Η μετάφραση έχει ολοκληρωθεί (20/03/2026)

Γυναίκες, τέχνη και ιστορία της τέχνης, καθιστώντας την ανθρώπινη ζωή αναλώσιμη, το τραύμα της γέννησης και «η πρωταρχική πληγή», οικογενειακά συστήματα και θεωρίες…

«Σήμερα είναι ιδιαίτερα παράλογο το γεγονός ότι η έννοια του πολέμου και της φρίκης του -καθώς προφανώς, και του τρόμου του- εξακολουθεί να ορίζεται από την οπτική γωνία του πολεμιστή… Τα άμαχα θύματα, των οποίων ο αριθμός των νεκρών έχει εκτοξευθεί από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, δεν έχουν την επιθυμία να σκοτώσουν, πόσο μάλλον την επιθυμία να σκοτωθούν» (Adriana Cavarero)

Το σημερινό άρθρο περιέχει μερικά πρόσφατα σχέδια και μια ποικιλία θεμάτων με τα οποία κάπως ασχολήθηκα τις τελευταίες εβδομάδες, ενώ αναλογιζόμουν τι συμβαίνει στη Μέση Ανατολή και αλλού. Τα λόγια του ακαδημαϊκού, συγγραφέα και κριτικού πολιτισμού, Henry Giroux είναι μάλλον επίκαιρα:

«Οι συντηρητικοί και οι φιλελεύθεροι πολιτικοί ξοδεύουν τώρα εκατομμύρια διεξάγοντας πολέμους σε όλο τον κόσμο, χρηματοδοτώντας το μεγαλύτερο στρατιωτικό κράτος στον κόσμο, παρέχοντας τεράστια φορολογικά οφέλη στους υπερπλούσιους και τις μεγάλες εταιρείες, και ταυτόχρονα αποστραγγίζοντας τα δημόσια ταμεία, αυξάνοντας την κλίμακα της ανθρώπινης φτώχειας και δυστυχίας και εξαλείφοντας όλες τις βιώσιμες δημόσιες σφαίρες – είτε πρόκειται για το κοινωνικό κράτος, τα δημόσια σχολεία, τις δημόσιες συγκοινωνίες ή οποιαδήποτε άλλη πτυχή μιας διαμορφωτικής κουλτούρας που αντιμετωπίζει τις ανάγκες του κοινού καλού».

 

 

 

 

 

 

Μερικά λοιπόν από τα πράγματα που διάβασα ή παρακολούθησα πρόσφατα και τα οποία θεώρησα αξιόλογα ή ενδιαφέροντα:

Γυναίκες, τέχνη και ιστορία της τέχνης

1.Ξανακοίταξα το δοκίμιο ορόσημο της φεμινίστριας και ιστορικού τέχνης Linda Nochlin του 1971: Why Have There Been No Great Women Artists? / Γιατί δεν υπήρξαν σπουδαίες γυναίκες καλλιτέχνιδες; Σε αυτό το δοκίμιο, η Nochlin εξετάζει τα θεσμικά, σε αντίθεση με τα προσωπικά, εμπόδια που εμπόδισαν τις γυναίκες να παράγουν τέχνη και να πετύχουν στις τέχνες, κι επίσης, διερευνά ορισμένες από τις αδυναμίες του ίδιου του κλάδου της ιστορίας της τέχνης. Το άρθρο εστιάζει στα θεσμικά εμπόδια στις εικαστικές τέχνες που έχουν αντιμετωπίσει ιστορικά οι γυναίκες στη δυτική παράδοση. Η Nochlin αναλύει τους δεσμικούς περιορισμούς και το γεγονός ότι οι γυναίκες για αιώνες αποκλείονταν από ακαδημίες, υποτροφίες και ευκαιρίες κατάρτισης και δικτύωσης. Υποστηρίζει: «… η τέχνη δεν είναι μια ελεύθερη, αυτόνομη δραστηριότητα ενός υπερ-προικισμένου ατόμου, «επηρεασμένη» από προηγούμενους καλλιτέχνες και, πιο αόριστα και επιφανειακά, από «κοινωνικές δυνάμεις», αλλά, μάλλον, η συνολική κατάσταση της δημιουργίας τέχνης, τόσο όσον αφορά την ανάπτυξη του δημιουργού τέχνης όσο και τη φύση και την ποιότητα του ίδιου του έργου τέχνης, λαμβάνει χώρα σε μια κοινωνική κατάσταση, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο αυτής της κοινωνικής δομής και διαμεσολαβείται και καθορίζεται από συγκεκριμένους και προσδιορίσιμους κοινωνικούς θεσμούς, είτε πρόκειται για ακαδημίες τέχνης, συστήματα προστασίας, μυθολογίες του θεϊκού δημιουργού, καλλιτέχνη ως άνδρα ή κοινωνικά απόκληρου».

Η Nochlin εξετάζει την ιστορία της έλλειψης καλλιτεχνικής παιδείας των γυναικών, και τη φύση της τέχνης και της καλλιτεχνικής ιδιοφυΐας όπως έχουν οριστεί ιστορικά. Αμφισβητεί τον μύθο της «ιδιοφυΐας», ως έμφυτου ανδρικού και θεόσταλτου ταλέντου, λαμβάνοντας υπόψη τις κοινωνικές νόρμες, και τις ταξικές και θεσμικές δομές. Υποστηρίζει επίσης ότι αντί να δίνεται έμφαση μόνο στην ανακάλυψη κρυμμένων και λησμονημένων γυναικών καλλιτεχνών και σπουδαίων γυναικών καλλιτεχνών (κάτι που είναι σημαντικό), η εστίαση θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει την αποκάλυψη των θεσμικών ανισοτήτων, του δημόσιου κοινωνικού λόγου και των κοινωνικών προσδοκιών που έχουν καταπνίξει και εξακολουθούν να καταπνίγουν την επαγγελματική καλλιτεχνική αφοσίωση και εμποδίζουν τις γυναίκες να πετύχουν. Παραθέτει ένα απόσπασμα από ένα βιβλίο που εκδόθηκε τον 19ο αιώνα, με συμβουλές προς τις γυναίκες που αντικατοπτρίζει τις κοινωνικές προσδοκίες για τις γυναίκες, και στο οποίο οι γυναίκες προειδοποιούνταν για «την παγίδα της υπερβολικής προσπάθειας προκειμένου να διαπρέψουν σε ένα συγκεκριμένο πράγμα», κοινωνικές προσδοκίες που στον ένα ή τον άλλο βαθμό εξακολουθούν να επικρατούν και σήμερα:

«Δεν πρέπει να υποθέτουμε ότι η συγγραφέας είναι κάποια που θα υποστήριζε, ως απαραίτητο για μια γυναίκα, οποιοδήποτε πολύ εξαιρετικό βαθμό πνευματικής επίτευξης, ειδικά αν περιορίζεται σε έναν συγκεκριμένο κλάδο σπουδών………… Το να μπορεί να κάνει πολλά πράγματα σε ικανοποιητικό βαθμό έχει απείρως μεγαλύτερη αξία για μια γυναίκα από το να μπορεί να διαπρέψει σε ένα συγκεκριμένο. Με το πρώτο, μπορεί να καταστεί γενικά χρήσιμη ενώ με το δεύτερο μπορεί να κερδίσει τον θαυμασμό για μια ώρα. Όντας ικανή και σε ικανοποιητικό βαθμό επιδέξια σε όλα, μπορεί να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε κατάσταση στη ζωή με αξιοπρέπεια και ευκολία – αφιερώνοντας τον χρόνο της στην αριστεία ενός μόνο πράγματος, μπορεί να καταστεί ανίκανη για οτιδήποτε άλλο. Στο βαθμό που η εξυπνάδα, η μάθηση και η γνώση συμβάλλουν στην ηθική αριστεία της γυναίκας, είναι επιθυμητές όμως τίποτα περισσότερο. Όλα όσα θα την απασχολούσαν αποκλείοντας καλύτερα πράγματα, όλα όσα θα την έμπλεκαν στους λαβύρινθους της κολακείας και του θαυμασμού, όλα όσα θα απομάκρυναν τις σκέψεις της από τους άλλους και θα την οδηγούσαν στο να επικεντρωθεί στον εαυτό της, θα πρέπει να αποφεύγονται ως κακό για αυτήν, όσο λαμπρό ή ελκυστικό κι αν είναι αυτό καθαυτό.»

