αποθήκη των τεχνών, που έχει στηθεί κυρίως από άνδρες, οι γυναίκες έχουν αναζητήσει για σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα τα μέσα και τις ευκαιρίες να δώσουν μια δική τους μορφή σε όσα έχουν μάθει από τη ζωή. Δεν θέλω λοιπόν να πω: πρέπει να μείνεις μέσα στο κλουβί που εγώ κατασκεύασα».

Αυτή η συλλογή σύντομων δοκιμίων περιλαμβάνει επίσης ένα άρθρο για τον δεσμό μεταξύ μητέρων και κορών. Σημειώνει: «Ένας μυστικός λώρος που δεν μπορεί να κοπεί μας δένει με τα σώματα των μητέρων μας: δεν υπάρχει τρόπος να αποκολληθούμε, ή τουλάχιστον εγώ δεν το κατάφερα ποτέ. Είναι αδύνατο να επιστρέψω μέσα της. Είναι δύσκολο να ξεπεράσω τη σκιά της». Όσον αφορά τις νεότερες γενιές, φοβάται τις γενιές που δεν αφήνουν περήφανα τους γονείς τους πίσω, αλλά και εκείνες που, στα είκοσι, αφήνουν πίσω τους γονείς τους για να ασπαστούν τα ήθη των παππούδων και των προ-παππούδων και επιθυμούν να αντικαταστήσουν τον σημερινό κόσμο με «μια χρυσή εποχή όπου όλοι γνώριζαν τη θέση τους, δηλαδή, σε ένα καθεστώς που βασίζεται σε σεξιστικές και ρατσιστικές ιεραρχίες». Συνεχίζει λέγοντάς μας ότι αγαπά τους νέους που αγωνίζονται να δώσουν στην εποχή τους μια νέα μορφή κι απαιτούν μια καλύτερη ζωή για ολόκληρη την ανθρώπινη φυλή, κι ελπίζει ότι οι κόρες της θα παραμείνουν έτσι για πολύ καιρό, και στη συνέχεια, όπως είναι η φυσική τάξη των πραγμάτων, καθώς μεγαλώνουν, «θα με βρουν μέσα τους, θα ανακαλύψουν σωματικές λεπτομέρειες, εκλάμψεις προσωπικότητας, σκέψεις, και θα μάθουν να με καλωσορίζουν, να μου κάνουν χώρο. Όπως συνέβη με τη μητέρα μου κι εμένα, θα ανακαλύψουν ότι, ακόμα και αν παραδεχτούν ότι είναι εν μέρει εγώ, θα συνεχίσουν να είναι ο εαυτός τους. Στην πραγματικότητα, θα είναι ο εαυτός τους πληρέστερα, με μεγαλύτερη αυτονομία».

Σχετικά με το μέλλον της ανθρωπότητας, σχολιάζει ότι είναι επείγον εμείς οι άνθρωποι να μάθουμε να κάνουμε αυτοκριτική και να μάθουμε να αντιμετωπίζουμε την αλήθεια του εαυτού μας, προτού καταστραφούμε από την πεισματική μας απόφαση να γίνουμε αθάνατοι. «Το μέλλον που με ενδιαφέρει», γράφει η Φερράντε, «είναι ένα μέλλον απόλυτης ανοιχτότητας στον άλλον, σε κάθε ζωντανό ον, σε όλα όσα είναι προικισμένα με την πνοή της ζωής». Και αλλού γράφει: «Ήταν δυνατόν ο άνθρωπος-ζώο, αυτό το απειροελάχιστο κομμάτι της φύσης, κατά τη διάρκεια της σύντομης ιστορίας του να είχε καταφέρει να βλάψει ανεπανόρθωτα όλα τα υπόλοιπα;» Όσο για την καταιγισμό από ειδήσεις, ψεύτικων και πραγματικών, σημειώνει ότι για εκείνη «το πρόβλημα δεν είναι, επομένως, να παραμένει καλά ενημερωμένη, αλλά να εντοπίζει μέσα στη μάζα των άσκοπα ενισχυμένων ειδήσεων αυτό που θα με [τη] βοηθήσει να διακρίνω[ει], με την πάροδο του χρόνου, το αληθινό και το ψεύτικο, το καλύτερο και το χειρότερο: αυτό είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο». Αναρωτιέται γιατί ορισμένοι άνθρωποι μας φαίνονται τόσο διαφορετικοί που δεν μπορούμε να τους αποδεχτούμε, δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε την ανθρώπινη φύση τους, κι αναρωτιέται αν λίγη καλή θέληση θα μπορούσε να εξαλείψει οποιονδήποτε λόγο για εχθρότητα. Καταλήγει με σκέψεις σχετικά με το ζήτημα της ανισότητας, η οποία, όπως επισημαίνει, «δημιουργεί μια εξαιρετική σπατάλη από μυαλά και δημιουργικές ενέργειες, οι οποίες, αν εκπαιδεύονταν και αξιοποιούνταν, πιθανότατα θα έκαναν την ιστορία μας ένα ενεργό εργαστήριο για την αποκατάσταση της ζημιάς που έχουμε προκαλέσει μέχρι στιγμής – ή τουλάχιστον για τον έλεγχο των επιπτώσεών της, αντί για μια αφόρητη λίστα φρικαλεοτήτων».

Συμπερασματικά, ένιωσα ότι κάθε σύντομο κείμενο του βιβλίου μας επιτρέπει να ρίξουμε μια ματιά στον εσωτερικό κόσμο και τη ζωή της συγγραφέα, κι επίσης μας δίνει πληροφορίες για την άποψή της για τη ζωή. Το γράψιμό της εδώ φαίνεται αυτο-ερευνητικό, επείγον και προσωπικό, διατηρώντας παράλληλα την ανωνυμία της. Η Φερράντε σημειώνει ότι η συγγραφή αυτών των εβδομαδιαίων δοκιμίων ήταν μια μόνιμη έκθεση θραυσμάτων του εαυτού της. Επίσης, μια φεμινιστική προσέγγιση διατρέχει τα κείμενά της. Σε μια κριτική του έργου της, μια κριτικός γράφει ότι τα βιβλία της επηρεάζονται από τον φεμινισμό του δεύτερου κύματος, ιδιαίτερα από Ιταλίδες φεμινίστριες όπως η Luisa Murano και συγγραφείς όπως η Helene Cixous, η οποία έχει γράψει ότι «οι γυναίκες πρέπει να γράφουν οι ίδιες: πρέπει να γράφουν για τις γυναίκες και να τις φέρνουν στο γράψιμο, από όπου έχουν εκδιωχθεί……….. Η γυναίκα πρέπει να βάλει τον εαυτό της στο κείμενο – όπως και στον κόσμο και στην ιστορία…». Η Ferrante αποκαλεί αυτή την ανάκτηση της φωνής, γυναικεία αποξένωση-συμπερίληψη / female alientation-inclusion. Φαίνεται να έλκεται από τους τρόπους με τους οποίους οι γυναίκες λειτουργούν και επιβιώνουν σε μια κοινωνία που κυριαρχείται από τους άνδρες και την εξουσία τους. Είναι επίσης χρήσιμο να έχουμε κατά νου ότι οι ιστορίες της είναι ενσωματωμένες σε συγκεκριμένα πλαίσια κι εποχές. Γράφει για το τι περιβάλλει τις ηρωίδες της, για παράδειγμα τη μεταπολεμική Νάπολη, πώς οι άλλοι και η φωνή τους τις διαπερνούν και τι σημαίνει να απορροφάς τη φωνή του άλλου.

 

Graffitti

«Περνάς μπροστά από νεαρούς άνδρες και κορίτσια που κάθονται στα σκαλιά, περιπλανιέσαι σαστισμένος ανάμεσα σε αυτούς τους αυστηρούς τοίχους που τα χέρια των φοιτητών έχουν αραβουργήσει με τεράστια κεφαλαία γράμματα και λεπτομερή γκράφιτι, ακριβώς όπως οι άνθρωποι των σπηλαίων ένιωθαν την ανάγκη να διακοσμήσουν τους κρύους τοίχους των σπηλαίων τους για να γίνουν κύριοι του βασανιστικού άγνωστου ορυκτού, να τα κάνουν οικεία, να τα αδειάσουν στον δικό τους εσωτερικό κόσμο, να τα προσαρτήσουν στη φυσική πραγματικότητα της ζωής». Ίταλο Καλβίνο

Η σημερινή ανάρτηση αφορά το γκράφιτι και το βιβλίο της Madeleine Pelling, Writing on the Wall / Γραφή πάνω στον Τοίχο ή Γράφοντας στον Τοίχο. Η Pelling είναι Βρετανίδα ιστορικός πολιτισμού, συγγραφέας, podcaster και συνεργάτιδα σε προγράμματα της τηλεόραση και του ραδιοφώνου, η οποία έχει λάβει ερευνητικές υποτροφίες στα πανεπιστήμια του Γέιλ, Εδιμβούργου και Μάντσεστερ, και είναι μέλος της Βασιλικής Ιστορικής Εταιρείας. Με αυτό το βιβλίο μας μεταφέρει πίσω στο χρόνο, ζωντανεύοντας την ατμόσφαιρα των χώρων και τα ιστορικά γεγονότα που αναλύει. Η Pelling έχει καταφέρει όχι μόνο να αφηγηθεί την ιστορία και την εξέλιξη του γκράφιτι, τοποθετώντας το παράλληλα στο επίκεντρο ιστορικών γεγονότων και αρχιτεκτονικών χώρων, αλλά και να ζωντανέψει τη ζοφερή πραγματικότητα και την ατμόσφαιρα των περιόδων στις οποίες αναφέρεται. Επιπλέον, στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου κάνει ένα σύντομο κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό σε σχέση με σύγχρονα γεγονότα κι εξελίξεις.