Καθιστώντας την ανθρώπινη ζωή αναλώσιμη

2. Μια άλλη φεμινίστρια ιστορικός τέχνης και αναλύτρια πολιτισμού, της οποίας το έργο κοίταξα πρόσφατα, είναι η Griselda Pollack (γεν. 1949). Στη συγκεκριμένη σύντομη ομιλία [https://www.youtube.com/watch?v=TwMTma8raTY], η Pollock αναφέρεται σε μια ομιλία που έδωσε σε μαθητές σχετικά με τη γενοκτονία και την απανθρωποποίηση των Εβραίων, αλλά και πιο πρόσφατες και τρέχουσες διαδικασίες απανθρωποποίησης ανθρώπων. Ερευνά πτυχές της σύγχρονης παγκόσμιας κοινωνίας που διευκολύνουν και γεννούν σκέψεις και πράξεις που καθιστούν συγκεκριμένους ανθρώπους ή πληθυσμούς αναλώσιμους. Συνδέει παρελθούσες ιστορικές διαδικασίες και γεγονότα απανθρωποποίησης και καθιέρωσης της ανθρώπινης ζωής ως αναλώσιμης με πιο πρόσφατες πρακτικές, ακόμη και τις ίδιες τις εμπειρίες των μαθητών που αφορούν πρακτικές που οδηγούν τους άλλους να αισθάνονται αποξενωμένοι ή που μειώνουν την αξιοπρέπειά τους. Αναφέρεται στη σύνδεση μεταξύ των μαζικών, κατάφωρων εγκλημάτων κατά της ανθρώπινης ζωής, αφενός, και της καθημερινής διάβρωσης του δικαιώματος όλων στη ζωή και την αξιοπρέπεια, αφετέρου, καθώς και της συμμετοχής σε τρέχουσες επιβλαβείς διαδικασίες. Στη συνέχεια, αναφέρεται σε αυτό που ονομάζεται «horrorism» (όρος της Ιταλίδας φιλοσόφου και φεμινίστριας στοχαστή. Adriana Cavarero,** μια μορφή βίας κατά της ανθρώπινης υπόστασης των ευάλωτων ή των άοπλων. Αυτό, σημειώνει η Pollock, ονομάζεται επίσης οντολογικό έγκλημα επειδή είναι έγκλημα κατά της ύπαρξης κάποιου άλλου. Η Pollock βασίζεται σε φεμινιστικές μελέτες προκειμένου να αναδείξει τα μέσα που έχουμε στη διάθεσή μας για να αντισταθούμε, ένα εκ των οποίων είναι η συμπόνια.

** Στο βιβλίο της, Horrorism, η Adriana Cavarero υποστηρίζει ότι έχουμε να κάνουμε ολοένα και περισσότερο με θύματα που είναι άοπλα και αβοήθητα, καθώς και ότι η βία κατά των άμαχων ή ανυπεράσπιστων απαιτεί ένα συγκεκριμένο λεξιλόγιο. Υποστηρίζει ότι ο όρος horrorism (από τη λέξη φρίκη) υπονοεί μια ριζική απόρριψη της φροντίδας, ένα τραύμα που προκαλείται εκεί που χρειαζόταν φροντίδα. Η Cavarero ενδιαφέρεται για την οπτική γωνία του θύματος και όχι του πολεμιστή και υποστηρίζει ότι πλέον η συζήτηση για τον πόλεμο με βάση το κλασικό μοντέλο, το οποίο υπάρχει από την αρχαιότητα, μιας σύγκρουσης μεταξύ κρατών και στρατιωτών που υπονοεί αμοιβαία, κάπως συμμετρική βία, και όχι μονομερή βία, δεν είναι ακριβής όταν αναφερόμαστε στη βία που ασκείται στους άοπλους και ανυπεράσπιστους. Ο πόλεμος κατά τον 20ό αιώνα και μετέπειτα, ισχυρίζεται η Cavarero, συνίσταται ολοένα και περισσότερο στη μονομερή και μερικές φορές προγραμματισμένη δολοφονία άμαχου πληθυσμού, όπου τα περισσότερα θύματα του πολέμου είναι αβοήθητοι και ανυπεράσπιστοι πολίτες και παιδιά στη μεγάλη πλειοψηφία.

Η Carol Gluck, καθηγήτρια ιστορίας και γλωσσών και πολιτισμού της Ανατολικής Ασίας, κάνει διάκριση μεταξύ του πολέμου και άλλων προφανών περιπτώσεων όπου η ζωή καθίσταται αναλώσιμη, και της θεσμικής αναλωσιμότητας. Λέει: «Δεν μιλάω για τα είδη ζωής που είναι αναλώσιμα σε προφανώς σαφείς περιπτώσεις όπως η γενοκτονία, η σφαγή, η πείνα – συχνά προκαλούμενη από το κράτος, ή ακόμη και ο εμφύλιος πόλεμος……. Πρόκειται για αυτό που έχω καταλήξει να θεωρώ ως θεσμική αναλωσιμότητα. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι που παγιδεύονται στις ρωγμές του συστήματος…» Ο Henry Giroux που ανέφερα παραπάνω έχει δηλώσει ότι «…ο αριθμός των ανθρώπων που θεωρούνται αναλώσιμοι έχει αυξηθεί σε μεγάλο βαθμό, και αυτό περιλαμβάνει λευκούς χαμηλού εισοδήματος, φτωχές μειονότητες, μετανάστες, ανέργους, άστεγους και μια σειρά ανθρώπων που θεωρούνται βάρος για το κεφάλαιο και την ατελείωτη αρπακτική του αναζήτηση εξουσίας και κερδών». Τέλος, η Cynthia Enloe, πολιτική θεωρητικός, φεμινίστρια συγγραφέας και καθηγήτρια, γράφει ότι όταν σκέφτεται την αναλωσιμότητα, σκέφτεται την  χωρίς όνομα / namelessness. Λέει: «Όταν σκέφτομαι την αναλωσιμότητα, σκέφτομαι το να μην έχεις όνομα…. Σημαίνει να γίνεις κάποιος/α χωρίς όνομα… Οπότε λοιπόν, η αντί-αναλωσιμότητα, σημαίνει ανάκτηση ονομάτων. Αλλά όχι ανάκτηση ονομάτων ώστε να μπορείς απλώς να τα βάλεις σε μια ταφόπλακα, ή ανάκτηση ονομάτων ώστε να μπορείς απλώς να τα βάλεις σε μια πλάκα που οι περαστικοί μπορεί να κοιτάξουν ή όχι. Η ανάκτηση του ονόματός σου σημαίνει ανάκτηση των ιδεών σου. Ανάκτηση της φωνής σου…».