Η Pelling έχει αναζητήσει τις κρυμμένες φωνές της Βρετανίας κυρίως του 18ου αιώνα, μιας ταραγμένης και μεταβατικής ιστορικής περιόδου, και μιας εποχής που ο καθένας μπορούσε με ένα αιχμηρό αντικείμενο ή ένα κομμάτι κιμωλίας ή κάρβουνου να αφήσει το σημάδι του σε τοίχους, οροφές, παράθυρα, πόρτες, αλλά και δημόσια μνημεία. Μέσω των γκράφιτι που έκαναν τόσο οι φτωχοί όσο και οι πλούσιοι, οι απλοί άνθρωποι και οι πολίτες της ανώτερης τάξης και προσωπικότητες της βουλής, μπορούμε να εξετάσουμε αυτές τις κατά τα άλλα αόρατες ιστορίες και να αποκτήσουμε μια εικόνα για μια ταραχώδη εποχή στη βρετανική ιστορία. Η Pelling μας λέει ότι το γκράφιτι είναι μία από τις εκατοντάδες λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί τους τελευταίους αιώνες για να περιγράψουν αυτό το είδος έκφρασης κι επικοινωνίας μέσω λέξεων, συμβόλων και εικόνων – μια μορφή έκφρασης και επικοινωνίας που μπορούμε να βρούμε στο πέρασμα του χρόνου από τους Αρχαίους Αιγύπτιους μέχρι κι σήμερα. Συζητά τη σημασία του γκράφιτι στην αποκάλυψη ανείπωτων ιστοριών που διαφορετικά θα είχαν χαθεί στο χρόνο, και πώς αυτή η μορφή δημιουργίας κι έκφρασης μας επιτρέπει να ρίξουμε μια ματιά στο πώς ήταν η ζωή στα παρασκήνια.

Το βιβλίο είναι οργανωμένο σε τρία μέρη, τα οποία περιλαμβάνουν τρεις διαφορετικές περιόδους: (1688-1740), (1740-1780) και (1780-1800), εστιάζει τόσο στο περιεχόμενο όσο και στις τοποθεσίες των γκράφιτι, και επίσης περιλαμβάνει εικονογραφήσεις, φωτογραφίες και έργα τέχνης. Ξεκινά με τη σειρά χαρακτικών του William Hogarth, Τα Τέσσερα Στάδια της Σκληρότητας. Καθώς περιγράφει μια σκηνή, σε κάποιο σημείο γράφει: «Παράλληλα με αυτή τη συγκρουσιακή συνάντηση μεταξύ της υποτιθέμενης υψηλής και της κατώτερης ζωής, της βασιλικής ηθικής και της ποταπότητας των πληβείων, ένας τρίτος άνδρας γράφει στον τοίχο…». Συνεχίζει παρέχοντας μια σύντομη κοινωνικοοικονομική κριτική σχολιάζοντας: «Η σκηνή διαπερνά την κριτική των ανισοτήτων και των βαρβαροτήτων που ο Hogarth και οι σύγχρονοί του παρατηρούσαν παντού γύρω τους τον δέκατο όγδοο αιώνα». Θέτει ερωτήματα όπως το αν όσοι είχαν γεννηθεί μέσα σε μια ζωή φτώχειας και εγκλήματος ήταν προορισμένοι να τη διαιωνίσουν, και ποιος ήταν ο ρόλος της γραφής στον τοίχο στη διαμάχη μεταξύ των ζοφερών πραγματικοτήτων που αντιμετώπιζαν εκείνη την εποχή τόσοι πολλοί από τους φτωχούς του έθνους με τις αναδυόμενες ιδέες του Διαφωτισμού εκείνα τα χρόνια.

Μας εξηγεί ότι καθώς ο αλφαβητισμός αυξανόταν στον πληθυσμό γενικότερα και καθώς άρχισε να αναδύεται μια δημόσια σφαίρα [η οποία ορίζεται από χώρους όπως καφενεία, ταβέρνες, χώρους ποτού, οίκους ανοχής, και η οποία τροφοδοτείται από συζητήσεις], η γραφή σε τοίχους και άλλες επιφάνειες προσέφερε έναν σχετικά μη αστυνομευόμενο κι ελεγχόμενο τρόπο να ακουστεί κανείς. Τα μηνύματα σε αυτές τις επιφάνειες είχαν απομακρυνθεί από τα θρησκευτικά και οικιακά πλαίσια των προηγούμενων αιώνων για να μπορέσουν  ν’ αντικατοπτρίσουν τον νέο, πιο σύνθετο κόσμο, καθώς οι πόλεις και οι κωμοπόλεις ξαναχτίζονταν μετά τον εμφύλιο πόλεμο, την πανούκλα και, στην περίπτωση του Λονδίνου, την πυρκαγιά του προηγούμενου αιώνα, τροφοδοτούμενες από τον πλούτο μιας επεκτεινόμενης αυτοκρατορίας. Η Pelling γράφει ότι ζητήματα όπως το δικαστικό και το ποινικό σύστημα, μια ποικιλία ανισοτήτων και ζητημάτων κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, καθώς και ο θρησκευτικός χαρακτήρας του έθνους ή το πού τελείωνε η ​​εξουσία του μονάρχη και ξεκινούσε αυτή του Κοινοβουλίου, όλα συζητιούνταν και το αποτύπωμα αυτών των συζητήσεων υπήρχε σε τοίχους και άλλες επιφάνειες. Τα μηνύματα περιελάμβαναν οτιδήποτε, από πολιτικά συνθήματα και ζωγραφιές και σκίτσα, μέχρι ερωτικές επιστολές, σατιρικά ποιήματα και σημειώματα δυσαρέσκειας, θυμού, μίσους, αντίστασης και οικονομικής καταστροφής, συκοφαντικές κατηγορίες, θρησκευτικές ή προφητικές προειδοποιήσεις, ακόμη και κριτικές για υπηρεσίες σε πορνεία.

Διαβάζοντας το βιβλίο καταλαβαίνουμε πώς χαράσσοντας ή γράφοντας κάτι όχι μόνο στη σελίδα, αλλά και στον τοίχο, μπορούσε να αλλάξει ζωές, να μεταβάλει την κοινή γνώμη και τα συναισθήματα του κόσμου και να διαμορφώσει πολιτικά γεγονότα. Αυτό γίνεται εξαιρετικά σαφές καθώς διαβάζουμε πώς οι έντονες πολιτικές και θρησκευτικές συγκρούσεις της εποχής απεικονίζονταν σε γκράφιτι σε όλη τη χώρα, καθώς και στο πεδίο της μάχης, και πώς ένα απλό σημείωμα με κιμωλία μπόρεσε να πυροδοτήσει γεγονότα όπως η σύλληψη και η εκτέλεση μιας μετανάστριας, Ρωμαιοκαθολικής μαίας, γεγονός που στη συνέχεια συνέβαλε σε περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων Καθολικών-Προτεσταντών, την εκθρόνιση του Καθολικού Βασιλιά από τον Γουλιέλμο και τη Μαίρη στα τέλη του 1688, και σε ότι άλλο ακολούθησε.

Μία από τις πηγές της Pelling είναι μια δημοσιευμένη συλλογή από γκράφιτι που βρέθηκαν σε καφενεία, ταβέρνες, δρόμους και τουαλέτες του Λονδίνου, με τίτλο, The Merry-Thought; or, The Glass-Window and Bog-House Miscellany, από έναν ανώνυμο συγγραφέα το 1731. Αυτό το έργο θα γινόταν best seller, πιθανώς επειδή τα καταγραμμένα μηνύματα αντηχούσαν τις μη αρθρωμένες κοινές πτυχές, επιθυμίες, μυστικές σκέψεις, φόβους, απώλειες, παράπονα και προκαταλήψεις των αναγνωστών. Η Pelling σημειώνει ότι η γραφή στους τοίχους του Λονδίνου χρησίμευε ως μια ορατή υπενθύμιση της τραγικής ανισότητας που βασίλευε και της εύθραυστης ισορροπίας δυνάμεων. Γράφει: «Το Λονδίνο ήταν μια πόλη με δύο πρόσωπα: ένα αξιοσέβαστο, ευγενικό και πουδραρισμένο λούστρο και μια πιο άσχημη, σημαδεμένη πραγματικότητα που κρυβόταν από κάτω. Αυτοί οι κόσμοι δεν υπήρχαν μεμονωμένα, αλλά μάλλον δίπλα-δίπλα, μερικές φορές στους ίδιους δρόμους, σπίτια, ακόμη και δωμάτια». Εν τω μεταξύ, το 1720, η κατάρρευση της South Sea Company, η οποία αρχικά είχε συσταθεί για να προμηθεύει σκλάβους Αφρικανούς σε φυτείες στην Αμερική και η οποία είχε αποφέρει πολύ πλούτο, έλαβε χώρα, με καταστροφικές συνέπειες, όπου χάθηκαν πολλές περιουσίες και πολλοί χρεοκόπησαν.

Όσοι πάλι βρήκαν τους κόσμους τους συρρικνωμένους στο μέγεθος ενός κελιού φυλακής επίσης άφησαν τα ίχνη τους σε τοίχους κι επιφάνειες. Η Pelling μας λέει ότι οι φυλακές ήταν μικρόκοσμοι της κοινωνίας του βασιλιά Γεωργίου, μικρογραφίες, κλειστοί χώροι με τις δικές τους ξεχωριστές κουλτούρες και οικονομίες, όπου κράτος και υπήκοος συγκρούονταν. Γράφει ότι εκείνη την εποχή τα όρια μεταξύ κοινωνικής τάξης, εξουσίας και ηθικής θόλωναν τακτικά, και η φτώχεια, τα αυξανόμενα χρέη, οι προκαταλήψεις, η φιλοδοξία, η απληστία ή η εκδίκηση, μπορούσαν να ρίξουν «πολλούς Βρετανούς στο έλεος μιας διεφθαρμένης δικαιοσύνης και των σωφρονιστικών συστημάτων που είχαν ως αποστολή τη διατήρηση της τάξης σε μια ταχέως μεταβαλλόμενη κοινωνία. Προσθέτει ότι οι κίνδυνοι άδικης μεταχείρισης, δικαστικών σφαλμάτων κι εκμετάλλευσης ήταν υψηλοί, τα κελιά υγρά και άθλια, οι ασθένειες ήταν διάχυτες στις φυλακές, η δωροδοκία πολλαπλασιαζόταν, η μεταχείριση των κρατουμένων υπόκειντο στις ιδιοτροπίες και τις προσωπικότητες των δεσμοφυλάκων, άτομα που είχαν χρεοκοπήσει ή είχαν χρέη στοιβάζονταν μαζί με καταδίκους που είχαν διαπράξει σοβαρά εγκλήματα, οι κρατούμενοι είχαν λίγα δικαιώματα ή πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη, και χρησιμοποιούνταν ακόμη και ως ιατρικά πειραματόζωα. Οι επιχειρηματίες δεσμοφύλακες χρέωναν τέλη επισκέψεων, ώστε οι περίεργοι να μπορούν να κοιτάζουν μέσα στα κελιά, καθιστώντας τους κρατούμενους «περίεργα αντικείμενα προς παρατήρηση και χαρακτήρες προς επαναπροσδιορισμό στο μυαλό των μαζών».

Επιπλέον, πολλοί από τους κρατούμενους στις φυλακές ήταν καθ’ οδόν προς τις αποικίες, μια πρακτική που ενίσχυε το αποικιακό εργατικό δυναμικό παρέχοντας ικανά σώματα σε αποικίες στην Αμερική κι αργότερα στην Αυστραλία. Αυτοί πιθανά να ήταν μερικοί από τους τυχερούς, αφού εκείνη την εποχή 200 εγκλήματα επέσυραν τη θανατική ποινή! Οι κρατούμενοι χάραζαν τα αρχικά τους, τα ονόματά τους, ποιήματα και στιχάκια, τις προσευχές και τις εξομολογήσεις τους, τα περιγράμματα αντικειμένων όπως όπλα και αγχόνες, πλοία, κτίρια, ακόμη και περίτεχνους δρόμους, στην επιφάνεια των τοίχων της φυλακής. Η Pelling γράφει: «Το γκράφιτι ήταν η γλώσσα των αποκλεισμένων κι ένα ανεκτίμητο μέσο για την επιβολή αυτονομίας κι αντίστασης σε ένα σύστημα που επέτρεπε ελάχιστη διατήρηση του εαυτού». Με ένα κομμάτι κάρβουνο ή κιμωλία, φωτιά, αίμα ή οποιοδήποτε αιχμηρό αντικείμενο, οι κρατούμενοι έλεγαν τις ιστορίες τους για να διεκδικήσουν τον εαυτό τους ως θύματα ή θύτες, και τα σκαλίσματα και γραψίματα τους αποκαλύπτουν πολλά για το πώς οι κατάδικοι έβλεπαν τον εαυτό τους και την κοινωνία που τους είχε καταδικάσει και περιθωριοποιήσει. Σήμερα, μερικά από αυτά τα σημειώματα ή σχέδια έχουν βρει τον δρόμο τους σε έργα σύγχρονων καλλιτεχνών που προσπαθούν να απεικονίσουν αυτούς τους χώρους φυλάκισης, θολώνοντας τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας, υψηλής τέχνης και του υποτιθέμενου πρωτογονισμού αυτού του υλικού.

Ανιχνεύοντας την ιστορία του γκράφιτι, το βιβλίο μας επιτρέπει να επισκεφτούμε σημαντικά γεγονότα όπως η βιομηχανική επανάσταση και οι αλλαγές που έφερε, οι εξεγέρσεις των Ιακωβιτών στη Σκωτία και τη βόρεια Αγγλία, η σύγκρουση με τη Γαλλία και την Ισπανία και η επανάσταση στις αμερικανικές αποικίες, η βρετανική αναταραχή τον Ιούνιο του 1780 και ο φόβος εξέγερσης. Στη συνέχεια, το 1789, όταν μια βίαιη εξέγερση κατέκλυσε το Παρίσι, αδειάζοντας τη Βαστίλη από τους κρατούμενους της και σηματοδοτώντας τη συμβολική έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης, το άγχος σε όλη τη Μάγχη έφτασε σε νέα ύψη. Η Pelling γράφει ότι οι Βρετανοί χρησιμοποίησαν τα γκράφιτι ως όπλα για να αγωνιστούν για τους σκοπούς τους και ότι ο ρόλος των γκράφιτι έριξε μια μακρά σκιά στις τελευταίες δεκαετίες του δέκατου όγδοου αιώνα. Σημειώνει ότι τόσο η γραφή στον τοίχο όσο κι ένα αναδυόμενο ιερογλυφικό λεξιλόγιο είχαν αποδειχθεί «ένα τρομερό εργαλείο στο οπλοστάσιο των επαναστατών, που διατυπώνοντας την στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, επισημαίνοντας τη διαφορά και κατευθύνοντας τα πλήθη».

Σε όλες τις επιφάνειες της Βρετανίας και των αποικιών της, τα γκράφιτι βοηθούσαν να τεθούν ερωτήματα σχετικά με τη φύση της ελευθερίας και ποιος τη δικαιούνταν και ποιος δεν την δικαιούνταν. Τον 18ο αιώνα, οι φτωχοί της υπαίθρου της Βρετανίας είχαν μεταβεί από τα χωράφια σε αστικά εργοστάσια, όπου οι περισσότεροι ζούσαν σε άθλιες συνθήκες. Αυτό οδήγησε τα εργατικά συνδικάτα να παραπονεθούν για την μηχανοποίηση της προηγουμένως εξειδικευμένης εργασίας και να υποστηρίξουν τα βασικά δικαιώματα και τους αξιοπρεπείς μισθούς. Το γκράφιτι, για άλλη μια φορά, προσέφερε έναν σχετικά μη λογοκριμένο και ανώνυμο τρόπο διαμαρτυρίας ενάντια στην εμπορευματοποίηση της ανθρώπινης εργασίας και την εξαφάνιση της χειροτεχνίας και της τοπικής κοινότητας. Εν τω μεταξύ, κατά τα πρώτα χρόνια του Ρομαντισμού, οι καλλιτέχνες εξερευνούσαν νέους τρόπους γραφής, ζωγραφικής και ύπαρξης, απαλλαγμένους από προηγούμενες καλλιτεχνικές και κοινωνικές συμβάσεις, και ως μέρος αυτής της πολιτισμικής αναδιαμόρφωσης, σημειώνει η Pelling, το γκράφιτι εξελισσόταν γρήγορα σε μια συντομογραφία της πνευματικής απελευθέρωσης.

Επιπλέον, και οι στρατιώτες, και στις δύο πλευρές των αγγλικών εμφυλίων πολέμων, αρέσκονταν στο να αφήνουν το στίγμα τους και τα ονόματα των μαχών που συμμετείχαν. Για τους στρατιώτες και τους ναύτες που υπηρετούσαν σε όλη τη Βρετανική Αυτοκρατορία, το γκράφιτι ήταν ένα εργαλείο για να σηματοδοτήσουν την ύπαρξή τους σε μια ζωή γεμάτη κινδύνους και χωρίς εγγύηση επιβίωσης. Η  Pelling μας λέει ότι μεταξύ των πιο παραγωγικών «γκραφιτάδων» της βρετανικής αυτοκρατορίας ήταν οι ναύτες της. Ωστόσο, καθώς αναδύονταν νέες ιδέες γύρω από την αξία της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας και της ανθρώπινης ζωής, και εν μέσω των αυξανόμενων εκκλήσεων για την κατάργηση της δουλείας, το γκράφιτι ασκούνταν επίσης από ένα ευρύ φάσμα ατόμων σε όλο τον αποικιακό κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των καταπιεσμένων και των σκλάβων.

Οι αιχμάλωτοι πολέμου επίσης γέμιζαν τους τοίχους των χώρων κράτησης τους, όπως κάστρα, πύργους και πλοία φυλακές. Η Pelling μας λέει ότι το 1815 περίπου 250, 000 χιλιάδες  αιχμάλωτοι πολέμου, κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά Γάλλοι, κρατούνταν στη Βρετανία. Μεταξύ αυτών των κρατουμένων ήταν και σκλάβοι άνδρες και γυναίκες από την Καραϊβική, οι οποίοι είχαν προσκληθεί να πολεμήσουν με αντάλλαγμα την ελευθερία τους. Μέσω της γραφής και των σχεδίων στον τοίχο, δήλωναν την εθνική και πολιτική τους αφοσίωση μέσα από τους καταπιεστικούς χώρους φυλάκισης. Τα γκράφιτι, γράφει η Pelling, μπορούσαν να παρακολουθήσουν την πρόοδο του αποικισμού σε στεριά και θάλασσα και να τεκμηριώσουν την αντίστασή, παρέχοντας μια αξιοσημείωτη καταγραφή της ανθρώπινης σκέψης, των συναισθημάτων και του αγώνα για ελευθερία.