Το τραύμα της γέννησης και «η πρωταρχική πληγή»

3. Ένα άλλο θέμα του σημερινού κειμένου είναι αυτό που μερικές φορές αναφέρεται ως «τραύμα γέννησης» ή «πρώιμο τραύμα», το οποίο είναι η πληγή ή το τραύμα που προκύπτει απλώς από τη γέννηση μας, καθώς ακόμη και στα πιο ήρεμα ή φιλικά προς το μωρό περιβάλλοντα γέννησης, το μωρό μεταβαίνει από μια κατάσταση ένωσης με τη μητέρα και από την ήσυχη, ζεστή, σκοτεινή μήτρα στον αέρα, το φως, το κρύο και τον θόρυβο. Αυτός ο ξαφνικός βομβαρδισμός ερεθισμάτων είναι μια αγχωτική και βίαιη αλλαγή. Υποστηρίζεται ότι το σώμα μας θυμάται αυτή την πρώτη εμπειρία, η οποία σε κάποιο βαθμό αφήνει ένα μόνιμο αντίκτυπο σε όλους μας. Αυτός ο αρχικός τραυματισμός γίνεται πιο έντονος και αφήνει ένα βαθύτερο σημάδι όταν υπάρχουν επιπλοκές γέννησης, ένας πρόωρος ή δύσκολος τοκετός ή άλλοι στρεσογόνοι παράγοντες πολύ νωρίς στη ζωή.

Ο φιλόσοφος, Emil Cioran, περιέγραψε αυτό το αρχικό τραύμα ως «θανάσιμο τραύμα», το οποίο αφήνει μια αίσθηση αδυναμίας. Αντιπροσωπεύει το πρώτο βασικό τραύμα της διακοπής του φυσικού δεσμού μεταξύ μητέρας και νεογέννητου. Από ψυχολογική και αναπτυξιακή άποψη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτός ο πρώιμος τραυματισμός αντανακλά τη διαπερατότητά μας, την ευαλωτότητα και την πλήρη εξάρτησή μας, κατά τη γέννηση και την παιδική ηλικία, ειδικά στα πρώτα χρόνια της ζωής μας. Αυτή η πρώιμη εμπειρία αδυναμίας μπορεί να δημιουργήσει αντισταθμιστικές άμυνες όπως η ανάγκη για έλεγχο, η υπερβολική προσπάθεια, η υπερβολική επίτευξη και η τελειομανία, συγκεκριμένοι τρόποι σχέσης με τους άλλους, και ούτω καθεξής. Ιδωμένο μέσα από ένα ψυχολογικό πρίσμα, το τραύμα της γέννησης και το προ-λεκτικό τραύμα μπορούν να υποστούν επεξεργασία ή/και να επουλωθούν μέσω αρκετά καλών και κατάλληλα ανταποκρινόμενων φροντιστών στην παιδική ηλικία, μέσω θεραπείας κατά την ενήλικη ζωή, και μέσω της διαδικασίας εγκατάλειψης της αντίστασης και της αποδοχής της βαθιά ριζωμένης και εγγενούς ανθρώπινης ευαλωτότητάς μας.

Το 1924, ο Αυστριακός ψυχαναλυτής, συγγραφέας και φιλόσοφος Όττο Ρανκ (1884 –1939) δημοσίευσε το βιβλίο του The Trauma of Birth / Το Τραύμα της Γέννησης, στο οποίο πρότεινε ότι η πηγή του άγχους σε όλη μας τη ζωή πηγάζει από το ψυχολογικό τραύμα που βιώνει κανείς κατά τη γέννηση, το οποίο σχετίζεται με την ιδέα του Φρόιντ ότι η γέννηση είναι η πρώτη εμπειρία άγχους και, ως εκ τούτου, είναι η πηγή και η βάση του άγχους. Ο Ρανκ ισχυρίστηκε ότι οι ιδέες του προήλθαν από τις κλινικές αξιολογήσεις ασθενών που βίωσαν μια φαντασίωση μιας δεύτερης γέννησης κατά τη διάρκεια της ψυχανάλυσης και, μέσω της κατανόησης και της αναβίωσης του τραύματος της γέννησης, απελευθερώθηκαν από αυτό και από το άγχος. Η Carrie Keller γράφει ότι «ο Rank υποστήριξε ότι η γέννηση είναι η απόλυτη βιολογική βάση της ζωής και ότι η σωματική εμπειρία της μετάβασης από μια κατάσταση ικανοποίησης και ένωσης με τη μητέρα στη μήτρα σε ένα περιβάλλον σκληρού αποχωρισμού δημιουργεί ένα τραύμα που προκαλεί διαρκές άγχος. Συσχετίζοντας τα συναισθήματα που βιώνονται κατά τη γέννηση με τα συναισθήματα που σχετίζονται με το άγχος, ο Rank υποστήριξε ότι η γέννηση είναι η πηγή κάθε άγχους, κάνοντας παραλληλισμούς μεταξύ των συναισθημάτων σύγχυσης, περιορισμού και εγκλωβισμού που βιώνονται κατά τη γέννηση και κατά τη διάρκεια άλλων εμπειριών που σχετίζονται με το άγχος» (2019, Embryo Encyclopedia / Εγκυκλοπαίδεια του Project Εμβρύου, Πανεπιστήμιο της Αριζόνα).

Ο σημαντικός Βρετανός ψυχαναλυτής, Wilfred Bion (1897 – 1979), πίστευε επίσης ότι «γεννιόμαστε μέσα στο τραύμα». Έγραψε «Φαντάζομαι τον εαυτό μου ως βρέφος την ίδια τη στιγμή της γέννησης, με έναν ανώριμο, ευαίσθητο εγκέφαλο, ξαφνικά βομβαρδισμένο από τις μυριάδες και σύνθετες αισθήσεις της εσωτερικής και εξωτερικής ζωής. Η αντιμετώπιση θα ήταν αδύνατη και η ενστικτώδης ανάγκη για μάχη, διαφυγή ή απομόνωση θα ήταν ανίκητη προκειμένου να μην γίνει το χάος ή ο θάνατος η τελική κατάληξη» (Carrie Keller, 2019). Πίστευε ότι αυτή η πρώιμη εμπειρία είτε παραμένει τραυματική είτε ενσωματώνεται / αφομοιώνεται ανάλογα  με την ποιότητα της προσκόλλησης του βρέφους στη μητέρα, κι επίσης ότι η προσκόλληση που οδηγεί σε ένα αίσθημα ασφάλειας και προστασίας είναι μια διαδικασία, κατά την οποία «η μητέρα αφομοιώνει (ή παίρνει μέσα της) τις ασαφείς και τραυματικές εκρήξεις συναισθηματικών καταστάσεων και τις ορίζει. Όταν αυτές οι σκέψεις του μωρού έχουν αφομοιωθεί από την μητέρα και βρίσκονται μέσα σε αυτή, αποκτούν πλέον ένα ιστορικό πλαίσιο ή βάση, που συμβαίνει λόγω της ικανότητας της μητέρας να τις συγκρατεί ήρεμα, να τις σκέφτεται και να τις «χωνεύει» μέσα της πριν τις δώσει πίσω στο βρέφος, επεξεργασμένες, κατανοητές, σηματοδοτημένες και επομένως ασφαλείς. Με αυτή τη μορφή, το βρέφος μπορεί να έχει τις δικές του εμπειρίες, ενώ παράλληλα νιώθει ότι η στοργική βοήθεια και η ικανοποίηση απέναντι στον πόνο θα απαλύνουν τις πρώτες και πιο αφόρητες συναισθηματικές του καταστάσεις. Όσο περισσότερο ικανοποιεί ο γονέας τον πανικό των αισθήσεων που πλήττουν το νεογέννητο παιδί, τόσο λιγότερο το «τραύμα γέννησης» θα στοιχειώνει το βρέφος στη μετέπειτα ζωή του» (Carrie Keller, 2019). Σε αυτή τη μορφή, το βρέφος μπορεί να έχει τις δικές του εμπειρίες, ενώ παράλληλα πιστεύει ότι η στοργική βοήθεια και η ικανοποίηση απέναντι στον πόνο θα απαλύνουν τις πρώτες και πιο αφόρητες συναισθηματικές του καταστάσεις. Όσο περισσότερο ικανοποιεί ο γονέας τον πανικό των αισθήσεων που πλήττουν το νεογέννητο παιδί, τόσο λιγότερο το «τραύμα γέννησης» θα στοιχειώνει το βρέφος στη μετέπειτα ζωή του» (Carrie Keller, 2019).