Ένα διαφορετικό σύνολο κρατουμένων σε μια διαφορετική εποχή, κυρίως στις περιόδους των Τυδώρ και των Ελισαβετιανών, άφησε επίσης το στίγμα του στον τοίχο, μερικές φορές με πιο περίτεχνα γκράφιτι όπως αυτά στον Πύργο του Λονδίνου, ένα από τα πιο διάσημα ιστορικά κτίρια της Βρετανίας, το οποίο  εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται ως εργαλείο του κράτους τον 18ο αιώνα. Γκράφιτι σε κώδικες και σύμβολα καταδικασμένων βασιλισσών, μαρτύρων υπηρετών και υπηρετριών, και επαναστατών ανακαλύφθηκαν το 1796 από τον John Brand, για τον οποίο, γράφει η Pelling, «τα γκράφιτι των καταδικασμένων αντιπροσώπευαν όχι μόνο στιγμές στην πολιτική ιστορία – τις μηχανορραφίες της αυλής του δέκατου έκτου και δέκατου έβδομου αιώνα ειδικότερα – αλλά και την ανθρώπινη αγωνία / πόνο». Επίσης, εκείνη την εποχή, η εκτέλεση του γαλλικού βασιλικού ζεύγους είχε σκορπίσει πανικό στους Βρετανούς ευγενείς, και ο Brand γνώριζε την ασταθή πολιτική κατάσταση και το ότι, όπως σχολιάζει η Pelling, η συγγραφή ιστορίας ήταν (κι εξακολουθεί να είναι) μια ταραγμένη και περίπλοκη υπόθεση, και υπήρχαν ζητήματα αυθεντικότητας και πολιτικής που έπρεπε να ληφθούν υπόψη, επειδή αυτό το υλικό από το παρελθόν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να αποκαλύψει περισσότερες από μία αφηγήσεις ανάλογα με το ποιος τις έλεγε.

Στο βιβλίο περιλαμβάνεται επίσης μια ιστορία που καταδεικνύει πόσο συνδέονται οι προσωπικές ζωές και τα κοινωνικοοικονομικά πλαίσια αυτών. Μας αφηγείται την ιστορία ενός ιδιαίτερα σεβαστού στο επάγγελμά του κεραμικού ζωγράφου, κι ενός γενναιόδωρου κι αγαπημένου ατόμου, του James Doe, ο οποίος αυτοκτόνησε το 1979, αφού άφησε μια μακροσκελή επιστολή αυτοκτονίας, αν μπορούσε κανείς να την ονομάσει έτσι, κάτι που ήταν συνηθισμένο εκείνη την εποχή, όχι σε χαρτί αλλά στον τοίχο του τελευταίου μέρους που διέμενε. Η Pelling σημειώνει: «Η ιστορία του Doe ήταν μια ιστορία εφευρετικότητας, τέχνης, βιομηχανικής κατασκοπείας, ανισότητας και προδοσίας». Συζητά πώς μια βαθιά προσωπική προδοσία από έναν φίλο που αυτός είχε συνδράμει όταν φυλακίστηκε για βιομηχανική κατασκοπεία, διακινδυνεύοντας τη δική του φήμη και τις οικονομίες του, οδήγησε τελικά στην απώλεια της φήμης, της απασχόλησης και των χρημάτων του, και πώς αυτή η πραγματικότητα ήταν συνδεδεμένη με την αναταραχή που προκαλούσε η βιομηχανική επανάσταση, καθώς η μηχανοποιημένη παραγωγή έσβηνε γρήγορα τις ανθρώπινες ιστορίες πίσω από τα κατασκευασμένα αντικείμενα, εξαφάνιζε παραδοσιακές μορφές εργασίας κι οδηγούσε στη μείωση παραγωγής τροφίμων, στην έλλειψη τροφής και στην πείνα. Η Pelling σχολιάζει: «η βιομηχανική άνθηση δημιουργούσε γρήγορα ένα τεράστιο και πεινασμένο αστικό εργατικό δυναμικό που υποστηριζόταν από έναν συρρικνούμενο αγροτικό πληθυσμό».

Ο συσχετισμός ενός μηνύματος στον τοίχο ή σε μια επιφάνεια και της αυτοκτονίας στο βιβλίο μου έφερε στο νου τον λυκειάρχη και καθηγητή χημείας στο σχολείο που φοιτούσα. Την πρώτη μέρα λοιπόν του σχολείου κατά τη διάρκεια της πρωινής συγκέντρωσης κι αφού είχε τελειώσει η προσευχή, μας καλωσόρισε με μια «διδακτική ιστορία». Έδειξε ένα απόφθεγμα του Νίτσε γραμμένο ψηλά στον τοίχο ενός κτιρίου, ψηλότερο από τους τοίχους του σχολείου μας, και μας είπε ότι η μαθήτρια που το είχε γράψει είχε αυτοκτονήσει, προσθέτοντας ότι ο λόγος που την οδήγησε σε αυτή την πράξη ήταν το ότι διάβαζε Νίτσε. Φυσικά, η ιστορία του ήταν ένα άκομψο ψέμα, επειδή δεν θα ήταν πρακτικά εφικτό ένα κορίτσι να γράψει τη συγκεκριμένη φράση με τόσο μεγάλα γράμματα, τόσο ψηλά. Θα απαιτούσε μια επαγγελματική σκαλωσιά τουλάχιστον. Αλλά δυστυχώς αυτή ήταν η πρώτη του συμβουλή προσπαθώντας να χρωματίσει ίσως την προσέγγισή μας σε αυτού του είδους των αναγνωσμάτων, κι υψώνοντας έναν ασυνείδητο τοίχο ή φόβο ανάπτυξης της κριτικής μας σκέψης.

Συμπερασματικά, σύμφωνα με την Pelling, η γραφή λέξεων, συνθημάτων, συμβόλων και εικόνων σε τοίχους, παράθυρα, σοκάκια, εκκλησίες, μνημεία, φυλακές, τουαλέτες, πλοία, βράχους και δέντρα, πύργους και κάστρα έχει εξυπηρετήσει πολλούς σκοπούς κι έχει συχνά προσφέρει μια διέξοδο σε συναισθήματα και δημιουργικότητα. Γράφει ότι το γκράφιτι, το οποίο είχε αναπτύξει τα δικά του λεξιλόγια και κώδικες, αμφισβήτησε την εξουσία κι έκανε ορατές τις αδικίες, τις ανισότητες και τα παράπονα των αόρατων, επέτρεψε στη Βρετανία να συνομιλεί και να γελάει με τον εαυτό της, να αμφισβητεί το κατεστημένο και να αντιδρά σε γεγονότα, από τις εξεγέρσεις των Ιακωβιτών μέχρι τον Ρομαντισμό, να ενώνει κοινότητες και να τις διαλύει, να διαδίδει εκστρατείες μίσους και μηνύματα αγάπης. Εξελίχθηκε από κάτι καθημερινό κι ασήμαντο σε ένα πιο αποτελεσματικό πολιτικό εργαλείο που σε διάφορες στιγμές θεωρήθηκε απόδειξη εγκληματικότητας ή καταδικάστηκε από τις αρχές. Χρησιμοποιήθηκε επίσης ως πράξη αυτομνημόνευσης και μέσο καταγραφής μικροϊστοριών, στιγμών από την ατομική ζωή. Έφερε στο προσκήνιο την εγγύτητα μεταξύ υψηλής τέχνης και γκράφιτι, καθώς και τις οριοθετήσεις της κοινωνικής τάξης που αυτό περικλείει, και συχνά αποτέλεσε ένα αρχείο και μέσο καταγραφής πόνου, απώλειας και ταλαιπωρίας, σωματικής και δημιουργικής εργασίας, καθώς κι ένα μέσο που κατάφερε να μεταφέρει μηνύματα και μνήμη στο παρόν.

 Η μετάφραση είναι διαθέσιμη (30/06/2026)

Περπατώντας 

 

«Ξέρεις ότι είσαι ζωντανός / ή. Κάνεις τεράστια βήματα, προσπαθώντας να νιώσεις την στρογγυλάδα του πλανήτη ανάμεσα στα πόδια σου.» Annie Dillard

«Παίρνω και βγάζω περίπατο την ψυχή μου // κάθε που αρχίζει να σκληραίνει το χαμόγελό της. // Μου το λέει πεθύμησα τη βροχή, // τον ήλιο πάνω απ’ τα βουνά ή ανάμεσα απ’ τα σύννεφα // και τον αγέρα που γεννιέται αδιάκοπα στα δάση  // όλος αρώματα και ουσίες, γάλα και μουσική.» Νικηφόρος Βρεττάκος

«Το περπάτημα στη φύση είναι η πιο βαθιά προσευχή. Κάθε βήμα κι ένα ευχαριστώ στον ήλιο και στο χώμα».  Οδυσσέας Ελύτης

Η σημερινή ανάρτηση αφορά το περπάτημα, αυτή την έμφυτη ανθρώπινη ικανότητα να κινούμαστε στα δύο μας πόδια, διάσημους περιπατητές και το βιβλίο του Frédéric Gros, A Philosophy of Walking / Μια Φιλοσοφία του Περπατήματος. Συνοδεύεται επίσης από πέντε σχετικά σχέδια-κολάζ που έφτιαξα ενώ διάβαζα κι έγραφα για το περπάτημα.

Ο Frédéric Gros, γεννηθείς το 1965, είναι καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας στο Institut d’Etudes Politiques de Paris, διετέλεσε καθηγητής του Πανεπιστημίου Paris XII, δίδαξε στην Εθνική Σχολή Δικαστών, αλλά και στις φυλακές της Sante και της Fresnes, κι επιμελείται την έκδοση των έργων του Μισέλ Φουκώ. Επίσης, είναι ειδικός στην ιστορία της ψυχιατρικής και της βίας του πολέμου, και δεινός περιπατητής.