Άλλες σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο παιδίατρος και ψυχαναλυτής Donald Winnicott (1896-1971), διερεύνησε αυτό που ονόμασε πρωτόγονα άγχη, που σχετίζονται με αποτυχίες στο holding environment / διευκολυντικό περιβάλλον, και πώς η γέννηση και η πρώιμη βρεφική ηλικία μπορούν να είναι τραυματικές εάν υπάρχει έλλειψη ενός αρκετά καλού περιβάλλοντος και ενός αρκετά καλού γονέα / μητέρας. Η Ιταλίδα παιδονευροψυχίατρος, Αλεσάντρα Πιοντέλι (γεννημένη το 1945), δημοσίευσε μια μελέτη στο βιβλίο της From Fetus to Child: An Observational and Psychoanalytic Study / Από το Έμβρυο στο Παιδί: Μια Παρατηρητική και Ψυχαναλυτική Μελέτη (1992). Χρησιμοποιώντας υπερηχητικές σαρώσεις, εξέτασε τη συμπεριφορά 11 εμβρύων και διαπίστωσε ότι αντιδρούσαν σε ερεθίσματα με πολύπλοκους τρόπους. Στη συνέχεια, παρατήρησε την ανάπτυξή τους στο σπίτι από τη γέννηση έως την ηλικία των τεσσάρων ετών. Διαπίστωσε αξιοσημείωτη συμπεριφορική και ψυχολογική συνέχεια μεταξύ της προγεννητικής και της μεταγεννητικής ανάπτυξης, και η μελέτη της υπέδειξε ότι ορισμένες προγεννητικές εμπειρίες καθόρισαν την μετέπειτα ψυχική ζωή και ανάπτυξη. Η μελέτη της συνδυάζει την αξιολόγηση εμπειρικών δεδομένων με την παρατήρηση μεμονωμένων μελετών περίπτωσης στη μεταγεννητική φάση και στη βρεφική ηλικία, με μια ψυχαναλυτική ερμηνεία.

Ο όρος «πρώιμο τραύμα»  επίσης χρησιμοποιείται για να αναφερθεί στις επιπτώσεις του χωρισμού από τη βιολογική μητέρα στα υιοθετημένα παιδιά. Στο βιβλίο της The Primal Wound, που εκδόθηκε το 1993, η κλινική ψυχολόγος και θετή μητέρα, Nancy Verrier (έχω αναφερθεί στο βιβλίο της σε προηγούμενες αναρτήσεις σχετικά με την υιοθεσία), εξετάζει τις πιθανές συνέπειες αυτού του τραύματος, οι οποίες μπορούν να προκύψουν όταν το μωρό/παιδί χωρίζεται από τη βιολογική του μητέρα.

Οικογενειακά συστήματα και θεωρίες

4. Σε ένα πρόσφατο Being Well podcast (9 Μαρτίου // https://rickhanson.com/being-well-podcast-family-systems-theory-the-invisible-force-that-runs-your-relationships/), οι Forrest και Rick Hanson αναφέρονται εν συντομία, αλλά και συζητούν εκτενέστερα το έργο και τις ιδέες σημαντικών προσωπικοτήτων, όπως οι Murray Bowen, Virginia Satir, Salvador Munichin και άλλοι (στους οποίους έχω αναφερθεί κι επίσης συμπεριλάβει σχετική ζωγραφική σε προηγούμενες αναρτήσεις). Συζητούν μερικές από τις πιο σημαντικές θεωρίες των οικογενειακών συστημάτων, θεωρητικούς, έννοιες και οικογενειακούς ρόλους που μας έχουν κληροδοτηθεί ή που έχουμε υιοθετήσει για να επιβιώσουμε, πιθανά «γραμμένους σε σενάρια που έχουν οριστεί πριν καν γεννηθούμε», και το πώς αυτοί οι ρόλοι εξυπηρετούν την ομοιόσταση (ισορροπία) ενός συστήματος.

Αναφέρονται περαιτέρω στο πώς ο πόνος και το άγχος διαπερνούν τα οικογενειακά συστήματα και τις γενιές, πώς οι οικογένειες δέχονται πιέσεις από ευρύτερα συστήματα, πώς, όπως και τα άτομα, τα συστήματα επίσης χρησιμοποιούν άμυνες για να διατηρήσουν την ισορροπία, πώς η υγιής διαφοροποίηση μπορεί να διαταράξει ένα σύστημα και πώς μπορούμε να διαφοροποιηθούμε, ενώ παράλληλα εξισορροπούμε τη συμπόνια, την αυτονομία και την υπευθυνότητα, προκειμένου να δημιουργήσουμε μια πιο προσαρμοστική ισορροπία μέσα στα ευρύτερα πλαίσια στα οποία βρισκόμαστε. Τονίζουν την αξία του να βλέπουμε τον εαυτό μας και τις ζωές μας μέσα από το πρίσμα ενός οικογενειακού συστήματος και της αναγνώρισης ότι είμαστε όλοι μέρος μεγαλύτερων συστημάτων και ιστορικών και κοινωνικοοικονομικών δομών που σε κάποιο βαθμό μας καθορίζουν. Συζητούν την αξία της εξερεύνησης του είδους των ρόλων που μας ανατέθηκαν, καθώς και τους λόγους και τον σκοπό που μπορεί να εξυπηρετούν αυτοί οι ρόλοι. Αναφέρουν επίσης πώς τα οικογενειακά πρότυπα και οι στρατηγικές εντείνονται με την πάροδο του χρόνου «μέχρι κάποιος να σπάσει το αυγό σε όλο αυτό» και πώς αυτό μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις και αντίσταση, τη σημασία της άρνησης να παρασυρθούμε από άλλους προκειμένου να διαιωνίσουν το σενάριο, το παιχνίδι ή το status quo τους, και τον κόπο που απαιτείται για να επιφέρουμε αλλαγές και να αλλάξουμε δυναμικές και πρότυπα. Ο Rick, νομίζω, αναφέρεται επίσης στην «πρώιμη πληγή», στην οποία έχω αναφερθεί παραπάνω.

 28 Φεβρουαρίου, 2026

«Πώς μπορεί ένα ενσυναισθανόμενο άτομο της σύγχρονης εποχής να μπερδεύει τη φωτογραφία με την πραγματικότητα; Κάθε αντίληψη είναι επιλογή και όλες οι φωτογραφίες – ανεξάρτητα από το πόσο αντικειμενικά δημοσιογραφική είναι η πρόθεση του φωτογράφου – αποκλείουν πτυχές της πολυπλοκότητας της στιγμής. Οι φωτογραφίες κάνουν οικονομία στην αλήθεια. Είναι πάντα στιγμές που λίγο πολύ έχουν απατηλά απαχθεί από το συνεχές του χρόνου.» Sally Mann

 «Νομίζω ότι η αλήθεια είναι ένα πολυεπίπεδο φαινόμενο. Υπάρχουν πολλές αλήθειες που μαζεύονται και συσσωρεύονται. Προσπαθώ να ξεφλουδίσω και να εξερευνήσω αυτά τα πλούσια στρώματα αλήθειας. Όλες οι αλήθειες είναι δύσκολο να τις προσεγγίσει κανείς.» Sally Mann

«Μερικές φωτογραφίες μου είναι σαν ποιήματα με την έννοια ότι είναι πολύ συμπυκνωμένες, σαν χαϊκού… Υπάρχουν πολλές πληροφορίες στις περισσότερες από τις φωτογραφίες μου, αλλά όχι το είδος των πληροφοριών που βλέπεις στη φωτογραφία ντοκιμαντέρ. Υπάρχουν συναισθηματικές πληροφορίες στις φωτογραφίες μου.» Sally Mann

Η σημερινή ανάρτηση περιέχει μόνο εικόνες (mixed media), εν μέρει σχετικές με πρόσφατες αναρτήσεις. Οι εικόνες που παράγω συνδέονται, λίγο πολύ, και με τα κείμενα που γράφω, και κατά κάποιο τρόπο, βιώνω την καλλιτεχνική διαδικασία ως κάτι που περιλαμβάνει τόσο λέξεις όσο και εικόνες, οι οποίες εμπλέκονται σε ένα είδους χαλαρού διαλόγου. ‘Εχω επίσης συμπεριλάβει μερικά λόγια και ιδέες της Sally Mann, μιας γνωστής Αμερικανίδας φωτογράφου, της οποίας το βιβλίο, Hold Still: A Memoir with Photographs, διαβάζω αυτή τη στιγμή.