Ένας λόγος που επέλεξα το βιβλίο είναι επειδή μου αρέσει το περπάτημα. Μου αρέσει για τα οφέλη που προσφέρει στην υγεία, κι επειδή μ’ αρέσει να βρίσκομαι στη φύση, για την αίσθηση ελευθερίας που μου δίνει, για την ευκαιρία που μου παρέχει να παρατηρώ τον κόσμο, επειδή είναι ένας καλός τρόπος για να κάνω ένα διάλειμμα και μια εύκολη μορφή άσκησης, κι απλώς για την ευχαρίστηση του να μην κάνω τίποτα, εκτός από το να περπατάω κάτω από ανοιχτούς ουρανούς. Προσπαθώ να περπατάω αρκετές ώρες την εβδομάδα, και μερικές φορές διανύω μεγαλύτερες αποστάσεις, αλλά δεν είμαι περιπατήτρια μεγάλων αποστάσεων ή ορειβάτης, δεν βαδίζω ολόκληρες μέρες και δεν πεζοπορώ στην άγρια ​​φύση, ούτε κατασκηνώνω μόνη μου το βράδυ στη φύση, όπως οι άνθρωποι που αναφέρονται στο βιβλίο, οι οποίοι περπατούσαν σταθερά και μ’ ένταση κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Ένας άλλος λόγος που επέλεξα το βιβλίο ήταν ότι βρήκα ενδιαφέρουσα την εξερεύνηση της σύνδεσης μεταξύ περπατήματος και φιλοσοφίας. Ο Gros καταφέρνει να υφάνει φιλοσοφικές ιδέες, βιογραφικά στοιχεία ιστορικών προσώπων και το πώς το έργο τους συχνά συνδεόταν με το περπάτημα, ακόμη κι εξαρτιόταν από αυτό. Επιπλέον, περιλαμβάνει τις δικές του εμπειρίες και σκέψεις σχετικά με το περπάτημα τόσο στην ύπαιθρο όσο και σε αστικούς χώρους, και συνδυάζει την κοινωνικοπολιτική κριτική με μια πιο λυρική γραφή κι όμορφες περιγραφές. Κάθε κεφάλαιο ξεκινά με μια σχετική εικόνα.

Οι σύγχρονοι άνθρωποι περπατούν πάνω στη γη κάπου 300.000 χιλιάδες χρόνια, και οι παλιότεροι ανθρώπινοι πρόγονοί μας για δισεκατομμύρια χρόνια. Κατά μία έννοια, η ικανότητά μας να περπατάμε με συνέπεια σε όρθια θέση έχει συμβάλει στην εξέλιξή μας, κι έχει καθορίσει την εξέλιξη μας ως είδος. Το γεγονός ότι ορισμένοι άνθρωποι δεν μπορούν να περπατήσουν λόγω προβλημάτων υγείας ή αναπηριών, δεν επηρεάζει το εξελικτικό πλεονέκτημα του να βαδίζουμε στα δυο μας πόδια. Διαχρονικά, οι στοχαστές και οι συγγραφείς γνώριζαν την ευχαρίστηση και τα οφέλη του περπατήματος και της αναρρίχησης σε βουνά και λόφους. Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι συνέδεσαν τη σκέψη με το περπάτημα, κι ο Αριστοτέλης ίδρυσε την Περιπατητική Σχολή, μια φιλοσοφική σχολή που ιδρύθηκε το 335 π.Χ. στην αρχαία Αθήνα. Στην πραγματικότητα, τόσο ο Αριστοτέλης, ο οποίος είχε το παρατσούκλι Περιπατητικός, όσο κι ο Σωκράτης χρησιμοποιούσαν το περπάτημα ως παιδαγωγική διαδικασία για να σκέφτονται και να διδάσκουν, κι όπως ο Σωκράτης, έτσι και ο Αριστοτέλης διεξήγαγε τις διαλέξεις του περπατώντας.

Ο πατέρας της σύγχρονης εξελικτικής θεωρίας, Κάρολος Δαρβίνος, επίσης είχε συμπεριλάβει το περπάτημα στην πνευματική του ρουτίνα κι έκανε καθημερινούς περιπάτους. Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν έκανε μεγάλους περιπάτους στο Πρίνστον, συχνά ξυπόλητος. Είχε πει: «Αφιερώνω χρόνο σε μεγάλους περιπάτους στην παραλία, ώστε να μπορώ να ακούω τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι μου». Ο Δανός υπαρξιστής φιλόσοφος, που αναφέρεται και παρακάτω, Søren Kierkegaard, αγαπούσε τους μοναχικούς περιπάτους στην πόλη και είχε πει: «Πάνω απ’ όλα, μην χάνετε την επιθυμία σας να περπατάτε. Κάθε μέρα, περπατώντας φθάνω σε μια κατάσταση ευεξίας κι απομακρύνομαι από κάθε ασθένεια. Περπατώντας έχω οδηγηθεί στις καλύτερες σκέψεις μου και δεν γνωρίζω καμία σκέψη τόσο βαριά που να μην μπορεί κανείς να απομακρυνθεί από αυτή [περπατώντας]. Αλλά αν κάθεται κανείς ακίνητος, κι όσο περισσότερο κάθεται κανείς ακίνητος, τόσο πιο κοντά έρχεται στο να νιώσει άρρωστος. Έτσι, αν κάποιος απλώς συνεχίζει να περπατάει, όλα θα πάνε καλά». Ο Ludwig van Beethoven έκανε μεγάλους καθημερινούς περιπάτους με στυλό και χαρτί για να γράφει εμπνεύσεις για τις συμφωνίες του. Ήταν λάτρης της φύσης και το περπάτημα τον βοηθούσε να καθαρίσει το μυαλό του και συνέβαλλε στη δημιουργική διαδικασία. Ο Charles Dickens ήταν επίσης παθιασμένος περιπατητής. Στη βιογραφία του, ο Peter Ackroyd λέει ότι περπατούσε συνήθως δώδεκα μίλια σε δυόμισι ώρες. Ο Ντίκενς έγραψε: «Είμαι ταξιδιώτης της πόλης και της υπαίθρου και βρίσκομαι πάντα στο δρόμο». Συχνά περπατούσε για ώρες και κατά τη διάρκεια της νύχτας. Αυτοί οι νυχτερινοί περίπατοι ήταν ουσιαστικό μέρος της γραφής του, επειδή του επέτρεπαν να εξοικειωθεί με διάφορα μέρη του Λονδίνου, να απορροφήσει την ατμόσφαιρά του και να συναντήσει ανθρώπους από τα πιο επικίνδυνα ​​μέρη της πόλης.

Στο βιβλίο της, Wanderlust, στο οποίο έχω αναφερθεί σε παλαιότερη ανάρτηση, η Rebecca Solnit εξερευνά πώς είναι να βρίσκεσαι έξω στον κόσμο εκτελώντας τη βασική ανθρώπινη πράξη του  περπατήματος. Παρουσιάζοντας το θέμα της, υφαίνει ιστορίες και γεγονότα, καθώς και ποικίλους λόγους για τους οποίους περπατάει κανείς, από θρησκευτικά προσκυνήματα και πορείες διαμαρτυρίας, μέχρι ορειβασία, πεζοπορία και περιπλάνηση. Η Solnit αναφέρεται σε φιλοσόφους, προσωπικότητες της λογοτεχνίας, ακτιβιστές και άλλους, κι εξετάζει την αλληλεπίδραση του σώματός μας και του κόσμου, καθώς και την ελευθερία και την ευχαρίστηση που μπορεί να μας προσφέρει το περπάτημα. Ο Frédéric Gros, περιπατητής μεγάλων αποστάσεων και ο ίδιος, στο ίδιο πνεύμα, περιλαμβάνει ιστορίες άλλων, διανθισμένες με τις δικές του εμπειρίες πεζοπορίας και ορειβασίας, ενώ παράλληλα αναλογίζεται γιατί τόσοι πολλοί από τους πιο παραγωγικούς συγγραφείς και φιλοσόφους στην ιστορία υπήρξαν όλοι φανατικοί περιπατητές. Παρέχει παραδείγματα κυρίως από τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία, τη θρησκεία και τα πολιτικά κινήματα.

Το βιβλίο αποδείχθηκε ένα πολύ ενδιαφέρον ανάγνωσμα, αλλά  γέννησε κι ορισμένα ερωτήματα, όπως το γιατί οι ιστορίες γυναικών δεν έχουν συμπεριληφθεί σε αυτόν τον τόμο, καθώς σίγουρα υπήρξαν διάσημες γυναίκες από την αρχαιότητα, οι οποίες ήταν ένθερμες περιπατήτριες και πεζοπόροι, και οι οποίες μάλιστα έχουν γράψει για τις εμπειρίες τους. Φυσικά, ένας συγγραφέας πρέπει να επιλέξει μια περιοχή εστίασης και, ως εκ τούτου, ένα βιβλίο δεν μπορεί να περιέχει τα πάντα. Επηρεάζεται αναπόφευκτα από τις προσωπικές προτιμήσεις και το πεδίο εξειδίκευσης του συγγραφέα, καθώς και από το γεγονός ότι το συγκεκριμένο θέμα είναι δυνατόν να συζητηθεί σε σχέση με πολλά άλλα θέματα. Επιπλέον, η συμπερίληψη παραδειγμάτων γυναικών θα απαιτούσε ίσως μια συζήτηση σχετικά με το γιατί οι γυναίκες έχουν παραλειφθεί ως επί το πλείστον από αυτήν την αφήγηση και τους λόγους για τους οποίους οι φωνές τους έχουν αγνοηθεί στην πεζοπορική λογοτεχνία, τους κοινωνικούς περιορισμούς που αντιμετώπισαν κι ακόμη αντιμετωπίζουν οι γυναίκες (και περιθωριοποιημένες ομάδες, οι ηλικιωμένοι ή τα άτομα με αναπηρίες), καθώς και τα ζητήματα ασφάλειας που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες όταν περπατάνε μόνες σε δημόσιους χώρους. Στο βιβλίο της, Wanderers: History of Women Walking, η Kerri Andrews, συγγραφέας και πεζοπόρος η ίδια, εστιάζει σε δέκα διάσημες γυναίκες και περιγράφει τις προκαταλήψεις ή τις απειλές που υφίστανται οι γυναίκες για τις οποίες το περπάτημα ήταν σημαντικό.

Ο Gros δεν έχει συμπεριλάβει καν γυναίκες φιλοσόφους και λογοτεχνικές προσωπικότητες όπως η συμπατριώτισσα του, Σιμόν ντε Μποβουάρ, ή η Βελγο-Γαλλίδα εξερευνήτρια, Alexandra David-Néel. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ (1908–1986), μια διάσημη Γαλλίδα υπαρξίστρια φιλόσοφος, ήταν επίσης φανατική πεζοπόρος. Το 1931 ξεκίνησε μεγάλες πεζοπορίες. Η Μποβουάρ γράφει για το πώς συντονίστηκε με το σώμα της και το περιβάλλον της, πώς απολάμβανε τη σωματική άσκηση στο τέλος της ημέρας, και πώς η πεζοπορία στα βουνά διαμόρφωσε την κατανόησή της για την σωματοποιημένη  υποκειμενικότητα. Η  Alexandra David-Néel, γεννημένη το 1868, ήταν η πρώτη ξένη γυναίκα που εξερεύνησε το Θιβέτ. Το 1924, σε ηλικία 55 ετών, μεταμφιέστηκε σε ζητιάνα, διέσχισε τα παγωμένα Ιμαλάια, κι έφτασε στην ιερή πόλη της Λάσα, η οποία εκείνη την εποχή ήταν απαγορευμένη στους ξένους.

Υπάρχουν πολλές ακόμη διάσημες γυναίκες. Για να αναφέρουμε, μόνο μερικές Ευρωπαίες, η Iris Murdoch είναι επίσης μια άλλη σημαντική μυθιστοριογράφος και φιλόσοφος, η οποία ήταν φανατική περιπατήτρια, και η Virginia Woolf, η διάσημη συγγραφέας και δοκιμιογράφος του 20ού αιώνα, έκανε μεγάλους περιπάτους στο Λονδίνο και την ύπαιθρο για να βάλει σε τάξη τις ιδέες της, και οι περίπατοι της διαμόρφωσαν τη γραφή της και ενέπνευσαν το δοκίμιό της, “Street Haunting”. Η Woolf πίστευε ότι το μοναχικό περπάτημα ήταν απαραίτητο για την ελευθερία και τη δημιουργικότητα των γυναικών. Υπάρχουν πολλές ακόμη σημαντικές προσωπικότητες όπως η Harriet Martineau (1802–1876), μια παραγωγική συγγραφέας, κοινωνιολόγος και υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας του 19ου αιώνα που εξερεύνησε εκτενώς τα Χάιλαντς της Σκωτίας και την Περιοχή των Λιμνών με τα πόδια. Στο βιβλίο της, The Living Mountain, η Nan Shepherd, η Σκωτσέζα συγγραφέας και φανατική πεζοπόρος, απαθανάτισε τη σωματική και πνευματική της σύνδεση με το περπάτημα. Στην Jane Austen επίσης άρεσε να περπατάει, ιδιαίτερα με την αδερφή της, και το περπάτημα φαίνεται να είναι αναπόσπαστο κομμάτι των μυθιστορημάτων της.

Πολλές Ελληνίδες συγγραφείς έχουν περπατήσει και σκαρφαλώσει σε βουνά από την αρχαιότητα. Ένα παράδειγμα, που αναφέρεται συνοπτικά στο βιβλίο στο κεφάλαιο για τους Κυνικούς φιλοσόφους (των οποίων το όνομα προέρχεται από την ελληνική λέξη κύων που σημαίνει σκύλος) είναι η αρχαία φιλόσοφος Ιππαρχία η Κυνική. Καταγόταν από πλούσια Θρακική οικογένεια, παντρεύτηκε τον Κυνικό φιλόσοφο Κράτη γύρω στο 325 π.Χ., και υιοθέτησαν έναν τρόπο ζωής οικειοθελούς φτώχειας και ζωής στο περιθώριο της κοινωνίας, απαρνούμενοι τα υπάρχοντά τους και τους τυπικούς έμφυλους ρόλους της εποχής. Η Ιππαρχία παρακολουθούσε συμπόσια που προορίζονταν μόνο για άνδρες, συζητούσε φιλοσοφία στην αγορά, και περπατούσε και δίδασκε στους δρόμους της Αθήνας με τον Κράτη. Η Έλλη Αλεξίου (1894-1988), συγγραφέας και εκπαιδευτικός, περπάτησε και εξερεύνησε τα μέρη στα οποία βρέθηκε και ενσωμάτωσε τις παρατηρήσεις της στα γραπτά της, και οι εμπειρίες και περιπέτειες της Γαλάτειας Καζαντζάκη (1881-1962) επίσης αντικατοπτρίζονται στο γραπτό της. Τέλος, μια σύγχρονη ιστορικός και συγγραφέας που μου έρχεται στο νου είναι η Λένα Διβάνη, η οποία έγραψε κι ένα βιβλίο, Τι έμαθα περπατώντας στον κόσμο, το οποίο αφορά τις πεζοπορικές και αναρριχητικές της εμπειρίες σε μέρη όπως η Νέα Ζηλανδία, η Κούβα, η Αιθιοπία, το Βιετνάμ, η Βενεζουέλα, η Ινδία, η Παταγονία, κι αλλού.

Ωστόσο, για να επιστρέψω στο βιβλίο, ο Gros περιλαμβάνει ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο για τον Άγγλο ποιητή William Wordsworth, ο οποίος συνέθεσε τα μακροσκελή λυρικά του ποιήματα περπατώντας, κι έπαιρνε τους δρόμους σαν φτωχός, όχι από ανάγκη αλλά για ευχαρίστηση, κι όπως μας λέει ο Gros, η ακατανοησία και η εχθρότητα που αντιμετώπισε ο ποιητής υπογραμμίζει τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ του σοβαρού περπατήματος και του απογευματινού περιπάτου που έκαναν οι άνθρωποι της τάξης του. Στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, το περπάτημα ήταν κυρίως η μοίρα των φτωχών, των αλητών ή των περιοδευόντων θεατρικών ομάδων και των πλανόδιων πωλητών. Παραθέτει ένα απόσπασμα του Christopher Morley, ο οποίος έγραψε ότι ο Wordsworth ήταν ένας από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν τα πόδια του στην υπηρεσία της φιλοσοφίας. Σε αυτό το κεφάλαιο, ο Gros αναφέρει την αδερφή του Wordsworth, Ντόροθι, αλλά δεν την αναφέρει ως την ημερολογιογράφο του 18ου αιώνα, η οποία ήταν επίσης φανατική περιπατήτρια και εξερευνήτρια της φύσης, και η οποία συχνά συνόδευε τον αδελφό της στους μακρινούς περιπάτους του.

Ο Gros γράφει για τη χαρά και την ευεξία που μπορεί να μας προσφέρει το περπάτημα, για την αίσθηση ελευθερίας που μπορεί να μας προσφέρει η πεζοπορία και η ορειβασία σε πιο δύσβατα τοπία, για το πώς το περπάτημα μπορεί να διευκολύνει τη σκέψη και να μας φέρει πιο κοντά στην πιο πρωτόγονη ανθρώπινη φύση μας, για το περπάτημα σε αστικές και αγροτικές περιοχές, σε πάρκα και στην άγρια ​​φύση, το περπάτημα ως αναχώρηση και το περπάτημα ως επιστροφή, την ευχαρίστηση της επιστροφής και της ανάπαυσης μετά από μια μεγάλη βόλτα, για θρησκευτικά προσκυνήματα, πορείες διαμαρτυρίας και το περπάτημα ως μέσο ειρηνικής πολιτικής ανυπακοής, τις δικές του εμπειρίες και πολλά άλλα. Εξερευνά την έννοια του περπατήματος, τους διαφορετικούς λόγους και τρόπους με τους οποίους περπατάμε, και μας εισάγει σε φιλοσόφους, ποιητές και συγγραφείς, και άλλες ιστορικές προσωπικότητες για τις οποίες αυτό ήταν σημαντικό και κρίσιμο για το έργο τους, και οι οποίοι μερικές φορές βάδιζαν ακόμη και μέχρι σημείου κατάρρευσης. Τέλος μας προτρέπει να θυμόμαστε την ευδαιμονία του νηπίου όταν κάνει τα πρώτα του βήματα και την λαχτάρα του να κινηθεί μόνο του, και μας προσκαλεί να εξετάσουμε τη δική μας εμπειρία σχετικά με το περπάτημα.

Οι άνθρωποι περπατούν για διαφορετικούς λόγους: για ευχαρίστηση, για άσκηση, για τα οφέλη στην υγεία, για να επιτύχουν μια αίσθηση ελευθερίας, για περισσότερη διαύγεια, συγκέντρωση και ηρεμία, από ανάγκη, από αίσθηση περιπέτειας και διάθεση εξερεύνησης, ως μορφή διαφυγής, για να σκεφτούν, για να δουν τον κόσμο, για να γιορτάσουν, για να διαμαρτυρηθούν και να διαδηλώσουν ή για να αναζητήσουν τον Θεό. Περπατούν για την ειρήνη και παρελαύνουν σε στρατιωτικές παρελάσεις. Εξετάζει πώς το περπάτημα μας παρέχει την ευκαιρία να προχωρήσουμε πιο αργά σε μια γρήγορη και γεμάτη περισπασμούς εποχή, ή την ελευθερία που μας επιτρέπει να βιώσουμε η πεζοπορία και ο ύπνος στην ύπαιθρο, σε μια κατασκήνωση ή καταφύγιο, για παράδειγμα, πώς μπορεί να μας βοηθήσει να ξεφύγουμε από την υπερβολικά καθιστική ζωή μας σε κλειστούς χώρους. Αναλύει τα οφέλη του μοναχικού περπατήματος και την αποδοχή της σιωπής για λίγο. Μας λέει ότι η μονοτονία της σωματικής προσπάθειας, η επαναλαμβανόμενη διαδικασία, απελευθερώνει το μυαλό και μπορεί να φέρει ηρεμία, αλλά και να τροφοδοτήσει την παραγωγή σκέψης και δημιουργικής εργασίας. Αυτή η στοιχειώδης πρακτική, λέει, μας δίνει χαρά και ευχαρίστηση, καθαρίζει το μυαλό μας και επιτρέπει το δέος και το θαυμασμό, μας απελευθερώνει και αυξάνει την αυτενέργεια μας. Γράφει ότι υπάρχει η αναβλητική ελευθερία που συνοδεύει το περπάτημα, και ότι ακόμη και μια απλή σύντομη βόλτα επιτρέπει σε κάποιον να «αποβάλει το βάρος των φροντίδων… να ξεφύγει από τους περιορισμούς της εργασίας, να αποτινάξει τον ζυγό της ρουτίνας». Ακόμη κάνει αναφορά στο ότι ίσως να περπατάμε έχοντας επίγνωση ότι αν όχι τα γηρατειά, ο θάνατος σίγουρα, θα μας στερήσει την ελευθερία να περπατάμε.