Η Άγνωστη Τρομοκράτισσα του Richard Flanagan

«Ακούγοντας αυτό που ο Chopin δεν μπορούσε να εξηγήσει, άκουσε μια εξήγηση για τη ζωή της. Η αγάπη δεν είναι ποτέ αρκετή, αλλά είναι το μόνο που έχουμε.» From The Unknown Terrorist by Richard Flanagan

«Η εμπειρία είναι μόνο μια στιγμή. Η κατανόηση αυτής τη στιγμής απαιτεί μια ζωή». Από το βιβλίο Question 7 / Ερώτηση 7 του Richard Flanagan

«Ο Τσέχοφ πίστευε ότι ο ρόλος της λογοτεχνίας δεν ήταν να παρέχει απαντήσεις αλλά μόνο να θέτει τα απαραίτητα ερωτήματα………. Και γιατί κάνουμε αυτά που κάνουμε ο ένας στον άλλον; Αυτό είναι το ερώτημα 7». Από το βιβλίο Question 7 / Ερώτηση 7 του Richard Flanagan

Πρόσφατα ανακάλυψα το έργο του Αυστραλού συγγραφέα Richard Flanagan και μέχρι στιγμής έχω διαβάσει δύο αρκετά διαφορετικά βιβλία του, το Question 7, το οποίο εκτυλίσσεται σαν μια πυρηνική αλυσιδωτή αντίδραση και συνδυάζει την Iστορία, τη λογοτεχνία και την προσωπική ιστορία του συγγραφέα σε μια όμορφα αποδοσμένη πεζογραφία, και το The Unknown terrorist / Η Άγνωστη Τρομοκράτισσα [έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά όπως και αρκετά ακόμη βιβλία του]. Σε αυτό το κείμενο θα γράψω για αυτό το δεύτερο βιβλίο που μοιάζει με κινηματογραφικό πολιτικό θρίλερ με αρκετή αγωνία για να γυρίζει ο αναγνώστης συνεχώς τις σελίδες, αλλά που είναι και κάτι περισσότερο, και θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι μια κοινωνική κριτική και μια τραγωδία, με την έννοια ότι το ένα γεγονός οδηγεί ή γεννά το επόμενο μέχρι το σημείο θραύσης ή έκρηξης, σαν το ξήλωμα μιας ταπισερί. Από την αρχή νιώθουμε την αναπόφευκτη αλήθεια και παρόλο που ελπίζουμε στη λύτρωση της πρωταγωνίστριας, σχεδόν θέλοντας να μπούμε μέσα στην ιστορία και να τη σώσουμε, γνωρίζουμε ότι τα πράγματα πιθανότατα θα εξελιχθούν άσχημα. Δεν υπάρχει καθαρτικό τέλος, αλλά κάποιος θα μπορούσε ίσως να δει το τέλος ως ένα είδος μεταφοράς, που υποδηλώνει ότι μαζί με την καταστροφή των αποδιοπομπαίων τράγων και των θυμάτων έρχεται και η πτώση του δράστη, τουλάχιστον αυτού που έθεσε τα δρώμενα σε κίνηση. Κάποιος θα μπορούσε ίσως να το δει ως ένα είδος δικαιοσύνης, αλλά τελικά, αυτό που προκύπτει είναι σπατάλη ανθρώπινων ζωών και της ευκαιρίας να ζήσουν μια καλύτερη ζωή, και απώλεια της πιθανότητας δικαιοσύνης κι αλλαγής.

Καταρχάς, ο ίδιος ο τίτλος είναι ενδιαφέρων και ίσως υπονοείται η ιδέα του Άγνωστου Στρατιώτη, ενός μνημείου για όλους τους αγνοούμενους και άγνωστους στρατιώτες που χάθηκαν σε πολέμους που δεν επέλεξαν και δεν ξεκίνησαν οι ίδιοι. Υπάρχει επίσης μια φιλοσοφική, πολιτική και ηθική βάση κάτω από το επιφανειακό στρώμα της αφήγησης και φαίνεται ωσάν ο Flanagan να μας ωθεί να επανεξετάσουμε το νόημα της ζωής, την αποσύνδεση από τον εαυτό μας, τους άλλους και τη φύση, τις τρέχουσες σκληρές κοινωνικοπολιτικές πραγματικότητες, την ανεξέλεγκτη εξουσία και την απληστία, τον ρατσισμό, την τρομοκρατία, τον αποκλεισμό από την υπόσχεση ενός μέλλοντος και τα μέσα με τα οποία ένα μέλλον είναι εφικτό, τη δημοκρατία και γιατί η ατομική ελευθερία, η αγάπη και η αλήθεια έχουν πραγματικά σημασία και μας προστατεύουν από την τυραννία. Αποκαλύπτει πώς οι Ειδήσεις, και τα μέσα ενημέρωσης γενικότερα, μπορούν να χειραγωγήσουν τον πληθυσμό, να κατασκευάσουν την αίσθηση της ταυτότητάς μας, να ορίσουν το ποιοι είμαστε και πώς σκεφτόμαστε, και πώς μπορούν να αποτελέσουν όχημα για να κρατήσουν τους ανθρώπους μουδιασμένους, φοβισμένους και υποτακτικούς, κι ακόμη πώς είναι δυνατόν ο καθένας από εμάς να κακοποιηθεί και η ζωή μας να καταστραφεί μέσω της ανάγκης να δημιουργηθούν αποδιοπομπαία πρόσωπα, αβατάρ κοινωνικού φόβου.

Το βιβλίο ασχολείται επίσης με την απώλεια, και ιδιαίτερα την απώλεια της αγάπης, στις πολλές μορφές της και με την ευρύτερη έννοια. Αφορά την απώλεια της φροντίδας, της ενσυναίσθησης και της σύνδεσης στην κοινωνία. Η φράση «η αγάπη δεν είναι αρκετή» επαναλαμβάνεται σε όλο το μυθιστόρημα, η οποία θα μπορούσε να γίνει κατανοητή με διαφορετικούς τρόπους και να εφαρμοστεί σε διαφορετικά πλαίσια. Επαναλαμβάνεται σαν ένα κόαν ή ερώτημα που ο αναγνώστης πρέπει να αντιμετωπίσει. Ο Flanagan, για παράδειγμα, γράφει καθώς μας διηγείται μια στιγμή που η Κούκλα παρατηρεί μια μητέρα με το μικρό παιδί της: «Και η Κούκλα είχε την κυρίαρχη αίσθηση ότι, αν και είχε πολλά ελαττώματα, αυτή ήταν, όπως και η Βιετναμέζα με τον γιο της, αγάπη. Αλλά για λόγους που δεν της ήταν σαφείς, δεν την άφηναν να αγαπήσει. Ό,τι κι αν ήταν – η ζωή, ο κόσμος, η μοίρα – δεν την άφησαν να αγαπήσει….. Μετά είπαν ψέματα στον κόσμο ότι ήταν μίσος και άξιζε μόνο μίσος. Το μίσος έπρεπε να κυνηγηθεί με μίσος και, όταν βρεθεί, να καταστραφεί». Καθώς η ιστορία ξεδιπλώνεται, σιγά σιγά ίσως διακρίνουμε γιατί δεν της είχε επιτραπεί να αγαπήσει όλα όσα ήθελε να αγαπήσει και γιατί η διαδικασία αυτή διαταρασσόταν πάντα.