Ο Gros εξετάζει διάφορες πολιτισμικές μορφές πεζοπορίας, όπως τα θρησκευτικά προσκυνήματα, και διαδρομές και τοποθεσίες προσκυνήματος στον κόσμο που για τους Χριστιανούς ήταν η Ρώμη, η Ιερουσαλήμ ή το Σαντιάγο ντε Κομποστέλα. Οι προσκυνητές περπατούν για διάφορους λόγους, μας λέει, αλλά αυτό που έχουν κοινό είναι ότι βαδίζουν, καταβάλλουν προσπάθεια, αφήνουν πίσω τους ζωές και ανθρώπους, τουλάχιστον για ένα διάστημα. Οι προσκυνητές ιστορικά συνήθιζαν να περπατούν, συχνά σε μακρινούς προορισμούς, για λόγους σχετικούς με την πίστη τους, για να προσφέρουν ευχαριστίες, για να ζητήσουν μεσολάβηση εάν ένας συγγενής ασθενούσε σοβαρά ή εάν οι ίδιοι ήταν σοβαρά άρρωστοι, ως μετάνοια για σοβαρά λάθη ή αμαρτίες, και στο παρελθόν ακόμη και για εγκλήματα που είχαν μείνει ατιμώρητα. Υπήρξαν επίσης μοναχοί που πέρασαν ολόκληρη τη ζωή τους περπατώντας σε στενά ορεινά μονοπάτια. Μερικοί, γράφει, εξακολουθούν να βρίσκονται στο Άγιο Όρος. Ο Gros γράφει ότι πίσω από κάθε προσκύνημα μπορούμε να βρούμε μια ουτοπία και μια ιστορία εσωτερικής μεταμόρφωσης, αναγέννησης και παρουσίας ή κοσμικής αναγέννησης, που επιτυγχάνεται μέσω της πεζοπορίας και της ανοχής των δεινών. Ως παράδειγμα της ουτοπίας της αναγέννησης μέσω του περπατήματος, για παράδειγμα, αναφέρεται στο προσκύνημα στο όρος Καϊλάς στο Θιβέτ, το οποίο θεωρείται από πολλές ανατολίτικες θρησκείες ως ιερός τόπος και το κέντρο του σύμπαντος. Ως παράδειγμα της ουτοπίας της κοσμικής αναγέννησης, γράφει για τη μεγάλη πεζοπορία πεγιότ που πραγματοποιείται ετησίως από τον λαό Χουιτσόλ του Μεξικού, και όπου ο στόχος του προσκυνήματος τους είναι να φτάσουν στη Γουιρικούτα, τη Γη των Προγόνων, όπου φυτρώνει το πεγιότ.

Το περπάτημα μπορεί να έχει και πολιτική διάσταση. Ο Gros αναλύει πώς συστήματα και δομές, όπως η κοινωνική τάξη ή ο καπιταλισμός, καθορίζουν το πώς, το γιατί και το που περπατάμε, αλλά δεν εστιάζει  στο πώς ο σεξισμός, ο ρατσισμός, η περιθωριοποίηση των ανθρώπων και διάφορες μορφές αστυνόμευσης συχνά επίσης εμποδίζουν τη διαδικασία του περπατήματος. Ωστόσο, καταδεικνύει τη σύνδεση μεταξύ του περπατήματος και της ειρηνικής πολιτικής ανυπακοής σε διάφορα ιστορικά πλαίσια. Για παράδειγμα, αναφέρεται στην πολιτική φιλοσοφία και πρακτική του Γκάντι. Ο Γκάντι περπάτησε μεγάλες αποστάσεις και πεζοπόρησε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του στην Ινδία, στην Αφρική, στην Ευρώπη, επιλέγοντας το περπάτημα είτε ως προτιμώμενο μέσο μετακίνησης είτε ως τρόπο προσέγγισης των ανθρώπων και συμμετοχής τους σε ειρηνικές πορείες διαμαρτυρίας. Ένα παράδειγμα είναι η πορεία του αλατιού. Οι Βρετανοί είχαν το μονοπώλιο στη συγκομιδή αλατιού στην Ινδία και κανείς δεν επιτρεπόταν να το εμπορεύεται ή ακόμα και να το συλλέγει για προσωπική χρήση. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτό, όταν βρισκόταν φυσικό αλάτι κοντά σε πληθυσμούς, οι οποίοι μπορεί να το έπαιρναν για δική τους χρήση, καταστρέφονταν τα κοιτάσματα.

Περιλαμβάνονται στο βιβλίο αρκετές αναφορές σε φιλοσόφους, όπως ο Φρίντριχ Νίτσε, ο οποίος ήταν ένας παθιασμένος και ακούραστος περιπατητής, και περπατούσε τόσο για να ανακουφίσει τον σωματικό πόνο όσο και για να ενισχύσει την ικανότητα σκέψης του. Εργαζόταν περπατώντας ή σκαρφαλώνοντας βουνά, συνθέτοντας μερικά από τα σπουδαία έργα του κατά τη διάρκεια αυτών των μεγάλων περιπάτων. Ο φιλόσοφος του 18ου αιώνα, Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, του οποίου το έργο είναι γεμάτο με τους περιπάτους του, ισχυριζόταν ότι δεν μπορούσε να σκεφτεί και να εργαστεί χωρίς το περπάτημα. Η μακρά αναζήτησή του και οι περίπατοί του στο δάσος στο δεύτερο μέρος της ζωής του, γράφει ο Gros, τον οδήγησαν στη συνειδητοποίηση ότι «η κακία, η καχυποψία και το μίσος δεν έχουν τις ρίζες τους στην πρωτογενή αγριότητα: μπολιαστήκαμε με αυτά, κλειδωμένοι καθώς είμαστε στον τεχνητό κήπο του κόσμου, και δεν έχουν σταματήσει ποτέ να εξαπλώνονται από τότε. Αυτή ήταν η ανακάλυψη αυτών των περιπάτων χωρίς τέλος». Γράφει και για το συνηθισμένο περπάτημα του Ιμμανουήλ Καντ. Κάθε μέρα η ίδια βόλτα, στο ίδιο μέρος, την ίδια ώρα. Η ζωή του, γράφει ο Gros, «ήταν τόσο ακριβής όσο και οι γραμμές ενός μουσικού χειρογράφου». Η διαδρομή του μέσα από το πάρκο στην τότε Πρωσία ονομάστηκε «Ο Περίπατος του Φιλοσόφου». Ο Gros γράφει επίσης για τον Χένρι Ντέιβιντ Θορώ, τον συγγραφέα του Walden, μιας συνοπτικής περιγραφής των δύο χρόνων που έζησε στο δάσος, και της πρώτης φιλοσοφικής πραγματείας για το περπάτημα, και παρουσιάζει τις ιδέες του για το περπάτημα, την απλότητα, τη λιτότητα, την άγρια ​​φύση, το κέρδος και το όφελος. Ο Θορώ ισχυρίστηκε ότι το περπάτημα, για παράδειγμα, μπορεί να μην φέρει κανένα κέρδος, αλλά είναι πολύ ωφέλιμο.

Επίσης αναφέρεται στο περπάτημα ως μέσο διαφυγής ή ως συνυφασμένο με τη μελαγχολία. Περιλαμβάνει ένα δοκίμιο για τον Γάλλο ποιητή Αρθούρο Ρεμπώ και την έντονη επιθυμία του να ξεφύγει από την ακινησία, και σχολιάζει ότι βρίσκει στον Ρεμπώ αυτή την αίσθηση του περπατήματος ως φυγής. Ο Ρεμπώ περπάτησε και ταξίδεψε, πεισματικά και με πάθος, σε όλη τη σύντομη ζωή του. Είχε πει για τον εαυτό του: «Είμαι ένας πεζός, τίποτα περισσότερο». Σχετικά με τον Ζεράρ ντε Νερβάλ, ο Gros λέει ότι το περπάτημα είχε γίνει μέρος μιας ενεργού μελαγχολίας. Γράφει: «Υπάρχει ένα αίσθημα μελαγχολίας στη στάση του Νερβάλ απέναντι στο περπάτημα». Υπάρχει επίσης ένα κεφάλαιο στο βιβλίο σχετικά με την κοινωνική παθολογικοποίηση του περπατήματος και τις παθολογικές μορφές περπατήματος, όπως η «δρομομανία» τον 19ο αιώνα, όροι που στις μέρες μας, έχουν χάσει το νόημα τους. Υποθέτω ότι σήμερα, ορισμένες από αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να λάμβαναν διαγνώσεις όπως επιληπτικά ή διασχιστικά επεισόδια. Ο Gros αναλογίζεται: «Είναι ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε γιατί το περπάτημα παθολογικοποιήθηκε με αυτόν τον τρόπο κι είναι δελεαστικό να κάνουμε παραλληλισμούς με τη σύγχρονη ποινικοποίηση των περιπλανόμενων και των άστεγων», και προσθέτει ότι «οι αρχές και οι αξιοσέβαστοι καθιστικοί πολίτες» ήταν πάντα καχύποπτοι απέναντι στους ατρόμητους περιπατητές. Κι όπως γνωρίζουμε, όλα τα αυταρχικά καθεστώτα περιορίζουν την ελευθερία κίνησης.