Η πρωταγωνίστρια αυτής της ιστορίας είναι η Τζίνα Ντέιβις, μια 26χρονη χορεύτρια pole, γνωστή και αναφερόμενη σε όλο το βιβλίο ως η (Ρώσικη) Κούκλα. Το γεγονός ότι είναι χορεύτρια pole σε νυχτερινό κλαμπ είναι μια ενδιαφέρουσα επιλογή και καθιστά ορατή την ευκολία με την οποία οι άνθρωποι οδηγούνται σε αυτόματες αρνητικές κρίσεις, και μας δίνει επίσης την ευκαιρία να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτές οι στερεοτυπικές κρίσεις μπορεί να είναι λανθασμένες. Η Κούκλα είναι μια «δυτική», από τη λάθος πλευρά των γραμμών (του φράχτη), από μια μη εύπορη και μάλλον δυσλειτουργική οικογένεια. Εργάζεται συνεχώς και μαζεύει χρήματα για να σπουδάσει και ν’ αλλάξει τη ζωή της, και κυρίως για να συγκεντρώσει χρήματα για μια προκαταβολή για ένα διαμέρισμα σε μια πιο όμορφη κι ασφαλή γειτονιά. Στον ελεύθερο χρόνο της διαβάζει περιοδικά διακόσμησης ή κάνει παρέα με την φίλη Γουάιλντερ και τον μικρό της γιο. Όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, τα βγάζει πέρα ​​χρησιμοποιώντας χάπια και αγοράζοντας κομψά ρούχα, τα οποία, κατά κάποιο τρόπο, την μεταφέρουν στη μελλοντική ζωή που φαντάζεται.

Η ζωή της διαταράσσεται βίαια όταν κατηγορείται άδικα ότι είναι τρομοκράτισσα. Παρακολουθούμε το ξήλωμα της ζωής της στη διάρκεια τεσσάρων ημερών μέχρι το σημείο έκρηξης και κατάρρευσης. Ο Flanagan περιγράφει αυτή τη σειρά γεγονότων με ρεαλισμό και αποστασιοποίηση. Χωρίς να το συνειδητοποιεί, η Κούκλα παρασύρεται σε μια δίνη, όταν ξεκινά μια σχέση με έναν ελκυστικό νεαρό άνδρα με καταγωγή από τη Μέση Ανατολή, ο οποίος είναι προγραμματιστής υπολογιστών και μικροέμπορος ναρκωτικών. Αρχικά τον συναντά στην παραλία Μπόντι όταν σώζει τον μικρό γιο της φίλης της κι αργότερα την ίδια μέρα σε μια εορταστική παρέλαση που θυμίζει καρναβάλι. Ο νεαρός άντρας, κατηγορείται άδικα ως τρομοκράτης, ενώ το Σίδνεϋ βιώνει μια μικρή τρομοκρατική απειλή και λίγο αργότερα βρίσκεται δολοφονημένος στον δρόμο. Ένα βίντεο από κάμερα ασφαλείας των δύο να αγκαλιάζονται έξω από την πολυκατοικία του, την ενοχοποιεί και την καθιστά την Άγνωστη Τρομοκράτισσα. Γίνεται στόχος ενός ύπουλου και εκδικητικού τηλεοπτικού δημοσιογράφου-παρουσιαστή, ο οποίος είναι τακτικός πελάτης στο κλαμπ όπου εργάζεται, στην περιοχή με τα κόκκινα φανάρια του Σίδνεϋ, όπου συχνάζουν επιχειρηματίες, προσωπικότητες των μέσων ενημέρωσης, πολιτικοί και άλλοι. Αυτός κατασκευάζει την ιστορία βασισμένος σε αδύναμα στοιχεία, όπως αυτό το παραπλανητικό βίντεο, παρόλο που γνωρίζει ότι το αφήγημα του είναι προβληματικό και ότι δεν είναι η πρώτη φορά που καταστρέφει τη φήμη κάποιου.

Κατά τη διάρκεια αυτών των τεσσάρων ημερών, η Κούκλα «κατασκευάζεται» ως κάτι διαφορετικό από αυτό που πραγματικά είναι. Χειραγωγείται από την εικόνα της πραγματικότητας που αντιπροσωπεύουν τα μέσα ενημέρωσης, τα οποία με δυστοπικό τρόπο έχουν εκτοπίσει τον πραγματικό της εαυτό. Συνειδητοποιεί με τρόμο ότι «την μετέτρεπαν από γυναίκα σε κινούμενα σχέδια, τίτλους, απόψεις, φόβους, μοίρα. Την μετέτρεπαν pixel με pixel… σε αυτό που δεν ήταν». Γίνεται ο τόπος όπου άλλοι προβάλλουν την περιφρόνηση, τον θυμό και τον φόβο τους, και πάνω απ’ όλα ένα αντικείμενο που πυροδοτεί μια αλυσιδωτή αντίδραση γεγονότων που εξυπηρετούν τις ατζέντες ανθρώπων με κοινά συμφέροντα, πολύ πιο ισχυρών από αυτή,  οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους επειδή «σε κάποιο βαθιά θαμμένο μέρος……. καταλάβαιναν ότι το να μοιράζονται την εξουσία σήμαινε να μοιράζονται την ενοχή». Έχει άθελά της γίνει το αθώο αρνί στο κοινωνικό σφαγείο, κι η μεγαλύτερη ειρωνεία στο μυθιστόρημα είναι ότι υπάρχουν στιγμές όπου και η Κούκλα πιστεύει στον φόβο, την ξενοφοβία και τον ρατσισμό, υιοθετώντας απόψεις που ακούει στις ειδήσεις χωρίς να τις επεξεργάζεται.

Το θέμα της δημιουργίας κοινωνικών αποδιοπομπαίων προσώπων είναι ένα από τα θέματα που διατρέχουν την αφήγηση, και το κυνήγι και η εξάλειψη της Κούκλας μας θυμίζουν τελετουργικές δολοφονίες, που θεωρούνταν αναγκαιότητα, σε παλαιότερες κοινωνίες. Από ένα σημείο και μετά, η εξάλειψή της είναι η πιο βολική λύση για όσους εμπλέκονται στην κατασκευή και τη διάδοση της ιστορίας. Γίνεται δημόσιος εχθρός και χρήσιμος αποδιοπομπαίος τράγος για τους πολιτικούς, και καταδιώκεται από τα μέσα ενημέρωσης, προδίδεται από την καλή της φίλη [της οποίας η πίστη δοκιμάζεται όταν απειλείται και αναγκάζεται να σκεφτεί τον γιο της και τη δική της ασφάλεια], από τον αστυνομικό που προσπαθεί να την προστατεύσει, και από άτομα με εξουσία, που συνειδητοποιούν ότι είναι αθώα, αλλά φοβούνται να πάνε κόντρα σε ένα δίκτυο και ένα σύστημα του οποίου αποτελούν μέρος.

Κατά τη διάρκεια αυτών των τεσσάρων εφιαλτικών ημερών, η Κούκλα ξαναζεί τα τραύματα και τις πληγές του παρελθόντος, επισκέπτεται το παιδικό νεκροταφείο στην πόλη της, όπου έχει ταφεί ο γιος της, καθαρίζει το μικρό κομμάτι γης και αφήνει μερικά λουλούδια, ξεμένει από χρήματα, ξυρίζει τα μακριά μαλλιά της, πάντα τρέχοντας μακριά από την αστυνομία, τα μέσα ενημέρωσης, τις εφημερίδες και οποιονδήποτε μπορεί να την αναγνωρίσει. Τα πάντα έχουν αφαιρεθεί ή κλαπεί από αυτήν, η ταυτότητά της, η ιδιωτικότητά της, η αξιοπρέπειά της, τα όνειρά της, το παρελθόν και οι εμπειρίες της έχουν διαστρεβλωθεί, οι οικονομίες της που μάζευε με κόπο, κρυμμένες στην οροφή του άθλιου διαμερίσματός της στο Ντάρλινγκχερστ επειδή δεν έχει τραπεζικό λογαριασμό. Ενώ βιώνει αυτό το είδος Kαφκικής εμπειρίας, αφυπνίζεται και αντιλαμβάνεται περισσότερη πραγματικότητα, καταλαβαίνει αυτό που της συμβαίνει και πώς λειτουργεί ο κόσμος πίσω από τα παρασκήνια:

«Ίσως», σκέφτηκε η Κούκλα, «υπήρχε κάποια ανάγκη που είχαν οι άνθρωποι να πληγώνουν τους άλλους, κάποια φρικτή ανάγκη, κι ότι το να πληγώσουν μια γυναίκα με κάποιο τρόπο μπορεί να έκανε τους άλλους να νιώθουν ασφαλείς, καλοί και ευτυχισμένοι… Κι ίσως έπρεπε να αποδεχτεί ότι έπρεπε να πληγωθεί, ότι ίσως αυτά τα πράγματα συμβαίνουν για το κοινό καλό;» Αλλά μετά σκέφτηκε: «Δεν μπορούσε να δεχτεί ότι έπρεπε να πληγωθεί, δεν μπορούσε απλώς να ενδώσει και να παραιτηθεί». Κι αργότερα η Κούκλα αναρωτήθηκε αν το «ζήτημα της τρομοκρατίας» είχε γίνει μια τάση, όπως η μόδα ή το Botox που κρύβει την αλήθεια, και ότι υπήρχε μια κατηγορία ανθρώπων που «έχτιζαν καριέρες, έβγαζαν χρήματα, αποκτούσαν εξουσία και στην πραγματικότητα δεν είχε να κάνει με το να κάνουν τον κόσμο ασφαλέστερο ή καλύτερο».

Αυτό το πολιτικό θρίλερ εγείρει ανησυχίες για τον κοινωνικό φόβο, τον ρατσισμό και την ξενοφοβία, τον αποκλεισμό και τη βία που μπορεί να γεννήσει, την εξουσία που παρέχεται σε κυβερνήσεις και άλλες αρχές, και τις δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα στο όνομα της προστασίας ή του ελέγχου των πληθυσμών. Η αφήγηση δεν είναι ισορροπημένη [η πραγματικότητα είναι ευρύτερη και πιο ποικίλη] επειδή είναι ένα μυθιστόρημα και ο Flanagan φέρνει με μεγάλη ένταση στο προσκήνιο ένα μέρος της ιστορίας, την κρυμμένη ή μισοκρυμμένη πραγματικότητα αυτού που συμβαίνει ή θα μπορούσε ενδεχομένως να συμβεί πίσω από την πλάτη μας. Προσπαθεί να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε τον κίνδυνο να γίνουμε πιο ευάλωτοι σε μορφές τυραννίας, αν είμαστε ασυνείδητα αδαείς, και το μόνο που είμαστε υπάρχει μόνο εντός των ορίων και των παραμέτρων ενός συστήματος επί του οποίου δεν έχουμε πολύ έλεγχο.

Απεικονίζει ένα δυστοπικό αστικό τοπίο της Αυστραλίας, όπου η ζωή καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την εμμονική χρήση της τεχνολογίας, την επιρροή των μέσων ενημέρωσης, την επιδίωξη της εξουσίας και του χρήματος, την απληστία, τον καταναλωτισμό και την αντίθεση μεταξύ πλούτου και φτώχειας. Το μυθιστόρημα απαρτίζεται από πολλούς θυμωμένους, απελπισμένους, αποκομμένους ανθρώπους, άστεγους που κοιμούνται σε σοκάκια, ζητιάνους, ναρκομανείς και εμπόρους, μαστροπούς και απατεώνες, και στριπτιζάδικα, όπου όσοι βρίσκονται στη βάση συναντώνται με εκείνους στην κορυφή, που έχουν δύναμη, διασυνδέσεις και χρήματα. Αυτό το Σίδνεϋ δεν είναι ο εμβληματικός, χαρούμενος, ηλιόλουστος τόπος, αλλά ένα μέρος που πλήττεται από καύσωνες, φρικτές καταιγίδες και τρομοκρατικές απειλές, όπου το κοινό είναι μουδιασμένο από τα ψώνια, το αλκοόλ, τα ναρκωτικά και τις τηλεοπτικές εκπομπές, και που επικρατεί ένας αδιάκοπος θόρυβος τρομοκρατικού συναγερμού, και που ο φόβος ωθεί τους πάντες πιο κοντά στα όριά τους.

Νιώθουμε τον θυμό του συγγραφέα καθώς μας παρουσιάζει την σκληρή όψη της πραγματικότητας των αδικιών και των καταχρήσεων σε μια κοινωνία όπου οι ισχυροί και οι καλά δικτυωμένοι ελέγχουν και χρησιμοποιούν, και οι υπόλοιποι πρέπει να τα βγάλουν πέρα ​​μόνοι τους όσο καλύτερα μπορούν. Ο Flanagan φαίνεται να θρηνεί την απώλεια ενός κόσμου που ο ίδιος γνώρισε με περισσότερη κοινωνική συνοχή, οικογενειακούς δεσμούς και αλληλεγγύη, ο οποίος έχει αντικατασταθεί από την αποξένωση και την κοινωνική αποδιάρθρωση, τον ιδεοληπτικό υλισμό και τον ατομικισμό. Μας δείχνει τα πιο ζοφερά κομμάτια της ζωής σε ένα δυστοπικό Σίδνεϋ, «ένα μέρος που κάποτε ήταν κοινότητα, σε μια χώρα που κάποτε ήταν κοινωνία».

Στο τέλος του βιβλίου, ο Flanagan αναγνωρίζει το χρέος του στο βιβλίο του Χάινριχ Μπελ, Η Χαμένη Τιμή της Καταρίνα Μπλουμ / The Lost Honour of Katharina Blum. Αν και αυτό το βιβλίο είναι διαφορετικό, απηχεί την ιστορία του Χάινριχ Μπελ, την οποία είχα διαβάσει στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Έριξα μια ματιά στο βιβλίο, μια παλιά έκδοση Penguin που έχω ακόμη, και ξαναείδα την ταινία που γύρισαν οι Φόλκερ Σλέντορφ και Μαργαρίτα φον Τρότα το 1975 για να φρεσκάρω τη μνήμη μου. Και οι δύο συγγραφείς διερευνούν τις ίδιες ανησυχίες τους για την ατομική ελευθερία, τον ρόλο του Τύπου, τη δημοκρατία και το πώς ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» μπορεί να ολισθήσει σε καταπίεση και υπονόμευση της ατομικής ελευθερίας και της ελευθερίας της έκφρασης. Η ταινία γυρίστηκε το 1975 και αντανακλά τον φόβο για τις πολιτικές ελευθερίες στη Δυτική Γερμανία κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Ο Flanagan μεταφέρει την ιστορία από τη Δυτική Γερμανία της δεκαετίας του 1970 σε έναν κόσμο μετά την 11η Σεπτεμβρίου, στο Σίδνεϋ.