Ο Gros αναφέρεται στη μονοτονία και την επαναλαμβανόμενη φύση του περπατήματος σε διάφορα σημεία του βιβλίου, στο πώς η πράξη του να βάζεις απλώς το ένα πόδι μπροστά από το άλλο επιτρέπει στο μυαλό να περιπλανηθεί και να ηρεμήσει. Απελευθερώνει το νου κι του επιτρέπει να είναι παρόν, να είναι ακίνητο, να απορροφά και να παρατηρεί, και να συνειδητοποιεί τη σχέση μας με το τοπίο και το περιβάλλον μας, κι ότι είμαστε μέρος του. Γράφει: «Όταν περπατάμε, δεν είναι τόσο ότι πλησιάζουμε, αλλά περισσότερο ότι τα πράγματα εκεί έξω γίνονται όλο και πιο επίμονα στο σώμα μας. Το τοπίο είναι ένα σύνολο γεύσεων, χρωμάτων, αρωμάτων που απορροφά το σώμα». Γράφοντας για την επανάληψη, κάνει συγκρίσεις μεταξύ του περπατήματος και της διαδικασίας της ψαλμωδίας και επανάληψης θρησκευτικών ψαλμών. Όπως και με το περπάτημα, γράφει, η επανάληψη ψαλμών μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη συγκέντρωση και ηρεμία. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι η βραδύτητα του περπατήματος μας επιτρέπει να παρατηρούμε, να βλέπουμε, να μυρίζουμε, να αισθανόμαστε. Γράφει: «Επανάληψη, βραδύτητα, απαλότητα: και ο περιπατητής χαϊδεύει το τοπίο για ώρες ολόκληρες με τα πόδια και τα μάτια του». Μιλάει για το πώς «η βιασύνη και η ταχύτητα επιταχύνουν τον χρόνο, ο οποίος περνάει πιο γρήγορα, και δύο ώρες βιασύνης μειώνουν την ημέρα… Μπορείς να στοιβάξεις ένα βουνό από πράγματα σε μια ώρα. Οι μέρες αργού περπατήματος είναι πολύ μεγάλες: σε κάνουν να ζεις περισσότερο επειδή έχεις επιτρέψει σε κάθε ώρα, κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο να αναπνεύσει….».

Περιγράφει επίσης πώς το περπάτημα μπορεί να είναι και μια προσωρινή απόδραση από την ταυτότητα μας, καθώς το περπάτημα είναι μια μορφή αυτούσιας ζωής. Παρέχει μια σύντομη αίσθηση απόδρασης, ελευθερίας, κι εγκατάλειψης των πραγμάτων, και φέρνει μια κούραση που δημιουργεί γαλήνη. Ο Gros σημειώνει: «…οι περίπλοκες ταυτότητές μας, τα πρόσωπα και οι μάσκες μας. Τίποτα από αυτά δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ, επειδή το περπάτημα δεν απαιτεί ποτέ τίποτα άλλο παρά το σώμα… Δεν είσαι πλέον ένας ρόλος ή μια κατάσταση… αλλά ένα σώμα, ένα σώμα που νιώθει τις αιχμηρές πέτρες στα μονοπάτια, το χάδι του ψηλού χόρτου και τη φρεσκάδα του ανέμου». Το να μην έχεις τίποτα άλλο να κάνεις παρά να περπατάς καθιστά δυνατή την ανάκτηση της καθαρής αίσθησης ύπαρξης, την ανακάλυψη της απλής χαράς της ύπαρξης, και υπάρχουν στιγμές μετά από ένα χρονικό διάστημα περπατήματος που το σώμα βιώνει τη δική του ελαφρότητα. Αυτή η χαλάρωση, ωστόσο, της ταυτότητας απαιτεί ορισμένες προϋποθέσεις και μπορεί να μην είναι δυνατή για όλους σε κάθε πλαίσιο, ειδικά σε αστικές περιοχές, όπου οι άνθρωποι μπορεί να μην αισθάνονται πάντα ασφαλείς, και όπου η κίνηση μπορεί να μην είναι πάντα απαλλαγμένη από διάφορους περιορισμούς ή εμπόδια.

Σε ένα από τα πιο πολιτικά του κεφάλαια με τίτλο Βαδίζοντας Μαζί, γράφει: «Τα καθεστώτα διχάζουν και ενώνουν ταυτόχρονα. Το να ζηλεύουμε τον πλησίον μας και το να μισούμε τους ξένους είναι δύο συμπληρωματικές παρορμήσεις που μας κάνουν να ξεχνάμε το αρχικό σκάνδαλο…: τον διαχωρισμό μεταξύ ηγεμόνων και κυβερνώμενων, πλουσίων και φτωχών… Όλα κρατούνται στη θέση τους με το να κραδαίνουν το φάντασμα του εχθρού ή του ξένου, δημιουργώντας ένα προπέτασμα καπνού και καλύπτοντας την άδικη διαίρεση της κοινωνίας». Υπάρχει επίσης ένα κεφάλαιο για τη σχέση μεταξύ περπατήματος και ευγνωμοσύνης. Ο Gros γράφει: «Ο Επίκουρος έχει μια λέξη για αυτό: χάρις… Χάρις: Είμαι ο αποδέκτης ενός δώρου, στο οποίο απαντώ με ευγνωμοσύνη. Ο τουρίστας που βιάζεται και ο επίμονος περιπατητής δεν βλέπουν το ίδιο πράγμα. Ο πρώτος παίρνει, συλλαμβάνει, καταγράφει, συσσωρεύει και επεκτείνει τη βάση δεδομένων του. Ο δεύτερος προσφέρει ευχαριστίες και παραδίδεται στην εμπειρία». Υπάρχουν κι άλλα θέματα που συζητούνται στο βιβλίο, όπως το περπάτημα ως επιβίωση. Αναφέρεται στο μυθιστόρημα του Κόρμακ ΜακΚάρθι, «Ο Δρόμος», την ιστορία της περιπλάνησης ενός πατέρα κι ενός μικρού γιου με τα πόδια σε ένα περιβάλλον αποκαλυπτικό, όπου δεν έχουν τίποτα στο οποίο να προσκολληθούν παρά μόνο την ελπίδα, την ανθρωπιά τους και την αγάπη τους ο ένας για τον άλλον.

Ένας άλλος φιλόσοφος που περιλαμβάνεται στο βιβλίο είναι ο Κίρκεγκορ, ο οποίος πέρασε τη ζωή του περπατώντας, σκεπτόμενος και γράφοντας, κι ο οποίος έβλεπε ότι κάθε «στάδιο στην πορεία της ζωής» υπονοούσε έναν συγκεκριμένο τρόπο βάδισης (τον αισθητικό, τον ηθικό, τον θρησκευτικό). Ο Gros ξεκινά το κεφάλαιο με μια ανάμνηση από την παιδική ηλικία του Κίρκεγκορ ή ίσως μια μεταφορική ιστορία. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η ιστορία μας μιλάει για ένα παιδί που ήθελε να βγει στον δρόμο για να τρέξει και να παίξει, και ο αυστηρός και ελεγκτικός πατέρας του το ανάγκασε να περπατήσει μαζί του σε ένα μακρύ δωμάτιο, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, ασταμάτητα, ενώ φαντάζονταν  και μιλούσαν για τα πράγματα που μπορεί να έβλεπαν και να συναντούσαν στους δρόμους της Κοπεγχάγης. Υπάρχει επίσης μια σύντομη αναφορά στο τραύμα του φιλοσόφου που σχετίζεται με την Υπόθεση Corsair, η οποία επηρέασε τη σκέψη και το έργο του Κίρκεγκορ, έτσι ώστε  να ασκήσει κριτική στον ρόλο των μέσων μαζικής ενημέρωσης και στην κοινωνική διαδικασία ισοπέδωσης στην οποία η μοναδικότητα του ατόμου καθίσταται ανύπαρκτη, και να υποστηρίξει περαιτέρω τον ατομικισμό σε πείσμα πολλών συντριπτικών κοινωνικών πιέσεων.

Προς το τέλος του βιβλίου, ο Gros αναφέρεται και στον Προυστ και τους περιπάτους αναψυχής, αυτούς που κάναμε ως παιδιά και αυτούς που κάνουμε ως ενήλικες για να χαλαρώσουμε, σε πάρκα, σε πεζοδρόμια και γύρω από τη γειτονιά μας. Μας γυρίζει πίσω στο χρόνο, στο Παρίσι, όταν η είσοδος στους επιμελημένους δημόσιους κήπους αρχικά απαγορευόταν στο πλήθος και επιτρεπόταν μόνο στην υψηλή κοινωνία, και συζητά επίσης την προέλευση του flâneur, του κατοίκου της πόλης που περιπλανιέται χωρίς προορισμό σε μια πόλη, για να την βιώσει, να απολαύσει τα αξιοθέατα, τις μυρωδιές και το αστικό τοπίο. Ο Gros γράφει: «Ο flâneur εμφανίστηκε σε μια εποχή που η πόλη είχε αποκτήσει αρκετή κλίμακα για να γίνει τοπίο. Μπορούσε να διασχιστεί σαν να ήταν βουνό, με τα περάσματα του, τις αντιστροφές της οπτικής γωνίας, τους κινδύνους και τις εκπλήξεις του επίσης. Είχε γίνει δάσος, ζούγκλα» και προσθέτει ότι αυτή η μορφή περιπάτου προϋποθέτει την παρουσία τριών συνθηκών: την πόλη, το πλήθος και την κυριαρχία των εμπορευμάτων. Στο τελευταίο κεφάλαιο για την κούραση και τους λόγους για τους οποίους ο ίδιος περπατάει, μας λέει: το περπάτημα «φθείρει απαλά το σώμα σαν να το γυαλίζουν, με αποτέλεσμα μια λαμπερή κόπωση».