Επίσης, και οι δύο συγγραφείς έχουν επιλέξει γυναίκες πρωταγωνίστριες που κερδίζουν τη συμπάθεια του αναγνώστη ή τουλάχιστον θα ήθελα να το πιστεύω. Η Κούκλα είναι καλός άνθρωπος, όπως και η Καταρίνα Μπλουμ, και παρόλο που κάνουν διαφορετικές δουλειές [η Καταρίνα είναι οικιακή οικονόμος], και οι δυο εργάζονται σκληρά, έχουν παρόμοιες φιλοδοξίες να βελτιώσουν τη ζωή τους και μοιράζονται παρόμοια καταγωγή. Η Τζίνα Ντέιβις είναι γνωστή ως η Κούκλα και η Καταρίνα μερικές φορές αποκαλείται η Μοναχή (η Θεούσα). Και οι δύο κατηγορούνται άδικα ότι είναι τρομοκράτισσες και πέφτουν θύματα αδίστακτων δημοσιογράφων / του Τύπου, υφίστανται εκστρατείες δυσφήμισης και παραβιάσεις της ιδιωτικής ζωής και τελικά ωθούνται στα άκρα. Επίσης, απογοητεύονται και προδίδονται και οι δύο, τόσο από τους ανθρώπους γύρω τους όσο και από τους θεσμούς. Η Καταρίνα, για παράδειγμα, ανακαλύπτει ότι οι θεσμοί στους οποίους απευθύνεται και που περίμενε να τη βοηθήσουν δεν ανταποκρίνονται, και ότι άγνωστοι άνθρωποι επιδεικνύουν εχθρικές και απειλητικές συμπεριφορές. Ουσιαστικά, κατά κάποιο τρόπο βρίσκεται αποκλεισμένη από την κοινωνία. Δύο άλλες ομοιότητες είναι ότι και οι δύο ιστορίες διαδραματίζονται σε μια περίοδο τεσσάρων και πέντε ημερών και χρησιμοποιείται ένα καρναβαλικό, χορευτικό και εορταστικό σκηνικό.

******************************************************************************************

Σύντομες βιογραφικές σημειώσεις

Ο Richard Flanagan, γεννημένος το 1961 στην Τασμανία της Αυστραλίας, είναι μυθιστοριογράφος, ιστορικός, δημοσιογράφος και σκηνοθέτης κινηματογράφου, και θεωρείται ευρέως ως ο καλύτερος Αυστραλός συγγραφέας της γενιάς του.  Σταμάτησε  το σχολείο σε ηλικία 16 ετών, αργότερα απέκτησε πτυχίο Bachelor of Arts (BA) στην Ιστορία από το Πανεπιστήμιο της Τασμανίας και το 1984 κέρδισε την υποτροφία Rhodes στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου απέκτησε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών. Ζει με την σύζυγό του στην Τασμανία κι έχουν τρεις κόρες.

Εν συντομία, το 2013 κυκλοφόρησε το The Narrow Road to the Deep North, το οποίο βασίστηκε εν μέρει στην εμπειρία του πατέρα του ως αιχμαλώτου πολέμου κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και το οποίο έλαβε διάφορες διακρίσεις, καθώς και το βραβείο Booker. Ο Flanagan είναι επίσης βραβευμένος δημοσιογράφος, σε θέματα όπως η τέχνη, η λογοτεχνία, η πολιτική και το περιβάλλον, και είναι πρεσβευτής του Indigenous Literacy Foundation / Ιδρύματος για τον Αλφαβητισμό των Αυτόχθονων, στο οποίο δώρισε το χρηματικό έπαθλο των 40.000 δολαρίων που κέρδισε από το Australian Prime Minister’s Literary Prize το 2014. Το 2011 δημοσιεύθηκε μια συλλογή μη μυθοπλαστικών κειμένων με τίτλο And What Do You Do, Mr Gable? Το 2015 δημοσίευσε το βιβλίο, Notes on an Exodus, σχετικά με την κρίση των Σύριων προσφύγων, η οποία προέκυψε μετά από επισκέψεις σε στρατόπεδα προσφύγων στον Λίβανο, την Ελλάδα και συνάντηση με πρόσφυγες στη Σερβία. Το βιβλίο περιλαμβάνει σκίτσα του Αυστραλού καλλιτέχνη Ben Quilty, ο οποίος ταξίδεψε με τον Flanagan. Έχει επικρίνει τις πολιτικές υλοτομίας και τυχερών παιχνιδιών της κυβέρνησης της Τασμανίας, καθώς και τη σχέση της με εταιρικά συμφέροντα, και το 2021 δημοσίευσε ένα μη μυθοπλαστικό βιβλίο με τίτλο «Toxic: The Rotting Underbelly of the Tasmanian Salmon Industry». Στο βραβευμένο με BAFTA ντοκιμαντέρ του BBC για τον Richard Flanagan, με τίτλο Life After Death, [https://vimeo.com/135694839], ο Flanagan μιλάει και για πολλά βιβλία του, συμπεριλαμβανομένου του βιβλίου, Η Άγνωστη Τρομοκράτισσα, και βλέπουμε πώς ορισμένες προσωπικές εμπειρίες πίεσης και pushback τον ενέπνευσαν να γράψει αυτό το βιβλίο.

Ο Χάινριχ Μπελ (1917-1985) ήταν Γερμανός συγγραφέας και ειρηνιστής, βραβευμένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1972, παραμένει ένας από τους πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς της Γερμανίας. Το 1938 κλήθηκε σε υποχρεωτική στράτευση και υπηρέτησε έξι χρόνια σε διάφορα μέτωπα. Οι εμπειρίες του Μπελ κατά τη διάρκεια του πολέμου, όπως οι τραυματισμοί, η λιποταξία και η αιχμαλωσία πολέμου, ήταν κεντρικής σημασίας για τη συγγραφή του. Ο Μπελ έζησε μέχρι το τέλος του πολέμου στη Ρηνανία, όπου προσωρινά λιποτάχτησε και κρύφτηκε με τη σύζυγό του, αλλά φοβούμενος ότι θα τον έβρισκαν, θα περνούσε από στρατοδικείο και θα τον πυροβολούσαν ως λιποτάκτη, επανεντάχθηκε στον στρατό στα τέλη Φεβρουαρίου 1945. Λίγο αργότερα συνελήφθη από αμερικανικά στρατεύματα και παρέμεινε αιχμάλωτος πολέμου μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1945. Την ίδια χρονιά γεννήθηκε ο πρώτος του γιος, ο οποίος πέθανε λίγο αργότερα. Ο Μπελ και η σύζυγός του απέκτησαν τρεις ακόμη γιους.

Σχετικά με την πολεμική εμπειρία έγραψε: «τρομακτική μοίρα να είσαι στρατιώτης και να πρέπει να εύχεσαι να χαθεί ο πόλεμος». Στη Britannica αναφέρεται ότι «ο Böll χρησιμοποίησε αυστηρή πρόζα και συχνά οξεία σάτιρα για να παρουσιάσει την αντιπολεμική και αντικομφορμιστική του άποψη. Θεωρούνταν ευρέως ως ο εξαιρετικός ουμανιστής ερμηνευτής των εμπειριών του έθνους του στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο» και, λόγω των γραπτών του για τις πολυπλοκότητες και τα προβλήματα του παρελθόντος, «κάποιοι τον ονόμασαν Gewissen der Nation («συνείδηση ​​του έθνους»), καταλύτη και αγωγό για τη μνήμη και τη συζήτηση σε αντίθεση με την τάση προς τη σιωπή και τα ταμπού» (Wikipedia). Στο έργο του Η Χαμένη Τιμή της Katharina Blum, ασκείται κριτική στην δημοσιογραφική ηθική της εποχής, καθώς και στις αξίες της σύγχρονης Γερμανίας. Ο Böll αγαπούσε  ιδιαίτερα την Ιρλανδία και αυτός και η σύζυγός του είχαν ένα δεύτερο σπίτι εκεί, το οποίο αργότερα έγινε καταφύγιο καλλιτεχνών.